Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΑ ΧΟΥΜΑΝΙΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΑ ΧΟΥΜΑΝΙΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Dea Loher, χώρα χωρίς λόγια

I.

κι όταν με ρωτάνε

πώς ήταν

ε

ε

ε

ε πώς ήταν

εγώ δεν λέω

τίποτα

κι όταν με πιέζουνε

έλα λέγε

εγώ σκέφτομαι

τι να πω

αν ήμουν ζωγράφος

για παράδειγμα ας πούμε

θα ήτανε πιο απλό

ρωτάω

θα μπορούσα να πω

παλιά

για πολύ πολύ καιρό

τα σώματα ήτανε σημαντικά

μια εποχή όπως έπρεπε

ύστερα κανένα αναντικατάστατο

τελικά τυχαία

σώματα κάποιες φορές γυμνά κάποιες φορές όχι

με εξωφρενικά μεγεθυσμένη ακρίβεια

με τα τραύματά τους τις ουλές τις ραφές τα κοκκινισμένα ανοίγματα

σώματα στην απόχρωση χαλασμένου σολομού

κι η ουσία τους σαν χοιρινό κρέας πέτσα λίπος χόνδροι

κάθε ίνα ξεκάθαρα ορατή

έμφαση στην αναπόφευκτη σήψη

πολύ καιρό στη μόδα έχει ακόμα πέραση

ο άνθρωπος κυλισμένος στο τερατώδες δείχνει την αθλιότητά του

για να του δοθεί παρηγοριά

ήτανε μια από τις φάσεις μου

ύστερα σκέφτηκα

πού υπερέχει κάθε γιατρός του ζωγράφου

στην ακρίβεια του αναμνηστικού ιστορικού και την ανατομία

εγώ μπορώ το πολύ πολύ να ζωγραφίσω κάτι σπασμένο σκισμένο ακρωτηριασμένο

αυτό έκανα στη συνέχεια πάει καιρός πια

γρήγορα παρακάτω απλώς παρακάτω τα λάθη έχουνε ήδη πληρωθεί η πληγή της

ντροπής στην καρδιά μου μικρή στρογγυλή ασταμάτητα ορατή σαν το σημάδι από

τσιγάρο που σβήστηκε στο δέρμα

αυτό πρέπει να αρκεί ως ανάμνηση

(σταματά)

κι άντε πάλι απ’ την αρχή

να φτιάξω ένα ρόλο αντί να μιλάω για τον εαυτό μου

κατά βάθος κήρυξη πτώχευσης

διπλή

να κρυφτώ με λέξεις

πίσω από χρώματα

λες και θα ’ταν πιο απλό

αν ήμουν ζωγράφος

ρωτάω

κι άντε πάλι απ’ την αρχή να μην

παραιτούμαι

κι άντε πάλι απ’ την αρχή να μην

τους αφήνω

να μην τους αφήνω

να με ρωτάνε

(γελά)

να συνεχίσω να ζωγραφίζω

(σταματά)

ή αυτή η λαχτάρα για ομορφιά

δεν την παραδέχεται κανείς αυτή

ό,τι είναι πραγματικά όμορφο

η μυρωδιά ενός φίλου για παράδειγμα

με τον δικό του εντελώς συγκεκριμένο ιδρώτα στις μασχάλες

κι αμέσως τίθεται και πάλι το ερώτημα

πώς να το ζωγραφίσεις τώρα αυτό

ή 1 τ.μ. οδόστρωμα

κουκούτσι ροδάκινου μισό αποτύπωμα παπουτσιού

χρωματιστές πιτσιλιές σπασμένα γυαλιά

κηλίδα βενζίνης κλαδί με τρία φύλλα

και τώρα

χωρίς κορνίζα κρεμασμένο στον τοίχο

αυτό και μόνο είναι τέχνη

κι ακόμα πιο πολύ

αυτό είναι ομορφιά

μόνο ν’ αλλάξεις λιγάκι την οπτική γωνία

αυτές ήταν οι σκέψεις μου

πριν έρθω στην κ.

είχα δοκιμάσει και κάνα δυο πράγματα

αλλά δεν βγήκε τίποτα σωστό

μόνο επιφάνειες κατάφερνα να φτιάξω

πολλές ωραίες επιφάνειες

το από πίσω

το από κάτω αυτό δεν μπορούσα να το φτιάξω

σκεφτόμουν θα το ήξερα

αλλά δεν το ’ξερα

αλλά ήμουν εντελώς αποφασισμένη

να συνεχίσω να

κι ύστερα απ’ αυτό εκεί

(σταματά)

ξέρετε εκείνος ο ζωγράφος

ο Ρ. που τον θαυμάζω περισσότερο απ’ όλους

είπε κάποτε κάποιος γι’ αυτόν

he was making an environment

where your whole spirit becomes isolated

αυτό είναι

και μετά

you just have to deal with it

he helped you deal with yourself *

να προκαλώ δεν σημαίνει τίποτα για μένα

αλλά πού είναι ο πόνος

…

κι η ευτυχία

(σταματά)

ξέρετε εκείνος ο ζωγράφος

ο Ρ. που τον θαυμάζω περισσότερο απ’ όλους

είπε κάποτε κάποιος γι’ αυτόν

he was making an environment

where your whole spirit becomes isolated

αλλά δεν είναι καθόλου αυτό

ως σκοπός αυτό είναι απολύτως λάθος

το αντίθετο είναι σωστό πρέπει να προσπαθείς

where your whole spirit connects to everything

αν δεν ακουγότανε πάλι αυτό τόσο λαϊκίστικα καλλιτεχνικό

κι όπως

κάποια στιγμή

κι όμως

παραίτηση

…

ρωτάω

κι η ευτυχία

 

II.

όλα τα αντικείμενα κάθε τι που έχει κάποια σημασία πρέπει να εγκαταλειφθεί όλες οι φόρμες πρέπει να εγκαταλειφθούν γι’ αυτό ήμουν πεπεισμένη

επειδή κάθε πράγμα αποκτάει αμέσως μια τόσο παράλογη σημασία όταν μια εποχή ζωγραφίζεις μόνο φουντουκιές μετά λένε α μάλιστα επιστροφή της φύσης λες και το αντικείμενο είναι πραγματικά σημαντικό είναι φυσικά αλλά όχι αυτό καθαυτό ο σεζάν χρειαζότανε τα μήλα και τ’ αχλάδια του όχι επειδή ήτανε ζωγράφος οπωρικών αλλά επειδή ήθελε να μελετήσει την προοπτική ενός τραπεζιού με πράγματα πάνω του μέσω του χρώματος κι ύστερα έξω ήτανε βλέπετε το φως πώς το αλλάζει το περιβάλλον δεκαετίες το ίδιο και το αυτό βουνό ακριβώς το ίδιο και το αυτό κι όχι ολόιδιο χα χα

τώρα κάτι ευχάριστο ο πλάγιος δρόμος μια σπαστική ερώτηση που λέει γιατί υπάρχουνε τόσο λίγες καλές γυναίκες ζωγράφοι δεν μπορώ να το εξηγήσω ειλικρινά δεν με απασχόλησε και ποτέ εν πάση περιπτώσει φαίνεται πως υπάρχουνε τόσο λίγες καλές γυναίκες ζωγράφοι που αναγκάζονται να κάνουν γι’ αυτές έξτρα καταλόγους τις λένε ύστερα women in art και τους κάνουνε δική τους έκθεση εκεί μέσα πάντα υπάρχει τουλάχιστον 1x georgia o’ keeffe και μάλιστα εγγυημένα ένα άνθος πετούνιας κι όχι το ξεθωριασμένο καύκαλο ζώου στην έρημο

γιατί

το θέμα είναι να αισθάνεσαι καλά

εδώ πετούνια εκεί καύκαλο με κέρατα από πάνω

τι αισθάνεται ο κόσμος παρατηρώντας την πετούνια που είναι πιο ευχάριστο απ’ αυτό που νιώθει στη θέα του καύκαλου

είν’ ένας γρίφος για μένα

για μένα η πετούνια είναι χίλιες φορές πιο δυσάρεστη απ’ το καύκαλο του ζώου γιατί

η πετούνια παραείναι όμορφη παραείναι τέλεια κι αυτό σημαίνει ότι όλος ο πίνακας σου λέει ψέματα σου λέει τόσα ψέματα που θα μπορούσα να το βάλω στα πόδια ουρλιάζοντας όλος ο πίνακας σου χαμογελάει κατάμουτρα τόσο ψεύτικα κοίτα πόσο τρυφερή κι εύκολη είν’ η ζωή η πετούνια είναι μια τέτοια σούπερ μόντελ εικόνα της ζωής κι ύστερα επιπλέον και ερωτικά φορτισμένη εγώ θα μπορούσα να ξεράσω αλλά στον κόσμο αρέσει αυτό

αντισχέδιο

η βασική αρχή είναι η εξής βάζεις ένα κουφάρι ζώου με μυρμήγκια μέσα σε μια γυάλινη προθήκη για παράδειγμα

προσέχεις να είναι επαρκής η παροχή οξυγόνου παρακολουθείς τα μυρμήγκια να επιτελούν το έργο τους επιμελέστατα καλά είναι γνωστό αυτό σε παρένθεση ντέμιεν χιρστ

αυτό που με ενδιαφέρει εμένα είναι

να φτιάξεις απ’ αυτό έναν πίνακα με χρώματα

επιφάνεια επιφάνεια επιφάνεια τίποτα συγκεκριμένο

κάθε τι αναγνωρίσιμο εξαφανίζεται

κουφάρι ελαφιού κόκκινο μυρμήγκια κίτρινο τα κόκαλα γκρι

όλο αυτό ύστερα το ονομάζω νο 19 κι ο γκαλερίστας μπορεί να προσθέσει κόκκινο κίτρινο γκρι

ότι αυτό είναι εκατό χιλιάδες μυρμήγκια την ώρα που τρώνε ένα νεκρό ελάφι

αυτό αργότερα δεν θα μπορεί να το μαντέψει άνθρωπος πια

αλλά όποιος στέκεται μπροστά του θα αισθάνεται το ίδιο συναίσθημα όταν παρατηρεί αυτόν τον πίνακα όπως όταν παρατηρεί το πραγματικό γεγονός

αυτό είναι το ζητούμενο

έτσι έτσι έτσι να μπορείς να ζωγραφίζεις

αυτό είναι που θέλω να κατορθώσω

αυτός είναι ο σκοπός

η ανησυχία το γαργάλημα τα κύματα απ’ τα τσιμπήματα και τις δαγκωνιές το οξύ η σάρκα που γίνεται διάτρητη αναγούλα βρώμα νάρκωση δέρμα χώμα μικρά αβγά

στο τέλος καθαρά κόκαλα

ένας ζωντανός ενταφιασμός κύκλος της ζωής σε αναπαράσταση

κάποια στιγμή θα φυτρώσει σε μια γωνιά χορτάρι

ανακούφιση καθαρότητα ανάσταση λύτρωση

κι όλα αυτά σ’ έναν μεγάλο πίνακα

κόκκινο κίτρινο γκρι

αυτό είναι τέχνη

πόσο αλαζονικό ήταν αυτό

ή μόνο ακατόρθωτο

κι ο πόνος

κι αν αυτός ήταν ο τελευταίος πίνακας ζωγραφικής

που θα ζωγράφιζα

κι αν αυτό ήταν το τελευταίο

που θα είχα να πω

να προκαλώ δεν σημαίνει τίποτα για μένα

ο πόνος

ο πόνος πρέπει να είναι εκεί

πάντα παρών

κι η ευτυχία

 

ΙΙΙ.

λοιπόν ναι έτσι είχαν τα πράγματα πριν έρθω στην κ.

θέλω να πω ήμουν προετοιμασμένη γι’ αυτό

αλλά ύστερα πάλι όχι

και μετά

δηλαδή εκεί

εκεί δεν ήξερα πια

δεν ήξερα πια πώς

θα πάει όλο αυτό με

τη ζωγραφική

(σταματά)

τι μπορείς να ζωγραφίσεις

τι όχι πώς

όλα πάλι ανοιχτά

όλα πάλι ερμητικά

εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω τις εικόνες

εικόνες καταλαβαίνετε

ούτε χρώματα ούτε επιφάνειες τίποτα αφηρημένο

συγκεκριμένες

σκηνές

concrete scenes

and then

you are stuck

εκείνη η τρομερή βαριά εξάντληση που ρίχνει το σώμα κάτω

πριν καλά καλά καθίσει το πρωί στην κόχη του κρεβατιού

you are stuck

once you’ve been there

και πότε θα βγεις από ’δω μέσα

σε ρωτάνε

όχι

πότε θα γυρίσεις πίσω

εκεί απ’ όπου

ήρθες όχι

πότε θα βγεις από ’δω μέσα

δεν ξέρω μάλλον ποτέ δε βγήκα από ’δω μέσα

μια νύχτα στην κ. είδα στον ύπνο μου ότι έκοψα τον αντίχειρα το δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού μου το ένα μετά το άλλο με έναν μικρό κοφτερό μπαλτά συνέβη έτσι απλά τα δάχτυλα μου τα ράψανε προσεχτικά ένα κομματάκι δέρμα στο καθένα βαλμένο σαν καπάκι πάνω στα κολοβώματα δεν πονούσε

αλλά ήταν πολύ περίεργη η αίσθηση να σου έχουνε μείνει μόνο δύο δάχτυλα ή τρία τα τρία πιο σημαντικά τα τρία δάχτυλα που πιάνεις να μην τα ’χεις πια

είναι σαν να λείπει ολόκληρο το χέρι

σημαίνει αυτό ότι δεν μπορώ να ζωγραφίσω πια σημαίνει αυτό ότι δεν μπορώ να ζωγραφίσω πια

(σταματά)

να ξυπνήσω να ξυπνήσω

να ξυπνήσω

ο κόσμος γυρίζει τόσο γρήγορα δηλαδή η γη γυρίζει τόσο γρήγορα και ο

κόσμος γυρίζει μαζί κι αυτός

είπε ο άντρας που γύρισε απ’ τον πόλεμο και τώρα είναι στο καροτσάκι

όταν με ρωτάνε

αν θέλω ν’ αλλάξω κάτι

(σταματά)

παλιά

όταν με ρωτούσανε

αν θέλω ν’ αλλάξω κάτι

με τη ζωγραφική

έλεγα ναι

τώρα σκέφτομαι

κι ένας μόνο να είναι

ένας και μοναδικός παρατηρητής που κάποια στιγμή

για παράδειγμα

έλεγα

για τον πίνακα

αρκεί απλά και μόνο

να υπάρχει

να υπάρχει με έναν τρόπο αυτονόητο

που δεν αμφισβητεί τίποτα

που όλα τα δέχεται ή όλα όσα είσαι εσύ

όταν τον κοιτάς δεν σε αμφισβητεί

σ’ αφήνει να μπεις μέσα σού δίνει χώρο

ο πόλεμος εξάλλου δεν γίνεται μέσα στον πίνακα

η εμπειρία που αποκτάς

αυτό είναι το ζητούμενο

δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβεις

πρέπει να τολμάμε

καμιά φορά γινόμαστε γελοίοι τότε

αλλά ύστερα πάλι

τολμάμε μόνο

όταν τολμάμε να γινόμαστε γελοίοι

you’ ve seen the surface

pretty much the surface

but you feel what’s beneath

you know it

don’t you

και που το λέω αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά γελοίο

από την παγίδα της γελοιότητας δεν υπάρχει

διέξοδος υπάρχει μόνο

κι άντε πάλι απ’ την αρχή

 

ΙV.

μου λέει ο ιδιοκτήτης του κλαμπ ήρθατε λοιπόν στην κ. για να ζωγραφίσετε κάτι γι’ αυτήν την πόλη μήπως φαντάζεστε ήδη τι θα μπορούσε να είναι αυτό μπορώ να κρεμάσω ένα αντίτυπο στο κλαμπ μου εγώ κράτησα μια στιγμή την αναπνοή μου και του λέω μμμ σκέφτομαι ότι κατά πάσα πιθανότητα θα ζωγραφίσω τα κουνέλια που χοροπηδάνε στο γρασίδι εδώ στην κομψή σας όαση φαντασμάτων ή θα ζωγραφίσω την τέλεια πισίνα το απόγευμα με τ’ αγόρια εκεί μπροστά να πίνουνε το τζιν τόνικ τους και θα το κάνω να μοιάζει με τον καταραμένο τον hockney μόνο που στ’ αγόρια θα λείπει κάνα χέρι ή κάνα πόδι ή κεφάλι επειδή πατήσανε μια κωλονάρκη πριν προλάβουν να μάθουνε να κολυμπάνε αυτό είναι που έχετε στο μυαλό σας

το σκέφτηκε λίγο κι ύστερα είπε στην πραγματικότητα όμως στο δικό μας κλαμπ δεν έχουμε θύματα από νάρκες κι εγώ δεν έβαλα τα γέλια δυνατά

θα μπορούσα να ζωγραφίσω τα όρη ίσως τις οροσειρές τους ορεινούς όγκους που ώρες περνάμε από πάνω τους με τ’ αεροπλάνο που ώρες προσπερνάμε με τ’ αυτοκίνητο εκρήξεις δεν μπορούσα να τις φανταστώ τώρα τις ακούω κοντά μου ναρκοθετημένη περιοχή δεξιά κι αριστερά του δρόμου πέτρες κόκκινες πέτρες άσπρες ναρκοθετημένη περιοχή εκκενωμένη περιοχή πλίνθινο κτίριο σημαδεμένο με άσπρα σημάδια όσοι έχουνε κοπάδια πηγαίνουνε τα ζωντανά τους εκεί μέσα εκεί μέσα κι απ’ έξω όταν βγαίνει ο ήλιος οι άντρες ενώνουνε τις χούφτες τους πιάνουνε το φως μ’ εκείνες και πλένουνε το πρόσωπό τους δυο φορές τρεις φορές ρίχνουνε το νερό στο πρόσωπό τους φως ιερό οι άντρες είναι οπλισμένοι

μια άλλη νύχτα στην κ. βλέπω στον ύπνο μου έναν άντρα ξανθός κοντά σγουρά μαλλιά γυμνός από τη μέση και πάνω που ζει μαζί με μια τίγρη σε μια μεγάλη έρημη περιοχή παντού μπετό σαν το αεροδρόμιο της κ. λίγο πιο μακριά ένας φράχτης κυκλώνει την έκταση (ο άντρας δε μοιάζει με πολεμιστή ούτε με στρατιώτη και η τίγρη είναι τίγρη) κάνει ζέστη ο ουρανός έχει σύννεφα οι σκιές πέφτουνε στο μπετό την εξημερώνει την εξημερώνει τους παρατηρώ και τους δύο αλλά δεν αισθάνομαι τίποτα

οι στρατιώτες οι περίπολοι η σκόνη τα πρόβατα με τις παχιές ουρές και μέρα νύχτα η μπόχα απ’ τα σκατά παντού όπου και να πας δεν σ’ αφήνει ποτέ η αίσθηση ότι είσαι πάντα βρώμικος κι ότι ποτέ δεν σου φτάνει ο αέρας στην αρχή ξυπνούσα τις νύχτες κι έσκιζα το μπλουζάκι μου ο φόβος ότι παθαίνεις ασφυξία η ξηρότητα ξεραίνεσαι σιγά σιγά από μέσα σου

τέσσερα παιδιά κάθονται στον κατηφορικό δρόμο παραδίπλα ο πατέρας τους όλοι με λυγισμένα τα πόδια προσπαθούν να πιάσουνε με τα χέρια τους μόνο το λιγοστό νερό που τρέχει κάτω απ’ την πλαγιά λες και βρήκανε μια ορεινή πηγή με γάργαρο νερό πάνω πιο πέρα μια κατσίκα κατουράει στο ρυάκι στην αγορά δυο γυναίκες κάνουνε παζάρια για ένα κομμάτι χαλί συνθετικό σταμπωτό ένα αγόρι διαλαλάει την πραμάτεια του αμυγδαλωτά βαλμένα σε σχήμα πυραμίδας πάνω σ’ έναν δίσκο η λάμα ενός μαχαιριού ο θόρυβος απ’ το πεπόνι που σκάει τους κάνει όλους να γυρνάνε

να ξυπνήσω να ξυπνήσω

να ξυπνήσω

μυρίζει αντισηπτικό έγκαυμα απ’ τον ήλιο αίμα βενζίνη ένα σμήνος ηλεκτρικές γεννήτριες βουητό από μεταλλικές σφήγκες πίσω από οδοφράγματα από σακιά με άμμο ο ανεμιστήρας αναδεύει τη ζέστη κάθε δύο λεπτά η πόρτα του παραπήγματος χτυπάει πίσω από μια αρβύλα κι η γιατρός με τη στολή της σκύβει πάνω μου so you have come to k. to make some paintings don’t breathe now σταγόνα σταγόνα πέφτει ο ορός στο χέρι μου

don’t breathe

μέρες περνάνε έτσι βδομάδες φεγγάρια

χωρίς ν’ αναπνέουμε

η ζέστη ποτίζει τα σώματα

το χώμα ο αέρας το νερό η μυρωδιά η γλώσσα

you get sick from breathing this air

αυτό ήταν λοιπόν

αυτό δεν είναι ούτε καν η αρχή

you’ve seen the surface

pretty much the surface

but you feel what’s beneath

you know it

don’t you

 

V.

να δημιουργήσεις ένα λευκό

που ν’ αντανακλά τον ίδιο σου το φόβο

ένα λευκό χωρίς διέξοδο

φωτεινό εκτυφλωτικό αβάσταχτο όπως το κάθετο φως του ήλιου το μεσημέρι

ένα λευκό που στο κοίταγμά του αναγκάζεσαι να κλείνεις τα μάτια

και όταν τα ’χεις κλείσει συνεχίζει

το φως να επιδρά κάτω

απ’ τα βλέφαρα και προκαλεί

πονοκέφαλο και νομίζεις

ότι μυρίζεις τη ζέστη τη ζέστη πριν

κάψει χείλη κρέας πριν

κορώσει το δέρμα

το φως λίγο πριν

εκραγεί

εμφανίζεται ένα απόγευμα στην αρχή κάνα δυο βήματα πίσω μου ύστερα σιγά σιγά να με πλησιάζει τη βλέπω με τη γωνία του ματιού μου είναι το πολύ οκτώ αν κρίνω απ’ το ύψος της ένας άντρας προχωράει δίπλα της ο άντρας απλώνει το χέρι δείχνει το κορίτσι πάει να με ρίξει σιγανά επίμονα εγώ τον κοιτάζω το κορίτσι προχωράω τρομαγμένη προσπαθώ να μην αφήσω να φανεί ο τρόμος μου οι δυο τους με περικυκλώνουνε χωρίζονται ο ένας δεξιά η άλλη αριστερά ύστερα κι οι δυο πάλι απ’ τη μια πλευρά καμιά φορά μένουνε λίγο πιο πίσω και κάθε φορά που σκέφτομαι φύγανε το πεισματάρικο μιλητό του άντρα στ’ αφτί μου το ανοιχτό χέρι του μπροστά μου θα μπορούσα να σταθώ θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε με νοήματα μάτια χέρια αλλά η ντροπή με κάνει να συνεχίσω το κορίτσι περπατάει τώρα συνεχώς δίπλα μου δε θα τα παρατήσει δεν θα μ’ αφήσει ποτέ πια ήσυχη θα με συνοδεύει όπου και να προσπαθώ να δραπετεύσω και πότε θα βγεις απ’ αυτό ποτέ ποτέ ποτέ πια με τραβάει απ’ το μανίκι απ’ τον αγκώνα ένα μικρό πουλί που μ’ ακολουθεί ανελέητα κι ύστερα φέρνει το χέρι της στο πρόσωπο στο στόμα ώστε να την παρακολουθώ κάθε φορά με το βλέμμα μου άθελά μου ο άντρας τής έχει τραβήξει πίσω το μαντήλι τα μπράτσα της είναι γυμνωμένα το κρανίο της καραφλό το δέρμα στο κεφάλι στα δυο μπράτσα είναι καμένο το πρόσωπο είναι καμένο το δέρμα είναι σκούρο κόκκινο σχεδόν καφέ χωρίς χνούδι μαλλιά και γεμάτο μικρές ζάρες λες και της φορέσανε το δέρμα ενός μωρού ελέφαντα οι βλεφαρίδες καψαλισμένες και στο ανοιχτό της στόμα ούτε ένα δόντι μοιάζει με γριά δεν μιλάει με καρφώνει με το βλέμμα της έχει ανοιχτά καφέ μάτια και μ’ ένα δάχτυλο δείχνει ξανά και ξανά και ξανά τ’ ορθάνοιχτο ξεδοντιασμένο στόμα της απ’ όπου μου βγάζει μια πρησμένη γλώσσα

where your whole spirit becomes isolated

μαύρο και καφέ

όταν η έλλειψη θάρρους επανέρχεται όταν

με πιάνει ο φόβος

η επιθυμία να γίνω αόρατη

να χαθώ

μέσα σ’ αυτό που κάνω

να μπορούσα να σωπάσω

(σταματά)

μια άλλη μέρα

είκοσι άντρες και μια γυναίκα

στο τέλος όλοι οι άντρες έχουνε φύγει

κι εγώ είμαι μόνη μου μαζί της

στον πόλεμο ήτανε εξορία

έχει γράψει 17 μυθιστορήματα και

1 αυτοβιογραφία

τίποτα απ’ αυτά δεν εκδόθηκε

τα χειρόγραφα τά ’χει κρύψει

είναι 63 χρονών

και μιλάει μόνο όταν της δίνουνε το λόγο

κανείς δε θέλει μια τέτοια ζωή

κανείς δε θέλει να ταυτιστεί με μια τέτοια

μια τέτοια ζωή δεν τη θέλει

κανείς με μια τέτοια δε θέλεις να

ταυτιστείς κανείς δεν το θέλει αυτό κι ούτε κι εγώ εγώ

δεν έχω καμία απολύτως σχέση

μ’ αυτήν εκεί

βουβή

εγώ δεν είμαι έτσι

ρωτάω

ρωτάω

ρωτάω

ακρωτηριασμένη στη σιωπή

εγώ δεν θέλω να είμαι έτσι

σε καμία άλλη ζωή

σε μια

χώρα χωρίς λόγια

(σταματά)

να δημιουργήσω ένα λευκό

τετράγωνο επιφάνεια επίπεδο

που προς τις άκρες να γίνεται φλου

να μη θέλει να οριοθετηθεί ξεκάθαρα

να μην τελειώνει απότομα

ένα λευκό

που στο κάτω άκρο το σταματάει

μια λεπτή κίτρινη γραμμή

και στο πάνω άκρο μια κάπως πιο φαρδιά κόκκινη

κι οι δύο γραμμές με τίποτα δε θα ’ναι τραβηγμένες ευθείες

αλλά θα πηγαίνουν λίγο τρεμουλιαστές

τραβηγμένες με το χέρι στις απολήξεις του λευκού χρώματος

οριζόντια στη μέση μια μαύρη πινελιά

που να ρίχνει από πάνω κι από κάτω μια γκρίζα σκιά

θα το ονόμαζα

κορίτσι με γλώσσα και δέρμα και φωτιά

WITHOUT WORDS

you’ve seen the surface

preety much the surface

but you feel what’s beneath

you know it

don’t you

and listen to them the giggling chatting breathing loud

τα χρωματισμένα χέρια στολίδια κόκκινα στις εσωτερικές επιφάνειες

τις πάνω πλευρές των δαχτύλων

before we land in paris they go to the toilet

they put off everything their veils and shawls they change their clothes

they put on high heels and earrings lipstick and make their nails

ψιθυρίζει ο δίπλανός μου και μου χαϊδεύει το μπράτσο

που είναι γυμνό τώρα

and when they come out

they are very very sexy

very very sexy

σωπαίνει

and you

you are stuck

once you’ve been there

you will always want to get back

and stay

you stay

 

VI.

ο ζωγράφος που τον θαυμάζω περισσότερο απ’ όλους

αυτό φυσικά καμμιά φορά αλλάζει

αλλά ο ζωγράφος που τον θαυμάζω περισσότερο απ’ όλους

τώρα για πάντα

μια νύχτα

(σταματά)

στο τέλος ήταν πολύ καταθλιπτικός και

νοσηλεύτηκε αλλά

εγώ δεν πιστεύω ότι αυτός ήταν ο λόγος

οι πίνακές του γίνονταν πιο σκοτεινοί λένε

εγώ δεν νομίζω να ισχύει αυτό

χρησιμοποιούσε σκούρα χρώματα

καφέ πάνω στο καφέ

μαύρο πάνω στο καφέ

όλα αυτά κρεμασμένα σε πολύ στενό χώρο

πρακτικά χωρίς καθόλου φως της ημέρας

και παρ’ όλ’ αυτά

οι πίνακες φεγγοβολάνε

τα χρώματα φεγγοβολάνε

λάμπουνε από μέσα

ένα μαύρο που λάμπει από μέσα

φαντάσου

σαν να εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στο κατασκότεινο δάσος ένα φως

(Μεγάλη σιωπή)

ναιαυτόείναικιτςτοξέρω

μια νύχτα

μια νύχτα έκοψε

τις φλέβες του

και πέθανε απ’ την αιμορραγία

νομίζω

εγώ νομίζω δεν είχε

δεν είχε άλλους πίνακες πια

καταλαβαίνετε

once you’ve been there

you are stuck

and you’ll always want to get back

κι ο πόνος

κι η ευτυχία

 

VII.

τώρα είμαι έξω και

κάθομαι μπροστά στους τοίχους μου

σηκώνομαι και κλείνω τη μουσική για να

επικρατήσει επιτέλους ησυχία και να μπορώ

ν’ ακούσω τη σιγή

τον άνεμο στην έρημο

το αλύχτισμα των σκυλιών τις νύχτες μες στους δρόμους

τώρα είμαι πίσω στη θέση μου και

κοιτάζω το σταυρό στο παράθυρο για ώρες

δεν ανάβω φως και

όταν σκοτεινιάζει

πηγαίνω κάποια στιγμή για ύπνο

με ανοιχτά τα μάτια

και περιμένω να καθίσει πάνω μου η ζέστη

(σταματά)

κι όταν με ρωτάνε πώς ήταν

....

ε ε ε ε

you are stuck

and you‘ll always want to get back

το λευκό δεν το βρίσκω

το μόνο που βρίσκω είναι

σκούρο κόκκινο καφέ μαύρο

καφέκαφέμαύροκόκκινο

ξύλο φωτιά στάχτη

έρημος βήμα έκρηξη

ουρανός αστραπή κόλαση

ήθελα να ζωγραφίσω το φως

πλίνθινα σπίτια κατρακυλάνε την πλαγιά οδοφράγματα στρατός καμένα συντρίμμια κατσίκες ψάχνουνε τροφή στην ξερή κοίτη του ποταμού ανάμεσα σε σκουπίδια και περιττώματα η καλυμμένη γυναίκα που ζητιανεύει παίρνει ένα χαρτονόμισμα ένα αγόρι την τραβάει απ’ το πέπλο της αρπάζει το χέρι θέλει να της πάρει τα λεφτά εκείνη βάζει τις φωνές τη χτυπάει εκείνη πέφτει κάτω το κλοτσάει το χαρτονόμισμα σκίζεται το αγόρι το βάζει στα πόδια με το ένα μισό εκείνη γονατιστή στο χώμα κάτω απ’ τις γαλάζιες πλισσέ πτυχές του πέπλου της που σχηματίζουνε γύρω της μια βεντάλια ένα σκούφος σαν βεντάλια ένας άνθρωπος κάτω από ένα πανί ένα κάλυμμα ή μάλλον μια γάτα που της έχουνε ήδη φορέσει ένα τσουβάλι ύπουλα εκείνη τα διαισθάνεται όλα και κρατάει ακίνητη απ’ τον τρόμο μιαν ανάσα πριν δέσουνε το τσουβάλι και την πετάξουνε στο ποτάμι να πνιγεί

θαυμάζω

ό,τι έχει ζωγραφίσει

πώς κατάφερε ν’ απελευθερωθεί

απ’ όλα

πίνακες σκηνές

σαβούρα

κάποιος είπε γι’ αυτόν

he was making an environment

where your whole spirit becomes isolated

αυτό είναι

και μετά

you just have to deal with it

you have to deal with yourself

να προκαλώ δεν σημαίνει τίποτα για μένα

αλλά πού είναι ο πόνος

.....

κι η ευτυχία

 

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Γιούλα Βασιλείου, Δημήτρης Γιαννουσάκης, Γιάννα Πουλέα, Βασιλική Σχίζα, Γιώργος Τσιρώνης, Μαρία Χουμανίδη.

* cf. Brice Marden, Interview by Mark Rosenthal, 19. September 1997, in: Jeffrey Weiss (ed.):Mark Rothko, Yale University Press, New Haven & London 1998.

 

Dea Loher Foto by Dirk Bleicker Η μετάφραση του θεατρικού έργου Χώρα χωρίς λόγια [Land ohne Worte] έγινε από τους σπουδαστές του γερμανικού τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ στο πλαίσιο των σπουδών τους (Β΄ εξάμηνο 2009-2010, διδασκαλία - επιμέλεια μετάφρασης: Αλέξανδρος Κυπριώτης). Η Γερμανίδα πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Ντέα Λόερ (Dea Loher) γεννήθηκε το 1964 στο Τράουνστάιν της Βαυαρίας. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία και Φιλοσοφία στο Μόναχο, ενώ παρακολούθησε και μαθήματα θεατρικής γραφής με τον Χάινερ Μύλλερ (Heiner Müller) στο Βερολίνο. Για το έργο της έχει αποσπάσει διάφορα βραβεία και διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Λογοτεχνικό Βραβείο Μπέρτολτ Μπρεχτ (2006) και το Λογοτεχνικό Βραβείο του Βερολίνου (2009) για το σύνολο του έργου της. Στο ελληνικό θεατρόφιλο κοινό είναι γνωστή από το έργο της Blaubart (Θέατρο Πόρτα 2004, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου και μετάφραση Γιώργου Δεπάστα) αλλά και από το έργο της Αθωότητα (σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, Ευρωπαϊκό Θέατρο ΙΙ, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004). Ο θεατρικός μονόλογος Land ohne Worte ανέβηκε για πρώτη φορά το 2007 στο Μόναχο σε σκηνοθεσία του Andreas Kriegenburg, ενώ το 2008 ανέβηκε στο Φράιμπουργκ σε σκηνοθεσία της Julia Afifi. Η γεννημένη στη Γερμανία αλλά αφγανικής καταγωγής σκηνοθέτις ήταν αυτή που είχε ζητήσει από την Ντέα Λόερ να τη συνοδεύσει στο ταξίδι της στο Αφγανιστάν, όταν το Ινστιτούτο Γκαίτε την προσκάλεσε το 2003 να επισκεφτεί την Καμπούλ για εκπαιδευτικούς λόγους. Η Julia Afifi δίδαξε και σκηνοθέτησε στο τμήμα Καλών Τεχνών Θεάτρου και Κινηματογράφου του πανεπιστημίου της Καμπούλ για μία διετία. Ο μονόλογος Χώρα χωρίς λόγια είναι ο απόηχος από εκείνο το ταξίδι της Ντέα Λόερ στη ρημαγμένη μουσουλμανική πόλη από τις επιδρομές των Δυτικών δυνάμεων. Με την αποσπασματική και παραληρηματική γραφή της, καταργώντας ακόμα και κάθε κανόνα στίξης που θα φάνταζε ψεύτικος για το υλικό της, η Ντέα Λόερ καταφέρνει να δημιουργήσει ένα δοκίμιο για τον ρόλο της τέχνης σε έναν κόσμο που ισοπεδώνεται από τη βαρβαρότητα των ισχυρών. Η παραπάνω μετάφραση δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 2010 στον Απηλιώτη.

Arthur Schnitzler, Οι νεκροί σωπαίνουν

Melancholy_by_Yaroslav_B

Δεν άντεχε άλλο να κάθεται ήρεμα μέσα στην άμαξα∙ κατέβηκε και άρχισε να πηγαινοέρχεται. Είχε ήδη σκοτεινιάσει∙ τα λιγοστά φανάρια σε τούτο τον ήσυχο, παράμερο δρόμο έπαιζαν πέρα δώθε από τον αέρα. Η βροχή είχε σταματήσει∙ τα πεζοδρόμια είχαν σχεδόν στεγνώσει∙ οι δρόμοι χωρίς λιθόστρωτο, όμως, ήταν ακόμα βρεγμένοι και μικρές λακκούβες με νερό σχηματίζονταν σε διάφορα σημεία.

Είναι παράξενο, σκέφτηκε ο Φραντς, πώς μπορείς εδώ, εκατό μόλις βήματα από την οδό Πράτερ, να νομίσεις πως βρίσκεσαι σε κάποια ουγγρική κωμόπολη. Όπως και να ’χει – τουλάχιστον εδώ ήσουν ασφαλής∙ εδώ δεν χρειάζεται να φοβάται εκείνη μήπως συναντήσει κανένα γνωστό της.

Κοίταξε το ρολόι... Επτά η ώρα – και ήταν ήδη εντελώς σκοτάδι. Αυτή τη φορά το φθινόπωρο ήρθε νωρίς. Το ίδιο και η αναθεματισμένη η καταιγίδα.

Σήκωσε το γιακά του κι άρχισε να πηγαινοέρχεται πιο γρήγορα. Τα τζάμια απ’ τα φανάρια έτριζαν∙ «Μισή ώρα ακόμη», είπε στον εαυτό του, «μετά φεύγω. Αχ – σχεδόν το εύχομαι να ’ταν ήδη μισή ώρα αργότερα». Σταμάτησε και στάθηκε στη γωνία∙ από εδώ είχε εποπτεία και των δύο δρόμων, απ’ όπου θα μπορούσε να έρθει εκείνη.

Σήμερα θα ’ρθει, το ξέρω, σκεφτόταν, ενώ κρατούσε το καπέλο του που κόντευε να του το πάρει ο αέρας. – Παρασκευή – Συνεδρίαση του σώματος των καθηγητών – γι’ αυτό τολμάει να ’ρθει τόσο μακριά και μπορεί να μείνει έξω παραπάνω . . . Άκουσε το κουδούνισμα απ’ τ’ άλογα∙ τότε άρχισε να χτυπά και η καμπάνα της εκκλησίας του Νέπομουκ εκεί κοντά. Ο δρόμος ζωντάνεψε. Από μπροστά του περνούσαν τώρα περισσότεροι άνθρωποι: ως επί το πλείστον, του φάνηκε, υπηρέτες από τα μαγαζιά που έκλειναν στις επτά. Όλοι περπατούσαν γρήγορα, παλεύοντας κατά κάποιο τρόπο με το δυνατό αέρα που έκανε δύσκολο το βάδισμα. Κανείς δεν του έδινε σημασία∙ μόνο κάνα δυο μαθητευόμενες πωλήτριες τον κοίταξαν ελαφρώς περίεργα. – Ξαφνικά είδε να ’ρχεται γρήγορα προς το μέρος του μια γνωστή φιγούρα. Προχώρησε βιαστικά προς αυτήν. Χωρίς άμαξα; σκέφτηκε. Να ’ναι εκείνη άραγε;

Εκείνη ήταν∙ μόλις τον αντιλήφθηκε, επιτάχυνε το βήμα της.

«Με τα πόδια ήρθες;» είπε εκείνος.

« Έδιωξα την άμαξα ήδη από το Κάρλτεάτερ. Ο ίδιος αμαξάς, νομίζω, με είχε πάει και μια άλλη φορά.»

Ένας κύριος πέρασε μπροστά τους και έριξε στη γυναίκα μια ματιά στα πεταχτά. Ο νεαρός άνδρας τον κοίταξε με βλέμμα κοφτερό, σχεδόν απειλητικό∙ ο άλλος συνέχισε γρήγορα το δρόμο του. Η γυναίκα τον ακολούθησε με το βλέμμα. «Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησε φοβισμένη.

«Δεν τον ξέρω. Εδώ δεν υπάρχουν γνωστοί, ησύχασε. Τώρα, όμως, βιάσου∙ καλύτερα ν’ ανεβούμε στην άμαξα.»

«Αυτή εδώ είναι;»

«Ναι».

«Ανοικτή;»

«Ήταν τόσο όμορφα ακόμη μια ώρα πριν».

Προχώρησαν βιαστικά προς την άμαξα∙ η νεαρή γυναίκα ανέβηκε πάνω.

«Αμαξά», φώναξε ο νεαρός άνδρας.

«Μα πού είναι;» ρώτησε η νεαρή γυναίκα.

Ο Φραντς κοίταξε τριγύρω. «Απίστευτο», φώναξε, «ο άνθρωπος δεν είναι πουθενά».

«Για όνομα του Θεού!» είπε σιγανά εκείνη.

«Περίμενε ένα λεπτό, μικρή μου∙ θα ’ναι σίγουρα εκεί πέρα».

Ο νεαρός άνδρας άνοιξε την πόρτα του μικρού πανδοχείου∙ σ’ ένα τραπέζι με κάνα δυο άλλους καθόταν ο αμαξάς∙ τώρα σηκώθηκε γρήγορα όρθιος.

«Αμέσως, καλέ μου κύριε», είπε και κατέβασε μονορούφι στα όρθια το υπόλοιπο κρασί στο ποτήρι του.

«Μα τι σας ήρθε;»

«Να με συγχωράει η χάρη σας∙ είμαι εκεί σ’ ένα λεπτό».

Προχώρησε βιαστικά προς τα άλογα τρεκλίζοντας λίγο.

«Πού πάει λοιπόν η χάρη σας;»

«Στο Πράτερ, στο περίπτερο αναψυχής»

Ο νεαρός άνδρας ανέβηκε στην άμαξα. Η νεαρή γυναίκα είχε εντελώς κρυφτεί, σχεδόν κουλουριαστεί, γερμένη πίσω στη γωνία κάτω από την ανοιγμένη οροφή.

Ο Φραντς έπιασε τα δυο της χέρια. Εκείνη έμεινε ασάλευτη. «Δε θα μου πεις τουλάχιστον καλησπέρα;»

«Σε παρακαλώ∙ άσε με ένα λεπτό, δεν έχω προλάβει ακόμα να πάρω ανάσα».

Ο νεαρός άνδρας έγειρε πίσω στη δική του γωνία. Για λίγο κανείς δε μιλούσε. Η άμαξα έστριψε στην οδό Πράτερ, πέρασε μπροστά από το μνημείο Τέγκετχοφ, και μετά από λίγα δευτερόλεπτα όρμησε λες και πετούσε στο φαρδύ, σκοτεινό δρόμο του Πράτερ με τις δενδροστοιχίες. Τώρα η Έμμα τύλιξε ξαφνικά τα χέρια της γύρω από τον εραστή της. Αυτός τράβηξε πίσω αργά το βέλο που τον χώριζε ακόμη από τα χείλη της και τη φίλησε.

«Επιτέλους είμαι κοντά σου!» είπε εκείνη.

«Ξέρεις μήπως πόσο καιρό έχουμε να ιδωθούμε;» φώναξε εκείνος.

«Απ’ την Κυριακή».

«Ναι, και τότε πάλι μόνο από μακριά»

«Γιατί το λες αυτό; Αφού στο σπίτι μας ήσουν».

«Ναι, βέβαια . . . στο σπίτι σας. Αχ, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο έτσι. Δεν πρόκειται να ξανάρθω ποτέ πια στο σπίτι σας. Μα τι έπαθες εσύ;»

«Μια άμαξα πέρασε από μπροστά».

«Γλυκό μου παιδί, όσοι κάνουνε σήμερα βόλτα στο Πράτερ με τις άμαξες, αλήθεια, δε νοιάζονται για μας».

«Το ξέρω. Αλλά μπορεί κάποιος από σύμπτωση να κοιτάξει προς τα δω».

«Αποκλείεται να μας αναγνωρίσουν».

«Σε παρακαλώ, ας πάμε κάπου αλλού».

«Όπως θέλεις».

Έβαλε μια φωνή στον αμαξά, ο οποίος δε φάνηκε όμως να ακούει. Τότε έσκυψε μπροστά και τον σκούντηξε. Ο αμαξάς έστριψε να δει.

«Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω. Κι επιτέλους, γιατί ζορίζετε τόσο πολύ τα άλογα με το καμουτσίκι; Ακούστε, δεν έχουμε καμιά βιασύνη! Θα πάρουμε τον . . . ξέρετε, τον δρόμο με τις δενδροστοιχίες που πάει στη γέφυρα του Ράιχ».

«Στην οδό Ράιχ;»

«Ναι, αλλά μην τρέχετε έτσι, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα».

«Να με συχωράει η χάρη σας, ο αέρας, αυτός αγριεύει τόσο τ’ άλογα».

«Ναι, ο αέρας». Ο Φραντς κάθισε ξανά στη θέση του.

Ο αμαξάς γύρισε τα άλογα. Άρχισαν να επιστρέφουν.

«Εχθές γιατί δε σε είδα;» ρώτησε εκείνη.

«Μα πώς μπορούσα να 'χω έρθει;»

«Σκέφτηκα πως θα 'σουν κι εσύ καλεσμένος στης αδερφής μου».

«Α, μάλιστα».

«Γιατί δεν ήσουν;»

«Γιατί δεν το αντέχω να είμαι μαζί σου μέσα σε κόσμο. Όχι, ποτέ ξανά».

Εκείνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

«Πού βρισκόμαστε;» ρώτησε μετά.

Η άμαξα τους πήγαινε κάτω από τη γέφυρα του τρένου στην οδό Ράιχ.

«Από εκεί πάει προς το μεγάλο Δούναβη», είπε ο Φραντς, «είμαστε καθοδόν προς τη γέφυρα του Ράιχ. Εδώ δεν υπάρχουν γνωστοί!» πρόσθεσε ειρωνικά.

«Η άμαξα τραντάζεται υπερβολικά δυνατά».

«Ναι, μπήκαμε πάλι σε λιθόστρωτο.»

«Γιατί ο αμαξάς πάει έτσι ζιγκ ζαγκ;»

«Έτσι σου φαίνεται».

Αλλά και ο ίδιος είχε την εντύπωση ότι η άμαξα πήγαινε πέρα δώθε πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε. Δεν ήθελε να πει τίποτα για να μην τη φοβίσει περισσότερο.

«Σήμερα έχω πολλά και σοβαρά πράγματα να συζητήσω μαζί σου, Έμμα».

«Τότε καλύτερα ν’ αρχίσεις σύντομα, γιατί στις εννιά πρέπει να είμαι σπίτι».

«Τα πάντα μπορούν να κανονιστούν με δυο λόγια».

«Θεέ μου, τι είναι πάλι αυτό;» έβαλε εκείνη τις φωνές. Η άμαξα είχε μπει στις ράγες που χρησιμοποιούσαν οι ιππήλατες μεταφορικές άμαξες, και καθώς ο αμαξάς προσπάθησε να την επαναφέρει στον κανονικό δρόμο, την έστριψε τόσο απότομα που παραλίγο ν’ αναποδογυρίσει. Ο Φραντς άρπαξε τον αμαξά απ’ το πανωφόρι. «Σταματήστε,» του φώναξε. «Είστε μεθυσμένος».

Ο αμαξάς ακινητοποίησε τα άλογα. «Μα καλέ μου κύριε . . .»

«Έλα, Έμμα, θα κατεβούμε εδώ».

«Πού είμαστε;»

«Είμαστε ήδη στη γέφυρα. Και δε φυσάει πια τόσο δυνατά. Ας περπατήσουμε λίγο. Στην άμαξα πάνω δεν μπορούμε να συζητήσουμε με την ησυχία μας».

Η Έμμα κατέβασε το βέλο στο πρόσωπό της και ακολούθησε.

«Δε φυσάει δυνατά το λες εσύ αυτό;» φώναξε, καθώς μόλις κατέβηκε μια ριπή ανέμου τη χτύπησε καταπρόσωπο.

Εκείνος πήρε το χέρι της. «Ακολούθησέ μας» φώναξε στον αμαξά. Άρχισαν να προχωράνε. Όλο το διάστημα που σηκωνόταν σταδιακά η γέφυρα δεν είπαν κουβέντα, μόλις ακούστηκε να κυλάει από κάτω το νερό, σταμάτησαν και στάθηκαν για λίγο. Γύρω τους υπήρχε βαθύ σκοτάδι. Το πλατύ ρεύμα απλωνόταν γκρίζο προς τα πέρα με ακαθόριστα όρια ενώ μακριά στο βάθος μπορούσαν να διακρίνουν κάτι κόκκινα φώτα που καθρεφτίζονταν στο νερό, λες και αιωρούνταν από πάνω του. Από την όχθη που μόλις είχαν αφήσει πίσω τους, φωτεινές λωρίδες βυθίζονταν τρεμοπαίζοντας στο νερό∙ απ’ την άλλη πλευρά το ρεύμα έμοιαζε να χάνεται μέσα στους μαύρους βάλτους. Τώρα φάνηκε σαν ν’ ακούγεται από μακριά ένα μπουμπουνητό που συνεχώς πλησίαζε∙ άθελά τους κοίταξαν κι οι δυο προς το μέρος που λαμπύριζαν τα κόκκινα φώτα∙ βαγόνια με τα παράθυρα φωτισμένα κυλούσαν κάτω από σιδερένιες τοξωτές αψίδες που έμοιαζαν να ξεπηδούν ξαφνικά μέσα στη νύχτα και να ξαναβυθίζονται αμέσως μετά. Η βροντή σταδιακά έσβησε, έγινε ησυχία∙ μόνο ο άνεμος ερχόταν σε ξαφνικές ριπές.

Μετά από μεγάλη σιωπή είπε ο Φραντς: «Καλύτερα να φεύγαμε».

«Φυσικά, πάμε», αποκρίθηκε σιγανά η Έμμα.

«Καλύτερα να φεύγαμε», είπε ζωηρά ο Φραντς, «εννοώ να φεύγαμε μακριά…»

«Δε γίνεται.»

«Επειδή είμαστε δειλοί, Έμμα∙ γι’ αυτό δε γίνεται».

«Και το παιδί μου;»

«Θα στο άφηνε εσένα, είμαι εντελώς σίγουρος».

«Και πώς;» ρώτησε σιγά… «Θα το σκάσουμε μες στη νύχτα;»

«Όχι, φυσικά όχι. Δεν έχεις απλά παρά να του πεις ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις να ζεις μαζί του, γιατί ανήκεις σε κάποιον άλλον».

«Είσαι με τα καλά σου, Φραντς;»

«Αν θες, σε γλιτώνω και απ’ αυτό, του το λέω εγώ ο ίδιος».

«Δε θα το κάνεις αυτό, Φραντς.»

Προσπάθησε να δει το πρόσωπό της∙ αλλά μες στη σκοτεινιά δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτα πέρα απ’ το ότι είχε σηκώσει το κεφάλι της και είχε γυρίσει προς το μέρος του.

Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Έπειτα είπε ήρεμα: «Μη φοβάσαι, δε θα το κάνω».

Πλησίασαν την απέναντι όχθη.

«Δεν ακούς τίποτα;» είπε εκείνη. «Τι είναι αυτό;»

«Από κει πέρα έρχεται», είπε εκείνος.

Το είδαν να ξεπροβάλλει αργά μέσα στη σκοτεινιά∙ ένα μικρό κόκκινο φως λικνιζόταν απέναντί τους∙ γρήγορα είδαν πως ερχόταν από ένα μικρό φανάρι στερεωμένο στο μπροστινό χαλινάρι μιας μεταφορικής άμαξας∙ δεν μπορούσαν όμως να δουν αν η άμαξα ήταν φορτωμένη πράγματα ή μετέφερε κι ανθρώπους. Πίσω της ακριβώς έρχονταν δύο ακόμα ίδιες άμαξες. Στην τελευταία μπόρεσαν να διακρίνουν έναν άντρα με ρούχα χωρικού που μόλις άναβε την πίπα του. Οι άμαξες πέρασαν από μπροστά τους κι έφυγαν. Και μετά δεν ακουγόταν πάλι τίποτα πέρα απ’ τον υπόκωφο ήχο της άμαξας που συνέχιζε να κυλάει αργά είκοσι βήματα πιο πίσω. Τώρα η γέφυρα βυθίστηκε εύκολα προς την απέναντι όχθη. Μπροστά τους έβλεπαν το δρόμο που συνέχιζε ανάμεσα απ’ τα δέντρα στο σκοτάδι. Αριστερά και δεξιά τους απλώνονταν στο βάθος οι βάλτοι∙ τους κοίταζαν σαν να κοιτούσαν την άβυσσο. Μετά από μεγάλη σιωπή είπε ξαφνικά ο Φραντς: «Η τελευταία φορά επομένως...»

«Τι;» ρώτησε με ανήσυχη φωνή η Έμμα.

«Που είμαστε μαζί. Μείνε μ’ αυτόν. Εγώ σου λέω αντίο».

«Μιλάς σοβαρά;»

«Εντελώς».

«Βλέπεις που εσύ είσαι αυτός που χαλάει πάντα τις λίγες ώρες που έχουμε μαζί∙ όχι εγώ!»

«Ναι, ναι, δίκιο έχεις», είπε ο Φραντς. «Έλα, γυρνάμε πίσω».

Τον κράτησε πιο σφικτά απ’ το μπράτσο. «Όχι», είπε τρυφερά, «τώρα δεν θέλω εγώ. Δε θ’ αφήσω να με διώξεις τόσο εύκολα».

Τον τράβηξε πάνω της και τον φίλησε για αρκετή ώρα. «Πού θα φτάναμε», ρώτησε μετά, «αν συνεχίζαμε να προχωράμε εδώ στην ευθεία;»

«Προς τα ’κει πάει κατευθείαν στην Πράγα, μικρή μου».

«Όχι τόσο μακριά», είπε εκείνη χαμογελώντας, «αλλά λίγο παρακάτω, αν θες». Έδειξε στα σκοτεινά.

«Ε, αμαξά!» φώναξε ο Φραντς. Εκείνος ούτε που άκουσε.

Ο Φραντς φώναξε δυνατά: «Σταματήστε επιτέλους!»

Η άμαξα συνέχιζε να προχωρά. Ο Φραντς έτρεξε ξοπίσω της. Τώρα είδε πως ο αμαξάς κοιμόταν. Τον ξύπνησε φωνάζοντάς του δυνατά. «Θα συνεχίσουμε ακόμα λίγο – στο δρόμο – καταλαβαίνετε τι σας λέω;»

«Όπως θέτε, καλέ μου κύριε…»

Η Έμμα ανέβηκε πάνω∙ ακολούθησε ο Φραντς. Ο αμαξάς χτύπησε το καμουτσίκι στον αέρα∙ τα άλογα όρμησαν σαν μανιασμένα στο στεγνό δρόμο. Αλλά οι δυο τους, με την άμαξα να τους κουνάει πέρα δώθε, κρατιόντουσαν αγκαλιασμένοι σφιχτά.

«Δεν είναι πολύ όμορφα;» ψιθύρισε κοντά στο στόμα του η Έμμα.

Εκείνη τη στιγμή της φάνηκε σαν να πετούσε η άμαξα ψηλά στον αέρα – ένιωσε τον εαυτό της να εκσφενδονίζεται μακριά, ήθελε από κάπου να γαντζωθεί, έπιανε όμως το κενό: της φάνηκε ότι στριφογύριζε με ξέφρενη ταχύτητα σε κύκλους, τόσο που αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια – και ξαφνικά αισθάνθηκε ότι βρισκόταν στο έδαφος, και μια απέραντη βαριά σιγή απλώθηκε, σαν να ’ταν εντελώς μόνη, μακριά απ’ όλο τον κόσμο. Άκουσε τότε διαφορετικά πράγματα ανακατεμένα: ήχους από οπλές αλόγων που χτυπούσαν πολύ κοντά της στο έδαφος, ένα σιγανό κλαψούρισμα∙ δεν μπορούσε όμως να δει τίποτα. Ένας φόβος την κυρίεψε τώρα∙ ούρλιαξε∙ ο φόβος της έγινε ακόμη μεγαλύτερος, γιατί δεν μπόρεσε ν’ ακούσει το ουρλιαχτό της. Ξαφνικά ήξερε ακριβώς τι είχε συμβεί: η άμαξα είχε βρει πάνω σε κάτι, πάνω μάλλον σε κάποια πέτρα της οδομετρικής σήμανσης, είχε τιναχτεί ανάποδα στον αέρα και αυτοί είχαν πεταχτεί έξω. Πού είναι εκείνος; ήταν η επόμενη σκέψη της. Είπε τ’ όνομά του. Κι άκουσε τον εαυτό της που μίλησε, πολύ σιγά μεν, αλλά τον άκουσε. Δεν πήρε απάντηση. Προσπάθησε να σηκωθεί. Το μόνο που κατάφερε ήταν να ανασηκωθεί καθιστή στο έδαφος, και καθώς άπλωσε τα χέρια της, ένιωσε δίπλα της ένα ανθρώπινο σώμα. Και τώρα το βλέμμα της μπορούσε να διαπεράσει τη σκοτεινιά. Δίπλα της βρισκόταν ξαπλωμένος ο Φραντς, εντελώς ασάλευτος. Με το τεντωμένο της χέρι άγγιξε το πρόσωπό του κι ένιωσε κάτι υγρό και ζεστό να κυλάει πάνω του. Η αναπνοή της σταμάτησε. Αίμα…; Τι είχε συμβεί; Ο Φραντς ήταν τραυματισμένος και αναίσθητος. Κι ο αμαξάς – πού ήταν αυτός; Τον φώναξε. Καμιά απάντηση. Ήταν ακόμη καθιστή στο έδαφος. Εγώ δεν έπαθα τίποτα, σκέφτηκε, αν και ένιωθε να πονάνε όλα της τα μέλη. Τι να κάνω, τι να κάνω… δεν είναι δυνατόν να μην έχω πάθει τίποτα. «Φραντς!» φώναξε. Μια φωνή πολύ κοντά απάντησε: « Πού ’στε, καλή μου δεσποινίς, που ’ναι ο καλός κύριος; Γίνηκε τίποτα; Περμένετε, δεσποινίς, ν’ ανάψω τη λάμπα, μπας και δούμε τίποτα, δεν ξέρω τι έχουνε σήμερα τ’ άλογα. Δε φταίω ’γω, στην ψυχή μου…, τα παλιάλογα».

Η Έμμα, αν και πονούσαν όλα της τα μέλη, είχε σηκωθεί εντελώς όρθια και το ότι ο αμαξάς δεν είχε πάθει τίποτα την καθησύχασε λίγο. Τον άκουσε ν’ ανοίγει το πορτάκι της λάμπας και ν’ ανάβει τα σπίρτα. Περίμενε το φως με αγωνία. Δεν τολμούσε ν’ αγγίξει πάλι τον Φραντς που βρισκόταν μπροστά της ξαπλωμένος στο έδαφος∙ σκέφτηκε: όταν δεν μπορείς να δεις τίποτα, όλα μοιάζουν πιο φοβερά∙ σίγουρα έχει τα μάτια του ανοιχτά... δε θα ’ναι τίποτα.

Ένα λαμπύρισμα φωτός ήρθε από μιαν άκρη. Είδε ξάφνου την άμαξα, η οποία προς έκπληξή της δεν ήταν πεσμένη στο έδαφος, αλλά απλά βρισκόταν στραβά γερμένη στο χαντάκι του δρόμου σαν να της είχε σπάσει κάποια ρόδα. Τα άλογα στέκονταν εντελώς ήσυχα. Το φως πλησίασε∙ το είδε να γλιστράει διαδοχικά πάνω από μια πέτρα οδομετρικής σήμανσης και πάνω απ’ το σωρό με τα χαλίκια στο χαντάκι∙ έπειτα προχώρησε έρποντας στα πόδια του Φραντς, γλίστρησε πάνω στο σώμα του, φώτισε το πρόσωπό του και στάθηκε πάνω του. Ο αμαξάς είχε ακουμπήσει τη λάμπα στο έδαφος∙ δίπλα ακριβώς στο κεφάλι του ξαπλωμένου άνδρα. Η Έμμα έπεσε στα γόνατα και με το που κοίταξε το πρόσωπο, νόμισε πως η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει. Το πρόσωπο ήταν ωχρό∙ τα μάτια μισάνοιχτα, έτσι που φαινόταν μόνο το άσπρο τους. Απ’ τον δεξιό κρόταφο μια λωρίδα αίματος κυλούσε αργά πάνω στο μάγουλο και χανόταν κάτω απ’ το γιακά στο λαιμό. Τα δόντια είχαν μπηχτεί στο κάτω χείλος. «Δεν είναι δυνατόν!» είπε η Έμμα στον εαυτό της.

Και ο αμαξάς είχε γονατίσει κάτω και κοίταζε έντονα το πρόσωπο. Έπιασε τότε με τα χέρια του το κεφάλι και το σήκωσε ψηλά. «Τι κάνετε;» ούρλιαξε η Έμμα με πνιγμένη φωνή, με τρόμο μπροστά σ’ αυτό το κεφάλι που έμοιαζε να σηκώνεται από μόνο του.

«Καλή μου κυρία, μου φαίνεται πως εδώ έχει γίνει μεγάλο κακό».

«Δεν είναι αλήθεια», είπε η Έμμα. «Δεν μπορεί να είναι. Εσείς, πάθατε τίποτα; Κι εγώ...»

Ο αμαξάς άφησε το κεφάλι του ασάλευτου άνδρα να πέσει αργά πάλι πίσω∙ στην αγκαλιά της Έμμας που ριγούσε. « Να ερχόταν τουλάχιστον κανείς... να 'χαν έρθει τουλάχιστον οι χωρικοί ένα τέταρτο αργότερα…»

«Τι κάνουμε τώρα;» είπε η Έμμα με τρεμάμενα χείλη.

«Κοιτάτε, κυρά μ’, αν δεν είχε σπάσ’ η άμαξα… αλλά τώρα, έτσι που ’γινε… Πρέπει να περμένουμε, μέχρι να ’ρθει κάποιος». Συνέχισε να μιλάει χωρίς η Έμμα να καταλαβαίνει τι λέει∙ αλλά εντωμεταξύ, ήταν σαν να ’ρθε στα λογικά της και ήξερε τι έπρεπε να γίνει.

«Πόσο μακριά είναι τα κοντινότερα σπίτια;» ρώτησε.

«Δεν είν’ πολύ μακριά, δεσποινίς, εκεί δα είναι το Φραντς Γιόζεφσλαντ... Κανονικά αν είχε φως θα βλέπαμε τα σπίτια, σε πέντε λεπτά είσαι κει».

«Πηγαίνετε εσείς. Εγώ θα μείνω εδώ, φέρτε ανθρώπους».

«Κοιτάτε, δεσποινίς, νομίζω θα ’ταν ’ξυπνότερο να μείνω δω μαζί σας – δε θα κάνει πολύ μέχρι να περάσει κάποιος, είναι ο δρόμος για το Ράιχ στο κάτω κάτω, και»

«Τότε θα ’ναι πολύ αργά, τότε μπορεί να ’ναι πολύ αργά. Χρειαζόμαστε ένα γιατρό».

Ο αμαξάς κοίταξε το πρόσωπο του ασάλευτου άνδρα, έπειτα κοίταξε την Έμμα κουνώντας το κεφάλι.

«Δεν το ξέρετε αυτό», φώναξε η Έμμα, «ούτε κι εγώ επίσης».

«Ναι, δεσποινίς… αλλά πού θα βρω γιατρό στο Φραντς Γιόζεφσλαντ;»

«Να πάει από κει κάποιος στην πόλη και »

«Δεσποινίς, ξέρετε τι! Σκέφτηκα, ίσως θα ’χουν εκεί τηλέφωνο. Θα μπορούσαμε να καλέσουμε τότε την Άμεσο Βοήθεια».

«Ναι, αυτό είναι το καλύτερο! Πηγαίνετε όμως, τρέξτε, για όνομα του θεού! Και φέρτε μαζί ανθρώπους… Και… σας παρακαλώ, πηγαίνετε, τι κάνετε ακόμα εδώ;»

Ο αμαξάς κοίταξε το ωχρό πρόσωπο που τώρα ήταν ακουμπισμένο στην αγκαλιά της Έμμας. «Άμεσος Βοήθεια, γιατρός, δε θα χρησιμέψουν και πολύ».

«Πηγαίνετε! Για όνομα του θεού! Πηγαίνετε!»

«Παγαίνω – μόνο να μη σας πιάσει φόβος, δεσποινίς, εδωνά στα σκοτάδια». Κι έφυγε βιαστικά περνώντας το δρόμο. «Δε μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό, στην ψυχή μου», μουρμούρισε στον εαυτό του. «Τι ιδέα κι αυτή, νυχτιάτικα στους δρόμους του Ράιχ…»

Στο σκοτεινό δρόμο η Έμμα ήταν μόνη της με τον ασάλευτο άνδρα. Τώρα τι; σκέφτηκε. Δεν είναι δυνατόν… περνούσε ξανά και ξανά απ’ το μυαλό της… δεν είναι δυνατόν. Της φάνηκε ξαφνικά σαν ν’ άκουσε κάποιον δίπλα της ν’ ανασαίνει. Έσκυψε πάνω απ’ τα ωχρά χείλη. Όχι, από δω δεν έβγαινε πνοή. Το αίμα σε κροτάφους και μάγουλα έμοιαζε να ’χει ξεραθεί. Έμεινε να κοιτάζει τα μάτια∙ τα πεθαμένα μάτια, και σείστηκε ολόκληρη. Γιατί δεν το πιστεύω – αφού είναι βέβαιο… αυτός είναι ο θάνατος! Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Μονάχα αυτό ένιωθε πια: ένας νεκρός. Εγώ και ένας νεκρός, ο νεκρός στην αγκαλιά μου. Και με τρεμάμενα χέρια έσπρωξε μακριά το κεφάλι που ήρθε και έπεσε ξανά στο έδαφος. Και μόλις τη στιγμή εκείνη την κυρίεψε ένα αίσθημα τρομακτικής εγκατάλειψης. Γιατί είχε διώξει τον αμαξά; Τι ανοησία! Τι να κάνει μόνη της εκεί στον επαρχιακό δρόμο με τον νεκρό άνδρα; Όταν έρθουν άνθρωποι… Ναι, τι θα κάνει τότε, όταν έρθουν άνθρωποι; Πόση ώρα θα πρέπει να περιμένει; Και κοίταξε ξανά τον νεκρό. Δεν είμαι μόνη μαζί του, της πέρασε απ’ το μυαλό. Είναι εδώ το φως. Και της φάνηκε σαν να ’ταν το φως κάτι φιλικό κι αγαπημένο, στο οποίο έπρεπε να πει ευχαριστώ. Σ’ αυτή τη μικρή φλόγα υπήρχε περισσότερη ζωή απ’ ότι σ’ ολόκληρη την απέραντη νύχτα γύρω της∙ ναι, ήταν σχεδόν σαν αυτό το φως να ’ταν μια προστασία απέναντι στον ωχρό, φοβερό άνδρα που βρισκόταν δίπλα της στο έδαφος… Και κοίταξε το φως τόση ώρα, ώσπου τα μάτια της άρχισαν να πεταρίζουν, ώσπου το φως άρχισε να χορεύει. Και ξάφνου είχε την αίσθηση, σαν να ’χε ξυπνήσει από ύπνο. Πήδηξε όρθια! Αυτό δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν, δεν πρέπει να με βρουν εδώ μαζί του… Ήταν σαν να ’βλεπε τώρα τον εαυτό της να στέκεται στο δρόμο, τον νεκρό στα πόδια της και το φως∙ και είδε τη μορφή της σαν να εκτεινόταν μέσα στη σκοτεινιά μ’ ένα μέγεθος παράξενο. Τι περιμένω, σκέφτηκε, και οι σκέψεις της όρμησαν σαν κυνηγημένες… Τι περιμένω; τους ανθρώπους; Τι με χρειάζονται αυτοί εμένα; Οι άνθρωποι θα ’ρθουν και θα ρωτάνε… κι εγώ… τι κάνω εγώ εδώ; Όλοι θα ρωτάνε ποια είμαι. Τι θα τους απαντήσω, τίποτα. Δε θα πω λέξη, όταν έρθουν θα μείνω σιωπηλή. Ούτε λέξη… δεν μπορούν να με αναγκάσουν.

Από μακριά ακούστηκαν φωνές.

Κιόλας; σκέφτηκε. Αφουγκράστηκε αγωνιώντας. Οι φωνές έρχονταν πέρα απ’ τη γέφυρα. Δεν μπορούσε επομένως να ’ναι οι άνθρωποι που έφερνε ο αμαξάς. Αλλά όποιοι κι αν ήταν – σε κάθε περίπτωση θα προσέξουν το φως – κι αυτό δεν έπρεπε να γίνει, θα την ανακάλυπταν.

Και με το πόδι αναποδογύρισε τη λάμπα. Αυτή έσβησε. Τώρα η Έμμα στεκόταν σε βαθύ σκοτάδι. Δεν έβλεπε τίποτα. Ούτε εκείνον έβλεπε πια. Μόνο ο λευκός σωρός με τα χαλίκια έλαμπε λίγο. Οι φωνές πλησίασαν. Όλο της το σώμα άρχισε να ριγεί. Μόνο να μην την ανακαλύψουν εδώ. Για όνομα του θεού, αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που έχει σημασία, τα πάντα κρέμονται μονάχα απ’ αυτό κι από τίποτα άλλο- και ένας μόνο άνθρωπος να μάθει ότι είναι η ερωμένη του, είναι χαμένη... Έπλεξε σφιχτά τα χέρια της. Προσεύχεται να πάνε οι άνθρωποι απ’ την άλλη μεριά του δρόμου χωρίς να την προσέξουν. Αφουγκράζεται. Από κει πάνω… Μα τι λένε; Είναι δύο ή τρεις γυναίκες. Πρόσεξαν την άμαξα, γιατί κάτι λένε γι’ αυτή, μπορεί να ξεχωρίσει κάποια λόγια. Μια άμαξα… πεσμένη ανάποδα… τι άλλο λένε; Δεν μπορεί να καταλάβει. Προχωρούν… περνάνε… Ευχαριστώ, Θεέ μου! Και τώρα, τώρα τι; Ω, γιατί να μην είναι νεκρή σαν εκείνον; Είναι να τον ζηλεύεις, γι’ αυτόν έχουν όλα περάσει… γι’ αυτόν δεν υπάρχει πια κανένας κίνδυνος και κανένας φόβος. Αυτήν όμως την πιάνει τρόμος για πολλά πράγματα. Φοβάται πως θα τη βρουν εδώ, πως θα τη ρωτήσουν: ποια είστε;… πως θα πρέπει να πάει στην αστυνομία, πως θα το μάθουν όλοι, πως ο άντρας της - το παιδί της -

Και δεν έχει αντιληφθεί ότι ήδη στέκεται εκεί τόση ώρα σαν ριζωμένη… Μπορεί ασφαλώς να φύγει, δε χρησιμεύει σε κανέναν εδώ, και τον εαυτό της τον ίδιο τον κάνει δυστυχισμένο. Και κάνει ένα βήμα… Προσεκτικά… πρέπει να περάσει μέσα απ’ το χαντάκι… απέναντι… ένα βήμα προς τα πάνω – ω, είναι τόσο ρηχό! – και δυο βήματα ακόμη, ώσπου να βρεθεί στη μέση του δρόμου… και τότε στέκεται ακίνητη για μια στιγμή, κοιτάζει μπροστά της και το βλέμμα της μπορεί να ακολουθήσει το γκρίζο δρόμο μέσα στη σκοτεινιά. Εκεί – εκεί είναι η πόλη. Δεν μπορεί να τη δει καθόλου… αλλά η κατεύθυνση τής είναι ξεκάθαρη. Στρέφεται πίσω μια φορά ακόμη. Δεν είναι και τόσο σκοτεινά. Την άμαξα μπορεί να την δει πολύ καλά∙ και τα άλογα… και αν ζοριστεί αρκετά, παρατηρεί και κάτι σαν το περίγραμμα ενός ανθρώπινου σώματος που βρίσκεται στο έδαφος. Ανοίγει διάπλατα τα μάτια της, είναι σαν κάτι εδώ να την κρατούσε πίσω… και νομίζει πως είναι αυτός που θέλει να την κρατήσει εδώ, νιώθει τη δύναμή του… Με μια βίαιη προσπάθεια όμως ελευθερώνεται, και τώρα το παρατηρεί: το έδαφος είναι πολύ υγρό∙ στέκεται στο γλιστερό δρόμο και η νοτισμένη σκόνη δεν την αφήνει να φύγει. Τώρα όμως προχωράει… προχωράει πιο γρήγορα… τρέχει… μακριά από ’δω… πίσω… στο φως, στο θόρυβο, στους ανθρώπους! Τρέχει κατά μήκος του δρόμου, κρατάει το φουστάνι της ψηλά να μην πέσει. Έχει τον αέρα στην πλάτη, είναι σαν να την σπρώχνει μπροστά. Δεν ξέρει πλέον με σιγουριά από τι δραπετεύει. Της φαίνεται σαν να δραπετεύει από τον ωχρό άνδρα που βρίσκεται εκεί, μακριά πίσω της, δίπλα στο χαντάκι του δρόμου… τότε της περνά απ’ το μυαλό η σκέψη ότι αυτοί απ’ τους οποίους θέλει να ξεφύγει είναι οι ζωντανοί που σε λίγο θα ’ναι εκεί και θα την ψάχνουν. Τι θα σκεφτούν; Δε θα τρέξει κανείς ξοπίσω της; Τώρα πια όμως δεν την προλαβαίνουν, είναι σχεδόν στη γέφυρα, έχει μεγάλο προβάδισμα, κι ο κίνδυνος θα ’χει τότε πια περάσει. Κανείς δεν μπορεί εξάλλου να υποψιαστεί ποια είναι, ψυχή ζώσα δεν μπορεί να υποψιαστεί ποια ήταν η γυναίκα που βρισκόταν στην άμαξα μαζί με εκείνον τον άνδρα στο δρόμο του Ράιχ. Ο αμαξάς δεν την ξέρει, ούτε πρόκειται να την αναγνωρίσει αν τη δει καμιά φορά αργότερα. Και κανένας δε θα ενδιαφερθεί να μάθει ποια ήταν. Ποιος νοιάζεται; Ήταν πολύ έξυπνο που δεν έμεινε εκεί, και δεν είναι και κακό. Ο ίδιος ο Φραντς θα της είχε δώσει δίκιο. Αφού πρέπει να πάει σπίτι, έχει ένα παιδί, έχει έναν άντρα, θα ήταν χαμένη στα σίγουρα αν την είχαν βρει εκεί δίπλα στον νεκρό εραστή της. Να η γέφυρα, ο δρόμος φαίνεται καλύτερα… Ήδη ακούει το νερό να κυλάει όπως πριν∙ βρίσκεται εκεί, όπου είχαν περπατήσει μαζί, πιασμένοι μπράτσο με μπράτσο – πότε – πότε; Πόσες ώρες πριν; Δεν μπορεί να ’ταν πολύ. Δεν ήταν πολύ; Ίσως όμως ήταν! Ίσως ήταν αναίσθητη για ώρα, ίσως είναι περασμένα μεσάνυχτα, ίσως είναι σχεδόν πρωί, και στο σπίτι ήδη θα την αναζητούν. Όχι, όχι, δεν είναι δυνατόν, έχει την αίσθηση πως δεν έμεινε καθόλου αναίσθητη∙ τώρα θυμάται με μεγαλύτερη ακρίβεια απ’ ότι την πρώτη στιγμή πώς τινάχτηκε έξω απ’ την άμαξα και αμέσως καταλάβαινε τα πάντα. Τρέχει πάνω απ’ τη γέφυρα και ακούει τα βήματά της να αντηχούν. Δεν κοιτάζει ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Τώρα αντιλαμβάνεται κάποιον που την πλησιάζει από απέναντι. Μετριάζει τα βήματά της. Ποιος μπορεί να ’ναι αυτός που την πλησιάζει; Είναι κάποιος με στολή. Τώρα εκείνη προχωράει πολύ αργά. Δεν πρέπει να τραβήξει την προσοχή. Νομίζει πως κατάλαβε το βλέμμα του άντρα σταθερά στραμμένο πάνω της. Αν τη ρωτήσει; Είναι δίπλα του, αναγνωρίζει τη στολή∙ είναι ένας φρουρός ασφαλείας∙ τον προσπερνάει. Τον ακούει που έχει σταθεί πίσω της. Με κόπο συγκρατεί τον εαυτό της να μην αρχίσει πάλι να τρέχει∙ θα ’ταν ύποπτο. Προχωράει το ίδιο αργά όπως πριν. Ακούει το κουδούνισμα της ιππήλατης αμαξοστοιχίας. Τα μεσάνυχτα αργούν για πολύ ώρα ακόμα. Τώρα προχωράει ξανά πιο γρήγορα∙ βιάζεται να πάει στην πόλη βλέποντας ήδη τα φώτα της να λαμπυρίζουν απέναντι στο τέλος του δρόμου κάτω από τη γέφυρα του τρένου, νομίζοντας πως ακούει ήδη τον πνιχτό της θόρυβο. Τούτος ο μοναχικός δρόμος ακόμη, και μετά την περιμένει εκεί η λύτρωση. Ακούει τώρα από μακριά διαπεραστικά σφυρίγματα, όλο και πιο διαπεραστικά, όλο και πιο κοντά∙ ένα αμάξι περνάει από μπροστά της με θόρυβο. Άθελά της στέκεται ακίνητη και το κοιτάζει που απομακρύνεται. Είναι το αμάξι της Αμέσου Βοήθειας. Αυτή γνωρίζει πού πάει. Πόσο γρήγορα! σκέφτεται… Είναι σαν να της κάνανε μάγια. Για μια στιγμή της φαίνεται σαν να ’πρεπε να τους φωνάξει πίσω, σαν να πρεπε να πάει μαζί τους, σαν να ’πρεπε να επιστρέψει πάλι εκεί απ’ όπου ήρθε – για μια στιγμή την πιάνει μια απέραντη ντροπή, τέτοια που δεν έχει νιώσει ποτέ ως τώρα∙ και ξέρει ότι υπήρξε δειλή και μικρόψυχη. Όπως όμως ακούει το αμάξι να τρέχει και να σφυρίζει όλο και πιο μακριά, μια άγρια χαρά την κυριεύει, και σαν κάποιον που έχει σωθεί φεύγει βιαστικά μπροστά. Κόσμος έρχεται προς το μέρος της∙ δεν αγωνιά πια – τα πιο δύσκολα τα ξεπέρασε. Ο θόρυβος της πόλης ακούγεται πιο καθαρά, μπροστά της το φως γίνεται όλο και πιο έντονο∙ βλέπει ήδη τη σειρά με τα σπίτια της οδού Πράτερ, και είναι σαν να την περιμένει εκεί μια πλημμυρίδα ανθρώπων, μέσα στην οποία μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς ν’ αφήσει ίχνος. Φτάνοντας τώρα σε ένα φανοστάτη έχει την ηρεμία να κοιτάξει το ρολόι της. Είναι εννιά παρά δέκα. Βάζει το ρολόι στο αυτί της – δεν έχει σταματήσει. Και σκέφτεται: είμαι ζωντανή, υγιής, ακόμη και το ρολόι μου δουλεύει… και αυτός… αυτός… νεκρός… Η μοίρα… Είναι σαν να της συγχωρέθηκαν τα πάντα… σαν να μην υπήρξε ποτέ φταίξιμο απ’ τη μεριά της. Αποδείχτηκε, ναι, αποδείχτηκε. Ακούει τον εαυτό της που λέει δυνατά αυτά τα λόγια. Κι αν η μοίρα τα ’χε ορίσει αλλιώς; - Κι αν βρισκόταν τώρα αυτή στο χαντάκι και εκείνος ήταν στη ζωή; Δε θα ’χε φύγει, όχι, όχι εκείνος. Ναι, αλλά στο κάτω κάτω, αυτός είναι άντρας. Αυτή είναι γυναίκα – και έχει ένα παιδί και ένα σύζυγο. – Είχε δίκιο, - είναι χρέος της – ναι, χρέος της. Γνωρίζει πολύ καλά πως δε συμπεριφέρθηκε έτσι από αίσθηση του χρέους… Αλλά και πάλι έκανε το σωστό. Άθελά της… όπως… πάντα οι καλοί άνθρωποι. Τώρα θα την είχαν ανακαλύψει. Τώρα οι γιατροί θα τη ρωτούσαν. Και ο άντρας σας, ευγενική μου κυρία; Ω, Θεέ μου!... Και οι αυριανές εφημερίδες – και η οικογένεια – η ίδια θα είχε καταστραφεί για πάντα και πάλι δε θα ’χε μπορέσει να τον φέρει εκείνον στη ζωή. Ναι, αυτό ήταν το κυριότερο∙ θα είχε οδηγηθεί στην καταστροφή για το τίποτα. – Βρίσκεται κάτω απ’ τη γέφυρα του τρένου. – Προχώρα κι άλλο… κι άλλο… Εδώ είναι ο στύλος του Τέγκετχοφ που συναντιούνται οι πολλοί δρόμοι. Λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν ακόμη έξω τούτο το φθινοπωρινό βράδυ που φυσάει και βρέχει, εκείνης όμως της φαίνεται σαν η ζωή της πόλης να κοχλάζει δυνατά γύρω της∙ γιατί στο μέρος απ’ όπου έρχεται, εκεί υπήρχε η πιο φοβερή σιγή. Έχει χρόνο. Γνωρίζει ότι σήμερα ο άντρας της θα γυρίσει σπίτι το νωρίτερο κατά τις δέκα – προλαβαίνει μάλιστα ν’ αλλάξει και ρούχα. Τώρα της έρχεται η ιδέα να ρίξει μια ματιά στο φουστάνι της. Με τρόμο παρατηρεί ότι είναι λερωμένο σε κάποιες μεριές. Τι θα πει στην καμαριέρα; Απ’ το μυαλό της περνά η σκέψη ότι αύριο θα μπορούν να διαβάσουν την ιστορία για το ατύχημα σε όλες τις εφημερίδες. Θα διαβάζουν επίσης παντού και για μια γυναίκα που ήταν μαζί στην άμαξα, η οποία όμως μετά εξαφανίστηκε, και με αυτή τη σκέψη αρχίζει να τρέμει εκ νέου – μια απροσεξία, και όλη η δειλία της πήγε χαμένη. Έχει όμως μαζί της τα κλειδιά του σπιτιού∙ μπορεί ν’ ανοίξει και μόνη της∙ δε θα την ακούσει κανείς. Ανεβαίνει γρήγορα σε μια αγοραία άμαξα. Πάει να δώσει τη διεύθυνσή της, τότε όμως σκέφτεται ότι αυτό ίσως δε θα ’ταν καθόλου έξυπνο, και πετάει το όνομα κάποιου δρόμου που της έρχεται εκείνη την ώρα στο μυαλό. Όπως την πηγαίνει η άμαξα απ’ την οδό Πράτερ, θα ’θελε να αισθανθεί κάτι, αλλά δεν μπορεί∙ νιώθει να ’χει μια επιθυμία μονάχα: να βρεθεί σπίτι, ασφαλής. Όλα τ’ άλλα της είναι αδιάφορα. Τη στιγμή που αποφάσισε να αφήσει μόνο του το νεκρό στο δρόμο, όλα εκείνα μέσα της που ήθελαν να θρηνήσουν και να σπαράξουν γι’ αυτόν, έπρεπε να βουβαθούν. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να αισθανθεί τώρα εκτός από έγνοια για τον εαυτό της. Δεν είναι άκαρδη… ω, όχι!... ξέρει στα σίγουρα πως θα ’ρθουν μέρες που θα ’ναι σε απόγνωση∙ ίσως και να καταρρεύσει∙ τώρα, όμως, δεν υπάρχει τίποτα μέσα της, εκτός από τη νοσταλγία να καθίσει σπίτι ήρεμη, με μάτια στεγνά, στο ίδιο τραπέζι με τον σύζυγο και το παιδί της. Κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο. Η άμαξα περνάει απ’ το κέντρο της πόλης∙ εδώ ο φωτισμός είναι έντονος και οι άνθρωποι που προσπερνούν βιαστικά είναι πολλοί, θα ’λεγε κανείς. Ξαφνικά μοιάζει σαν όλα εκείνα που έζησε τις τελευταίες ώρες να μην είναι αληθινά. Σαν κακό όνειρο της φαίνεται… ασύλληπτο ως κάτι το πραγματικό, το αμετάκλητο. Σ’ ένα πλαϊνό στενό μετά την πλατεία σταματάει την άμαξα, κατεβαίνει, στρίβει γρήγορα στη γωνία και παίρνει από κει μιαν άλλη άμαξα, δίνοντας την πραγματική της διεύθυνση. Της φαίνεται σαν να μην είναι πια ικανή να κάνει έστω και μια σκέψη. Πού είναι τώρα εκείνος, της περνά απ’ το νου. Κλείνει τα μάτια και τον βλέπει μπροστά της πάνω σε ένα φορείο, στο ασθενοφόρο – Και είναι ξαφνικά σαν να κάθεται δίπλα του και να πηγαίνει μαζί του. Και το αμάξι αρχίζει να κουνιέται πέρα δώθε, και εκείνη φοβάται ότι θα εκσφενδονιστεί έξω, όπως την τελευταία φορά – και βγάζει μια κραυγή. Εκεί η άμαξα σταματάει. Εκείνη συνέρχεται∙ είναι στην πόρτα του σπιτιού της. – Κατεβαίνει γρήγορα, προχωράει βιαστικά στο διάδρομο, με σιγανά βήματα για να μην κάνει το θυρωρό να κοιτάξει απ’ το παράθυρό του, ανεβαίνει τις σκάλες, ανοίγει την πόρτα σιγά να μην ακουστεί… απ’ το χολ στο δωμάτιό της – τα κατάφερε! Ανοίγει το φως, πετάει βιαστικά από πάνω της τα ρούχα και τα κρύβει καλά στη ντουλάπα. Όλη νύχτα θα στεγνώσουν – αύριο θα τα σιδερώσει και θα τα καθαρίσει η ίδια. Έπειτα πλένει τα χέρια και το πρόσωπό της και φοράει μια ρόμπα.

Τώρα χτυπάει έξω το κουδούνι. Ακούει την καμαριέρα που πηγαίνει στην πόρτα και ανοίγει. Ακούει τη φωνή του άντρα της∙ ακούει που βάζει στην άκρη το μπαστούνι του. Νιώθει ότι τώρα πρέπει να φανεί δυνατή, αλλιώς μπορεί κι αυτήν ακόμα τη στιγμή να πάνε όλα στο βρόντο. Προχωράει βιαστικά προς την τραπεζαρία, ώστε να μπει την ίδια στιγμή με το σύζυγό της.

«Α, είσαι κιόλας σπίτι;» είπε εκείνος.

«Και βέβαια», απαντάει αυτή, «από ώρα».

«Δε θα σε είδαν προφανώς να μπαίνεις». Εκείνη χαμογελάει χωρίς να ζορίσει τον εαυτό της. Μόνο που την κουράζει πολύ που πρέπει και να χαμογελάσει. Τη φιλάει στο μέτωπο.

Ο μικρός κάθεται ήδη στο τραπέζι∙ έπρεπε να περιμένει πολύ ώρα και αποκοιμήθηκε. Έχει αφήσει το βιβλίο του στο πιάτο, το πρόσωπό του ακουμπά πάνω στο ανοιχτό βιβλίο. Εκείνη κάθεται δίπλα του, ο σύζυγος απέναντί της, παίρνει μια εφημερίδα και της ρίχνει μια ματιά στα πεταχτά. Έπειτα τη βάζει στο πλάι και λέει: «Οι άλλοι ακόμα συνεδριάζουν και συνεχίζουν τις διαβουλεύσεις».

«Για τι πράγμα;» ρωτά αυτή.

Και αρχίζει αυτός να διηγείται τα της σημερινής συνεδρίασης, τόσα πολλά, για πολύ ώρα. Η Έμμα κάνει ότι ακούει, γνέφει πότε πότε καταφατικά με το κεφάλι.

Αλλά δεν ακούει τίποτα, δεν ξέρει για ποιο πράγμα μιλάει, η διάθεσή της είναι η διάθεση κάποιου που έχει διαφύγει με θαυμαστό τρόπο φοβερούς κινδύνους… δε νιώθει τίποτα, εκτός από: σώθηκα, είμαι σπίτι. Και ενώ ο άντρας της συνεχίζει να διηγείται, εκείνη μετακινεί την καρέκλα της πιο κοντά στο αγοράκι της, παίρνει το κεφάλι του και το σφίγγει στο στήθος της. Μια ανείπωτη κούραση την κυριεύει – δεν μπορεί να κρατηθεί, νιώθει πως την παίρνει ο ύπνος∙ κλείνει τα μάτια.

Ξαφνικά της περνάει απ’ το νου μια πιθανότητα, την οποία απ’ τη στιγμή που σηκώθηκε από το χαντάκι δεν είχε ξανασκεφτεί. Αν δεν ήταν νεκρός! Αν… Α, όχι, δεν ήταν δυνατό να υπάρχει αμφιβολία… Εκείνα τα μάτια… εκείνο το στόμα – κι έπειτα… δεν έβγαινε πνοή απ’ τα χείλη του. – Υπάρχει όμως και η νεκροφάνεια. Υπάρχουν περιπτώσεις που και μάτια εξασκημένα κάνουν λάθη… Κι αυτή σίγουρα δεν έχει εξασκημένο μάτι. Αν ζει, αν βρήκε ξανά τις αισθήσεις του, αν βρέθηκε ξαφνικά μόνος του στον επαρχιακό δρόμο στη μέση της νύχτας… αν τη φωνάζει… αν φωνάζει το όνομά της… αν στο τέλος φοβηθεί ότι είναι τραυματισμένη, αν πει στους γιατρούς, εδώ ήταν μια γυναίκα, πρέπει να ’χει εκσφενδονιστεί ακόμα μακρύτερα. Και… και… Ναι, μετά τι; Θα την ψάξουν. Θα επιστρέψει από το Φραντς Γιόζεφσλαντ ο αμαξάς με ανθρώπους… θα τους πει, εδώ ήταν η γυναίκα όταν έφυγα – και ο Φραντς θα το υποψιαστεί. Ο Φραντς θα ξέρει… τη γνωρίζει άλλωστε τόσο καλά… θα ξέρει ότι έτρεξε να γλιτώσει, και θα τον κυριέψει μια τρομερή οργή, και θα πει το όνομά της για να την εκδικηθεί. Γιατί αυτός είναι χαμένος ήδη… και θα τον ταρακουνήσει τόσο βαθιά το γεγονός πως τον άφησε μόνο του τις τελευταίες του ώρες, που θα πει απερίσκεπτα: ήταν η κυρία Έμμα, η ερωμένη μου… δειλή και χαζή συνάμα, γιατί ψέματα, κύριοι ιατροί μου, σίγουρα δε θα είχατε ρωτήσει το όνομά της, αν σας είχαμε παρακαλέσει για διακριτικότητα. Θα την είχατε αφήσει να φύγει, κι εγώ επίσης, ω ναι – έπρεπε μόνο να ’χε μείνει εκεί, ώσπου να έρθετε. Αλλά επειδή είναι τόσο μικρόψυχη, θα σας πω ποια είναι… είναι… Α!

«Τι έχεις;» είπε πολύ σοβαρά ο καθηγητής και σηκώθηκε όρθιος.

«Τι… πώς;… Τι συμβαίνει;»

«Ναι, τι σου συμβαίνει;»

«Τίποτα». Έσφιξε το αγοράκι πιο δυνατά πάνω της.

Ο καθηγητής την κοιτάζει για ώρα. «Ξέρεις, είχες αρχίσει να λαγοκοιμάσαι και »

«Και;»

«Ξαφνικά φώναξες δυνατά».

«… Και;»

« Όπως φωνάζει κανείς στον ύπνο του, όταν βλέπει άσχημα όνειρα. Έβλεπες όνειρο;»

«Δεν ξέρω. Δεν ξέρω απολύτως τίποτα».

Και απέναντί της ακριβώς, στον καθρέφτη του τοίχου βλέπει ένα πρόσωπο να χαμογελά απαίσια, με παραμορφωμένα χαρακτηριστικά. Ξέρει πως είναι το δικό της, και παρόλα αυτά την πιάνει ρίγος… Και παρατηρεί ότι έχει πετρώσει, δεν μπορεί να κουνήσει το στόμα της, το ξέρει: αυτό το χαμόγελο θα παίζει στα χείλη της για όσο ζει. Και προσπαθεί να φωνάξει δυνατά. Νιώθει τότε δυο χέρια πάνω στους ώμους της, και βλέπει την όψη του συζύγου της να στριμώχνεται ανάμεσα στο δικό της πρόσωπο και αυτό στον καθρέφτη∙ τα μάτια του, ερωτηματικά και απειλητικά, βυθίζονται στα δικά της. Το ξέρει: αν δεν περάσει αυτή την τελευταία δοκιμασία, έχουν όλα χαθεί. Νιώθει πως γίνεται ξανά δυνατή, τα χαρακτηριστικά, τα μέλη της τα ’χει υπό έλεγχο∙ μπορεί να κάνει μ’ αυτά ό,τι θέλει τούτη τη στιγμή∙ πρέπει, όμως, να την αρπάξει, αλλιώς η στιγμή θα περάσει, πιάνει τότε με τα δυο της χέρια εκείνα του συζύγου της που βρίσκονται ακόμα στους ώμους της, τον τραβάει προς το μέρος της∙ τον κοιτάζει χαρούμενα και τρυφερά.

Και καθώς νιώθει τα χείλη του άντρα της στο μέτωπό της, σκέφτεται: γιατί όχι… ένα κακό όνειρο. Δε θα το πει σε κανέναν, δε θα την εκδικηθεί, ποτέ… είναι νεκρός… είναι στα σίγουρα νεκρός… και οι νεκροί σωπαίνουν.

«Γιατί το λες αυτό;» ακούει ξαφνικά τη φωνή του άντρα της. Τρόμος μεγάλος την πιάνει. «Τι είπα;» Και της φαίνεται σαν να ’χει διηγηθεί ξαφνικά τα πάντα εντελώς φωναχτά… σαν να μοιράστηκε όλη την ιστορία αυτής της βραδιάς εκεί στο τραπέζι… και ρωτάει ακόμα μια φορά, ενώ καταρρέει μπροστά στο φοβερό του βλέμμα: «Τι είπα;»

«Οι νεκροί σωπαίνουν», επαναλαμβάνει πολύ αργά ο άντρας της.

«Ναι…» λέει αυτή. «ναι…»

Και διαβάζει στα μάτια του πως δεν μπορεί πια να του κρύβει τίποτα, και για ώρα κοιτάζει ο ένας τον άλλο. «Βάλε τον μικρό για ύπνο», της λέει τότε∙ «νομίζω ότι έχεις να μου πεις κάτι ακόμα…»

«Ναι», είπε εκείνη.

Και ξέρει πως την επόμενη στιγμή θα πει σε αυτόν τον άντρα που εξαπατούσε για χρόνια όλη την αλήθεια.

Και καθώς βαδίζει με το αγοράκι της αργά προς την πόρτα, νιώθοντας συνεχώς τα μάτια του συζύγου της στραμμένα πάνω της, μια απέραντη ηρεμία απλώνεται μέσα της, σαν να μπήκαν πολλά πράγματα ξανά στη θέση τους. …


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Μαρία Χουμανίδη


Arthur_schnitzler

Το διήγημα του Άρτουρ Σνίτσλερ "Οι νεκροί σωπαίνουν" μεταφράζεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά. H Logotexnia21 ευχαριστεί τη Μαρία Χουμανίδη για την άδεια να δημοσιευτεί στις σελίδες της η μετάφραση αυτή. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Άρτουρ Σνίτσλερ Απελευθέρωση, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Μαρίας Ρούσσου, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα του Άρτουρ Σνίτσλερ και τα βιβλία του που κυκλοφορούν στα Ελληνικά μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της βιβλιοnet.

© Logotexnia 21 + Maria Houmanidi