Robert Musil, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες

Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες

[…]


Ήσυχα ήσυχα κυλούν τα παιδικά τα χρόνια με το ολοστρόγγυλο το νόημα τους κι έρχεται μια στιγμή και αλλάζουν όλα.


Ένας μικρός σιδηροδρομικός σταθμός, στο δρόμο πού πήγαινε για τη Ρωσία. Τέσσερεις ατέλειωτες, ευθείες ράγες. Δίπλα τους οι σκούρες λουρίδες που αποτύπωσαν με τον καιρό οι εξατμίσεις των τρένων. Ίσως να έφταιγαν τα μελαγχολικά χρώματα ή το χλωμό κουρασμένο φως του απογευματινού ήλιου, που έκαναν ανθρώπους και αντικείμενα να μοιάζουν έτσι αδιάφορα και ξεψυχισμένα, τις κινήσεις μηχανικές, όπως στη σκηνή ενός κουκλοθέατρου. Στο διάδρομο, ανάμεσα στις ράγες και στο κτίριο του σταθμού, πηγαινοερχόταν μια εύθυμη συντροφιά νεαρών που έκαναν αρκετή φασαρία καθώς πλαισίωναν ένα μεσόκοπο ζευγάρι. Η ευθυμία τους όμως έμοιαζε κάπως ψεύτικη. Τα δυνατά γέλια έσβηναν ύστερα από μερικά βήματα. Η σύζυγος του αυλικού συμβούλου Ταίρλες, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, έκρυβε τα θλιμμένα κι ελαφρά κοκκινισμένα μάτια της, πίσω από ένα πυκνό πέπλο. Η στιγμή του αποχαιρετισμού είχε φτάσει και της ήταν δύσκολο ν’ αποχωριστεί πάλι για τόσο μακρύ διάστημα τον αγαπημένο της μοναχογιό, που θα ζούσε ανάμεσα σε ξένους δίχως την προστασία και τις φροντίδες της. Ο λόγος που ανάγκασε την κυρία Ταίρλες να υποστεί τον ξενιτεμό του γιου της σ’ έναν τόσο μακρινό κι αφιλόξενο τόπο, ήταν πως στην κωμόπολη εκείνη υπήρχε μια φημισμένη σχολή. Εκεί έπαιρναν την ανάλογη παιδεία οι γιοι των καλύτερων οικογενειών της Αυστρίας, που σκόπευαν να κάνουν πανεπιστημιακές σπουδές ή να εργαστούν στις στρατιωτικές ή κρατικές υπηρεσίες. Ένα δίπλωμα από τη σχολή του Βάισκίρχεν ήταν το καλύτερο εισιτήριο για τις περιπτώσεις αυτές αλλά και για τη σύναψη σχέσεων με ανθρώπους του καλού κόσμου. Να τι είχε αναγκάσει τον κύριο και τη κυρία Ταίρλες να εξασφαλίσουν πριν από τέσσερα χρόνια μια θέση στη σχολή αυτή. Ήταν μια απόφαση που αργότερα πληρώθηκε με πολλά δάκρυα. Γιατί από τη στιγμή που η πύλη της αυλής έκλεισε πίσω του, ο μικρός Ταίρλες άρχισε να υποφέρει από φριχτή και αβάσταχτη νοσταλγία. Όλα τα έβλεπε πίσω από ένα πέπλο και με πολύ κόπο συγκρατούσε κατά τη διάρκεια της ημέρας κάποιο δυνατό λυγμό και τα βράδια ο ύπνος τον έβρισκε πάντοτε με μουσκεμένο πρόσωπο.


Στην πραγματικότητα όμως, ήταν ένα αίσθημα πιο σύνθετο κι απροσδιόριστο γιατί το αντικείμενο της νοσταλγίας του, η εικόνα δηλαδή των γονιών του δεν υπήρχε πια. Μιλώ για εκείνη την απτή σωματική ανάμνηση ενός αγαπημένου προσώπου, που αγγίζει όλες τις αισθήσεις και δεν μας αφήνει να κάνουμε τίποτα, χωρίς να νιώθουμε δίπλα μας την αόρατη και σιωπηλή παρουσία του άλλου. Αυτή η ανάμνηση είχε σβήσει, σαν μια σύντομη αντήχηση. Η εξαφάνιση της όμως δεν τον λύτρωσε όπως θα περίμενε κανείς, αλλά άφησε ένα κενό. Όμως οι γονείς του ήταν ευχαριστημένοι. Ανακουφίστηκαν από τον ανάλαφρο και ξέγνοιαστο τόνο που κυριαρχούσε στις καινούριες του επιστολές. Σκέφτηκαν πως ήταν μία κρίση που πέρασε.


Τώρα ο Ταίρλες ένιωθε ανικανοποίητος, ψηλαφούσε αμήχανα εδώ κι εκεί, αναζητώντας κάτι καινούριο, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως στήριγμα. Ένα επεισόδιο της εποχής εκείνης ήταν σημαδιακό. Μια μέρα ήρθε να εγγραφεί στο ίδρυμα ο πρίγκιπας Χ. Κι ενώ οι άλλοι βρήκαν άνοστα και επιτηδευμένα τα τρυφερά του μάτια και τον κορόιδευαν για γυναικωτό, ο μικρός Ταίρλες εντυπωσιάστηκε από την πρώτη στιγμή από τη μουσικότητα της φωνής του, από τον τρόπο που κρατά κάτι στο χέρι, από τη χροιά της σιωπής του, από την έκφραση που έχει το σώμα όταν εισέρχεται σε ένα χώρο. Ο Ταίρλες έζησε μια κατάσταση σχεδόν ειδυλλιακή. Και ξαφνικά ήρθε η ρήξη ανάμεσά τους. Και από κείνη τη στιγμή χάλασαν όλα. Κι από κείνη τη στιγμή δεν αντάλλαξαν ούτε λέξη. Κι ο πρίγκιπας που ένιωθε πολύ άβολα ύστερα από λίγο έφυγε από τη σχολή. Τα πάντα γύρω του έμοιαζαν τώρα άδεια και βαρετά. Στο μεταξύ είχε μεγαλώσει. Κάτι άγνωστο και σκοτεινό ένιωθε να ξυπνάει μέσα του. Ήταν η εφηβεία που άρχιζε. Ήταν εκείνη η εποχή που ο καθένας θέλει να σημαίνει κάτι. Ήταν εκείνη η εποχή που όμως είναι τόσο ανέτοιμος που είναι αδύνατο να σημαίνει οτιδήποτε. Ήταν εκείνη η εποχή που αν δείξεις σε ένα παιδί πόσο γελοίο είναι θα βουλιάξει το έδαφος κάτω από τα πόδια του ή θα σωριαστεί καταγής. Ήταν εκείνη την εποχή που ο Ταίρλες συνδέθηκε με εκείνους που έμελλε να παίξουν σημαντικότατο στη ζωή του.


[…]


Μια νύχτα, ήταν πολύ αργά όλοι κοιμόντουσαν, ο Ταίρλες ένιωσε ένα τράνταγμα. Στο κρεβάτι του καθόταν ο Μπάινεμπεργκ.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Σήκω, σήκω πάνω, μην κάνεις θόρυβο, θα μας καταλάβουν.


Ο Ταίρλες ντύθηκε βιαστικά, έριξε στην πλάτη το παλτό του και βγήκε. Έφτασαν στο καμαράκι.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Ο Ράιτινγκ μας κοροϊδεύει.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Τι εννοείς;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Την ξέ­ρεις εκείνη την ιστορία που είχε συμβεί πριν τέσσερα χρόνια στη σχολή; Είχε έρθει τη χρονιά εκείνη στη σχολή ένα ωραίο παιδί, που το είχαν ερωτευτεί πολλοί.


Ο Ταίρλες αισθάνθηκε ένα πνίξιμο στο λαρύγγι. Σα να ’χε καταπιεί άμμο.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Το ίδιο κάνει κι ο Ράιτινγκ με τον Μπαζίνι.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Είναι ερωτευμένος;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Σαχλαμάρες! Το πολύ να του αρέσει ο Μπαζίνι σεξουαλικά... Πάντως κάνει το κέφι του.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και ο Μπαζίνι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Αυτός; ... Δεν πρόσεξες τι θράσος έχει αποκτήσει τώρα τελευταία;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και πώς το ανακάλυψες;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Τους ακολούθησα.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Πού;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Εδώ δίπλα στη σοφίτα. Είχα δώσει στον Ράιτινγκ το κλειδί από την άλλη είσοδο. Ύστερα ήρθα εδώ άνοιξα με προσοχή την τρύπα κι ύστερα σύρθηκα ως πέρα.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και...είδες;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Ναι.


ΤΑΙΡΛΕΣ: … Πώς ήταν ο Μπαζίνι;


Ο Μπάινεμπεργκ δεν απάντησε. Πέρασε πολλή ώρα πριν μιλήσει. Είπε


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Εξέτασα το ζήτημα απ’ όλες τις πλευρές. Όσον άφορα τον Μπαζίνι, δε θα πω «κρίμα στο παιδί», ό,τι κι αν γίνει. Ακόμα κι αν τον καταγγείλουμε, ακόμα κι αν τον πλακώσουμε στο ξύλο. Ακόμα κι αν τον βασανίσουμε μέχρι να πεθάνει. Δεν θα το πω. Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ ότι ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να έχει κάποια σημασία. Μού φαίνεται σαν να έχει γεννηθεί τυχαία, από σπόντα. Είναι τόσο ασήμαντος, όσο κι ένα σκουλήκι στο δρόμο. Δεν ξέρεις αν πρέπει να το λιώσεις ή να το προσπεράσεις. Με αλλά λόγια ισούται με το τίποτα. Όσον άφορα τον Ράιτινγκ, το πράγμα διαφέρει σαφώς. Με την πράξη του όπλισε κι αυτός το χέρι μου.


Ο Ταίρλες τρόμαξε. Μ’ έναν περίεργο τρόπο όμως, λες και αφορούσε αυτόν τον ίδιο η μοίρα του Ράιτινγκ.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Δεν είναι σωστό να χρησιμοποιήσεις κάτι τέτοιο εναντίον του.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Για ποιο λόγο άλλωστε; Έτσι κ αλλιώς είναι ακίνδυνος πια. Πιστεύεις ακόμα πως πρέπει να καταγγείλουμε τον Μπαζινι;


Ο Ταίρλες δεν απάντησε.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Σκέφτομαι να τον κρατήσουμε για τον εαυτό μας και να τον τιμωρήσουμε εμείς. Αυτοί απ’ τη σχολή μπορεί να τον έδιωχναν γράφοντας ένα μεγάλο γράμμα στο θείο του. Αλλά τι αξία θα είχε γι’ αυτούς μια τέτοια περίπτωση.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και τι αξία μπορεί να έχει για μας;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Για μένα ο Μπαζίνι έχει πολλή αξία. Εσύ θα τον άφηνες απλώς να φύγει κι έτσι θα ξεμπέρδευες και θα ’σουν και ήσυχος από πάνω. Όλα αυτά περί κοινωνίας, ηθικής κ.τ.λ. που μας αράδιαζες δεν μετράνε φυσικά εδώ. Εγώ όμως ενδιαφέρομαι. Οι άνθρωποι που έχουν τον ίδιο προορισμό με μένα βλέπουν τους άλλους με αλλιώτικο μάτι. Γι’ αυτό θέλω να τον κρατήσω τον Μπαζίνι, για να τον μελετήσω. … Να θα ήθελα ας πούμε να τον βασανίσω.


[…]


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Πολυαγαπημένε μας γιε». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Γλυκό μου αγόρι». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Γιε μου». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Σπλάχνο μου». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Λάβαμε με χαρά το τελευταίο σου γράμμα, αποφασίσαμε να απαντήσουμε άμεσα, μιας κι έδειχνες ιδιαίτερα συγχυσμένος.» Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Ευελπιστώ η πρόοδός σου να συνεχίσει την ανοδική της πορεία και μόνο αυτή». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Η συνεχόμενη αποστολή επιστολών σου δείχνει κάποια ασέβεια στον μόχθο μου. Παιδί μου, τα χρήματα τα βγάζω με πολύ κόπο». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Έχω πολύ καιρό να λάβω γράμμα σου». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Στο προηγούμενο γράμμα σου ανέφερες ότι προσπαθείς». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Είσαι κάπως υπερβολικός στις περιγραφές σου. Αναγνωρίζουμε σε σένα σημάδια νεανικής οργής. Είναι λογικό, μιας και ήσουν από μικρός ευαίσθητος». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Το ρήμα προσπαθώ είναι πάντα λίγο για κάποιον που έχει υψηλούς στόχους». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Πολυτέλειες οι οποίες στην ηλικία σου ενισχύουν την απληστία δεν πρόκειται να τις επικροτήσω». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Περιέχει μέσα του την έννοια της ήττας». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Δεν ταιριάζουν άλλωστε στον άντρα που εσύ θέλεις να γίνεις». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Θέλω να ξέρεις ότι δεν έχουμε κανένα νέο απ’ τον πατέρα σου». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Είναι αλήθεια πως ο συμμαθητής σου έσφαλε, αλλά αυτό δεν είναι παρά ένα νεανικό παράπτωμα. Γίνε εσύ αυτός που θα του υποδείξεις τον ίσιο δρόμο». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Το ότι ο πατέρας σου μας εγκατέλειψε σε καθιστά αρχηγό και προστάτη της οικογένειάς μας. Έχουμε παραδώσει στα χέρια σου το μέλλον μας». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Σταμάτα να κλαίγεσαι σαν μικρό κοριτσάκι. Τα βιβλία που σου έδωσα δεν είναι ούτε ονειροκρίτες ούτε καζαμίες, σταμάτα λοιπόν να υπονομεύεις την αξία τους με τις αξιοθρήνητες ονειροπολήσεις σου. Συγκεντρώσου επιτέλους στο στόχο». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Εμπιστεύσου καλύτερα την ωριμότητα των φίλων σου, οι οποίοι κρίνουν πιο ψύχραιμα από σένα». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Θυμήσου! Είσαι σε αυτή τη σχολή για να γίνεις». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Ο καλύτερος». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Να ακούς πολύ και να μιλάς λίγο. Μόνο έτσι θα κερδίσεις το σεβασμό των ανθρώπων». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Ηρέμησε και μην ανησυχείς τόσο πολύ για όλα. Οι γονείς σου».


ΡΑΪΤΙΝΓΚ και ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Η μητέρα σου». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Στρατηγός φον Μπάινεμπεργκ». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Υστερόγραφο. Να ντύνεσαι καλά και να τρως ελαφριά τα βράδια».


[…]


Αργότερα, όταν είχε ξεπεράσει τα γεγονότα που επηρέασαν την εφηβεία του, ο Ταίρλες είχε γίνει ένας λεπτός, νεαρός κύριος, με πολύ ευαίσθητο πνεύμα. Ανήκε στους εστέτ διανοούμενους, που ο σεβασμός προς τούς νόμους και εν μέρει την καθιερωμένη ηθι­κή, τους παρέχει μια ήρεμη σιγουριά, γιατί τους απαλλάσσει απ’ το να καταγίνονται με πράγματα ευτελή και χυδαία, που καμιά σχέση δεν έχουν με τις πολύπλοκες ψυχικές διαδικασίες.


Έτσι, όταν ρωτήθηκε από κάποιον που άκουσε την ιστορία του, αν ντρεπόταν για ό,τι είχε συμβεί, απάντησε χαμογελώντας:


«Δεν το αρνούμαι φυσικά. Ήταν μια πράξη ταπεινωτική. Αλλά γιατί όχι; Τώρα πάει πια, πέρασε... Και ξέρετε τι έχει απομείνει μέσα μου για πάντα; Εκείνο το ελάχιστο δηλητήριο, πού είναι αναγκαίο για ν’ αφαιρέσει απ’ την ψυχή την υπερβολική της υγεία, δίνοντας της όμως μια άλλη, πιο λεπτή, πιο ευαίσθητη και πιο σοφή.


Έχετε μετρήσει ποτέ τις ώρες της ταπείνωσης που καίνε την ψυχή μας, όταν κατεχόμαστε από ένα υπέρμετρο πάθος; Αναλο­γιστήκατε ποτέ την εσκεμμένη ταπείνωση στον έρωτα; Τις στιγμές, εκείνες, όπου οι ερωτευμένοι σκύβουν εκστατικοί πάνω από βαθιά πηγάδια ή βάζουν ο ένας το αυτί στην καρδιά τού άλλου, ενώ μεγάλες, μανιασμένες γάτες γρατζουνάνε τα τοιχώματα της φυλα­κής τους; Και όλ’ αυτά γιατί τάχα; Ασφαλώς για να νιώσουν έν­τονα ρίγη. Για να τρομάξουν με τη μοναξιά τους, πάνω από κείνα τα φοβερά βάθη! Για να δραπετεύσουν ο ένας μέσα στον άλλο, έντρομοι από τη μοναξιά που τούς κυνηγάει απειλητική! Ε, λοιπόν εγώ περπάτησα μονάχος μέσα από τα μονοπάτια που διασχίζουν δύο ερωτευμένοι».


Έτσι μιλούσε ύστερ’ από χρόνια ο Ταίρλες, αλλά τότε που βρισκό­ταν μονάχος στη μέση της καταιγίδας, δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη βεβαιότητα, πώς κάποτε θα τελείωναν όλα καλά.


[…]


Όταν ο Ταίρλες υποδέχτηκε τους φίλους του τις επόμενες μέρες ήταν κακόκεφος και βλοσυρός κι άρχισε να ντρέπεται με το παραμικρό. Του ήταν αδύνατο να απαλλαγεί από την τρυφερότητα που άρχισε να νιώθει για τον περιφρονημένο και εξευτελισμένο Μπαζίνι. Κι όταν εκείνοι επέμεναν πως έπρεπε να βρεθούν σύντομα με τον Μπαζίνι στο καμαράκι, εκείνος έβρισκε ένα σωρό προφάσεις για να το αναβάλουν. Δεν πρέπει όμως να φανταστεί κανείς πως ο Ταίρλες ένιωσε έστω και φευγαλέα έστω και μπερδεμένα πραγματικό έρωτα, γιατί ακόμα και στις ερωτικές τους συναντήσεις ο πόθος τους δεν έβρισκε πλήρη ικανοποίηση, αλλά μετατρεπόταν σε καινούργια πείνα δίχως στόχο, που ξεπερνούσε τον ίδιο τον Μπαζίνι.


Κι όταν ο Ράιτινγκ πρότεινε να αλλάξουν συμπεριφορά απέναντι στον Μπαζίνι, γιατί έχει συνηθίσει να τους υπακούει και δεν υπέφερε πια, και πως έπρεπε να τον εξευτελίσουν και να τον κάνουν λιώμα, ή, όπως είπε ο Μπάινεμπερκ, να βρουν έναν καινούργιο δρόμο και να τον υπνωτίσουνε και να γίνουνε κύριοι της ψυχής του ή το ακόμα πιο έξυπνο να τον παραδώσουν στα παιδιά της τάξης, λίγο να βοηθήσει ο καθένας θα τον ξεσκίσουμε θα τον κάνουμε λιώμα, ο Ταίρλες δεν έφερε την παραμικρή αντίσταση.


[…]







Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την θεατρική παράσταση Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες του Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942) στην εξαιρετική διασκευή και σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη, που παίζεται στο θέατρο Πόρτα από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 24 Απριλίου 2016.

 


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κείμενο: Ρόμπερτ Μούζιλ

Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης

Σκηνοθεσία - Διασκευή: Γεωργία Μαυραγάνη

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελίνα Ρίζου

Σκηνικά-κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα

Επιμέλεια κίνησης: Ρομάνα Λόμπατς

Φωτισμοί:Τάσος Παλαιορούτας

Παίζουν: Βαγγέλης Αμπατζής, Βασίλης Σαφός, Γρηγόρης Μπαλάς, Μπλερίμ Δαμπιράι

Παραστάσεις: Τετάρτης στις 8 μ.μ. και Κυριακή στις 9.15 μ.μ.


Η Logotexnia21 ευχαριστεί πολύ τη Γεωργία Μαυραγάνη για την αποστολή των αποσπασμάτων του έργου. 

Το βιβλίο του Ρόμπερτ Μούζιλ Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μία κριτική προσέγγιση του βιβλίου από την Βιβή Γεωργαντοπούλου. 

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Ρόμπερτ Μούζιλ και δείτε ποια άλλα βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά. 



LinkWithin

Related Posts with Thumbnails