skip to main |
skip to sidebar
η ανάκριση
[Απόσπασμα]
[...]
Στις εξετάσεις πέτυχε χωρίς μεγάλη δυσκολία: ΤΕI Φωτογραφίας. Και ειδικά σεμινάρια στον Φωτογραφικό Κύκλο. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Συνεχώς. Κι όταν αποφάσιζε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της με το χρώμα, όλες της οι φωτογραφίες είχαν πάντα ένα έντονο κόκκινο φόντο.
Προχθές, μπαμπά, πήγα και αγόρασα ένα πεντόκιλο πλαστικό χρώμα. Κόκκινο. Ήθελα να βάψω την πόρτα στο γραφείο μου κόκκινη. Κατακόκκινη. Από πάνω μέχρι κάτω. Άπλωσα τις εφημερίδες, ανακάτεψα το χρώμα με το πινέλο και μετά κοίταξα την άσπρη πόρτα. Με τρομάζει το λευκό χρώμα. Οι Ασιάτες έχουν δίκιο όταν λένε ότι το άσπρο συμβολίζει το θάνατο. Δε θέλω να φαίνεται ο θάνατος, μπαμπά. Ο πόνος, ναι, ο πόνος είναι άλλη κουβέντα. Θέλω να φαίνεται, ν’ ακούγεται, να τον μυρίζεις. Να τον γεύεσαι. Ο πόνος είναι κόκκινος, ο θάνατος λευκός.
Εσύ μου το ’μαθες αυτό, μπαμπά, το ξέρεις; Λίγα πράγματα κάθισες και μου είπες, Για τη ζωή σου τίποτα βέβαια, αλλά μερικές φορές μου μιλούσες για τα βιβλία και τις μουσικές σου. Θυμάσαι που μου είπες ότι η φάλαινα στο «Μόμπι Ντικ» είναι λευκή γιατί συμβολίζει το θάνατο; Λοιπόν, κοίταξα τη λευκή πόρτα και κοκάλωσα. Ήμουν γονατιστή στο πάτωμα, με το κόκκινο να χάσκει μέσα στο ανοιγμένο κουτί και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβω, βύθισα το δεξί μου χέρι μέσα στην μπογιά. Όταν το έβγαλα έξω, το κοίταξα και αναφώνησα: «Επιτέλους, αίμα! ΑΙΜΑ! Επιτέλους αίμα!» Κόκκινο, πηχτό, σαν τη γαμημένη περίοδο που δεν έρχεται ποτέ. Να τρέχει από τα δάχτυλά μου. Ποτέ μου δεν επιθύμησα τόσο πολύ να μου έρθει και πάλι η περίοδος, να γεμίσω αίμα εκεί κάτω, να χώσω το χέρι μου στο μoυνί μου και να βγει κόκκινο. Αίμα, μπαμπά μου, αίμα.
«Δυστυχώς, αν μια κοπέλα το περάσει αυτό, μπορεί βέβαια να θεραπευτεί αλλά στο βάθος ποτέ δε θα αποκτήσει μια φυσιολογική σχέση με τη διατροφή», ήταν μια από τις μόνιμες επωδούς του οικογενειακού παθολόγου. «Γιατί το περιορίζετε στις κοπέλες, γιατρέ;» τον είχε ρωτήσει η μητέρα της. «Έχετε δει πολλά αγόρια ή άνδρες με νευρική ανορεξία ή βουλιμία; Ένας ψυχίατρος-ψυχαναλυτής θα σας μιλούσε πιο υπεύθυνα από μένα, ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι άλλη είναι η σχέση των γυναικών με το σώμα τους κι άλλη των αντρών. Αντίστοιχα, δε θα βρείτε εύκολα βραδύγλωσσες γυναίκες, ενώ άντρες πολλούς. Η ομιλία, που σχετίζεται άμεσα με την προσωπικότητα του ατόμου, είναι ένα σημείο πιο ευαίσθητο στους άντρες απ’ ό,τι στις γυναίκες - όπως το σώμα είναι κάτι πιο ευαίσθητο στις γυναίκες απ’ ό, τι στους άντρες. Η Μαρίνα χρειάζεται την προσοχή σας. Μπορεί να ξανακυλήσει».
Αλλά η Μαρίνα δεν ξανακύλησε διότι ποτέ δεν έγινε τελείως καλά. Ακόμα και τη στιγμή που έριχναν μια χούφτα χώμα στο φέρετρο της μάνας της, εκείνη σκεφτόταν τη μισομασημένη τροφή που είχε βγάλει απ’ το ταλανισμένο στομάχι της τρεις μέρες πριν - μισό σάντουιτς αγορασμένο απ’ το κυλικείο του νοσοκομείου, το απόγευμα που η μαμά της έπεσε σε λήθαργο και δεν ξαναξύπνησε. «Μπαμπά μου», του έλεγε μετά, μέσα στο αυτοκίνητο, «Μπαμπά μου, δεν αντέχω άλλο, η μαμά πέθανε κι εγώ δε σκέφτομαι όλη μέρα τίποτε άλλο παρά το φαγητό, πότε θα φάω, τι θα φάω, πόσο θα φάω, πώς θα φάω, όλη τη μέρα το φαγητό σκέφτομαι, κι όταν βάζω μια μπουκιά στο στόμα μου, μου ’ρχεται να ξεράσω, να ξεράσω τ’ άντερά μου, και η μαμά πέθανε, η μαμά μου πέθανε, μπαμπά».
«Πετσί και κόκαλο». Ο τίτλος της πρώτης ατομικής της έκθεσης, στα εγκαίνια της οποίας πήγε μόνος - για να τις βρει και τις δύο εκεί, μάνα και κόρη, μ’ ένα ποτήρι κρασί η καθεμία στο χέρι. Τα εγκαίνια. Πολύ καιρό προτού αρρωστήσει η μητέρα της, αλλά λίγο αφότου χώρισε από εκείνη για την ακρίβεια, λίγο καιρό αφότου η μητέρα της έφυγε απ’ το σπίτι, παίρνοντας και «τη μικρή» μαζί της. Η «μικρή» ήταν είκοσι πέντε χρονών κοπέλα, αλλά δεν είχε σημασία, έπρεπε να την ακολουθήσει, ήθελε να την ακολουθήσει.
Πετσί και κόκαλο. Το κορμί της κομματιασμένο σε είκοσι ασπρόμαυρα φωτογραφικά κάδρα, είκοσι εξωφρενικά close up, με τα οστά να διαγράφονται κάτω απ’ την τσιτωμένη πέτσα, τους πόρους να χάσκουν σαν μικροσκοπικά, σβηστά ηφαίστεια. Η πρώτη ατομική της έκθεση. Και αργότερα, η δεύτερή της. ασπρόμαυρες φωτογραφίες με κουφάρια αδέσποτων σκυλιών και γατιών στο οδόστρωμα, στην άσφαλτο, στα χαντάκια. Στον κατάλογο είχε συμπεριλάβει ένα δικό της κείμενο με αναφορές στο «Αίμα των ζώων», του αγαπημένου της Ζορζ Φρανζού, καθώς και στο «Δέρμα» του Μαλαπάρτε, παραθέτοντας έναν ολόκληρο διάλογο από μια σκηνή όπου ο ήρωας ξεναγείται σ’ έναν νοσοκομειακό θάλαμο γεμάτο σκυλιά ανοιγμένα για πειράματα. «Πώς και δεν κλαίνε;» ρωτάει τον γιατρό ο αφηγητής. «Τους έχουν αφαιρέσει τις φωνητικές χορδές για να μη σκούζουν», αποκρίνεται ο γιατρός.
Αδέσποτα πατημένα. Πειραματόζωα. Σκυλιά ξεκοιλιασμένα. Γάτες ακρωτηριασμένες. Το αίμα των ζώων. Και να σκεφτεί κανείς ότι κορίτσι ήθελε, όχι αγόρι. Όταν ο μαιευτήρας βγήκε απ’ την αίθουσα του τοκετού και του ανακοίνωσε ότι ήταν κορίτσι, κάτι σκίρτησε μέσα του. Επί εννέα μήνες διακατεχόταν από ένα αόριστο είδος τρόμου ότι το παιδί μπορεί να είναι αγόρι. Τι θα μπορούσε να πει ποτέ με ένα αγόρι; Αυτός που δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για ποδόσφαιρο, για αυτοκινητάκια, για καουμπόιδες και Ινδιάνους, για ιππότες και στρατιωτάκια. Θα μπορούσε ποτέ να τραγουδήσει σ’ ένα αγόρι τη «Μαρίνα»; Να του διαβάσει Αναγνωστάκη και Σινόπουλο; Ίσως κάποιος άλλος να μπορούσε - εκείνος όμως όχι. Δεν ήθελε να μπορεί, ήθελε κόρη. ένα κοριτσάκι. Και όταν το απέκτησε, νόμιζε ότι από δω και πέρα όλα θα ήταν ροζ κοριτσίστικα.
Νόμιζε.
Αλλά όλα έγιναν κόκκινα. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Θα ήταν μια από τις συνηθισμένες τρέλες της. Τα τατουάζ πάνω απ’ την τομή της σκωληκοειδίτιδας, στην ωμοπλάτη, στον κόκκυγα, στον αστράγαλο. Ύστερα τα τρυπήματα, οι χαρακιές, τα σκουλαρίκια. Και μετά, η εξαντλητική άσκηση. Η γυμναστική. Οι πολεμικές τέχνες, το kick-boxing. Οι ανοιγμένες μύτες, οι πρησμένοι αντίχειρες, τα μωλωπισμένα κουντεπιέ. Αυτό το κοριτσίστικο, ντελικάτο κορμί είχε αρχίσει πια να ματώνει.
Η πρώτη μεγάλη αιμορραγία όμως ήρθε λίγο μετά, στην πρώτη περφόρμανς-εγκατάστασή της, την «Αποικία των Τιμωρημένων». Μεταφορά της καφκικής αφήγησης σε υπόγειο νυχτερινό κλαμπ στη Θεμιστοκλέους, με τη θηριώδη μηχανή του Τσεχοεβραίου, έτσι όπως ακριβώς την περιγράφει ο αξιωματικός στον επισκέπτη της αποικίας, και η κόρη του, ολόγυμνη, δεμένη στη μηχανή, και στην πλάτη της οι βελόνες του Κάφκα να χαράζουν τη βιβλική εντολή: «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».
[...]
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη η ανάκριση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Ο Ηλίας Μαγκλίνης γεννήθηκε το 1970 στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε περιοδικά και ανθολογίες. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο Σώμα με σώμα. Για τη νουβέλα η ανάκριση ο Ηλίας Μαγκλίνης έχει δηλώσει μεταξύ άλλων: "Θυμάμαι, σε μία από τις ζωντανές performance στο Bios, ένας Πολωνός καλλιτέχνης -μου διαφεύγει το όνομά του- είχε στηθεί ολόγυμνος σε έναν τοίχο και προκαλούσε το κοινό να του εξαπολύσει ακονισμένα μολύβια. Κοίταζα το κοινό και αναρωτιόμουν: Όλοι αυτοί οι νέοι άνθρωποι άραγε να έχουν εμμονές όπως η Μαρίνα; Με το προσωπικό, οικογενειακό παρελθόν - και με το παρελθόν της πόλης, της χώρας ολόκληρης; Συναισθάνονται αυτήν τη βίαιη, μερικές φορές, εισβολή ενός κακοφορμισμένου χτες μέσα στο συναρπαστικό και άλλοτε πληκτικό σήμερα; Όταν απολαμβάνουν τις βόλτες τους στην Αθήνα πέφτει η ματιά τους στα κτίρια που έχουν κεντηθεί με σφαίρες του Δεκεμβρίου του '44; Όταν περπατούν στην Μπουμπουλίνας, όταν κοιτούν το άγαλμα του Βενιζέλου στο πάρκο Ελευθερίας, γνωρίζουν ότι σε αυτά ακριβώς τα σημεία της πόλης κάποια νεανικά κορμιά κάποτε βιάστηκαν; Για τη Μαρίνα το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Τη στοιχειώνει η εικόνα του πατέρα της, γονατιστού στα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ, επί χούντας. «Τι σου έκαναν τότε εκεί μέσα, μπαμπά;» τον ρωτάει. Αλλά για το λιγομίλητο Κωστή αυτά τα πράγματα καλό είναι να μη μνημονεύονται - είτε θύμα είσαι είτε θύτης. Η Μαρίνα όμως, με τις πληγές που ανοίγει στο σώμα της, ακόμα και με τα αγόρια και τα κορίτσια που κάνει έρωτα, καταβυθίζεται στη δεξαμενή της πατρικής μνήμης. Και κάπως έτσι, η Performance Art της Αθήνας του σήμερα συναντά τα γκλομπ των βασανιστών του ΕΑΤ-ΕΣΑ της Αθήνας του 1970". [Lifo, 17.6.2008]
Παρακολουθήστε μία συνέντευξη του Ηλία Μαγκλίνη στο BaroukaNet
