Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Δρούγος, Προσχέδιο απογραφής

 
Στο κάτω κάτω της απογραφής άφησα εκτός ελέγχου κάτι ανάπηρα συναισθήματα που τα είχα φυλαγμένα σε κουτί με οδηγίες χρήσεως, είπα ας μείνουν στην άκρη, μη και βρεθεί τρόπος και χρόνος και φανούν χρήσιμα σε ώρα ανάγκης. Μπήκε ο Αύγουστος όλο πληγές, που χρήζουν περιποίησης και καθαρών επιδέσμων και μιας δόσης αντιβιοτικών, που στάζει το ελάττωμα. Ο Αύγουστος κι αν έχει μνήμες και ξέφτια υποσχέσεων, κι η απογραφή στο κάτω κάτω λέει να τα αγνοήσει, μην τα ελέγξει, να τ ’αφήσει να πνιγούν σε στάχτες κι αποκαΐδια. Τι διάολο, τόσες φωτιές έχουμε, ας παραλειφθούν λοιπόν, ποιος νοιάζεται για το τι νιώσαμε / τι κερδίσαμε / πόσα χάσαμε / πόσα ψέματα χρειάστηκαν, για να χτίσουμε ένα μέλλον με μόνη κληρονομιά δύο σακιά στην πλάτη κι ένα παράπονο για όσα έμειναν απωθημένα και πέρασαν απ’ το μηχάνημα του κάτω ορόφου κι έγιναν πολτός ανθρώπινης πρώην ζωής. 

Στο κάτω κάτω της σελίδας θα στάξω για όνομα λίγες σταγόνες αίμα, να ’χεις να θυμάσαι πως το είχα φυλαγμένο για πάσα πιθανότητα, για κάθε μελλοντική νόσο, άνθρωποι είμαστε, η ζωή σου ζωή μου κι ο θάνατός σου θάνατός μου, λίγο αίμα, λίγη αλήθεια, λίγο μνήμη κόκκινη, λίγη φωτιά ν’ ανάψει το επόμενο τσιγάρο στο τέλος της απογραφής. Αν με θυμάσαι (με θυμάσαι;), θα θεωρηθεί ως υπόδειγμα προϊόντος αντιγραφής και θα βγει νέο μοντέλο πανομοιότυπο, να μετρηθεί και να καταμετρηθεί ως άξιο ύπαρξης, στο κάτω κάτω της αντοχής. Κι αν βγει ελαττωματικό, δεν τρέχει και τίποτα, Αύγουστος είναι, λάθη γίνονται, λέμε ψέματα όλο το χρόνο, ας είναι κι ένα ακόμα, ποιος θα το μάθει στο κάτω κάτω; Ποιος θα το παραδεχτεί στο τέλος εκεί στην άκρη της σφαίρας; Έλα, μην ανησυχείς, ορκίζομαι, δεν θα γίνει επανέλεγχος, δεν θα βγουν πολλά στη φόρα. Στο κάτω κάτω της αρχής σου, δεν έχεις μάθει ν’ αγαπάς περισσότερο πέρα από μια στροφή γύρω από σένα, τι να περίμενα και τι να περιμένω, άδεια κιβώτια είμαστε, ανώνυμα, χωρίς κωδικό barcode, χωρίς αντοχή στη φωτιά και στον αέρα. Στάχτη. Στο κάτω κάτω της υπογραφής. 
 
 
 
 
 
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books... 
 
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο»«post it»,  «Παραμύθια», «Ανασκόπηση» και «Double-blurred letter».

Γιάννης Δρούγος, Double-blurred letter

Δεν είναι βροχή. Ήταν. Κόπασε. Ήχος νύχτας είναι. (Δεν χ) Που λες, δεν είναι άρρωστη η ζωή μας, άρρωστα είναι τα σενάρια που φτιάχνουμε με το μυαλό μας, γι’ αυτό και αρρωσταίνουμε. Θυμάσαι τι σου έλεγα τότε που είχες απελπιστεί με την περίπτωση του Μ.; Όλα θα φτιάξουν, σου έλεγα. Πάντα κάτι γίνεται στο τέλος, σου έλεγα. Είδες; Να που έγινε. Γι’ αυτό, καρδιά μου, μην απελπίζεσαι. Πάντα υπάρχει μια λύση. Εκεί που όλα μοιάζουν άλυτα, εκεί που όλα μοιάζουν νύχτα, έρχεται η στιγμή που ξημερώνει. (Δεν χω) Εδώ είμαι. Θυμάσαι; (χωράω) Εδώ είσαι. Θυμάσαι; (χωράς) Μαζί. Θυμάσαι; (πουθενά) Είσαι ένα αλλά είσαι δύο. Κι οι δύο θα διώξεις τη νύχτα μια νύχτα. Θα κατεβάσεις τ’ αστέρια χαμηλότερα, θα κάνεις μια ευχή (κι ας) και θα ’ρθει το ξημέρωμα να της δώσει σχήμα. (το ξέρω, δεν) Δώσ’ μου το χέρι σου. Μη μιλάς, μην κουράζεις το μυαλό σου. Κλείσε τα μάτια και θυμήσου εκείνη τη θάλασσα που είδαμε μαζί (ελπίζω). Κοίτα. Δεν είναι οφθαλμαπάτη. Ξημερώνει. (μα ελπίζω) Δες. (κάποτε) Θ’ αντέξεις. Κι ας λες πως κάθε μέρα που περνά σε λυγίζει. Αν λυγίσεις, θα λυγίσει και θα σπάσει ο κόσμος γιατί είσαι ένας κόσμος ολόκληρος. (να χωρέσω, να χωράς στα) Όλα θα πάρουν τον ευθύ δρόμο τους. Μη φαντασιώνεσαι τη λάθος στροφή. (στα όνειρά σου). Αύριο θα ’ναι μια άλλη μέρα και θα ’μαστε μαζί, δίχως να ’μαστε μαζί, για να νικήσουμε και να χάσουμε και να σχεδιάσουμε την επόμενη νίκη μας πάνω σ’ αφρισμένα νερά ήττας.
 
Ακούς εκεί έξω το τραγούδι των σκιών; Ναι, είμαι καλά, θα έλεγα αρκετά καλά, γιατί τώρα πια δεν έχω να περιμένω τίποτα. Το θέμα είναι εσύ. Κι εσείς. Κι εμείς. Κι οι χάρτες που μας σμίγουν φευγαλέα για να μας εξορίσουν. Μην απελπίζεσαι, μην κλαις. Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης, η Μοίρα. Θα ’ρθει ζωή δίκαιη. Θα ’ρθει καιρός, που θ’ αλλάξουν τα πράματα, να το θυμάσαι, καρδιά μου.
 
Χιονίζει κι είσαι εδώ. Βρέχει κι είσαι εδώ. Θυμάμαι κι είσαι εδώ. Καπνίζω κι είσαι εδώ. Φοβάσαι κι είμαι εδώ. Ξημερώνει. Είσαι εδώ; Μείνε. Αν είσαι εδώ. Δεν είναι στάχτη αυτό που πέφτει από ψηλά μαζί με τις σταγόνες. Απουσία προσωρινή είναι και μόνιμη παρουσία. Γυρισμός είναι. Σε σένα, σε μένα, στη ζωή που άφησες κι αφήσαμε, στη θάλασσα που περιμένει να ακούσει μια φωνή κι ένα λυγμό, πριν το ξημέρωμα.
 
 

 

 

Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο»«post it»,  «Παραμύθια» και «Ανασκόπηση».

 

 

Karl Valentin, Η ερωτική επιστολή



33 Ιανουαρίου, Μόναχο, 1925½


Αγαπητέ αγαπημένε!

 
Με χέρια που κλαίνε παίρνω την πένα στα χέρια μου και σου γράφω. –
 
Γιατί άραγε έχεις να γράψεις τόσο καιρό, ενώ πρόσφατα έγραψες πως θα μου γράφεις αν δεν σου γράφω εγώ. – Ο πατέρας μου μου έγραψε και εχθές. Εκείνος γράφει πως σου έγραψε. Εσύ όμως δεν μου έγραψες λέξη πως σου έγραψε.
 
Αν μου είχες γράψει μια λέξη πως ο πατέρας μου σου έγραψε, θα του είχα γράψει του πατέρα μου πως ήθελες ήδη να του γράψεις εσύ, αλλά πως δυστυχώς δεν είχες καθόλου χρόνο για γράμματα, αλλιώς θα του είχες ήδη γράψει.
 
Είναι πολύ λυπηρό αυτό με τα συνεχή τα γράμματά μας, επειδή ούτε σ’ ένα και μοναδικό γράμμα που σου έγραψα δεν μου έγραψες απάντηση εσύ.
 
Αν δεν μπορούσες να γράψεις, θα ήταν κάτι άλλο, τότε δεν θα σου έγραφα καθόλου, εσύ όμως μπορείς να γράψεις και όμως δεν γράφεις, αν δεν σου γράψω εγώ.
 
Κλείνω το γράμμα μου κι ελπίζω να μου γράψεις επιτέλους κάποια στιγμή, αλλιώς αυτό θα είναι το τελευταίο γράμμα μου που θα σου έχω γράψει. Αν όμως πρόκειται κι αυτή τη φορά πάλι να μη γράψεις, γράψε μου τουλάχιστον πως δεν θέλεις γενικά να μου γράφεις, έτσι θα ξέρω τουλάχιστον γιατί δεν μου έγραψες ποτέ.
 
Συγχώρεσέ μου τα άσχημα τα γράμματα, πάντοτε, όταν γράφω, με πιάνει αυτή η δυστονία στο χέρι απ’ το γράψιμο, εσένα φυσικά ποτέ δεν σε πιάνει δυστονία στο χέρι απ’ το γράψιμο, γιατί εσύ ποτέ δεν γράφεις.

Χαιρετισμούς και φιλιά

Δική σου Ν. Ν.
 
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 

Ο Καρλ Φάλεντιν (1882-1948) ήταν Γερμανός κωμικός, λαϊκός τραγουδιστής, συγγραφέας και κινηματογραφικός παραγωγός. Ήταν φίλος του Μπέρτολτ Μπρεχτ, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και τον οποίο επηρέασε στο όψιμο έργο του. Στους θαυμαστές του Καρλ Φαλεντίν συγκαταλέγονταν ο Άλφρεντ Κερ και ο Κουρτ Τουχόλσκι.

Θοδωρής Γκόνης, Υπηρεσία αφύπνισης

Foto by SO LE

Γιατί δε βάζεις την αφύπνιση, εύκολο είναι, βρίσκεις στο μενού «ατζέντα», ανοίγεις, πας «ώρα αφύπνισης», γράφεις την ώρα που θέλεις, πατάς αποθήκευση, ok. Βλέπεις και το χρυσό, πονηρό καμπανάκι με το γλωσσίδι του, έτοιμο να κουδουνίσει την ώρα που εσύ διέταξες, πάνω δεξιά στην οθόνη, κλείνεις το τηλέφωνο, κοιμάσαι τον ύπνο του Δικαίου. Γιατί να υποχρεώνεσαι και να ταλαιπωρείς τους ανθρώπους;

Μάλιστα, ωραία τα λες, ωραία τα έχεις μάθει. Απλό είναι, πράγματι, παιχνιδάκι, έλα, όμως, που εγώ έχω μάθει αλλιώς και δεν μπορώ έτσι. Θέλω άνθρωπο, θέλω φωνή, φιλί, χάιδεμα, γαργάλημα, κελάδημα, λάλημα και μια και δυο και τρεις φορές τον Πετεινό. Θέλω φρουρό, σκοπό, θαλαμοφύλακα, σκεπαστή, προστάτη, φύλακα, αρχάγγελο με τη ρομφαία. Θέλω τη μάνα μου. Θέλω να κολλάς χαρτάκια, χρωματιστά με την ώρα που σου ζήτησα -που πρέπει να σηκωθώ-  στο ψυγείο με μαγνητάκια, στον καθρέφτη, στον υπολογιστή σου, στην ψυχή σου, να τα κοιτάς, να μη με ξεχνάς. Θέλω να δουλεύεις, να μιλάς ψιθυριστά, να τραγουδάς, να περπατάς, τα τραγούδια που αγαπάς, να βλέπεις χαμηλά τηλεόραση, να καπνίζεις όσο θες τώρα που απαγορεύεται, νερά να τρέχουν σιγανά, να μαγειρεύεις, να θολώνουν τα τζάμια να γράφεις τ’ όνομά μου, να με γυρεύεις. Θέλω να έχεις την έννοια, τόσα γίνονται την ώρα του ύπνου, έρχεται η φωτιά, το κλάμα, το αναφιλητό, ο καημός, ο σεισμός, ο κεραυνός, ο κλέφτης, ο ψεύτης, τ’ όνειρο, ο εφιάλτης, ο χωρισμός. Θέλω να σε βλέπω κρυφά, να λαγοκοιμάμαι, να κάνω πως κοιμάμαι, να κατασκοπεύω, τα όλα σου, τα ωραία σου, να τα λιώνω, να τα εξαργυρώνω, να τα παίρνω, να τα βάζω, να τα στρώνω, να τα τρώω, να ταΐζω τον ύπνο μου, τα όνειρά μου.

Θέλω άνθρωπο, κι αν πρέπει, αν είναι ανάγκη να είσαι έξω στους δρόμους, στις  δουλειές, να αλλάζεις χέρι στο ρολόι σου να με θυμάσαι, να μην ξεχνάς, να με φοράς, να περνάς, να διπλώνεις, το λαστιχάκι απ’ τα μαλλιά σου στον αντίχειρα, να με μασάς, να με σαλιώνεις, να με δαγκώνεις. Αν ακούς ασθενοφόρο, πυροσβεστικό, σειρήνα, να αυτιάζεσαι, να νοιάζεσαι, να μου τηλεφωνείς στο σταθερό, τον πιο κρυφό μας αριθμό-δεσμό. Να με ρωτάς όλα καλά;, ν’ αλλάζω, να στάζω σάλιο στο άλλο μου πλευρό. Σ’ αγαπώ.

Κι αν είσαι μακριά, πολύ μακριά, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, με άλλη ώρα, με άλλον άνθρωπο -κούφια η ώρα- σε άλλη ήπειρο, στην ξενιτιά, με χρόνο ανάποδο, χειμώνα εκεί, το καλοκαίρι εδώ, να ξέρεις, να γνωρίζεις, να αφαιρείς, να αθροίζεις,   διαφορές και αλλαγές. Δείκτες και λεπτοδείκτες. Αριθμούς.  Να με ξυπνάς, να μου χτυπάς, με τα μεγάλα του κόσμου τα ρολόγια, με τα δικά σου λόγια. Να με ξυπνάς, εσύ, εσύ που ξέρεις, που κρατάς, που κυβερνάς, που ορίζεις, καθορίζεις, ρυθμίζεις, γνωρίζεις, κανονίζεις τις  ώρες μου, τις μέρες μου, τα χρόνια. Βροχές και χιόνια. Ολόλευκα σεντόνια.



GONHS_DIHGHMATA17



Το παραπάνω διήγημα, πεζό κείμενο ή πεζοποίημα με τον τίτλο “Υπηρεσία αφύπνισης” είναι από τη συλλογή διηγημάτων του Θοδωρή Γκόνη Εφτά λευκά πουκάμισα (εκδόσεις Άγρα, 2017).

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Θοδωρή Γκόνη και δείτε ποια άλλα βιβλία του κυκλοφορούν.


Κώστας Καρυωτάκης, Φυγή

Foto by Mario Alberto Magallanes Trejo

Ι

Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο. Γύρω δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, αλλά τείχη που στενεύουν διαρκώς περισσότερο, τέλματα στα οποία βυθίζομαι ολοένα. Αναρχούμαι από τις αισθήσεις μου.


Η παραμικρότερη υπόθεση γίνεται τώρα σωστή περιπέτεια. Για να πω μια κοινή φράση, πρέπει να τη διανοηθώ σ' όλη της την έκταση, στην ιστορική της θέση, στις αιτίες και τα αποτελέσματά της. Αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μου.



ΙΙ

Είμαι ο Φαίδων ριγμένος στη λάσπη. Θαυμαστό βιβλίο, που οι έννοιές του δε θα το σώσουν από τον άνεμο και τη βροχή, από τα στοιχεία και τους ανθρώπους.



ΙΙΙ

Στο χυδαίο αυτό καρναβάλι, εφόρεσα αληθινή πορφύρα, στέμμα από καθαρό, ατόφιο χρυσάφι, ύψωσα ένα σκήπτρο πάνω από τα πλήθη, κ' επήγαινα ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Έχανα τη συνείδηση του περιβάλλοντος, αλλά επήγαινα σαν υπνοβάτης, ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Οι παλιάτσοι έτρεχαν μπροστά μου ή εχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Εφώναζαν, εχτυπούσαν. Αλλά εγώ επήγαινα βλέποντας τα σύννεφα και ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα επροχωρούσα. Με τους αγκώνες άνοιγα τόπο, αφήνοντας πίσω μου ράκη. Αποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στον ήλιο έσπαζαν οι καγχασμοί των άλλων. Κ' ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σαν τσακισμένο δέντρο, άκουσα για τελευταία φορά την εσωτερική μου φωνή.



ΙV

Και τώρα έχασα την ήρεμο ενατένιση. Πού ν' αφήσω το βάρος του εαυτού μου; Δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με τους κήπους. Τα βουνά με ταπεινώνουν. Για να δώσω τροφή στους λογισμούς μου, παίρνω το μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δύο φορές δε θα ιδώ το ίδιο πράγμα. Οι χωρικοί που στέκονται απορημένοι, έχουν την άγνοια και την υγεία. Τα σπίτια τους είναι παλάτια παραμυθιού. Οι κατσίκες τους δε μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπώ το πόδι και φεύγω. Περπατώ ολόκληρες μέρες. Πού πηγαίνω; Όταν γυρίσω το κεφάλι, ξέρω πως θ' αντικρίσω το φάσμα του εαυτού μου.




Η «Φυγή» του Κώστα Καρυωτάκη (1896 -1928) δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία» τον Ιούλιο του 1929. 


Κώστας Παντιώρας, Η ζωφόρος

Υδριαφόροι νέοι από την πομπή στη ζωφόρο του Παρθενώνα


«Θέλησα να σοῦ γράψω για τις παλιές μας τις χαρές

ὅμως ἔχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα

χαρούμενα.

Να με θυμᾶσαι»

Μίλτος Σαχτούρης, Ορυχείο, 1948.



Κάθε πρωί θα με δεις να κόβω το γόρδιο δεσμό της ενήλικης ζωής. Μέσα σ’ ένα παλιό Νταϊχάτσου, σωστό σαράβαλο, που μέσα του όλα κουδουνίζουν. Σμπαράλια τα εξαρτήματα, σμπαράλια τα ξυπνήματα κι όλα τα πρωινά μου. Ακόμα κι έτσι, ακόμα και μ’ αυτό το θλιβερό μου όχημα παραμένω προνομιούχος. Οι Άλλοι στριμώχνονται στο λεωφορείο, γραμμή Πέραμα – Πειραιάς, τοΟχτώ Σαράντα Τρία. Άγνωστοι μαζεμένοι βουβοί, όρθιοι με τα πέλματα καρφωμένα, εντοιχισμένα στο σασί, μυρίζουν ανθρώπινη κούραση. Ταλαιπωρία.


Παρκάρω σε έναν «κατουρώνα» βρωμερό, εκεί που άλλοτε στέκανε και τέλειωναν τα Μακρά Τείχη, η είσοδος της Πειραϊκής Χερσονήσου. Τώρα ταρίφες κάνουν την ανάγκη τους, μαντράδες και χαμάληδες παζαρεύουνε την τιμή του σκραπ κι εγώ προσφέρω το κολατσιό μου στους αστέγους.


Η ζωή μου πια μετριέται σε τζούρες ελευθερίας. Μονάδα μέτρησης η καύτρα που παίρνει ο βοριάς καθώς τρέχουμε, Λεωφόρο Ποσειδώνος, Λεωφόρο του Συγγρού, για άλλη μια παράδοση επίπλων. Χέρια κρεμάμενα νωχελικά στο ανοιχτό παράθυρο του ημιφορτηγού, στην άκρη των δαχτύλων μου αμέτρητα τσιγάρα. Τιμολόγια, εργαλεία, υλικά συσκευασίας και στο ράδιο τραγούδια τσιγγάνικα και λαϊκά.


-Γεια σου μαστρο-Γιάννη γύφτο και φαφούτη φορτοεκφορτωτή. Πάτα το γκάζι προς τη λευτεριά!


Σήμερα ντύθηκα χοντρά. Φόρεσα πάνω μου όλα τα δώρα των πρώην γυναικών μου. Ένα περιφερόμενο κολάζ των γούστων τους. Σακάκια και πουκάμισα, πουλόβερ και κασκόλ, όλα αστεία κι αταίριαστα επάνω μου ριγμένα. Βγήκα στον παγωμένο ήλιο του πρώτου, του αληθινού κι ανελέητου χειμώνα.


Από τότε που έφυγες πάλεψα να σε γδυθώ κι όμως σε έκλεισα μέσα μου σαν κουκούλι. Σε μεταμόσχευσα ως όργανο ζωτικό. Λίγο πιο κει να κινηθείς ακόμα και πέθανα. Γυναίκα της ύστερης νιότης μου σε κοιλοπονώ, γίνηκα ο πρώτος άνδρας- μητέρα. Σε επωάζω. Είμαι ο τελευταίος Αυτοκρατορικός πιγκουίνος στην κρύα απεραντοσύνη του πρώτου μας σπιτιού.


Πίσω στο μαγαζί στέκομαι και κοιτώ ξανά μέσα απ’ την πελώρια βιτρίνα. Όλα περνούν πλαγιαστά και δυσδιάστατα, όπως τραβά η κάμερα στο βίντεο κλιπ του “Ava Adore”. Όπως περνούν με χάρη, μέσα στην ακίνητη κίνησή τους, στη ζωηρή ακαμψία που τους χάρισε το χέρι του μαστόρου, τα γλυπτά μίας ζωφόρου. Περνούν διαβάτες, περνούν τα τροχοφόρα κι οι μέρες μου που χάνονται σε ωράρια εορταστικά. Τότε περνάς κι εσύ να πας για τη δουλειά σου. Το Piaggio Liberty των εκατόν εικοσιπέντε κυβικών «αστράφτει στον ήλιο».


Κι είναι τότε εκείνη η στιγμή που σπάω τη τζαμαρία, τη διαπερνώ και με γεμίζει τραύματα, όπως με διαπερνούν και με τρυπούν οι ξιφολόγχες των ημερών και των νυκτών που χάσαμε ως τα τώρα.  Ξαπλώνουμε στο οδόστρωμα και σου βγάζω τα ρούχα. Τα χνώτα μου ζεσταίνουν το Δεκέμβρη του πάλλευκου κορμιού σου. Πάνω στη ματωμένη γύμνια μας περνά κι ακούγεται το ποδοβολητό εκατοντάδων χιλιάδων απεργών. Τόσων πολλών που το κίνημα ποτέ δεν γνώρισε. Γυρίζουμε στο σπίτι μας και κάνουμε το πιο απλό, το πιο ταπεινό και για αυτό το πιο συναρπαστικό πράγμα στον κόσμο όλο. Κάτι που ποτέ δεν κάνουνε οι εραστές στο σινεμά και στη λογοτεχνία. Τηγανίζεις πατάτες με αυγά μάτια, φέτα τυρί να φάμε.




Το κείμενο του Κώστα Παντιώρα «Η ζωοφόρος» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιό του. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης το κείμενό του «Το σορτς».


Robert Walser, Μουσική

Foto by Leon McGuire

Η μουσική είναι για μένα ό,τι γλυκύτερο στον κόσμο. Αγαπώ τους μουσικούς τόνους με τρόπο ανείπωτο. Μπορώ, προκειμένου να ακούσω έναν τόνο, να κάνω μέχρι και χίλιες δρασκελιές. Συχνά, όταν το καλοκαίρι περιπλανιέμαι στους καυτούς δρόμους της πόλης και ξαφνικά ακούγεται από κάποιο άγνωστο σπίτι ένα πιάνο, κοντοστέκομαι και νομίζω πως είναι να πεθάνω επί τόπου. Θα ήθελα να πεθάνω ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι. Φαντάζομαι πως είναι κάτι τόσο εύκολο, τόσο φυσικό, κι όμως είναι φυσικά πάλι αδύνατο. Οι μουσικοί τόνοι είναι υπερβολικά απαλές στιλετιές. Οι πληγές από τέτοιες στιλετιές μπορεί βέβαια να τσούζουν, μέσα τους όμως δεν έχουν πύον. Θλίψη και οδύνη αναβλύζουν αντί για το αίμα. Καθώς σταματούν οι τόνοι, όλα μέσα μου ησυχάζουν πάλι. Καταπιάνομαι τότε με τις σχολικές μου εργασίες, πηγαίνω να φάω, να παίξω, και το ξεχνάω. Το πιάνο μού δίνει τον πιο μαγικό από όλους τους τόνους. Κι ας παίζει χέρι αδέξιο. Δεν ακούω το παίξιμο, μόνο τον τόνο. Δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω μουσικός. Διότι δεν θα έβρισκα ποτέ αρκετά γλυκό και μεθυστικό το να παίζω μουσική. Το να ακούω μουσική, αυτό είναι κάτι πολύ ιερότερο. Η μουσική μού φέρνει πάντοτε στενάχωρη διάθεση, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο είναι στενάχωρο κι ένα χαμόγελο. Θέλω να πω: ευχάριστο-στενάχωρο. Την πιο αστεία μουσική δεν είμαι σε θέση να τη βρω αστεία, ενώ ακόμα και η πιο μελαγχολική μουσική για μένα δεν είναι σε καμία περίπτωση ιδιαίτερα μελαγχολική και αποθαρρυντική. Πριν ακουστεί μουσική, έχω πάντοτε μονάχα αυτή την αίσθηση: ότι κάτι μου λείπει. Ποτέ δεν πρόκειται να μάθω τον λόγο αυτής της ελαφριάς θλίψης, κι ούτε θα θελήσω και ποτέ να τον διερευνήσω. Δεν επιθυμώ να τον ξέρω. Δεν επιθυμώ να ξέρω το καθετί. Εν γένει πάντως, όσο έξυπνος κι αν έχω την εντύπωση πως είμαι, διαθέτω ελάχιστη δίψα για μάθηση. Ο λόγος, νομίζω, είναι ότι είμαι από τη φύση μου το αντίθετο του περίεργου. Μου αρέσει να αφήνω να συμβαίνουν πολλά γύρω μου, χωρίς να νοιαστώ διόλου για το πώς θα συμβούν. Αυτό ασφαλώς είναι κατακριτέο και ελάχιστα κατάλληλο να με βοηθήσει να ακολουθήσω κάποια σταδιοδρομία στη ζωή. Ας είναι. Δεν τον φοβάμαι τον θάνατο, κι επομένως ούτε και τη ζωή. Έχω την αίσθηση όμως ότι αρχίζω τις φιλοσοφίες. Η μουσική είναι η πιο απερίσκεπτη και γι’ αυτό κι η πιο γλυκιά τέχνη. Οι εντελώς συνετοί άνθρωποι δεν πρόκειται ποτέ να την εκτιμήσουν, όμως εκείνη, τις στιγμές που θα την ακούν, θα κάνει σε αυτούς ακριβώς το μεγαλύτερο δυνατό καλό. Την τέχνη δεν πρέπει να θέλουμε να την κατανοήσουμε και να την εκτιμήσουμε. Η τέχνη θέλει να σφιχταγκαλιάσει εμάς. Είναι ένα πλάσμα τόσο ασύλληπτα αγνό και υπερήφανο, που ενοχλείται όταν πασχίζει κανείς να την κατακτήσει. Τιμωρεί εκείνον που θα την πλησιάσει θέλοντας να την καταλάβει. Οι καλλιτέχνες το μαθαίνουν αυτό από πρώτο χέρι. Αυτοί είναι που θεωρούν δουλειά τους να καταπιαστούν με εκείνη που διόλου δεν θέλει να την αγγίζουν. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θέλω να γίνω ποτέ μουσικός. Φοβάμαι την τιμωρία ενός πλάσματος τόσο γεμάτου χάρη. Μπορεί κανείς να αγαπάει μια τέχνη, αλλά θα πρέπει να φυλάγεται να μην το ομολογήσει ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Αγαπάει κανείς βαθύτερα, όταν δεν γνωρίζει καν ότι αγαπάει. – Με πονάει η μουσική. Δεν ξέρω αν την αγαπώ πραγματικά. Εκείνη με βρίσκει, όπου βρεθεί κι εκείνη και τύχει να με συναντήσει. Δεν τη γυρεύω εγώ. Την αφήνω να με κανακέψει. Όμως το κανάκεμα αυτό ανοίγει πληγές. Πώς να το πω; Η μουσική είναι ένα κλάμα σε μελωδίες, μια ανάμνηση σε τόνους, μια ζωγραφιά σε ήχους. Δεν μπορώ να το πω καλά. Αλίμονο όμως αν πάρει κανείς στα σοβαρά τα λόγια για την τέχνη εκεί πάνω. Είναι με τόση βεβαιότητα αταίριαστα, με όση δεν με άγγιξε κανένας τόνος μέχρι τώρα. Κάτι μου λείπει όταν δεν ακούω μουσική, κι όταν πάλι ακούω μουσική, τότε κι αν είναι που μου λείπει κάτι. Ετούτο είναι το καλύτερο που θα μπορούσα ποτέ να πω για τη μουσική.


(1902)


Μετάφραση από τα Γερμανικά:Μαριάννα Χάλαρη




Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης το πεζό κείμενο του Ρόμπερτ Βάλζερ (1878-1956) Στάχτη, βελόνα, μολύβι και πυρείο, το οποίο συνοδεύεται από λίγα λόγια της Μαριάννας Χάλαρη για τη ζωή και το έργο του Ελβετού συγγραφέα. Δείτε στη βιβλιοnet τα βιβλία του Ρόμπερτ Βάλζερ που κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Κώστας Παντιώρας, Το σορτς

Photo by Griszka Niewiadomski


«Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.

Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν

Είναι κι αυτό κάτι.»

Γιώργος Β. Μακρής

 


Έχεις φιλήσει ποτέ σου τα τσακισμένα πόδια μιας πωλήτριας; Κάτω από το δέρμα της ταξιδεύει με οτοστόπ η κούραση δώδεκα ωρών κι είκοσι χρόνων. Γόνατα, μηροί και πέλματα. Γάμπες… μια στάση εδώ! Φύσηξες μήπως τη δροσερή πνοή σου πάνω απ’ τον σκυμμένο σβέρκο μιας «νυχούς»; Πλέξε τα μαλλιά της να φανούν οι σπόνδυλοι, χτένισέ τη στο ρεπό, κάποια Τετάρτη βράδυ του Ιούλη. Μόνο να κάτσετε έξω με μπύρες και καρπούζι και τασάκια … έξω να σκάει ο τζίτζικας και μέσα να παίζει η τηλεόραση ανοιχτή κι αδιάφορη, ίσα που να νομίσει το κορίτσι πως έχετε κόσμο, φίλους καλεσμένους, ίσως κάποιο πάρτι κι ακόμη ίσως μια κανονική ζωή.


Ρούχα της δουλειάς. Άσπρο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι. Ντυμένος σαν προσυλητιστής.


Έχεις ένα λεπτό να σου μιλήσω για τον Κύριο και Σωτήρα μας, τον Καπιταλισμό;


Πώς βρέθηκα εδώ, ούτε που το σχεδίασα. Έκπτωτος από το θρόνο της νεανικής φιλοδοξίας στην περίοδο των εκπτώσεων. Όρθιος δίπλα στο κατακόκκινο πανώ που αναγράφει τα ποσοστά … είκοσι τοις εκατό, πενήντα τοις εκατό, περάστε κόσμε! Περάστε να ασημώσετε την καταδίκη μας. Στέκομαι ακίνητος σιμά στο τζάμι, όμοιος κι αμίλητος με τις θλιμμένες κι ερμαφρόδιτες κούκλες της βιτρίνας. Οι κούκλες δεν έχουν φύλο. Πως θα μπορούσαν άλλωστε; Δεν αυξάνονται, δεν πληθύνονται. Κάνουν τη δουλειά για την οποία είναι προορισμένες και μόλις παλιώσουν, μόλις κιτρινίσουν ή χαλάσουν, σαν φύγει κάποιο χέρι και ξεχαρβαλωθεί θα πεταχτούν. Ύστερα κάποιος πλανόδιος φτωχοδιάβολος θα τις φορτώσει πάνω σ’ ένα τρίκυκλο που ξερνά ξοπίσω του μικρά σύννεφα καμένης βενζίνης. Θα ανηφορίσει την Πειραιώς. Προορισμός Μοναστηράκι. Η πολυεστερική σορός μιας κούκλας πάνω σε σωρό από χαρτόκουτα. Το παρακατιανό τρίκυκλο, ο κιλλίβαντας που της πρέπει. Αντίο με όλες τις τιποτένιες δόξες και τις ελεεινές τιμές…


Μια μέρα κι άλλη μια, άντε να βγει η βδομάδα. Μέσα στο κρανίο μου υπάρχουν παραλίες, παφλάζουν κύματα, ηχούν οι χαρμόσυνοι φλοίσβοι του θέρους.


– ο Εμπειρίκος αν ζούσε και μάθαινε ποτέ την ύπαρξή μου, εδώ θα μου ‘σφιγγε το χέρι ή θα με ‘φτυνε στα μούτρα –


Αγχωμένες γουλιές, αγχωμένες τζούρες. Όποιος αργεί στη δουλειά απολύεται. Μολοταύτα κάθε πρωί τη στήνω στην αρχή της Τσαμαδού. Τα πόδια μου μ’ έχουν εγκαταλείψει. Οδόστρωμα με κλίση. Προσμένω να περάσει κάποιο όμορφο κορίτσι να ανέβουμε αντάμα. Τ’ άρωμά της θα με τραβήξει σαν βίντσι, η πλάτη της σωστό τελεφερίκ!


Αποθήκη. Μουσική δωματίου, κονσέρτο για αποχέτευση και καζανάκι. Πάνω μου σε δαιδαλώδεις σχηματισμούς περνούν τα σκατά της πολυκατοικίας. Εδώ καταλήγει η ανάγκη των νοικοκυραίων, μαγείρεψαν κι έφαγαν συνταγές που βρήκαν στο διαδίκτυο. Τούτη τη στιγμή τα τακούνια μιας Μπέλα Χαντίντ χτυπούν στις πλάκες του πεζοδρομίου. Θα τρέξω στις σκάλες να τη δω να περνάει. Θα τρέξω μα δε βαστώ. «Μη χασομεράς, πιο γρήγορα!». Οι ωραιότερες γυναίκες ψωνίζουν δώρα για τους άνδρες τους. Μυρίζουν τη μπόχα της ευτυχίας. Τις εξυπηρετούν άλλες γυναίκες που δεν μπορούν να αγοράσουν τίποτα. Παραδοξότητα. Κιρσοί και φλεβίτιδα, το τατουάζ της εργατικής τάξης. Χιλιάδες βελόνες η ορθοστασία. Χρώμα μπλε βαθύ, μα όχι σαν της θάλασσας, χρώμα βάναυσο. Το Τζάνειο εφημερεύει, ουρλιάζουν οι σειρήνες στο μποτιλιάρισμα, λιώνουν τα ελαστικά στην πίσσα. Κάποιοι από εμάς πεθαίνουν. Πεθαίνουν στην άσφαλτο, στα επείγοντα, στο ράντζο. Αυτό είναι όλο. Αυτό είναι μόνο.


Σε μισή ώρα σχολάω. Θα πετάξω από πάνω μου τα μονότονα ρούχα. Θα μείνω με το λερό εσώρουχο. Θα καταπιώ ζεσταμένο φαΐ. Αυτός είναι ο βίος μου. Τώρα πεθυμώ φρεσκάδα, λιγώνομαι για δροσιά φασκιωμένη μέσα σε τζιν σορτσάκια. Σαν τελειώσει η μέρα, ολόκληρος ο κάματός μου με οδηγεί σε μιαν αφελή ονειροπόληση της νυκτός … ένα κορίτσι κι ένα τόσο δα σορτς!





Το κείμενο του Κώστα Παντιώρα «Το σορτς» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιό του



Άκης Παπαντώνης, Δύο γράμματα

Photo by Kaan Tanriover

27 Απριλίου 2008

 

Αγαπητή κα Τσίρκελ,

 

με ρωτάτε ξανά και ξανά από πού κατάγομαι —«από πού κρατάει η σκούφια μου» ή, όπως έλεγαν στα μέρη της πρώην γυναίκας μου, «εσύ ποιανού είσαι;» (τι παράξενη ερώτηση αυτή που υπονοεί ιδιοκτησία!). Ανάθεμα κι αν μπορώ να σας απαντήσω. Το ίδιο ακριβώς με ρωτάνε κι οι ανακριτές —βλέπετε το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζω δεν είναι τα μισόκιλα της ζάχαρης ή τα ανθρακούχα αναψυκτικά που «δανείστηκα» από τα σπίτια της περιοχής, ούτε καν η ιδιοκτησία των βιβλίων της υπαίθριας βιβλιοθήκης μου. Το μεγαλύτερό μου πρόβλημα είναι η παραβίαση των όρων της βίζας μου: κατά τέσσερα και πλέον έτη. Τώρα οφείλω να θυμηθώ τον εαυτό μου όπως ήταν την ημέρα που πέρασα τον έλεγχο διαβατηρίων στο JFK. Αρκεί όμως με τη νεκρολογία του πάλαι ποτέ εαυτού μου.

 

Η μητέρα μου κρατά από μια γραμμή μαυροφορεμένων γυναικών, γυναίκες που διαρκώς πενθούσαν για κάτι. Δεν μπορώ να ανακαλέσω έστω μια στιγμή που να μην είχε τυλιγμένο το κεφάλι της σε κάποιο σκούρο μαντήλι, ούτε βέβαια κάποια που να είναι ντυμένη με φωτεινά φορέματα. Το πένθος μιας χαμένης πατρίδας, των χαμένων νιάτων, της χαμένης ελπίδας, του χαμού του κάθε τι. Ώρες ώρες τις φαντάζομαι όλες αυτές τις προγιαγιάδες, γιαγιάδες, θείες, ανηψιές κι εξαδέλφες να θηλάζουν το απόσταγμα αυτών των συναισθημάτων, να ράβονται όλες μαζί —όλες μια κοψιά— στην ίδια υπεραιωνόβια ράφτρα που περιφέρεται μαζί τους από τον Πόντο στα παράλια της Κριμαίας κι από ‘κει στην Πολωνία, ύστερα στην Ανατολική Γερμανία, από το ’89 άθελά τους στην ολόκληρη Γερμανία —τελικά στο χώμα.

 

Ο πατέρας μου, ένας άνθρωπος που κρυβόταν πίσω από τον εαυτό του, ψηλός κι απόκρημνος σε όλα του, κρατάει από κάτι σεφαραδίτες εβραίους που έκαναν μόνο λάθη. Από λάθος βρέθηκαν στην Πολωνία πριν τον πόλεμο, από λάθος πάντρεψαν τον γιο τους με μια μη εβραία, από λάθος γλίτωσαν τα κρεματόρια πριν καταλήξουν στην Γερμανία —από πρόθεση αφέθηκε ο γιος τους (κι εγγονός τους κι ανηψιός τους κι εξάδελφός τους, φυσικά) να πεθάνει.

 

Όσο για μένα: πήγαινα όπου με πήγαιναν αδιαμαρτύρητα, μπέρδευα τις λέξεις από τις διαφορετικές γλώσσες που με κύκλωναν με αφέλεια, έφευγα υπερήφανα κι επέστρεφα με σκυμμένο κεφάλι. Τι με κάνουν λοιπόν εμένα όλα αυτά; Εβραιοπολωνό; Γερμανό με ρώσικες ρίζες; Τι; Από πού κρατά η σκούφια μου; Από το ατέλειωτο πένθος και το λάθος; Μικρή σημασία έχει. Και για τους τρεις μας —αφήνω τις μικρές απ’ έξω— ο εχθρός από τον οποίο τρέχαμε να ξεφύγουμε δεν ήταν άλλος από τον εαυτό μας.

 

Ένας άνθρωπος χωρίς αριθμό διαβατηρίου,

 

Π. Τ.

 

 

* * *

 

 

28 Απριλίου 2008

 

Αγαπητή Άννε,

 

ξεκοκκάλισα τον Φώκνερ που βρήκα στην βιβλιοθήκη της φυλακής. Κάπου στο Καθώς ψυχορραγώ γράφει πάνω-κάτω: «η μνήμη πιστεύει, προτού θυμηθεί η γνώση» κι έχει τόσο δίκιο. Σκεφτείτε το, κυρία Τσίρκελ, ταιριάζει και στην περίπτωσή μας. Πώς βρίσκετε το θάρρος να πιστεύετε όσα σας γράφει από μνήμης ένας άνθρωπος που έχει χρόνια τώρα ξεχαστεί;

 

Ας το αφήσουμε εδώ, καλύτερα έτσι και για τους δυο μας.

 

Π. Τ.

 

 

 

 

 

 

 Τα «Δύο γράμματα» του Άκη Παπαντώνη δημοσιεύονται για πρώτη φορά σήμερα, 27 Απριλίου 2016, που το blog Logotexnia21 κλείνει τα 8 χρόνια του. Η Logotexnia21 τον ευχαριστεί θερμά που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά της. Ο Άκης Παπαντώνης (Αθήνα, 1978) σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εργάστηκε ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από το 2013 είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Έχει δημοσιεύσει πεζά σε ελληνικά και αγγλόφωνα λογοτεχνικά περιοδικά, κριτικά σημειώματα στην Εφημερίδα των Συντακτών, ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Είμαστε όλοι μετανάστες (Πατάκης, 2007)  και 11 λέξεις (Καλέντης, 2013). Για το πρώτο βιβλίο του, Καρυότυπος (Εκδόσεις Κίχλη, 2014) του απονεμήθηκε το 2015 το «Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου» από το Περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες Ο Αναγνώστης. Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε επίσης ένα απόσπασμα από τον Καρυότυπο

 

 

 

Inge Müller, Ιωνά - Απόσπασμα

 
Photo by  Deutsch-Russisches Museum Berlin-Karlshorst, Sammlung Iwan Schagin

 

Ήτανε Μάης του 1944.

 

[…]

 

Στο σταθμό. Παγωνιά. Ξένοι. Βιαστικοί. Χακί. Πρόσωπα. Στρατιωτικές στολές. Σφύριγμα. Άφιξη τρένου. Αναχώρηση τρένου. Κι άλλο χακί. Ερυθρός Σταυρός.

 

Επίδεσμοι. Ακρωτηριασμένοι. Γκρίζα μάτια. Άσπρα. Μαύρες στρατιωτικές στολές. Ρούνοι. Κεφάλια νεκρών. Στο καλάθι των αχρήστων: πακέτα από τσιγάρα. Αγκυλωτοί σταυροί πάνω σε χαρτί κόκκινο από αίμα. Ψόφιοι αρουραίοι.

 

Ιωνά: κάποιος φωνάζει. Παιδικό πρόσωπο κάτω απ’ το σιδερένιο κράνος: κορίτσι, έλα!

 

Όμορφη! Κοιμήσου. Δάκρυα στάζουν στη φωνή: μείνε. Πόρνη! Εγώ πληρώνω. Έλα λοιπόν!

 

Η Ιωνά κοίταξε τον στρατιώτη. Δεν είναι αυτός. Αυτός όχι. Κάποιος. Αλλά το στόμα του, το στόμα του δεν είναι ξένο. Εκείνη γέλασε. Εκείνος μίλησε. Εκείνος ούρλιαξε. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα. Εκείνος σώπασε. Εκείνη τρόμαξε. Είδε τον άσπρο επίδεσμο κάτω απ’ το γιακά της στολής του. Οι πληγωμένοι πολεμιστές γυρνάνε στο σπίτι. Όταν οι στρατιώτες παρελαύνουν μέσα στην πόλη. Με εμβατήρια περνάνε την πύλη. Ένα κάλεσμα σαν απόηχος βροντής. Σταυροί. Σταυροί. Ο Άγνωστος Στρατιώτης. Βόμβες πάνω στη γη των αγγέλων. Στρατιωτικό ταχυδρομείο. Γενναία μικρή γυναίκα του στρατιώτη... Ο κόσμος πρέπει να είναι δικός μας. Οι δυο σκιές μας έμοιαζαν σαν μία, όπως κάποτε της Λιλή Μαρλέν. Σφύριγμα. Άφιξη τρένου. Αναχώρηση τρένου. Ράγες, ράγες, γραμμές, ορίζοντας, για πού; Το τρένο έχει 5 ώρες καθυστέρηση. Προβλέπεται 7 ώρες καθυστέρηση. Ποιος έκαψε τα παγκάκια του σταθμού για να ζεσταθεί;

 

Η Ιωνά περίμενε. 7 ώρες, 25 λεπτά. Στολές. Χακί. Αδελφές του Ερυθρού Σταυρού. Φωνές που έδιναν διαταγές. Τρένο του στρατιωτικού νοσοκομείου: προγραμματισμένη άφιξη... είσοδος τρένου. Φασαρία. Ο σταθμός δονείται, πίεση ατμού, υπερπίεση, τα αυτιά βουλώνουν. Ποιος ουρλιάζει; Η σειρήνα, πρώτη φωνή∙ σειρήνες, αρχίζουν πολύ αργά, χορωδία, πιο πολυφωνική, εκκωφαντική, στριγγή, τελικά με τον διαπεραστικό τόνο των μεγάλων καραβιών...

 

Στην αποβάθρα σαρώνει η θύελλα, μαστιγώνει ο φόβος. Σειρήνες. Οι πληγωμένοι πάνω σε πόρτες, φορεία εκτάκτου ανάγκης, μεταφέρονταν πίσω στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Και στη σιγουριά. Οι ελαφρά πληγωμένοι υποβασταζόμενοι ή μόνοι τους πηγαίνουν στην άδεια αποβάθρα σκοντάφτοντας, τρεκλίζοντας. Η Ιωνά βοηθάει έναν να σηκωθεί, συνεχίζει να ψάχνει. Εκείνος δεν είναι ανάμεσά τους.

 

Αστυνομία σταθμού, στρατιωτική αστυνομία. Ασπίδα μπροστά στο στήθος∙ μαντρόσκυλα. ΠΡΟΧΩΡΕΙΤΕ! ΕΚΚΕΝΩΣΗ! Η Ιωνά τρομάζει με τη λέξη. Κοιτούσε: αυτοί είναι άνθρωποι. Είναι αυτοί άνθρωποι; ΠΡΟΧΩΡΕΙΤΕ! Διαταγή: στο καταφύγιο. Είναι για τη δική σας ασφάλεια, μα επιτέλους! Εμπρός, εμπρός! Κουνηθείτε!

 

Ποιος μας έδιωξε από τον παράδεισο; Ο σκύλος μαζεύει το κοπάδι. Ο διωγμός των εβραίων.

 

Ιωνά. ΕΜΠΡΟΣ ΜΑΡΣ, ΚΟΡΙΤΣΙ! Στριμωγμένοι με το ζόρι στο δρόμο για το καταφύγιο. Μια χοντρή γυναίκα κλαψουρίζει: «Την καρφίτσα μου! Πατάτε την καρφίτσα μου. Χρυσή. Ενθύμιο.»

 

«Σώστε την καρφίτσα!» Τσιριχτά γέλια. Μουρμουρητά. Ουρλιαχτά. ΝΑ ΤΗΡΗΘΕΙ ΗΣΥΧΙΑ! ΟΛΟΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΦΥΓΟΥΝ ΣΕ ΑΝΤΙΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ.

 

[…]

 

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 

1945, Βερολίνο, ένας δρόμος στα βόρεια, ένα υπόγειο.

 

[…]

 

Μια ηλικιωμένη γυναίκα στην πιο σκοτεινή γωνιά του καταφυγίου έραβε ένα κουμπί του άντρα της, το πάνω πάνω κουμπί στο λιωμένο παλτό του. Με φροντίδα, βελονιά τη βελονιά, τραβώντας τη βελόνα στην άκρη για να μην τραυματίσει τον άντρα της∙ προς τους ανθρώπους: είναι το μοναδικό του. Τα χάσαμε όλα. Προς τον άντρα της, ενώ τον κουκουλώνει μέχρι τον αδυνατισμένο ρυτιδιασμένο λαιμό του, τον κουμπώνει: δεν πρέπει να το ξανακόψεις, το κουμπί. Αλλιώς θα παγώσεις. Έτσι, έτσι. Τον ζυγιάζει σαν παιδί. Ο άντρας τραβάει το κουμπί, αυτή πιάνει το χέρι του. Δυο χέρια, σακάτικα δάχτυλα, κόμποι στις αρθρώσεις, δέρμα στιλπνό. Έτσι, έτσι. Όπου πας εσύ, θέλω να πάω κι εγώ. Χάρις. Χάρε πέρνα απέναντι. Μέχρι να σας χωρίσει ο θάνατος.

 

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου

 



Η μετάφραση των παραπάνω αποσπασμάτων του κειμένου «ΙΩΝΑ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ» έγινε από το βιβλίο που επιμελήθηκε η Ines Geipel και περιλαμβάνει ποιήματα, πεζά και ημερολογιακές καταγραφές της Ίνγκε Μύλλερ (Inge Müller, Irgendwo; noch einmal möchte ich sehn).

Το «ΙΩΝΑ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ» αποτελεί τη βάση για ένα μεγάλο κείμενο, το οποίο δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού η Ίνγκε Μύλλερ το 1966 δίνει προτεραιότητα στην αυτοκτονία της αφήνοντας πίσω της σκόρπιες σκέψεις, ποιήματα, ατακτοποίητα προσχέδια. Η περιγραφή του Βερολίνου που βομβαρδίζεται, η ζωή στα καταφύγια, στους δρόμους και στους σταθμούς με λόγο κοφτό, αφτιασίδωτο που καταφέρνει να ανατριχιάσει τον αναγνώστη είναι απόδειξη για την συγγραφική σπουδαιότητα της Ίνγκε Μύλλερ, που ακόμα και σήμερα δεν έχει πάρει τη θέση που της αναλογεί στο κάδρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και βέβαια δυστυχώς είναι φρικιαστική η επικαιρότητα του ναζισμού, της προσφυγιάς και του πολέμου για τα οποία γράφει η Ίνγκε Μύλλερ.

Η Ίνγκε Μύλλερ γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1925 στο Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης έμεινε τρεις μέρες θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα και ανέσυρε νεκρούς τους γονείς της από τα ερείπια. Γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή της όσο και τη γραφή της. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Την τρίτη με τον Χάινερ Μύλλερ. Έγραψαν μαζί κάποια θεατρικά έργα και βραβεύτηκαν για δύο από αυτά. Η Ίνγκε Μύλλερ, καταθλιπτική και αλκοολική, αυτοκτόνησε τελικά μετά από πολλές απόπειρες το 1966 στο σπίτι της στο Βερολίνο. Αν και για πολλούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Γερμανίδες συγγραφείς της εποχής της, το έργο της έμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν στην αφάνεια ακόμα και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Έγραψε παιδικά διηγήματα, πρόζα, ποίηση και θεατρικά έργα.

 

Της Σούλας Ζαχαροπούλου

 

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε 5 ποιήματα της Ίνγκε Μύλλερ, και τα διηγήματά της «Το βουβό παιδί»,  «Οι ποδηλάτες» και «Λευκοί υάκινθοι», όλα σε μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου. Τα κείμενα αυτά είναι τα μόνα κείμενα της Ίνγκε Μύλλερ που έχουν μεταφραστεί και δημοσιεύονται στα Ελληνικά.

Γιάννης Καλογερόπουλος, Προβολή

 Photo by No14me

 

Δεν ήταν εύκολο. Θύμιζε εκείνη τη σκηνή απ' το μυθιστόρημα του Άνταμς, ο Ντερκ Τζέντλυ κυνηγάει τη γάτα (που εσύ ακόμα δεν έχεις διαβάσει). Κάτι κάναμε λάθος, ήταν προφανές. Ήμασταν οι δυο μας. Τελικά τα καταφέραμε (όχι χωρίς να γδάρεις τα δάχτυλά σου στο κούφωμα της πόρτας). Ο διθέσιος, μετά το διάλειμμα για τσιγάρο, έμοιαζε με παιχνίδι. Ένιωθα τόσο ζεστός που πίστευα πως και μόνος μου θα τα κατάφερνα (το πιστεύω συχνά αυτό). Το φορτηγό δεν θα ερχόταν παρά την επόμενη μέρα. Άλλαξε το δρομολόγιο (μας είπαν), συγγνώμη για την αναστάτωση. Εσύ είπες: ας οργανώσουμε μια προβολή, ευκαιρία είναι (εγώ έβριζα). Στο μπαλκόνι, λάφυρο από κάποια μεθυσμένη επιστροφή, υπήρχε μια πινακίδα, που προειδοποιούσε για εκτέλεση έργων. Από τη μία πλευρά. Από την άλλη απειλούσε με φυλάκιση τους βανδάλους (αν τους πιάσουν). Ο δρόμος έκλεισε λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Ο Λευτέρης από το ψιλικατζίδικο έβαλε τα αναψυκτικά, τα μπινελίκια και την μπαλαντέζα. Ήρθε και η αδερφή του (μαζί κρατούσαν το μαγαζί). Βολευτήκαμε (αν και έλειπε ένα τραπεζάκι για να απλώσουμε τα πόδια μας). Ακούστηκε η μουσική. Ξύπνησα. Ο καναπές ήταν στη θέση του στο σαλόνι. Εσύ κοιμόσουν.





Το κείμενο «Προβολή» και η φωτογραφία που το συνοδεύει δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο blog του Γιάννη Καλογερόπουλου No14meΟ Γιάννης Καλογερόπουλος γεννήθηκε το 1983 στην Πάτρα. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα.Έχει συνεργαστεί  με το mixtape.gr και με το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση Bookstand. Κάθε Σάββατο η εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα» φιλοξενεί τη στήλη του για το βιβλίο, Αφορμή, στο ένθετο «Διαδρομές». Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά του «Διαπραγματεύσεις», «Το σχέδιο», «Αν δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις μια ιστορία», «Η διόρθωση» και άλλα κείμενα από το blog του.