Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα No14me. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα No14me. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Γιάννης Καλογερόπουλος, Η διόρθωση
Δεν έφυγαν, γιε μου, τους έδιωξαν, τον διόρθωνε κάθε φορά που εκείνος, μικρό παιδί ακόμα, έλεγε: Όταν ο παππούς και η γιαγιά έφυγαν απ' το χωριό για να πάνε στην Αθήνα. Τον διόρθωνε κάθε φορά έγκαιρα, πριν προλάβει να αλλοιώσει, θαρρείς, άθελά του την πραγματική ιστορία. Δεν έφυγαν, τους έδιωξαν. Και, πριν τους διώξουν, τους εκμεταλλεύτηκαν, τους φοβέρισαν, τους κυνήγησαν. Όμως αυτά του τα είπε μετά, όταν ήταν μεγάλος πια, παλιά, όσο ήταν μικρό παιδί, του αρκούσε η διόρθωση: Δεν έφυγαν, τους έδιωξαν. Ο βασικός πυρήνας της οικογενειακής μνήμης κρυβόταν σε εκείνη τη βίαιη μετατόπιση: Δεν έφυγαν, τους έδιωξαν. Αυτή ήταν η πληροφορία που έπρεπε να διαφυλαχτεί· μόνο γύρω από τον διωγμό μπορούσε κι έπρεπε να ανασυντεθεί η ιστορία.
Τον παππού δεν τον θυμάται, ήταν μικρός όταν πέθανε. Χρόνια μετά σκεφτόταν: Και γιατί ήθελε να τον θάψουνε εκεί; Εκείνη του έλεγε: Μην τα σκαλίζεις, ήταν δύσκολα χρόνια, όμως, πέρασαν, πάνε πια, εσύ να κοιτάς το σχολείο σου. Και σήμερα αυτό θα του έλεγε. Και εκείνη την ίδια επιθυμία με τον παππού είχε. Και τώρα δεν μπορεί να τους διώξει κανείς. Πεθαμένοι δεν τους πειράζουν.
Το κείμενο «Η διόρθωση» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο blog του Γιάννη Καλογερόπουλου No14me. Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε επίσης να βρείτε τα διηγήματά του «Διαπραγματεύσεις», «Το σχέδιο» και «Αν δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις μια ιστορία», όπως επίσης και άλλες αναδημοσιεύσεις από το blog του.
Γιάννης Καλογερόπουλος, Το σχέδιο
Ένα διήγημα την εβδομάδα έγραφε, κάθε Κυριακή αποθήκευε την οριστική εκδοχή, Δευτέρα πρωί ξεκινούσε την έρευνα για το επόμενο, εδώ και δεκαεπτά μήνες, κάθε εβδομάδα, τυπικός στην προσωπική δέσμευση. Εκείνη γκρίνιαζε, αλλά για πόσο ακόμα; Όταν θα κέρδιζε τον διαγωνισμό τότε θα φούσκωνε όλο καμάρι, ούτε εκείνη να το είχε γράψει, θα έπαιρνε τις φίλες της με τη σειρά, αφού όμως πρώτα ενημέρωνε τη μαμά, ήταν άλλωστε οι καλύτερες φίλες, εκείνη θα ενθουσιαζόταν, ήπια όμως, πιστή στον ρόλο της, ο πατέρας της, που πάντα κρυφάκουγε από τη δεύτερη συσκευή, θα σκάρωνε κάποιο αποτυχημένο αστείο, ευτυχώς εκείνος, όπως το φανταζόταν, δεν θα ήταν μπροστά, άρα θα διέφευγε της υποχρεώσεως να γελάσει, ο αδερφός της δεν θα ασχολείτο, παραήταν όμορφος. Προς το παρόν όμως γκρίνιαζε, έπαιρνε τις φίλες της με τη σειρά, αφού όμως πρώτα έκανε τα παράπονά της στη μαμά, εκείνη τη συμμεριζόταν, ήπια όμως, πιστή στο ρόλο της, να διαφυλάξει την ευτυχία της κόρης της, ο πατέρας της σκάρωνε κάποιο αποτυχημένο αστείο, διαφορετικό κάθε φορά, μα εξίσου αποτυχημένο, γέλαγε βροντερά, σε ένα θέαμα αστείο, ο αδερφός της δεν ασχολείτο, παραήταν όμορφος.
Μα ίσως τελικά να αξίζουν κάτι, τόσα έχουν μαζευτεί πια, συγκέντρωσέ τα σε μια συλλογή, στείλε τα κάπου, κάνε κάτι, έλεγε εκείνη όταν ήταν σε καλή διάθεση. Περιμένω τον κατάλληλο διαγωνισμό, απαντούσε εκείνος μηχανικά. Για όλα; επέμενε εκείνη κάθε φορά, αρνούμενη να συμβιβαστεί, έτοιμη να χαλάσει τη διάθεσή της. Και πώς θα ξέρω σε ποιο απ’ όλα θα αναφέρεται ο επόμενος διαγωνισμός; Σου έχω εξηγήσει ένα εκατομμύριο φορές πως αν έχει ήδη εκδοθεί αυτόματα τίθεται εκτός, οπότε πάει το βραβείο, πάνε τα λεφτά, πάνε όλα. Μα ποιο βραβείο, αγάπη μου, ποια λεφτά, ποια όλα; Του διαγωνισμού, απαντούσε εκείνος, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο ρολόι του τοίχου, υπολογίζοντας πόση ώρα τού έμενε διαθέσιμη ακόμα. Πέμπτη σήμερα, μέρα κρίσιμη, ελλόχευε η παγίδα μιας πιθανής επανάπαυσης, έχω καιρό μέχρι την Κυριακή, θα σκεφτόταν και δεν θα έγραφε, μια και δυο την είχε πατήσει; Το διήγημα που δούλευε ήταν το πλέον φιλόδοξο· συνδύαζε τόσο τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων, όσο και ένα θέμα σαφώς προσδιορισμένο, με μικρό περιθώριο ελιγμών. Είχε καλό προαίσθημα αυτή τη φορά. Με ακούς; ούρλιαξε επαναφέροντάς τον στον αγωνιστικό χώρο πριν βροντήξει την πόρτα.
Πρώτα αναζητούσε το θέμα, ύστερα τις λέξεις-κλειδιά. Η ιδέα για τη συγκεκριμένη τεχνική προέκυψε από ένα άρθρο στην εφημερίδα, ντάλα καλοκαίρι, που του έφερε στο νου τα χρόνια του λυκείου, και τελικώς εκεί έμοιαζε να βρίσκεται το κλειδί της μελλοντικής επιτυχίας, παράξενα τα παιχνίδια του μυαλού. Αρχικώς ο τίτλος του, ‘Αναμενόμενα τα θέματα για τους κατάλληλα προετοιμασμένους’, του τράβηξε την προσοχή, και πώς όχι άλλωστε, αφού ήδη είχε περάσει ένας χρόνος γεμάτος από άκαρπες απόπειρες, θαύμα ήταν που δεν τα είχε παρατήσει κιόλας, τέτοια ήταν η βεβαιότητά του όταν πρωτοαποφάσισε να προετοιμαστεί για έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό: στην αρχή το θεωρούσε θέμα χρόνου, και εργαζόταν ολοένα και πιο σκληρά, ύστερα η απογοήτευση του χτύπησε την πόρτα, ήταν τότε που αντίκρισε τον τίτλο, ‘Αναμενόμενα τα θέματα για τους κατάλληλα προετοιμασμένους’, τσαλάκωσε την εφημερίδα στην προσπάθειά του να τη διπλώσει στα δύο με σκοπό να τη φέρει ακόμα πιο κοντά, καμία λεπτομέρεια δεν έπρεπε να του διαφύγει. Πώς δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα, αναλογιζόταν, ο καλά προετοιμασμένος αναμένει τα θέματα, αυτή ήταν η μόνιμη επωδός του καθηγητή του στην έκθεση.
Αφού έβρισκε το θέμα, αναζητούσε τις λέξεις-κλειδιά. Ήταν απαραίτητο, και γι’ αυτό εμπλούτισε άμεσα την τεχνική του θέματος, όπως την αποκαλούσε. Είχε παρατηρήσει πως οι περισσότεροι διαγωνισμοί απαιτούσαν τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων, αυτή ήταν άλλωστε και η δυσκολία, η πραγματική δυσκολία, το θέμα συνήθως ήταν αρκετά γενικό, όλο και κάποιο διήγημα θα ταίριαζε, αν όχι ακριβώς, τότε αρκετά, ώστε να μη θεωρηθεί εκτός θέματος, αλλά τις λέξεις είτε τις περιείχε είτε όχι, μέση λύση δεν υπήρχε. Και ήταν λέξεις σπάνιες, από εκείνες που δεν χρησιμοποιεί κανείς τυχαία αλλά επί τούτου, δίχως συνώνυμα και περιφραστικά αντίστοιχα, λέξεις μοναδικές. Βέβαια, υπήρχαν και οι άλλοι διαγωνισμοί, οι αμιγώς θεματικοί, όμως εκείνοι δεν τον ενδιέφεραν, μόνο έπαινοι και συλλογές προς έκδοση, εκείνος ήθελε να ζήσει από τη συγγραφή, θα ακολουθούσε τον δύσκολο δρόμο.
Προετοίμαζε παράλληλα το έδαφος, ήξερε πως δεν ζούσε σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο, ήταν σύγχρονος της εποχής του, της ψηφιακής εποχής, των μέσων δικτυακής κοινωνικοποίησης, γελούσε με κάτι αστείους τύπους, που πίστευαν πως η αναγνώριση θα ερχόταν διαμέσου της αξίας του έργου, καημένοι συγγραφείς, ψευτορομαντικοί, θα πιστεύουν, σκεφτόταν, επίσης στη μετά θάνατο αναγνώριση, θα νιώθουν πως δεν γίνονται κατανοητοί, ευρισκόμενοι μπροστά από την εποχή τους, εκείνοι που είχαν ξεμείνει σε αιώνες μακρινούς, δακρύζοντας στην ιδέα της γραφομηχανής. Δυστυχισμένοι άνθρωποι. Εκείνος έχτιζε το δικό του δίκτυο, φίλο τον φίλο, ακόλουθο τον ακόλουθο, με επιμονή και υπομονή, με σχέδιο, ενασχόληση παράλληλη με τη συγγραφή, μου αρέσει εκείνο, μου αρέσει και το άλλο, θέση δεν παίρνω ποτέ, σε έριδες δεν μπλέκω, το άκρως απαραίτητο γλείψιμο, ιδανικά διακριτό μόνο από το αντικείμενο της δήθεν αποθέωσης, και επιστροφή στο διήγημα, στο κάθε διήγημα με το ευδιάκριτο θέμα και τις λέξεις-κλειδιά. Φρόντιζε να χτίζει έναν μύθο γύρω από το όνομά του, πότε επιβεβαιώνοντας και πότε διαψεύδοντας τις φήμες πως κάτι γράφει· παλιά, σπάνια, μία στο τόσο, για χρήση προσωπική, είμαι απλώς αναγνώστης, είμαι βιβλιόφιλος, από ανάγκη, δεν με ενδιαφέρει η έκδοση, συνήθιζε να λέει. Στην πρώτη διάκριση, θα διατηρούσε χαμηλό προφίλ, συνετά φερόμενος, θα δήλωνε κολακευμένος, θα το απέδιδε στη σύμπτωση, προς θεού, δεν θα αποκάλυπτε σε κανέναν το μεγαλοφυές του σχέδιο, μέχρι την τελική επικράτηση, την εγκαθίδρυση του ονόματός του στο λογοτεχνικό πάνθεον και την εγχρήματη αναγνώρισή του. Ύστερα θα είχε όλο τον καιρό να απολαύσει το οικοδόμημά του, αφού πρώτα άφηνε εκείνη να πιστέψει πως αποτελεί σύντροφο συγγραφέα, και πείθοντας τους φίλους του πως ποτέ δεν θίχτηκε πραγματικά από τα λόγια τους. Τότε θα είχε όλον τον καιρό. Τώρα έπρεπε να μείνει πιστός στο σχέδιο.
Το διήγημα του Γιάννη Καλογερόπουλου (No14me) «Το σχέδιο» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη σουρεαλιστική επιθεώρηση πολιτισμού «Τα Νέα του Βελγίου». Ο Γιάννης Καλογερόπουλος γεννήθηκε το 1983 στην Πάτρα. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Γράφει για ό,τι βλέπει, διαβάζει και ακούει στο blog No14me. Έχει συνεργαστεί με το mixtape.gr και με το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση Bookstand. Κάθε Σάββατο η εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα» φιλοξενεί τη στήλη του για το βιβλίο, Αφορμή, στο ένθετο «Διαδρομές». Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε κάποιες αναδημοσιεύσεις από το blog του, No14me, και το διήγημα «Διαπραγματεύσεις».
No14me, Αμετάφραστη επιστολή
Σήμερα, άντρα μου, θα παντρευτείς μιαν άλλη. Δεν γίνεται να είμαι καλεσμένη, πρέπει όμως να λάβεις ένα γράμμα από μένα. Καλεσμένοι είναι όλοι εκείνοι που μέχρι πριν από λίγο ήταν κοινοί μας φίλοι, αν και μάλλον δικοί σου παρά δικοί μου. Θα 'ρθουν λοιπόν σε σένα και θα γιορτάσουν μαζί σας, μολονότι το ξέρω, θα βρίσκονται πολλοί ανάμεσά τους που διστάζουν λίγο και δεν θέλουν τόσο γρήγορα να συνηθίσουν στην ιδέα ότι τόσα έχουν αλλάξει γύρω σου.*
Διαβάζω την παράγραφο και απογοητεύομαι, μου φαίνεται λίγη και μικρή, ξενερώνω· άλλες απαιτήσεις είχα. Μέχρι και λαϊκό άσμα μού θυμίζει. Περνάνε δύο λεπτά, μετρημένα δύο, δαγκώνω τη γλώσσα μου για όσα -έστω και άηχα- ξεστόμισα, δίχως πρώτα να αξιολογήσω την αυθεντικότητα του πόνου της. Εγώ πονάω πάντα, εσύ μάλλον υπερβάλλεις.
Αφήνω το βιβλίο στην άκρη. Αναλογίζομαι το δικαίωμα στην τελευταία λέξη, ποιος το έχει; Οι συμβάσεις του πολιτισμένου τέλους, της ευγένειας, δηλαδή του ψέματος, της απόκρυψης της αλήθειας, αν προτιμάτε. Οι συμβουλές για ξέγνοιαστο βάδισμα προς τα εμπρός πέφτουν σωρό, να μου επιτρέψετε να μείνω λίγο ακόμα καθισμένος.
Γυρίζω σπίτι με μία και μόνη επιθυμία: να ψάξω για εκείνο το γράμμα. Για κάποιο λόγο, κόντρα σε κάθε στατιστική απεικόνιση, έχει επιζήσει όλων των μετακομίσεων δέκα χρόνια τώρα. Τα φύλλα είναι ακόμα διπλωμένα στα τρία. Καθαρογραμμένο με μαύρο μαρκαδοράκι, που το μελάνι του όμως είναι πιο ισχυρό από το χαρτί και το διαπερνάει. Ξαπλώνω στον καναπέ, δεν είμαι χαλαρός.
Γράφω ένα γράμμα για σένα. Ένα γράμμα που ίσως να μην διαβάσεις ποτέ. Γράφω αυτό το γράμμα τώρα, πριν είναι αργά, πριν σε μισήσω. Ναι φοβάμαι, φοβάμαι πως θα ξημερώσει μια μέρα που θα σε μισώ, έτσι όπως μισούν όσοι κάποτε νόμισαν πως αγαπούν. Εσύ πρωταγωνιστείς και δεν είσαι πια εδώ. Είσαι ό,τι με κράτησε εδώ πριν τα πρώτα κρύα και τώρα με διώχνει μακριά.
Έτσι ξεκινούσε, χρόνος παρελθοντικός, τώρα πια δεν έχει λόγο ύπαρξης, δεν θα έπρεπε να έχει λόγο ύπαρξης, έκθεμα μουσειακό, αρκετές σελίδες που αποδεικνύουν τα δικά της λάθη και υπερθεματίζουν τα δικά μου ορθά, εγω-ωραιοπάθεια, κι όμως εγώ το ανασύρω και το περιφέρω, με το διήγημα του Στράους για αφορμή, δέκα χρόνια μετά, τουλάχιστον δεν υποτροπιάζω στο δεύτερο ενικό, ακόμα.
Και τώρα μπορώ πάλι να επιστρέψω, να διαβάσω την πρώτη παράγραφο, να σκάσω και να ακούσω προσεχτικά τι έχει να πει εκείνη.
* Botho Strauss, Κανένας άλλος, μτφρ Λευτέρης Αναγνώστου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Αναδημοσιεύεται από εδώ.
No14me, Έλλειψη Σελήνης
Αν υποθέσουμε ότι είμαι το φεγγάρι, και όλοι οι άλλοι η γη, που μου χαρίζει αυτήν την αδιάκοπη περιστροφή, την ασφάλεια της έλξης, την αποφυγή του χάους, τότε εσύ είσαι ο ήλιος που με φωτίζει, που με ζεσταίνει, που με κάνει πρωταγωνιστή στη νύχτα των άλλων, οδηγό για τους ναυτικούς, αφορμή για τους ερωτευμένους. Μια άμορφη, κρύα μάζα ήμουν και κοίτα με τώρα πώς μεσουρανώ.
Αναδημοσιεύεται από εδώ.
No14me, Η πραγματικότητα
Με ξέχασες, κι εγώ βρεχόμουν, τόσα μέτρα κάτω από τη γη.
Το παραπάνω απόσπασμα αναδημοσιεύεται από εδώ.
No14me, Ανασυσκότιση
του Α.
Βήμα (το)
Μέρες (οι)
I
Νιώθω την ανάγκη να σκύψω προς το μέρος σου, πίσω από την προσεχτικά και ανάστροφα προτεταμένη παλάμη, να σου ψιθυρίσω: τα καταφέραμε.
ΙΙ
Αργήσαμε ίσως λίγο μα καταφέραμε να κάνουμε το ελάχιστο αυτό βήμα, ύστερα από χρόνια, σκέψεων και υπολογισμών, μετρήσεων ως την τελευταία λεπτομέρεια, συνεχών αναβολών, όριο λεπτό, δυσδιάκριτο, ανάμεσα στη δικαιολογία και την υπεκφυγή, όνειρο κούφιο, λειψό στα μάτια των άλλων, που, κορεσμένοι από τη χρόνια επανάληψη, αδυνατούσαν να ταυτιστούν, νάζι φάνταζε στα μάτια τους, σχεδιασμός εκστρατείας εν στάσει, περιστροφή γύρω από τον ίδιο πάντα άξονα, καταφύγιο ασφάλειας, κρυψώνα της αδυναμίας, μνημείο κακής τύχης, διαλυτικό προσωπικής ευθύνης.
ΙΙΙ
Το βήμα έγινε, κοίτα τη θέα που απλώνεται, όσο καθαρίζει η εικόνα τόσο διαγράφονται με ευκρίνεια όλα εκείνα για τα οποία συνηθίζαμε να περνάμε την ώρα αναλύοντας, μια συζήτηση προσευχή, με διαρκείς επαναλήψεις, μέρες αισιοδοξίας διαδέχονταν συννεφιασμένοι ουρανοί, η λογική απέναντι στο συναίσθημα μα κυρίως αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό, αντίπαλος ισάξιος, αντικατοπτρικός.
IV
Ένα βήμα, ελάχιστο, από μακρινή απόσταση απαρατήρητο, ο εχθρός κοιμάται και ξυπνάει ήσυχος. Σου είπα να καλέσουμε τους συντρόφους, να ανοίξουμε ένα μπουκάλι, να γεμίσουμε τα ποτήρια μας, ό,τι στάξει τη γη να δροσίσει, μου είπες να περιμένουμε, να πάρουμε μιαν ανάσα, να συνηθίσουμε λίγο, είναι και το μάτι, πρόσθεσες χαμηλώνοντας τη φωνή. Το μάτι. Μα είναι χαρά, είναι η πραγμάτωση του ονείρου μας, είναι το τέρμα της γκρίνιας και του παράπονου. Η γκρίνια δε σώνεται ποτέ, είπες.
V
Αμελήσαμε όμως να στεριώσουμε την έννοια της μετάβασης, του προσωρινού, της ορμής. Στεκόμαστε τώρα, εδώ - παρέα με τη σχετικότητα -, υπερήφανοι για όλα όσα καταφέραμε, δίχως ανάσα από την προσπάθεια, ήρωες σε έναν τόπο δίχως ανθρώπους, έτοιμοι να υψώσουμε προσωπικά μνημεία ανδρείας, να σμιλέψουμε πέτρες, να επικαλεστούμε τη μνήμη και τη λήθη ως άξιοι απόγονοι της ράτσας μας, να παραχώσουμε κενά και να λειάνουμε επιφάνειες.
VI
Να θυμηθούμε να φορέσουμε κουρέλια στα ηρώα και στα κορμιά μας.
του Β.
Βήμα (τα)
Νύχτες (και οι)
Το πρώτο βράδυ επιχειρήσαμε επανάληψη, ανάγκη χρόνων για τακτικό επαναπροσδιορισμό, πιάσαμε την ιστορία ξανά από την αρχή, περιγράψαμε ξανά τα χρόνια. Κάποιος παρατηρητής θα διέκρινε μία βιάση, μια λαχτάρα να φτάσουμε στις τελευταίες σελίδες, να αφήσουμε πίσω το ζοφερό παρελθόν, να βρεθούμε στο ένδοξο τώρα, μακριά από τις δυσκολίες της γης στην απόλαυση του καρπού. Το δεύτερο βράδυ παραλείψαμε κεφάλαια ολόκληρα, και τα λοιπά και τα λοιπά, είπαμε, ύλη γνώριμη, κατακτημένη. Το τρίτο βράδυ απομείναμε να ατενίζουμε μακριά, κατακάθησε η σκόνη του βήματος, η εικόνα ικανοποίησε τις αισθήσεις μας, ταιριαστή της φαντασίας. Αντιστρέψαμε την κίνηση, από εδώ προς τα πίσω, από το τέλος στην αρχή. Το επόμενο βράδυ, τέταρτο μετά το βήμα, παραλίγο να σκαρώσουμε μια γιορτή, τελικά όχι, φοβηθήκαμε την τύχη μας, αναλογιστήκαμε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, νιώσαμε νότα φάλτσα στην κακορίζικη μελωδία. Καθώς αποκλείσαμε τους πάντες πλην ημών, κινήσαμε να δοξάσουμε εαυτούς, μάταια αναζητήσαμε καθρέπτες, πέτρα μονάχα τριγύρω.
Τώρα, συζητάμε τις επιπτώσεις της επιτυχίας μας, αναζητούμε μάταια - προς το παρόν - αρνητικά και ελαττώματα, μαύρα σύννεφα που τάχα σκιάζουν τη χαρά, κρύβουν τον ήλιο και απειλούν με βροχή. Αναλογιζόμαστε τα μελλοντικά εκείνα τραπέζια, πάνω στα οποία πρέπει να απλώσουμε τη δυστυχία μας, ο καθένας τη δική του, να τις συγκρίνουμε, να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη, να διαφωνήσουμε για τις μετρήσεις, να επιστρέψουμε ηττημένοι με τη μικρή μας δυστυχία στην τσέπη, να περιμένουμε να κλείσει η πόρτα πριν βγάλουμε τα κουρέλια μας, θα το θυμηθούμε άραγε;
Αναδημοσίευση από το blog No14me.
No14me, Παιχνίδι με τις λέξεις - Jenny Erpenbeck
"Προς τι να υπάρχουνε τα μάτια μου, αν είναι να βλέπουν αλλά να μη βλέπουν τίποτα; Προς τι τ' αυτιά μου, αν είναι να ακούν αλλά να μην ακούνε τίποτα; Προς τι όλα τα ξένα μές στο κεφάλι μου; Αυτά, εγκεφαλική έλικα, εγκεφαλική έλικα, να τα σκεφτώ ν' αφανιστούνε, μέχρι ίσως να φανεί στον πάτο κάτω κάτω ένα κουταλάκι γεμάτο με εμένα. Ν' αρπάξω την ανάμνηση σαν μαχαίρι και να το στρέψω πάνω της, ν' αποκόψω την ανάμνηση με την ανάμνηση. Αν γίνεται αυτό."
Επικίνδυνο πράγμα οι λέξεις, δίνουν φωνή στο παρελθόν. Τότε παλιά, συνήθιζε να είναι ένα παιχνίδι ηχητικό, στένευαν οι συγγενείς τον κλοιό για να θαυμάσουν τον πρώτο σου συλλαβισμό, αγωνία για το αν θα ονομάσεις πρώτα εκείνον ή εκείνη, να χαρούν αντίστοιχα εκείνοι ή οι εκείνοι, αλλά να χαμογελάσουν όλοι, νικητές και ηττημένοι γύρω από το λάφυρο, κανείς με την καρδιά, μόνο το μυαλό να επεξεργάζεται δεδομένα.
Τότε, που δύο τεράστιες φιγούρες σε περιτριγύριζαν, περνούσαν χρόνο μαζί σου, ικανοποιούσαν τις ανάγκες σου, περιβάλλον ασφάλειας και προστασίας, ανάγνωση πρώτη, δίχως τις λέξεις. Τότε, δόθηκαν οι πρώτοι ορισμοί, δικαιώματα και υποχρεώσεις, το οικογενειακό δίκαιο, ο μικρόκοσμος που λειτουργούσε σχεδόν αποστειρωμένα.
Λεκτικές κραυγές με ακριβή σημασία, απαίτηση επίμονη μέχρι την εκπλήρωση, τριμερής κώδικας επικοινωνίας. Με τον καιρό έμειναν πίσω, αστεία ανάμνηση, πηγή ντροπής, στα λεξικά δεν υπάρχει χώρος για εκείνες, μοιάζουν με εκείνες τις άλλες, πραγματικές και γραμμένες στα κατάστιχα των φιλολόγων, όμως στο νέο κόσμο δε σημαίνουν τίποτα και ας αποτελούσαν κάποτε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, το χτες δε χωρά στο σήμερα.
Τώρα που το σκέφτεσαι, ίσως - αν ήταν επιλογή τους - να σε κρατούσαν για πάντα στην οικιακή απομόνωση, κάτω από τη φτερούγα της μητρικής/πατρικής αγάπης και φροντίδας, σε περιβάλλον ελεγχόμενο, ίσως να το επιθυμούσες και εσύ. Μην προτρέχεις όμως, μόλις είπες τις πρώτες λέξεις.
Σου έδωσαν μολύβι και χαρτί, πριν συναντήσεις τη δασκάλα, σου φάνηκε διασκεδαστικό και ας έλειπαν τα χρώματα, τραβούσες γραμμές να δημιουργήσεις σχήματα δίχως να νοιάζεσαι για τα θεωρήματα της γεωμετρίας και τις τάσεις της σύγχρονης τέχνης. Αυτά θα σου τα φόρτωναν αργότερα.
Και όπως οι συλλαβές και τα επιφωνήματα έγιναν λέξεις, έτσι και οι γραμμές μετατράπηκαν σε αριθμούς και γράμματα. Έδειξαν επιμονή στην καλλιγραφία, ότι και αν πεις να φαίνεται ωραίο, δε μπορείς να τους κατηγορήσεις για τίποτε, ήταν ξεκάθαροι από την αρχή.
Παύεις ξαφνικά να είσαι αποκλειστικά και μόνο παιδί του ή παιδί της, παίρνεις τη θέση που σου αναλογεί στο μεγάλο κόσμο, η ιστορία σου συναντά την Ιστορία, οι δικαιολογίες σώθηκαν, τώρα πια ξέρεις, η πολιτική ίσων αποστάσεων κανέναν δεν εξυπηρετεί, η αγάπη κανέναν δεν αθωώνει. Η απουσία πρόθεσης δεν αναιρεί το αποτέλεσμα, να το θυμάσαι αυτό.
Υπάρχει μία λέξη, ποτέ η ίδια αλλά πάντα μία, εμφανίζεται ξαφνικά, από το πουθενά, πίσω της ακολουθούν πλήθος άλλες, επίμονα έντομα που αναδύονται στην επιφάνεια, δεν είναι πια παιχνίδι, είναι η πραγματικότητα, η λεκτική επεξήγηση που ξεδιαλύνει τη θολή ανάμνηση και πετά την αθωότητα στο γκρεμό.
Τώρα έχεις τη Λέξη. Κλειδί που ανοίγει πόρτες, θα επιμείνεις ή θα βολευτείς άραγε στο πρώτο δωμάτιο που θα συναντήσεις, ευάερο και ευήλιο, με το δίπλωμα κρεμασμένο στον τοίχο να πιστοποιεί την προσπάθεια σου και να σε εφησυχάζει, εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι, σου ψιθυρίζει μια απαλή φωνή, χροιά καθησυχαστική, σε καλεί να βγάλεις τα παπούτσια και να αράξεις. Τα βράδια θα στριφογυρνάς στον ύπνο σου.
Η αφήγηση θα σε βρει, όσο χρόνο και αν χρειαστεί(ς). Η ανάγκη να πιάσεις το νήμα από την αρχή, να σε ακούσεις. Στην αρχή, το αίσθημα της αποκλειστικότητας θα σε παραλύσει, θα σε τυφλώσει, νοσταλγείς την άγνοια του χτες, το έδαφος σαθρό. Καθώς όμως τα μάτια συνηθίζουν στο φως του προβολέα, νιώθεις πως ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο, συντονισμός. Η αφήγησή απαιτεί να μεγαλώσει, να πλατύνει για να χωράει κάθε ανθρώπινη ιστορία, τη δική σου και των άλλων, την Ιστορία.
Τώρα μπορείς να θυμηθείς και να συγχωρήσεις, να γράψεις " Για τον πατέρα μου από καρδιάς" και να το εννοείς.
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Ίνδικτος
Το παραπάνω κείμενο αναδημοσιεύεται εδώ από το blog No14me και αποτελεί κριτική για το βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις, αποσπάσματα από το οποίο χρησιμοποιούνται στη θεατρική παράσταση Βρώμικες Λέξεις της θεατρικής ομάδας Difunta Correa.
No14me, Σημειώσεις
Οι καλές σημειώσεις - για εμάς τους παράξενους που δεν υπογραμμίζουμε τα βιβλία - είναι, συχνά, εξίσου σημαντικές με την ίδια την ανάγνωση. Όσο περνά ο καιρός, επιδιώκω να είμαι πιο επιμελής, κάποτε, βλέπετε, κρατούσα σημειώσεις με έναν τρόπο άναρχο και χαοτικό, χαρτάκια εδώ, χαρτάκια εκεί, ανάμεσα στις σελίδες, σε συρτάρια, post it με κόλλα στεγνή, τετράδια που ύστερα άλλαζαν χρησιμότητα, τίτλοι βιβλίων ανάμεσα σε οικονομικές συναρτήσεις και λογιστικές καταχωρήσεις. Το ιστολόγιο, πιστεύω πως αποτελεί την εξέλιξη των σημειώσεων, την αποκωδικοποίησή τους βασικά, τη μετατροπή των συμβόλων σε λέξεις ευδιάκριτες, τη σύνθεση προτάσεων, που ύστερα από το πέρασμα της λήθης, θα είναι ικανές να επανασυνθέσουν ένα μέρος της ανάμνησης, της αναγνωστικής εμπειρίας.
Δεν είναι όλα τα βιβλία ευπρόσδεκτα σημειώσεων, όπως για παράδειγμα εκείνα που σε κρατάνε όμηρο στις σελίδες τους, μια σελίδα ακόμα, σκέφτεσαι, και ύστερα πάλι, μέχρι την τελευταία. Τότε απομένεις αμήχανος μπροστά στη λευκή σελίδα, το σημειωματάριο προσμένει μια κατάθεση μνήμης, επιθυμείς να φυλακίσεις την αίσθηση, ψάχνεις μάταια το καλούπι για το πασπαρτού κλειδί. Παλεύεις με όρους φιλολογικούς, σκέφτεσαι τη δομή και τους χαρακτήρες, νιώθεις χαζός, η υπόθεση δεν αρκεί, μόνη της δε λέει τίποτα, ακόμα και το τέλος της ιστορίας μοιάζει αδιάφορο μπροστά σε εκείνο το ανομολόγητο. Ξεφυλλίζεις πάλι τις σελίδες, σταματάς τυχαία σε κάποιο απόσπασμα, χαϊδεύεις τη ράχη, αναζητάς τυπογραφικές λεπτομέρειες. Αν είσαι τυχερός θα φανεί η Λέξη εκείνη που θα σύρει ξωπίσω της και τις υπόλοιπες, το λευκό θα λερωθεί και η αίσθηση ίσως διασωθεί τελικώς.
Είναι όμως και τα άλλα βιβλία, εκείνα που σε κάνουν να νιώθεις εξαπατημένος από τον δημιουργό, λίβελοι και κατηγορίες φτερουγίζουν, μίσος αποπνέει η κάθε σου λέξη. Για εκείνα δεν κρατάω πια σημειώσεις, δε γράφω αναρτήσεις, τα ευχαριστώ για την ενδυνάμωση του αναγνωστικού μου κριτηρίου και προχωρώ, η λίστα με τα προσεχώς με περιμένει, δεν υπάρχει χρόνος για τα ποταπά.
Ανάμεσα στις σημειώσεις τρυπώνουν λόγια προσωπικά, σκέψεις ενδόμυχες που η ανάγνωση ανέσυρε από άγνωστα βάθη, κρυμμένες ακόμα και στην πλέον αδιάφορη φράση, μικρές αποκαλύψεις δίχως πρότερη αναγγελία. Η ανάγνωση, όσο και αν γράφουμε ή αν συζητάμε σχετικά, θα παραμένει πράξη εξόχως προσωπική και εσωτερική, διαφορετική για τον καθένα και αδιαμφισβήτητα υποκειμενική στα γούστα και τις προτιμήσεις.
Στο λιβάδι των σημειώσεων συναντούν έδαφος πρόσφορο τα νήματα, εκεί ανθίζουν και δίνουν καρπούς που καταπολεμούν τη νόσο της τυχαιότητας και το μύθο της παρθένου που έμεινε έγκυος, συνδέουν τον αναγνώστη με το μεγάλο ποτάμι της έκφρασης μέσα από αμέτρητα ρυάκια. Στην αρχή δειλά, ύστερα με περισσότερη εμπιστοσύνη, χτίζονται συγγένειες, οριοθετούνται οι εποχές, οι επιρροές και η εξέλιξη, κάπως έτσι ο βηματισμός αποκτά ρυθμό.
Αναδημοσίευση από το blog Νο14me.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

