Ηλίας Μαγκλίνης, η ανάκριση

Marina Abramovic Balkan Baroque 1997

[Απόσπασμα]

[...]

Στις εξετάσεις πέτυχε χωρίς μεγάλη δυσκολία: ΤΕI Φωτογραφίας. Και ειδικά σεμινάρια στον Φωτογραφικό Κύκλο. Ασπρόμαυρες φωτογρα­φίες. Συνεχώς. Κι όταν αποφάσιζε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της με το χρώμα, όλες της οι φωτο­γραφίες είχαν πάντα ένα έντονο κόκκινο φόντο.

Προχθές, μπαμπά, πήγα και αγόρασα ένα πεντόκι­λο πλαστικό χρώμα. Κόκκινο. Ήθελα να βάψω την πόρτα στο γραφείο μου κόκκινη. Κατακόκκινη. Από πάνω μέχρι κάτω. Άπλωσα τις εφημερίδες, ανακάτεψα το χρώμα με το πινέλο και μετά κοίταξα την άσπρη πόρτα. Με τρομάζει το λευκό χρώμα. Οι Ασιάτες έχουν δίκιο όταν λένε ότι το άσπρο συμβολί­ζει το θάνατο. Δε θέλω να φαίνεται ο θάνατος, μπα­μπά. Ο πόνος, ναι, ο πόνος είναι άλλη κουβέντα. Θέ­λω να φαίνεται, ν’ ακούγεται, να τον μυρίζεις. Να τον γεύεσαι. Ο πόνος είναι κόκκινος, ο θάνατος λευκός.

Εσύ μου το ’μαθες αυτό, μπαμπά, το ξέρεις; Λίγα πράγματα κάθισες και μου είπες, Για τη ζωή σου τί­ποτα βέβαια, αλλά μερικές φορές μου μιλούσες για τα βιβλία και τις μουσικές σου. Θυμάσαι που μου εί­πες ότι η φάλαινα στο «Μόμπι Ντικ» είναι λευκή γιατί συμβολίζει το θάνατο; Λοιπόν, κοίταξα τη λευ­κή πόρτα και κοκάλωσα. Ήμουν γονατιστή στο πά­τωμα, με το κόκκινο να χάσκει μέσα στο ανοιγμένο κουτί και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβω, βύθισα το δεξί μου χέρι μέσα στην μπογιά. Όταν το έβγαλα έξω, το κοίταξα και αναφώνησα: «Επιτέλους, αίμα! ΑΙΜΑ! Επιτέλους αίμα!» Κόκκινο, πηχτό, σαν τη γα­μημένη περίοδο που δεν έρχεται ποτέ. Να τρέχει από τα δάχτυλά μου. Ποτέ μου δεν επιθύμησα τόσο πολύ να μου έρθει και πάλι η περίοδος, να γεμίσω αίμα εκεί κάτω, να χώσω το χέρι μου στο μoυνί μου και να βγει κόκκινο. Αίμα, μπαμπά μου, αίμα.

«Δυστυχώς, αν μια κοπέλα το περάσει αυτό, μπορεί βέβαια να θεραπευτεί αλλά στο βάθος πο­τέ δε θα αποκτήσει μια φυσιολογική σχέση με τη διατροφή», ήταν μια από τις μόνιμες επωδούς του οικογενειακού παθολόγου. «Γιατί το περιορίζετε στις κοπέλες, γιατρέ;» τον είχε ρωτήσει η μητέρα της. «Έχετε δει πολλά αγόρια ή άνδρες με νευρι­κή ανορεξία ή βουλιμία; Ένας ψυχίατρος-ψυχα­ναλυτής θα σας μιλούσε πιο υπεύθυνα από μένα, ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι άλλη είναι η σχέση των γυναικών με το σώμα τους κι άλλη των αντρών. Αντίστοιχα, δε θα βρείτε εύκολα βραδύ­γλωσσες γυναίκες, ενώ άντρες πολλούς. Η ομιλία, που σχετίζεται άμεσα με την προσωπικότητα του ατόμου, είναι ένα σημείο πιο ευαίσθητο στους άντρες απ’ ό,τι στις γυναίκες - όπως το σώμα εί­ναι κάτι πιο ευαίσθητο στις γυναίκες απ’ ό, τι στους άντρες. Η Μαρίνα χρειάζεται την προσοχή σας. Μπορεί να ξανακυλήσει».

Αλλά η Μαρίνα δεν ξανακύλησε διότι ποτέ δεν έγινε τελείως καλά. Ακόμα και τη στιγμή που έρι­χναν μια χούφτα χώμα στο φέρετρο της μάνας της, εκείνη σκεφτόταν τη μισομασημένη τροφή που είχε βγάλει απ’ το ταλανισμένο στομάχι της τρεις μέρες πριν - μισό σάντουιτς αγορασμένο απ’ το κυλικείο του νοσοκομείου, το απόγευμα που η μαμά της έπεσε σε λήθαργο και δεν ξανα­ξύπνησε. «Μπαμπά μου», του έλεγε μετά, μέσα στο αυτοκίνητο, «Μπαμπά μου, δεν αντέχω άλλο, η μαμά πέθανε κι εγώ δε σκέφτομαι όλη μέρα τί­ποτε άλλο παρά το φαγητό, πότε θα φάω, τι θα φάω, πόσο θα φάω, πώς θα φάω, όλη τη μέρα το φαγητό σκέφτομαι, κι όταν βάζω μια μπουκιά στο στόμα μου, μου ’ρχεται να ξεράσω, να ξεράσω τ’ άντερά μου, και η μαμά πέθανε, η μαμά μου πέ­θανε, μπαμπά».

«Πετσί και κόκαλο». Ο τίτλος της πρώτης ατο­μικής της έκθεσης, στα εγκαίνια της οποίας πήγε μόνος - για να τις βρει και τις δύο εκεί, μάνα και κόρη, μ’ ένα ποτήρι κρασί η καθεμία στο χέρι. Τα εγκαίνια. Πολύ καιρό προτού αρρωστήσει η μητέ­ρα της, αλλά λίγο αφότου χώρισε από εκείνη ­για την ακρίβεια, λίγο καιρό αφότου η μητέρα της έφυγε απ’ το σπίτι, παίρνοντας και «τη μικρή» μα­ζί της. Η «μικρή» ήταν είκοσι πέντε χρονών κοπέ­λα, αλλά δεν είχε σημασία, έπρεπε να την ακο­λουθήσει, ήθελε να την ακολουθήσει.

Πετσί και κόκαλο. Το κορμί της κομματιασμένο σε είκοσι ασπρόμαυρα φωτογραφικά κάδρα, είκο­σι εξωφρενικά close up, με τα οστά να διαγράφο­νται κάτω απ’ την τσιτωμένη πέτσα, τους πόρους να χάσκουν σαν μικροσκοπικά, σβηστά ηφαίστεια. Η πρώτη ατομική της έκθεση. Και αργότερα, η δεύτερή της. ασπρόμαυρες φωτογραφίες με κου­φάρια αδέσποτων σκυλιών και γατιών στο οδό­στρωμα, στην άσφαλτο, στα χαντάκια. Στον κα­τάλογο είχε συμπεριλάβει ένα δικό της κείμενο με αναφορές στο «Αίμα των ζώων», του αγαπημένου της Ζορζ Φρανζού, καθώς και στο «Δέρμα» του Μαλαπάρτε, παραθέτοντας έναν ολόκληρο διά­λογο από μια σκηνή όπου ο ήρωας ξεναγείται σ’ έναν νοσοκομειακό θάλαμο γεμάτο σκυλιά ανοιγ­μένα για πειράματα. «Πώς και δεν κλαίνε;» ρωτά­ει τον γιατρό ο αφηγητής. «Τους έχουν αφαιρέσει τις φωνητικές χορδές για να μη σκούζουν», απο­κρίνεται ο γιατρός.

Αδέσποτα πατημένα. Πειραματόζωα. Σκυλιά ξεκοιλιασμένα. Γάτες ακρωτηριασμένες. Το αίμα των ζώων. Και να σκεφτεί κανείς ότι κορίτσι ήθε­λε, όχι αγόρι. Όταν ο μαιευτήρας βγήκε απ’ την αίθουσα του τοκετού και του ανακοίνωσε ότι ήταν κορίτσι, κάτι σκίρτησε μέσα του. Επί εννέα μήνες διακατεχόταν από ένα αόριστο είδος τρόμου ότι το παιδί μπορεί να είναι αγόρι. Τι θα μπορούσε να πει ποτέ με ένα αγόρι; Αυτός που δεν ενδια­φέρθηκε ποτέ για ποδόσφαιρο, για αυτοκινητά­κια, για καουμπόιδες και Ινδιάνους, για ιππότες και στρατιωτάκια. Θα μπορούσε ποτέ να τραγου­δήσει σ’ ένα αγόρι τη «Μαρίνα»; Να του διαβάσει Αναγνωστάκη και Σινόπουλο; Ίσως κάποιος άλ­λος να μπορούσε - εκείνος όμως όχι. Δεν ήθελε να μπορεί, ήθελε κόρη. ένα κοριτσάκι. Και όταν το απέκτησε, νόμιζε ότι από δω και πέρα όλα θα ήταν ροζ κοριτσίστικα.

Νόμιζε.

Αλλά όλα έγιναν κόκκινα. Στην αρχή δεν έδω­σε σημασία. Θα ήταν μια από τις συνηθισμένες τρέλες της. Τα τατουάζ πάνω απ’ την τομή της σκωληκοειδίτιδας, στην ωμοπλάτη, στον κόκκυγα, στον αστράγαλο. Ύστερα τα τρυπήματα, οι χαρα­κιές, τα σκουλαρίκια. Και μετά, η εξαντλητική άσκηση. Η γυμναστική. Οι πολεμικές τέχνες, το kick-boxing. Οι ανοιγμένες μύτες, οι πρησμένοι αντίχειρες, τα μωλωπισμένα κουντεπιέ. Αυτό το κοριτσίστικο, ντελικάτο κορμί είχε αρχίσει πια να ματώνει.

Η πρώτη μεγάλη αιμορραγία όμως ήρθε λίγο μετά, στην πρώτη περφόρμανς-εγκατάστασή της, την «Αποικία των Τιμωρημένων». Μεταφορά της καφκικής αφήγησης σε υπόγειο νυχτερινό κλαμπ στη Θεμιστοκλέους, με τη θηριώδη μηχανή του Τσεχοεβραίου, έτσι όπως ακριβώς την περιγράφει ο αξιωματικός στον επισκέπτη της αποικίας, και η κόρη του, ολόγυμνη, δεμένη στη μηχανή, και στην πλάτη της οι βελόνες του Κάφκα να χαρά­ζουν τη βιβλική εντολή: «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».

[...]


η ανάκριση Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη η ανάκριση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Ο Ηλίας Μαγκλίνης γεννήθηκε το 1970 στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε περιοδικά και ανθολογίες. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο Σώμα με σώμα. Για τη νουβέλα η ανάκριση ο Ηλίας Μαγκλίνης έχει δηλώσει μεταξύ άλλων: "Θυμάμαι, σε μία από τις ζωντανές performance στο Bios, ένας Πολωνός καλλιτέχνης -μου διαφεύγει το όνομά του- είχε στηθεί ολόγυμνος σε έναν τοίχο και προκαλούσε το κοινό να του εξαπολύσει ακονισμένα μολύβια. Κοίταζα το κοινό και αναρωτιόμουν: Όλοι αυτοί οι νέοι άνθρωποι άραγε να έχουν εμμονές όπως η Μαρίνα; Με το προσωπικό, οικογενειακό παρελθόν - και με το παρελθόν της πόλης, της χώρας ολόκληρης; Συναισθάνονται αυτήν τη βίαιη, μερικές φορές, εισβολή ενός κακοφορμισμένου χτες μέσα στο συναρπαστικό και άλλοτε πληκτικό σήμερα; Όταν απολαμβάνουν τις βόλτες τους στην Αθήνα πέφτει η ματιά τους στα κτίρια που έχουν κεντηθεί με σφαίρες του Δεκεμβρίου του '44; Όταν περπατούν στην Μπουμπουλίνας, όταν κοιτούν το άγαλμα του Βενιζέλου στο πάρκο Ελευθερίας, γνωρίζουν ότι σε αυτά ακριβώς τα σημεία της πόλης κάποια νεανικά κορμιά κάποτε βιάστηκαν; Για τη Μαρίνα το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Τη στοιχειώνει η εικόνα του πατέρα της, γονατιστού στα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ, επί χούντας. «Τι σου έκαναν τότε εκεί μέσα, μπαμπά;» τον ρωτάει. Αλλά για το λιγομίλητο Κωστή αυτά τα πράγματα καλό είναι να μη μνημονεύονται - είτε θύμα είσαι είτε θύτης. Η Μαρίνα όμως, με τις πληγές που ανοίγει στο σώμα της, ακόμα και με τα αγόρια και τα κορίτσια που κάνει έρωτα, καταβυθίζεται στη δεξαμενή της πατρικής μνήμης. Και κάπως έτσι, η Performance Art της Αθήνας του σήμερα συναντά τα γκλομπ των βασανιστών του ΕΑΤ-ΕΣΑ της Αθήνας του 1970". [Lifo, 17.6.2008]

Παρακολουθήστε μία συνέντευξη του Ηλία Μαγκλίνη στο BaroukaNet

Guillaume Apollinaire, Η εξαφάνιση του Ονορέ Συμπράκ

Naked Man image by Banksy_ Ajuk via boredpanda

Παρά τις λεπτομερείς έρευνες, η αστυνομία δεν κατάφερε να ρίξει φως στο μυστήριο της εξαφάνισης του Ονορέ Συμπράκ.

Ήταν φίλος μου και γνωρίζοντας την αλήθεια όσον αφορά την υπόθεσή του θεώρησα καθήκον μου να ενημερώσω τη δικαιοσύνη για το τι συνέβη. Ο δικαστής που με δέχτηκε, αφού άκουσε την αφήγησή μου, μου μίλησε με τέτοια τρομακτική ευγένεια που δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω ότι με περνούσε για τρελό. Του το είπα. Έγινε ακόμα πιο ευγενικός και μετά σηκώθηκε και μ’ έσπρωξε μέχρι την πόρτα και είδα τον κλητήρα του όρθιο, με σφιγμένες τις γροθιές, έτοιμο να μου ορμήσει αν έκανα καμιά τρέλα.

Δεν επέμεινα. Η υπόθεση του Ονορέ Συμπράκ είναι όντως τόσο παράξενη που η αλήθεια μοιάζει απίστευτη. Μάθαμε από τις εφημερίδες ότι ο Συμπράκ εθεωρείτο εκκεντρικός. Χειμώνα καλοκαίρι φορούσε μόνο ένα πανωφόρι και παντόφλες. Ήταν πολύ πλούσιος και καθώς η ενδυμασία του με παραξένευε, μια μέρα τον ρώτησα τον λόγο:

-Για να γδύνομαι πιο γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης, μου απάντησε. Εξάλλου γρήγορα συνηθίζει κανείς να βγαίνει ελαφρά ντυμένος. Μια χαρά είναι χωρίς εσώρουχα, παντελόνι και καπέλο. Έτσι ζω από τα εικοσιπέντε και δεν έχω αρρωστήσει ποτέ.

Αντί να με διαφωτίσουν, τα λόγια αυτά μου τόνωσαν την περιέργεια.

-Γιατί, σκέφτηκα, χρειάζεται ο Ονορέ Συμπράκ να γδύνεται γρήγορα;

Κι έκανα ένα σωρό εικασίες…

Μια νύχτα γυρίζοντας σπίτι μου (θα ήταν η ώρα μία, μία και τέταρτο) άκουσα να ψιθυρίζουν το όνομά μου. Ο ψίθυρος μου φάνηκε ότι ερχόταν από τον τοίχο που ακουμπούσα. Σταμάτησα δυσάρεστα έκπληκτος.

-Δεν είναι κανείς πια στο δρόμο;- ξανακούστηκε η φωνή. Εγώ είμαι, ο Ονορέ Συμπράκ.

-Μα πού είστε; - φώναξα κοιτάζοντας ολόγυρα χωρίς να καταφέρω να σχηματίσω μια ιδέα για το πού θα μπορούσε να κρύβεται ο φίλος μου.

Ανακάλυψα μόνο το πασίγνωστο πανωφόρι του απλωμένο στο πεζοδρόμιο, δίπλα στις όχι λιγότερο πασίγνωστες παντόφλες του.

-Να μια περίπτωση, σκέφτηκα, που η ανάγκη έκανε τον Ονορέ Συμπράκ να γδυθεί στο λεπτό. Επιτέλους θα διαλευκάνω ένα ωραίο μυστήριο.

Και είπα δυνατά:

-Ο δρόμος είναι έρημος, φίλε μου, μπορείτε να εμφανιστείτε.

Ξαφνικά ο Ονορέ Συμπράκ ξεκόλλησε κατά κάποιον τρόπο από τον τοίχο όπου εγώ δεν τον είχα διακρίνει. Ήταν εντελώς γυμνός και πριν απ’ όλα άρπαξε, φόρεσε και κούμπωσε το πανωφόρι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μετά έβαλε τις παντόφλες και αβίαστα μου έπιασε κουβέντα καθώς με συνόδευε μέχρι την πόρτα μου.

-Εκπλαγήκατε, είπε, αλλά τώρα καταλαβαίνετε τον λόγο για τον οποίο ντύνομαι τόσο περίεργα. Ωστόσο δεν καταλάβατε πώς κατάφερα να μη με δείτε καθόλου. Είναι πολύ απλό. Υπάρχει το φαινόμενο του μιμητισμού… Η φύση είναι καλή μητέρα. Σε όσα από τα παιδιά της κινδυνεύουν και είναι πολύ αδύναμα για να προστατευθούν έχει δώσει το χάρισμα ν’ αφομοιώνονται στο περιβάλλον… Αλλά τα γνωρίζετε όλα αυτά. Ξέρετε ότι οι πεταλούδες μοιάζουν με τα λουλούδια, ότι μερικά έντομα είναι σαν φύλλα, ότι ο χαμαιλέοντας μπορεί να πάρει όποιο χρώμα τον κρύβει καλύτερα, ότι ο πολικός λαγός έγινε λευκός σαν τις παγωμένες περιοχές όπου δειλός σαν αυτούς που έχουμε ’δω μπορεί να τρέχει αόρατος.

Έτσι ξεφεύγουν αυτά τα αδύναμα ζώα από τους εχθρούς τους, χάρη σε μια ενστικτώδη ευφυΐα που τους τροποποιεί την όψη.

Κι εγώ που έχω πάντα έναν εχθρό από πίσω μου, εγώ που είμαι φοβιτσιάρης και νιώθω ανίκανος να υπερασπιστώ τον εαυτό μου σ’ έναν καβγά, είμαι σαν τα ζώα: από τον φόβο μου σπεύδω ν’ αφομοιωθώ στον περιβάλλοντα χώρο.

Έχουν περάσει πια πολλά χρόνια από τότε που χρησιμοποίησα για πρώτη φορά αυτό το ενστικτώδες χάρισμα. Ήμουν εικοσιπέντε χρονών και σε γενικές γραμμές οι γυναίκες με θεωρούσαν συμπαθητικό και ελκυστικό. Μια από αυτές, που ήταν παντρεμένη, μου έδειξε τόση εύνοια που δεν ήξερα πώς ν’ αντισταθώ. Μοιραία σχέση! Μια νύχτα ήμουν στην ερωμένη μου. Ο αυτοαποκαλούμενος σύζυγός της είχε φύγει για πολλές μέρες. Ήμασταν θεόγυμνοι όταν ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και ο σύζυγος εμφανίστηκε μ’ ένα περίστροφο στο χέρι. Ο φόβος μου ήταν απερίγραπτος και δεν είχα παρά μια επιθυμία έτσι δειλός που ήμουν και είμαι ακόμα: να εξαφανιστώ. Ακουμπώντας στον τοίχο ευχήθηκα να γίνω ένα με αυτόν. Και αμέσως συνέβη το απροσδόκητο. Πήρα το χρώμα της ταπετσαρίας και τα μέλη μου μ’ ένα τέντωμα αυθόρμητο και ασύλληπτο μου φάνηκε ότι έγιναν ένα με τον τοίχο και ότι από ’δω και πέρα κανείς δεν μ’ έβλεπε. Έτσι ήταν πράγματι. Ο σύζυγος μ’ έψαχνε για να με σκοτώσει. Με είχε δει και ήταν αδύνατον να είχα ξεφύγει. Έκανε σαν τρελός και στρέφοντας την οργή του προς τη γυναίκα του, τη σκότωσε εν ψυχρώ μ’ έξι σφαίρες στο κεφάλι. Ύστερα έφυγε κλαίγοντας απαρηγόρητος. Αφού έφυγε, το σώμα μου ξαναπήρε ενστικτωδώς το κανονικό του σχήμα και χρώμα. Ντύθηκα και κατάφερα να φύγω προτού έρθει κανείς… Από τότε διατήρησα αυτό το ευλογημένο χάρισμα που προέρχεται από τον μιμητισμό. Αφού δεν με σκότωσε, ο σύζυγος αφιέρωσε τη ζωή του στον σκοπό αυτό. Χρόνια ολόκληρα με κυνηγάει σε ολόκληρο τον κόσμο και πίστευα ότι του είχα ξεφύγει ερχόμενος να μείνω στο Παρίσι. Αλλά τον είδα μερικά λεπτά προτού εσείς περάσετε. Ο φόβος έκανε τα δόντια μου να χτυπούν. Μόλις που πρόλαβα να γδυθώ και να γίνω ένα με τον τοίχο. Πέρασε δίπλα μου κοιτάζοντας περίεργα το παρατημένο πανωφόρι και τις παντόφλες στο πεζοδρόμιο. Βλέπετε γιατί πρέπει να ντύνομαι πρόχειρα. Δεν θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ το μιμητικό μου χάρισμα αν ντυνόμουν όπως όλος ο κόσμος. Δεν θα μπορούσα να γδύνομαι αρκετά γρήγορα για να ξεφεύγω από τον διώκτη μου και το βασικό είναι πρώτα απ’ όλα να είμαι γυμνός για να μην προδίδουν τα ρούχα πάνω στον τοίχο την εξαφάνισή μου.

Έδωσα συγχαρητήρια στον Ονορέ Συμπράκ για ένα χάρισμα που είχα δει με τα μάτια μου και ζήλευα…

Τις επόμενες ημέρες δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτό και έπιανα τον εαυτό μου να θέλει να τροποποιήσει το σχήμα και το χρώμα του. Δοκίμασα να γίνω λεωφορείο, Πύργος του Άιφελ, ακαδημαϊκός, νικητής του πρώτου λαχνού. Μάταιες οι προσπάθειές μου. Δεν τα κατάφερα. Η θέλησή μου δεν ήταν αρκετά δυνατή και ύστερα μου έλειπε και εκείνος ο ευλογημένος τρόμος, ο απίθανος κίνδυνος που είχε ξυπνήσει το ένστικτο του Ονορέ Συμπράκ…

Δεν τον είχα δει καθόλου για κάποιο κάμποσο καιρό όταν μια μέρα ήρθε πανικόβλητος:

-Αυτός ο άνθρωπος, ο εχθρός μου, μου είπε, με παραμονεύει παντού. Κατάφερα να του ξεφύγω τρεις φορές εκμεταλλευόμενος το χάρισμά μου αλλά φοβάμαι, φοβάμαι, φίλε μου.

Είδα ότι είχε λεπτύνει αλλά δίστασα να του το πω.

-Δεν σας μένει παρά ένα πράγμα να κάνετε, δήλωσα. Για να ξεφύγετε από έναν τόσο ανελέητο εχθρό: φύγετε! Κρυφτείτε σ’ ένα χωριό. Αφήστε ν’ αναλάβω εγώ τις υποθέσεις σας και πηγαίνετε στον πιο κοντινό σταθμό.

Μου έσφιξε το χέρι λέγοντας:

-Συνοδέψτε με, σας ικετεύω, φοβάμαι!

Καθ’ οδόν ήμασταν σιωπηλοί. Ο Ονορέ Συμπράκ γύριζε συνεχώς το κεφάλι, ανήσυχος. Ξαφνικά έβγαλε μια φωνή και άρχισε να τρέχει πετώντας το πανωφόρι και τις παντόφλες του. Και τότε είδα έναν άνδρα να τρέχει πίσω μας. Προσπάθησα να τον σταματήσω. Αλλά μου ξέφυγε. Κρατούσε ένα περίστροφο, με το οποίο σημάδευε τον Ονορέ Συμπράκ. Εκείνος πρόλαβε να φτάσει έναν ψηλό τοίχο στρατοπέδου και ως εκ θαύματος εξαφανίστηκε.

Ο άνδρας με το περίστροφο σταμάτησε έκπληκτος, έβγαλε μια οργισμένη κραυγή και σαν να ήθελε να εκδικηθεί τον τοίχο που του είχε κλέψει το θύμα του, άδειασε το περίστροφό του στο σημείο όπου ο Ονορέ Συμπράκ είχε εξαφανιστεί. Και μετά έφυγε τρέχοντας…

Μαζεύτηκε κόσμος, χωροφύλακες ήρθαν και τους έδιωξαν. Τότε φώναξα τον φίλο μου. Αλλά δεν μου απάντησε.

Ψηλάφισα τον τοίχο, ήταν ακόμα ζεστός, και παρατήρησα ότι από τις έξι σφαίρες του περιστρόφου οι τρεις είχαν χτυπήσει στο ύψος της καρδιάς ενός ανθρώπου ενώ οι άλλες είχαν ξύσει τον γύψο, πιο ψηλά, εκεί που μου φάνηκε να διακρίνεται πολύ αμυδρά το περίγραμμα ενός προσώπου.


Μετάφραση από τα Γαλλικά: Στέργιος Ξηροτάγαρος


Guillaume_Apollinaire Γιος Ελβετού αξιωματικού και Πολωνής αριστοκράτισσας γεννήθηκε ως Wilhelm Albert Wlodzimierz Apolinary de Waz-Kostrowicki στη Ρώμη το 1880 και πέθανε ως Guillaume Apollinaire στο Παρίσι το 1918, δυο ημέρες πριν το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, υποκύπτοντας στην επιδημία ισπανικής γρίπης. Προηγουμένως είχε προλάβει να πάρει μέρος στο τρελό πανηγύρι της αβανγκάρντ που είχε στηθεί στο προπολεμικό Παρίσι και να γίνει με δυο συλλογές ο πρώτος κορυφαίος Γάλλος ποιητής του 20ού αιώνα. Πέρα από τα ποιήματα όμως έγραψε και πολύ ενδιαφέρουσα πρόζα που παραμένει αμετάφραστη στα Ελληνικά. «Η εξαφάνιση του Ονορέ Συμπράκ» ανήκει στη συλλογή ιστοριών που εξέδωσε το 1910 με τον τίτλο L' Herésiarque et Cie [Αιρεσιάρχης και Σια]. Δείτε στη βιβλιοnet ποια έργα του Γκυγιώμ Απολλιναίρ κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Στέργιος Ξηροτάγαρος

© Logotexnia 21 + Stergios Xirotagaros

Oscar Wilde, Τέσσερα πεζοποιήματα


The_Old_Guitarist_by_Pablo_Picasso

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

Ένα βράδυ ήρθε στην ψυχή του η επιθυμία να πλάσει μια εικόνα της ηδονής που διαρκεί για μια στιγμή. Και βγήκε έξω στον κόσμο αναζητώντας ορείχαλκο. Γιατί μόνο σε ορείχαλκο μπορούσε να σκεφτεί.

Όλος όμως ο ορείχαλκος του κόσμου είχε χαθεί, και πουθενά στον κόσμο δεν βρισκόταν ορείχαλκος, εκτός από τον ορείχαλκο της εικόνας της θλίψης που διαρκεί για πάντα.

Αυτή την εικόνα την είχε πλάσει ο ίδιος, και με τα ίδια του τα χέρια, και την είχε τοποθετήσει πάνω στο μνήμα του μόνου πράγματος που είχε αγαπήσει στη ζωή. Πάνω στο μνήμα του νεκρού πράγματος που είχε αγαπήσει περισσότερο, είχε τοποθετήσει αυτή την εικόνα που είχε πλάσει ο ίδιος έτσι ώστε να λειτουργεί ως σημάδι της ανθρώπινης αγάπης που δεν πεθαίνει και ως σύμβολο της ανθρώπινης θλίψης που διαρκεί για πάντα. Και σε ολόκληρο τον κόσμο δεν υπήρχε άλλος ορείχαλκος εκτός από τον ορείχαλκο αυτής της εικόνας.

Και πήρε την εικόνα που είχε πλάσει και την τοποθέτησε σε μια μεγάλη κάμινο και την παρέδωσε στη φωτιά.

Κι από τον ορείχαλκο της εικόνας της θλίψης που διαρκεί για πάντα έπλασε την εικόνα της ηδονής που διαρκεί για μια στιγμή.



Ο ΑΓΑΘΟΕΡΓΟΣ


Ήταν νύχτα κι Εκείνος ήταν μόνος.

Κι είδε σε μακρινή απόσταση τα τείχη μιας κυκλικής πόλης και κατευθύνθηκε προς την πόλη.

Κι όταν πλησίασε, άκουσε μες στην πόλη το βάδισμα των ποδιών της χαράς και το γέλιο του στόματος της ευτυχίας και τον δυνατό θόρυβο πολλών λαγούτων. Και χτύπησε στην πύλη και κάποιοι φύλακες Του άνοιξαν.

Κι Εκείνος είδε έναν μαρμάρινο οίκο που εμπρός του είχε όμορφες μαρμάρινες κολώνες. Στις κολώνες κρέμονταν στολίδια, και μέσα κι έξω υπήρχαν κέδρινοι πυρσοί. Κι Εκείνος εισήλθε στον οίκο.

Κι όταν είχε διασχίσει τη χαλκηδόνια αίθουσα και την ιάσπινη αίθουσα και είχε φτάσει στη μακρόστενη αίθουσα των εορτών, είδε ξαπλωμένο πάνω σε ένα πορφυρό σαν τη θάλασσα ανάκλιντρο κάποιον που είχε μαλλιά στεφανωμένα με κόκκινα τριαντάφυλλα και χείλη κόκκινα από το κρασί.

Κι Εκείνος πήγε πίσω του και τον άγγιξε στον ώμο και του είπε: «Γιατί ζεις έτσι;»

Κι ο νέος γύρισε και Τον αναγνώρισε, και του απάντησε λέγοντας: «Μα κάποτε ήμουν λεπρός κι εσύ με γιάτρεψες. Πώς αλλιώς να ζω;»

Κι Εκείνος βγήκε από τον οίκο ξανά έξω στον δρόμο.

Κι ύστερα από λίγο είδε κάποια με φτιασιδωμένο πρόσωπο και περιβολή, και πόδια καλυμμένα με μαργαριτάρια. Και πίσω της ερχόταν, αργά σαν κυνηγός, ένας νέος που φόραγε μια δίχρωμη κάπα. Το πρόσωπο της γυναίκας έμοιαζε με το όμορφο πρόσωπο ενός ειδώλου, και τα μάτια του νέου γυάλιζαν από πόθο.

Κι Εκείνος ακολούθησε γρήγορα και άγγιξε το χέρι του νέου και του είπε: «Γιατί κοιτάς αυτή τη γυναίκα με τέτοιο τρόπο;»

Κι ο νέος γύρισε και Τον αναγνώρισε, και είπε: «Μα κάποτε ήμουν τυφλός κι εσύ με έκανες να βλέπω. Τι άλλο να κοιτάζω;»

Κι Εκείνος έτρεξε μπροστά κι άγγιξε τη φτιασιδωμένη περιβολή της γυναίκας και της είπε: «Δεν μπορείς να περπατάς σε δρόμο άλλο από τον δρόμο της αμαρτίας;»

Κι η γυναίκα γύρισε και Τον αναγνώρισε, γέλασε και είπε: «Μα εσύ συγχώρεσες τις αμαρτίες μου κι αυτός ο δρόμος είναι ευχάριστος».

Κι Εκείνος βγήκε από την πόλη.

Κι όταν είχε βγει από την πόλη, είδε καθισμένο στην άκρη του δρόμου έναν νέο να κλαίει.

Και πήγε προς το μέρος του κι άγγιξε τις μακριές μπούκλες των μαλλιών του και του είπε: «Γιατί κλαις;»

Κι ο νέος σήκωσε το βλέμμα του και Τον αναγνώρισε, και απάντησε: «Μα κάποτε ήμουν νεκρός κι εσύ με ανέστησες από τους νεκρούς. Τι άλλο να κάνω απ’ το να κλαίω;»



Ο ΜΑΘΗΤΗΣ

Όταν πέθανε ο Νάρκισσος, η λίμνη της ηδονής του μετατράπηκε από μια κοιλότητα με γλυκά νερά σε μια κοιλότητα με αλμυρά δάκρυα, και οι Ορειάδες έφτασαν κλαίγοντας μέσα από τα δάση για να τραγουδήσουν στη λίμνη και να την παρηγορήσουν.

Κι όταν είδαν ότι η λίμνη είχε μετατραπεί από μια κοιλότητα με γλυκά νερά σε μια κοιλότητα με αλμυρά δάκρυα, χαλάρωσαν τους πράσινους βοστρύχους των μαλλιών τους και κραύγασαν και είπαν στη λίμνη: «Δεν μας ξαφνιάζει που πενθείς έτσι τον Νάρκισσο, τόσο όμορφος που ήταν».

«Μα ήταν όμορφος ο Νάρκισσος;» είπε η λίμνη.

«Ποιος το ξέρει αυτό καλύτερα από σένα;» απάντησαν οι Ορειάδες. «Πέρναγε συνέχεια από μπροστά μας αλλά εσένα έψαχνε, και ξάπλωνε στις όχθες σου και σε κοιτούσε, και στον καθρέφτη των νερών σου αντανακλούσε την ομορφιά του».

Κι η λίμνη απάντησε: «Εγώ όμως αγαπούσα τον Νάρκισσο γιατί, όσο ήταν ξαπλωμένος στις όχθες μου και με κοιτούσε, στον καθρέφτη των ματιών του έβλεπα να αντανακλάται πάντα η δική μου ομορφιά».



Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Όταν λοιπόν απλώθηκε το σκότος πάνω στη Γη, ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας, έχοντας ανάψει έναν πεύκινο πυρσό, κατέβηκε από τον λόφο στην κοιλάδα. Διότι είχε μια δουλειά στο σπίτι του.

Και γονατίζοντας πάνω στους πυρόλιθους της Κοιλάδας της Απόγνωσης, είδε έναν νέο που ήταν γυμνός κι έκλαιγε. Τα μαλλιά του είχαν το χρώμα του μελιού και το σώμα του έμοιαζε με λευκό άνθος, είχε όμως πληγώσει το σώμα του με αγκάθια και στα μαλλιά του είχε βάλει στάχτες για στέμμα.

Κι εκείνος, που είχε μεγάλη περιουσία, είπε στον νέο που ήταν γυμνός κι έκλαιγε: «Δεν με εκπλήσσει που η θλίψη σου είναι τόσο μεγάλη, αφού Εκείνος ήταν ασφαλώς ένας δίκαιος άνδρας».

Κι ο νέος απάντησε: «Δεν κλαίω για Εκείνον, αλλά για μένα. Κι εγώ μετέτρεψα το νερό σε κρασί, θεράπευσα τους λεπρούς κι έκανα τους τυφλούς να βλέπουν. Περπάτησα πάνω στα νερά και ξόρκισα τους δαίμονες από όσους κατοικούν στους τάφους. Τάισα τους πεινασμένους στην έρημο όπου δεν υπήρχε καθόλου τροφή και ανέστησα τους νεκρούς από τα στενά τους σπίτια, και με εντολή μου, μπροστά σε μέγα πλήθος, μια άκαρπη συκιά ξεράθηκε. Όλα όσα έκανε εκείνος ο άνδρας, τα έκανα κι εγώ. Κι όμως, εμένα δεν με σταύρωσαν».


Μετάφραση από τα Αγγλικά: Γιώργος Λαμπράκος


(Σ.τ.Μ.) Εδώ μεταφράζουμε τέσσερα από τα έξι πεζοποιήματα που δημοσίευσε ο Ουάιλντ την περίοδο 1893-94. Γνωστό ως είδος κυρίως από τον Μποντλέρ και τον Μαλαρμέ, το πεζοποίημα συνδυάζει, στις αρτιότερες εκδοχές του, την ιδιαίτερα συμβολική γλώσσα και την υφολογική μεστότητα με τη νοηματική ένταση και κορύφωση. Oscar Wilde, “Poems in Prose”, The Works of Oscar Wilde, Galley Press, 1987, pp. 843-5.


Oscar Wilde Ο Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και ποιητής Oscar Wilde, πολύ γνωστός και για τα αποφθέγματά του, γεννήθηκε το 1854 στο Δουβλίνο και πέθανε στο Παρίσι στα 46 του χρόνια, τριάμισι χρόνια μετά την αποφυλάκισή του, έχοντας εκτίσει την ποινή δύο χρόνων σε καταναγκαστικά έργα που του επιβλήθηκε αφού κρίθηκε ένοχος για κατάφωρη προσβολή της δημοσίας αιδούς. Με την κατηγορία αυτή παραπέμπονταν σε δίκη οι ομοφυλόφιλοι στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1855. Η ομοφυλοφιλία αποποινικοποιήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 1967. Δείτε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Όσκαρ Ουάιλντ και έναν κατάλογο με τις μεταφράσεις των έργων του που κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Διαβάστε στην αγγλική WIKIPEDIA ή την ελληνική ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ για τη ζωή και το έργο του. Διαβάστε έργα του Oscar Wilde στο πρωτότυπο στο The Literature Network.


© Logotexnia 21 + Γιώργος Λαμπράκος

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails