Fiston Mwanza Mujila, ΤΡΑΜ 83

By Cai Tjeenk Willink (Caitjeenk) [CC BY-SA 3.0 (https://creativecommons.org/licenses/by-sa/3.0)], from Wikimedia Commons

[…]

 

1

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΗΤΑΝ Η ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ Η ΠΕΤΡΑ ΕΦΕΡΕ ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΟΝ ΠΥΡΕΤΌ ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΛΟΘΗΡΙΑΣ, ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΛΛΟΘΗΡΙΑ ΜΙΑ ΠΛΗΜΜΥΡΙΔΑ ΕΤΕΡΟΚΛΗΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΑΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΤΟ ΒΡΑΧΟ, ΕΠΛΑΣΑΝ ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΠΟ ΦΟΙΝΙΚΟΚΡΑΣΟ, ΕΠΙΝΟΗΣΑΝ ΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΕΝΑ ΚΡΑΜΑ ΑΠΟ ΟΡΥΧΕΙΑ ΚΙ ΕΜΠΟΡΙΟ.


Σταθμός του Βορρά. Παρασκευή, εφτά μ’ εννιά το βράδυ.

«Υπομονή, φίλε μου, τα τρένα μας έχουν χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου, το ξέρεις».

Ο Σταθμός του Βορρά πήγαινε κατά διαόλου... Βασικά ήταν μια σιδηροκατασκευή που δεν τέλειωσε ποτέ κι έμεινε έτσι, διαλυμένη από τις οβίδες, ράγες, βαγόνια και ατμομηχανές που θύμιζαν τους σιδηροδρόμους του Στάνλεϊ, χωράφια μανιόκας, φτηνοκαταλύματα, λιγδιασμένα μαγέρικα, μπορντέλα, εκκλησίες της Πεντηκοστής, φουρνάρικα και θόρυβοι ενορχηστρωμένοι από ανθρώπους κάθε λογής γενιάς κι εθνικότητας, όλα ανάκατα. Ήταν το μοναδικό μέρος της γης όπου μπορούσες να κρεμαστείς, να αφοδεύσεις, να βλαστημήσεις, να ξεμυαλιστείς και να ξεγλιστρήσεις χωρίς να σε νοιάζει το παραμικρό. Άλλωστε, ένας αέρας συνενοχής φυσούσε διαρκώς δω πέρα. Τα τσακάλια δεν τρώνε ποτέ τσακάλια. Ορμάνε σε γάλους και πέρδικες, και τα κατασπαράζουν. Ο θρύλος, που συχνά μας ξεγελάει, αναμασούσε διαρκώς ότι όλα τ’ αντιστασιακά κινήματα και οι απελευθερωτικοί πόλεμοι εδώ γεννήθηκαν, ανάμεσα σε δυο ατμομηχανές. Ο ίδιος θρύλος, θαρρείς κι αυτό δεν αρκούσε, έλεγε πως η κατασκευή του σιδηροδρόμου είχε προκαλέσει πολλούς θανάτους που αποδίδονταν σε τροπικές ασθένειες, τεχνικά σφάλματα, κάκιστες συνθήκες εργασίας που επέβαλε η αποικιακή διοίκηση, κοντολογίς, το γνωστό σενάριο.

«Σταθμός του Βορρά. Παρασκευή. Εφτά μ’ εννιά το βράδυ».


Ήταν εκεί σχεδόν τρεις ώρες, μες στο σπρωξίδι των περαστικών που περιμένουν την άφιξη του τρένου. Ο Λισιέν είχε εμμονή με την αίσθηση του χρόνου και τούτα δω τα τρένα έσπαγαν όλα τα ρεκόρ: εκτροχιασμοί, καθυστερήσεις, συνωστισμός... Ο Ρέκβιεμ δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει απ’ το να περιμένει το άτομο που, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο ασήμαντο στα μάτια του. Αφότου γύρισε την πλάτη στο μαρξισμό, ο Ρέκβιεμ αποκαλούσε κομμουνιστές του καναπέ κι εξαθλιωμένους ιδεολόγους όλους εκείνους που του στερούσαν την ελευθερία σκέψης και δράσης. Έπρεπε να παραδώσει το εμπόρευμά του, η ζωή του απ’ αυτό εξαρτιόταν. Αλλά το τρένο που έφερνε το καθοίκι τον Λισιέν αργούσε.

Σταθμός του Βορρά. Παρασκευή. Ώρα...

«Κύριος θέλει συντροφιά;»

Ένα κορίτσι, ντυμένο όπως κάθε Παρασκευή βράδυ σ’ ένα σταθμό του οποίου η σιδηροκατασκευή δεν τέλειωσε ποτέ, τον πλησίασε. Μια στιγμή για να ζυγίσει το εμπόρευμα, ένας πνιχτός κρότος, ένα πανδαιμόνιο που σήμαινε την είσοδο του θηρίου.

«Έχετε ώρα;»

Είχε αναλύσει επαρκώς την πιτσιρίκα, τη φαντάστηκε μάλιστα ξαπλωμένη στο παλιοκρέβατό της παρ’ όλο το μισοσκόταδο. Την τράβηξε πάνω του, ρώτησε τ’ όνομά της, «λέγε με Ρέκβιεμ», περιέφερε τα δάχτυλά του πάνω στα άγουρα στήθια της, άλλη μια φράση: «Τα μπούτια σου μοιάζουν με μπουκάλι βότκας...» προτού εξαφανιστεί μες στο λιγδιασμένο, ζοφερό, θλιβερό πλήθος...

Χρειάζονταν οδηγίες. Να υποδείξει ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν απερίσπαστοι. Καθώς το κορίτσι επέμενε, εκείνος στέναξε, δάγκωσε το χείλος του και ψέλλισε: «Ραντεβού στο Τραμ 83». Άστοχο, βέβαια, αφού έπρεπε να πάει τον Λισιέν στο σπίτι. Ο Ρέκβιεμ κούνησε το κεφάλι του στην ιδέα. Άλλωστε ήταν και το εμπόρευμα που έπρεπε να το παραδώσει στους νεοφερμένους από την Ανατολική Ευρώπη τουρίστες. Στο μεταξύ, το πανδαιμόνιο δεκαπλασιαζόταν. Η κατάρα των τρένων που έφταναν νυχτιάτικα ήταν ότι κουβαλούσαν όλο το συρφετό, είτε φοιτητές είτε εργάτες ορυχείων, που δεν είχαν δικό τους μεταφορικό μέσο για να γυρίσουν στην πόλη. Για λόγους άγνωστους μέχρι τώρα, ο σιδηρόδρομος έκοβε στα δύο το μοναδικό πανεπιστήμιο της περιοχής. Τα απογευματινά μαθήματα διακόπτονταν όχι απ’ το σαματά της μηχανής αλλά απ’ τους σπουδαστές που μάζευαν τα μπογαλάκια τους κι έφευγαν τρέχοντας, γιατί αν έχανες το τρένο, την έβαψες, αγαπητέ κουλτουριάρη. Οι λιγοστοί καθηγητές που κατοικοέδρευαν στα προάστια της Πόλης-Χώρα ξαμολιούνταν μαζί με τους φοιτητές τους. Το ένστικτο της επιβίωσης είναι κάτι που δεν διδάσκεται. Είναι έμφυτο. Διαφορετικά, θα είχαν ήδη βάλει μάθημα ενστίκτου στα πανεπιστήμια. Τα τρένα περνούσαν χωρίς να σταματάνε, πράγμα που σήμαινε ότι οι πιο σβέλτοι έπρεπε να γραπωθούν από τα σαραβαλιασμένα βαγόνια, στον πόλεμο και στον έρωτα όλα επιτρέπονται! Στον αντίποδα των παρορμητικών φοιτητών που πίστευαν ότι όλα τούς επιτρέπονται βρίσκονταν οι άξεστοι σκαφτιάδες που πηγαινοέρχονταν με τις ίδιες μηχανές. Οι πρώτοι καταλόγιζαν στους τελευταίους ότι ξεπουλούσαν την αξιοπρέπειά τους σε ξένους εκμεταλλευτές του ορυκτού πλούτου και σε κάθε λογής μεσάζοντες. Οι τελευταίοι τους χλεύαζαν, δείχνοντας, με την γκίνια τους και τα σακατεμένα από τη ραδιενέργεια κορμιά τους, ότι δεν χρειάζεται να περάσεις από τα θρανία για να γαμάς και να τσουγκρίζεις ποτήρια με παγωμένη μπίρα. Άλλωστε, αρκετοί φοιτητές περνούσαν από τα ορυχεία για να ξεπληρώσουν τα χρέη τους.

Ο Ρέκβιεμ γύρευε ψύλλους στ’ άχυρα. Οι φοιτητές, κοκαλιάρηδες, ξεπερασμένοι από τα γεγονότα και οργισμένοι, κράδαιναν θεωρίες σαν λάφυρα πολέμου. Οι μεταλλωρύχοι-σκαφτιάδες ή σκαφτιάδες-μεταλλωρύχοι, ανάλογα, πετούσαν κατάρες που κανονικά δεν θα ’πρεπε να βγαίνουν απ’ το στόμα τους. Κάθε βράδυ, η ίδια όπερα. Λοξοκοιτάγαν ο ένας τον άλλον, στραβομουτσουνιάζαν, βρίζαν, πιάνονταν ακόμα και στα χέρια. Λέγεται πως οι νεκροί στις τελευταίες συγκρούσεις έφτασαν τους εφτά χιλιάδες, δίχως να λογαριάσουν όσους πέθαναν από ασφυξία και άλλους βαριά τραυματισμένους.

Αποκαμωμένος απ’ το θόρυβο και το πιόμα, ο Ρέκβιεμ ακούμπησε σε μια κολόνα, περιμένοντας να του αδειάσουν τη γωνιά. Σέρνονταν στις αποβάθρες μέχρι αργά τη νύχτα, οι φοιτητές με την απεργία τους, οι μεταλλωρύχοι-σκαφτιάδες με την ανάσα τους που έζεχνε την τελευταία σκουριά.


[…]


Μετάφραση από τα Γαλλικά: Ρίτα Κολαΐτη



Layout 1Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Φιστόν Μουαντζά Μουζιλά ΤΡΑΜ 83, που κυκλοφορεί στα Ελληνικά σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Ο Φιστόν Μουαντζά Μόυζιλά γεννήθηκε το 1981 στο Λυμπουμπάσι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Σήμερα ζει στο Γκρατς της Αυστρίας. Γράφει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο στα Γαλλικά αλλά και στα Γερμανικά. Με το ΤΡΑΜ 83 απέσπασε το 2017 μαζί με τις δύο μεταφράστριές του στα Γερμανικά, Katharina Meyer και Lena Müller, το Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο σύγχρονης μεταφρασμένης λογοτεχνίας, που απονέμεται από το Haus der Kulturen der Welt του Βερολίνου και το Ίδρυμα Elementarteilchen του Αμβούργου.
























LinkWithin

Related Posts with Thumbnails