Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΗ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΗ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Εύη Μαυρομμάτη, Παζλ

769px-Meisje_met_de_parel


Παζλ

Στην Ειρήνη Β. – επειδή μπορεί



Είναι η αγαπημένη της ασχολία.
Όλα όσα έχει φτιάξει αποτελούνταιαπό πολλά κομμάτια.
Στο γραφείο της έχει ξεμείνει από παλιά
Η δημιουργία του Αδάμ.
Πίσω από την πόρτα,
κορνιζαρισμένα αλλά ξεκρέμαστα ακόμα,
η Μόνα Λίζα και η Ακαδημία των Αθηνών.
Είχε ολοκληρώσει και τον Όλυμπο του Ρομάνο
–2.500 κομμάτια μέσα σε πέντε μόνο ώρες–,
αλλά πάνω σε μια μετακόμιση
διαλύθηκε.

Το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν
Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι
του Βερμέερ.
Αυτό το έχει βάλει σε μια χρυσή αντικέ κορνίζα
και το έχει κρεμάσει πάνω από το κρεβάτι της.
Στο πίσω μέρος, με κόκκινο ανεξίτηλο μαρκαδόρο,
είναι γραμμένος ο στίχος:
«Έχει νόημα να προχωρήσουμε
πριν παραιτηθούμε από την ομορφιά».

Έτσι θυμάται πάντα πως
εκείνο, το άλλο παζλ των 14.244 ημερών
–για το οποίο χρόνια αναζητούσε ένα χέρι
να της το συναρμολογήσει–
μόνο η ίδια μπορεί να το φτιάξει.
Και πρέπει να το φτιάξει
«όσο [αυτό] ακόμη λάμπει».





Το ποίημα «Παζλ» είναι από την πρώτη ποιητική συλλογή της Εύης Μαυρομμάτη (γεν. 1978) Όχι τα λόγια, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές. 
Η Εύη Μαυρομμάτη άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά της το 2009 στη Logotexnia21. 
Από τότε έχουν δημοσιευτεί μεταφράσεις, κείμενα και ποιήματά της σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως επίσης και στα έντυπα Ποίηση και Ποιητική. 
Δείτε εδώ όλες τις δημοσιεύσεις της Εύης Μαυρομμάτη στη Logotexnia21.

Εύη Μαυρομμάτη, 3 ποιήματα

Photo by Kristin Smith



Ρουά σε σκακιέρα ασπρόμαυρη

 

Ανέκκλητος

ο χειμώνας μου,

διαγνωσμένος πλέον.

Όλα έχουν καεί

στο χιόνι.

 

Τις νύχτες,

όταν αυτή κοιμάται,

κουκουλωμένη με το παχύ σκοτάδι

που με τα δυο μας χέρια έχουμε πλέξει,

εγώ, μεθοδικά κι αθόρυβα,

χτίζω έναν Απρίλη.

 

Είμαι κοντά στο τέλος.

Η χαρά μου δεν πρέπει να φανεί.

 

«Δεν είμαστε καλά οι δυο μας;»

Καταφάσκω, όσο πιο πειστικά μπορώ.

 

Πέρασε η ώρα

κι απόψε έχω να συναρμολογήσω

έναν ήλιο.

 

 ***

 

Αποχαιρετισμός

 

Τα ερωτήματα

καθόλου ταπεινά πια.

Πυρετική χαρά η αναμέτρηση.

 

Έπρεπε επιτέλους να συμβεί.

 

Να βγάλω το λευκό σεντόνι

της στοργικής σου επιφάνειας.

Να σου προσφέρω

τον τελευταίο

-γενναιόδωρο– 

αποχαιρετισμό μου.

 

Πώς;

Σκληρή εγώ;

 

 ***

 

Επιστροφή  ΙΙ

 

Ξυπνάω σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο.

Τοίχοι βαμμένοι με λαδιά νερομπογιά,

δυο λάμπες φθορίου στο ταβάνι,

η μία τρεμοπαίζει,

μια καρέκλα με δέρμα ξεσκισμένο,

στη μέση ένα κρεβάτι,

πάνω του εγώ, δεμένη με λουριά.

 

Θα ’σαι καλά χωρίς εμένα;


 

 

 

Τα 3 παραπάνω ποιήματα της Εύης Μαυρομμάτη (γεν. 1978) δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα ποιήματά της «Eπιστροφή», «La bella Simonetta», «Xρόνος είναι...», «Μπλε ώρα», τα πεζά κείμενα «Καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν», «Ημικρανίες» και κάποιες μεταφράσεις της (Rainer Maria Rilke, Else Lasker-Schüler, Gottfried Keller).

 

Εύη Μαυρομμάτη, Ημικρανίες

Νίκος Γυφτάκης, Studies: Φωτεινή, μικτή τεχνική σε καμβά

Πάσχει από ημικρανίες. Απλώνονται πάντα στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού της. Εμφανίζονται συνήθως από Οκτώβριο έως Μάιο, σχεδόν ανά δύο εβδομάδες και διαρκούν μία με δύο μέρες. Συνοδεύονται ενίοτε από τάση για εμετό.

 

Και η μητέρα της πάσχει από ημικρανίες. Άλλωστε από εκείνη τις κληρονόμησε. Η διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι η μητέρα της καταφεύγει άμεσα στα παυσίπονα, προκειμένου να «μπλοκάρει τον πόνο», ενώ εκείνη επιλέγει να τον υπομένει.

 

Συχνά την κυριεύει η επιθυμία να πάρει ένα μαχαίρι και να ανοίξει μια τομή στον αυχένα της ακριβώς στη βάση του κεφαλιού, εκεί όπου αισθάνεται ότι καταλήγει ο πόνος. Φαντάζεται το αίμα της να τρέχει, συμπαρασύροντας τον πόνο. Η εικόνα και μόνο τής δίνει μεγάλη ανακούφιση. Δυστυχώς όμως στο σπίτι της δεν έχει κανένα μαχαίρι αρκετά κοφτερό για αυτήν τη δουλειά. Κι όλο λέει πως θα αγοράσει.

 

 

Η Εύη Μαυρομμάτη γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα και είναι επαγγελματίας μεταφράστρια. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα ποιήματά της «Eπιστροφή», «La bella Simonetta» και «Xρόνος είναι...», «Μπλε ώρα», το διήγημα «Καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν», όπως και μεταφράσεις της (Rainer Maria Rilke, Else Lasker-Schüler, Gottfried Keller).

Η φωτογραφία που συνοδεύει τις «Ημικρανίες» είναι έργο του Νίκου Γυφτάκη.

Εύη Μαυρομμάτη, Καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν

Marc Chagall - Les Amants au ciel rouge

«Γιατί ο άνθρωπος έχει αυτοεγκλειστεί,

και τώρα βλέπει τα πάντα μέσα από τις

στενές χαραμάδες της σπηλιάς του».

William Blake

Οι γάμοι του ουρανού και της κόλασης

 

 

Μουντό πρωινό, γύρω στις έντεκα, στην Πανεπιστημίου. Ο δρόμος άδειος, τα πεζοδρόμια γεμάτα κόσμο. Πάνω στην άσφαλτο, στο ύψος της Βιβλιοθήκης, ένας γυάλινος θάλαμος. Τρέχω κατά πάνω του πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ. Το θέαμα κόβει την ανάσα και βίαια γεννάει την επόμενη. Σε κάθε βήμα.

Ο μεγαλόσωμος άντρας κρατάει απ’ τα μαλλιά, σηκωμένη στον αέρα, τη δίχρονη κόρη μου. Χτυπιέται. Στα παραμορφωμένα απ’ το κλάμα χείλη της διαβάζω ένα μακρόσυρτο «Μαμά». Μισό μέτρο μόνο κι έφτασα. Η λεπίδα διατρέχει το λαιμό της. Το δεξί μυώδες χέρι του επιδεικνύει το κεφάλι της σαν τρόπαιο.

Γονατισμένη στον δρόμο προσπαθώ με μανία να τη συναρμολογήσω. Να κουμπώσει το κεφάλι σωστά, να τη σηκώσω όρθια, ν’ ανοίξουν τα μάτια της. Το κεφάλι πέφτει απ’ τη θέση του. Κατρακυλάει στην άσφαλτο. Απλώνομαι να το προλάβω. Το πιάνω. Ξαναπροσπαθώ. Μια, δυο, τρεις…

Γύρω μου αστυνομικοί. Αρπάζω από έναν το πιστόλι του. Το χώνω στο στόμα μου. Ο πατέρας της τρέχει προς το μέρος μας. Μου παίρνει το πιστόλι απ’ το στόμα, το βάζει στο δικό του. Κοιταζόμαστε για λίγο… Τα μάτια μας οθόνες, προβάλλουν τη ζωή μας σε ασύνδετα καρέ. Μπαμ!

Σειρά μου τώρα. Θέλω να τους προλάβω. Πατάω τη σκανδάλη. Τίποτα. Πατάω ξανά. Η σκέψη της αποτυχίας με πανικοβάλει.

Οι αστυνομικοί απομακρύνονται αργά αργά. «Μια σφαίρα, σας παρακαλώ», φωνάζω. Κάνουν σαν να μη μ’ ακούνε. «Μια σφαίρα, ρε μαλάκες». Καμιά αντίδραση. Πάω ν’ αρπάξω πάλι από έναν το πιστόλι του αλλά μόλις τον αγγίζω, χάνεται.

 

Ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα. Η κρεβατοκάμαρα μοιάζει μισοξένη. Σαν να μην βρίσκομαι ολόκληρη στην πραγματικότητα. Σαν να ξέμεινε ένα κομμάτι μου κάπου αλλού. Γυρίζω και τον βλέπω να κοιμάται ανάσκελα, σε στάση στρατιωτική. Δεν είμαι θυμωμένη, απλώς πονάω. Πονάω όπως πονάει κάποιος που κοπανιέται κάθε μέρα για πολλά χρόνια σε έναν τοίχο. Έχω παραμορφωθεί τόσο που δεν αναγνωρίζω πια τον εαυτό μου. Κι ο τοίχος εκεί, αχόρταγος, αμείλικτος.

Η αρρώστια τον είχε κάνει αδιαπέραστο. «Πρέπει να τον καταλάβεις», μου έλεγαν, «έχει περάσει πολλά». Σε κάθε παράλογη αντίδρασή του, η ίδια καραμέλα. «Κάνε υπομονή, θα του περάσει. Έχει την αγωνία του με τις εξωσωματικές, αποβάλλεις κι εσύ συνέχεια…».

Έξω βρέχει. Τα πορτοκαλί ψηφία στο ρολόι του κομοδίνου του δείχνουν 03:06. Ξαπλώνω δίπλα του ανάσκελα. Με όση ακρίβεια μού επιτρέπει το λιγοστό φως που μπαίνει απ’ το μισάνοιχτο παντζούρι, δοκιμάζω να φέρω το κεφάλι μου στο ύψος του δικού του. Πιάνω απαλά το δεξί του χέρι. Φέρνω το πιστόλι στον δεξή μου κρόταφο. Αν είμαστε τυχεροί, μια σφαίρα θα φτάσει και για τους δύο.

 

 

Η Εύη Μαυρομμάτη γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα και είναι επαγγελματίας μεταφράστρια. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα ποιήματά της Επιστροφή, La bella Simonetta και Χρόνος είναι..., Μπλε ώρα, όπως και μεταφράσεις της (Rainer Maria Rilke, Else Lasker-Schüler, Gottfried Keller).

 

© Logotexnia 21 + Εύη Μαυρομμάτη

Gottfried Keller, Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο

Kleider 

[Αποσπάσματα]

Μια ψυχρή μέρα του Νοέμβρη, ένας φτωχός ραφτάκος περπατούσε στη δημοσιά για την Γκόλνταχ, μια μικρή πλούσια πόλη που απέχει λίγες μόνο ώρες από την Ζελντβίλα. Ο ράφτης δεν είχε τίποτα στην τσέπη του, παρά μόνο μια δαχτυλήθρα, την οποία, λόγω παντελούς έλλειψης κάποιου κέρματος, στριφογύριζε αδιάκοπα ανάμεσα στα δάχτυλά του κάθε φορά που το κρύο τον ανάγκαζε να χώνει τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του, και τα δάχτυλά του τον πονούσαν πολύ απ’ αυτό το στρίψιμο και το τρίψιμο. Διότι, εξαιτίας του φαλιμέντου ενός αρχιράφτη στην Ζελντβίλα, έχασε και τον μισθό του μαζί με τη δουλειά του, και αναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Δεν είχε φάει ακόμα τίποτα για πρωινό, παρά μόνο μερικές νιφάδες χιονιού που έφερνε ο αέρας στο στόμα του, και ακόμα χειρότερα δεν έβλεπε από πού θα ξεφύτρωνε ένα φτωχικό μεσημεριανό. Να ζητιανέψει τού ήταν υπερβολικά δύσκολο, του φαινόταν μάλιστα εντελώς αδύνατον, διότι πάνω από το μαύρο κυριακάτικο κοστούμι του, που ήταν και το μοναδικό του, φορούσε μια φαρδιά, σκούρα γκρι κάπα, επενδυμένη με μαύρο βελούδο, η οποία του προσέδιδε αριστοκρατική και ρομαντική εμφάνιση, προπάντων επειδή τα μακριά μαύρα μαλλιά του και το μικρό μουστάκι του ήταν περιποιημένα, και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν χλομά μεν, αλλά αρμονικά.

Ο τρόπος που συνήθιζε να ντύνεται τού είχε γίνει ανάγκη, δίχως πίσω απ’ αυτό να κρύβεται κάποια κακή ή δόλια πρόθεση· απεναντίας, ήταν ικανοποιημένος όταν του έδιναν ελευθερία κινήσεων και τον άφηναν να κάνει ήσυχος τη δουλειά του· προτιμούσε όμως να λιμοκτονήσει, παρά να αποχωριστεί την κάπα του και τον πολωνικό γούνινο σκούφο του, τον οποίον ήξερε επίσης να φοράει όπως ακριβώς έπρεπε.

Μπορούσε, επομένως, να εργαστεί μόνο σε μεγαλύτερες πόλεις, όπου αυτά τα πράγματα δεν τραβούσαν και πολύ την προσοχή· όποτε περιπλανιόταν, χωρίς να έχει μαζί του κάποιο κομπόδεμα, βρισκόταν σε κατάσταση πολύ μεγάλης ανάγκης. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποιο σπίτι, οι άνθρωποι τον παρατηρούσαν με έκπληξη και περιέργεια, και κάθε άλλο παρά να ζητιανέψει περίμεναν απ’ αυτόν· κι έτσι, επειδή, εκτός των άλλων, δεν είχε και λέγειν, τα λόγια του έσβηναν προτού προλάβει να τα ξεστομίσει, με αποτέλεσμα να μαρτυράει για χάρη του παλτού του και να υποφέρει από πείνα τόσο μαύρη, όσο και η βελούδινη φόδρα του τελευταίου.

Καθώς ανέβαινε θλιμμένος κι αδύναμος έναν λόφο, συνάντησε μια καινούργια και ευρύχωρη ταξιδιωτική άμαξα, που ο αμαξάς ενός άρχοντα την είχε παραλάβει στην Βασιλεία και πήγαινε να την παραδώσει στον κύριό του, έναν ξένο κόμη που κατοικούσε κάπου στην ανατολική Ελβετία σ’ έναν παλιό πύργο, τον οποίο είχε μισθώσει ή αγοράσει. Η άμαξα ήταν εξοπλισμένη με κάθε λογής μηχανισμούς για την τοποθέτηση των αποσκευών, και γι’ αυτό φαινόταν να είναι βαριά φορτωμένη, παρότι ήταν εντελώς άδεια. Ο αμαξάς, λόγω του απόκρημνου δρόμου, πήγαινε πλάι στ’ άλογα, και μόλις έφτασε στην κορυφή του λόφου, ξανανέβηκε στο κάθισμά του και ρώτησε τον ράφτη αν ήθελε να μπει στην άδεια άμαξα. Διότι είχε μόλις αρχίσει να βρέχει, κι αυτός με μια ματιά είχε διαπιστώσει ότι ο οδοιπόρος, εξασθενημένος κι ενδεής, πολεμούσε να τα βγάλει πέρα.

Εκείνος δέχτηκε την προσφορά μ’ ευγνωμοσύνη και ταπεινότητα, οπότε και η άμαξα έφυγε γρήγορα με αυτόν μέσα, και σε λιγότερο από μία ώρα πέρασε μεγαλοπρεπέστατα την αψιδωτή πύλη της Γκόλνταχ. Το αριστοκρατικό αμάξι σταμάτησε ξαφνικά μπροστά στο πρώτο πανδοχείο, που λεγόταν «Ο Ζυγός», και στη στιγμή ο υπηρέτης χτύπησε την καμπάνα τόσο δυνατά, που παραλίγο να κοπεί το σχοινί της στα δυο. Τότε, ο πανδοχέας και οι υπηρέτες κατέβηκαν φουριόζοι και άνοιξαν διάπλατα την πόρτα του αμαξιού· παιδιά και γείτονες είχαν ήδη περικυκλώσει την εξαίσια άμαξα, περίεργοι να δουν τι σόι πράγμα θα ’βγαινε μέσα απ’ αυτό το ασύλληπτο κέλυφος, και μόλις ο εμβρόντητος ράφτης ξεπρόβαλε, τελικά, τυλιγμένος στο παλτό του, χλομός και όμορφος και βαρύθυμος, με το βλέμμα στραμμένο στο έδαφος, τους φάνηκε πως ήταν τουλάχιστον μυστηριώδης πρίγκιπας ή γιος κόμη. Ο χώρος ανάμεσα στην άμαξα και την πόρτα του πανδοχείου ήταν στενός και, πέραν αυτού, ο δρόμος είχε σχεδόν κλείσει από τους θεατές. Να έφταιγε, άραγε, η έλλειψη ετοιμότητας ή θάρρους που δεν άνοιξε δρόμο μέσα από το πλήθος και δεν συνέχισε την πορεία του; Δεν έκανε κάτι τέτοιο, παρά αφέθηκε να τον οδηγήσουν μέσα στο πανδοχείο και, εν συνεχεία, στην κορυφή της σκάλας, και αντιλήφθηκε τη νέα ασυνήθιστη θέση του μόνον όταν είχε μεταφερθεί σε μιαν άνετη τραπεζαρία και κάποιος του έβγαζε περιποιητικά το αξιοσέβαστο παλτό του.

«Ο κύριος επιθυμεί να γευματίσει;» ρωτήθηκε. «Θα σερβιριστεί αμέσως· το φαγητό μόλις ετοιμάστηκε!»

Δίχως να περιμένει απάντηση, ο πανδοχέας του «Ζυγού» έτρεξε στο μαγειρείο και φώναξε: «Μα την Ανίερη Τριάδα! Τώρα δεν έχουμε τίποτα, πέρα από βοδινό κρέας και αρνίσιο μπούτι! Την περδικόπιτα δεν κάνει να την κόψω, διότι την έχω τάξει και την προορίζω για τους κυρίους που θα ’ρθουν το βράδυ. Αλλά έτσι είναι! Τη μοναδική μέρα που δεν περιμένουμε φιλοξενούμενο και δεν υπάρχει τίποτα, έπρεπε να έρθει ένας κύριος σαν κι αυτόν! Κι ο αμαξάς έχει ένα οικόσημο στα κουμπιά και η άμαξα μοιάζει με αυτές που έχουν οι δούκες! Κι ο νεαρός είναι τόσο αριστοκρατικός, που δεν ανοίγει καν το στόμα του!»

Ωστόσο, η ήρεμη μαγείρισσα είπε: «Ωραία, ποιος ο λόγος όμως να οδύρεστε, κύριε; Το μόνο που θα βγάλετε κάπως παρακινδυνευμένα είναι η πίτα, που δεν θα την φάει και όλη! Στους κυρίους που θα έρθουν το βράδυ, θα σερβιριστεί σε μερίδες· έξι μερίδες θα τις βγάλουμε όπως και να ’χει!»

«Έξι μερίδες; Μάλλον ξεχνάτε ότι οι κύριοι είναι συνηθισμένοι να τρώνε του σκασμού!» είπε ο πανδοχέας, αλλά η μαγείρισσα συνέχισε ατάραχη: «Κι αυτό θα κάνουν! Ας πάει κάποιος γρήγορα να φέρει μισή ντουζίνα κοτολέτες, που ούτως ή άλλως τις χρειαζόμαστε για τον ξένο, κι ό,τι περισσέψει θα το κόψω κομματάκια και θα το ανακατέψω μέσα στην πίτα, επιτρέψτε μου μόνο να το φροντίσω!»

Μα ο τίμιος πανδοχέας είπε με σοβαρότητα: «Μαγείρισσα, σας έχω ήδη πει ότι σε τούτη την πόλη και σε τούτο το πανδοχείο δεν γίνονται τέτοια πράγματα! Εμείς εδώ είμαστε άνθρωποι σοβαροί και με υπόληψη, και τα καταφέρνουμε μια χαρά!»

«Α, διάβολε, ναι, ναι!» φώναξε τελικά η μαγείρισσα, κάπως ταραγμένη. «Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει! Εδώ είναι δυο μπεκάτσες που τις αγόρασα προ ολίγου από τον κυνηγό και που, στο κάτω κάτω, μπορούμε να βάλουμε αυτές μέσα στην πίτα! Σιγά μην τους πειράξει τους καλοφαγάδες μια περδικόπιτα με γέμιση μπεκάτσας! Έπειτα έχουμε και τις πέστροφες, τη μεγαλύτερη την έριξα στο βραστό νερό με το που ήρθε η παράξενη άμαξα, κι εδώ στο τηγανάκι βράζει κιόλας ο ζωμός· έτσι, λοιπόν, έχουμε ένα ψάρι, το βοδινό, τα λαχανικά με τις κοτολέτες, το ψητό αρνί και την πίτα· δώστε μου μόνο το κλειδί για να μπορέσουμε να βγάλουμε τις κομπόστες, τα τουρσιά και το επιδόρπιο! Και το κλειδί, κύριε!, θα μπορούσατε να μου το δώσετε να το φυλάω με πίστη και τιμή, για να μην χρειάζεται να τρέχουμε διαρκώς στο κατόπι σας και να ερχόμαστε συνεχώς σε τόσο δύσκολη θέση!»

«Αγαπητή μαγείρισσα! Μην το πάρετε στραβά, μα όταν η μακαρίτισσα η γυναίκα μου ήταν στο νεκροκρέβατό της, μ’ έβαλε να της υποσχεθώ ότι τα κλειδιά θα είναι πάντα στα χέρια μου· συνεπώς, αυτό γίνεται για λόγους αρχής και όχι δυσπιστίας. Εδώ είναι τ’ αγγούρια κι εδώ τ’ αγριοκέρασα, εδώ τ’ αχλάδια κι εδώ τα βερίκοκα, αλλά δεν επιτρέπεται να εμφανίσουμε το παλιό γλυκό· να πάει γρήγορα η Λίζε στον ζαχαροπλάστη και να πάρει φρέσκα γλυκάκια, τρία πιάτα, κι αν έχει και καμιά καλή τούρτα, να της την δώσει κι αυτήν μαζί!»

«Μα, κύριε!, δεν μπορείτε, βέβαια, να τα χρεώσετε όλ’ αυτά στον μοναδικό φιλοξενούμενο. Ακόμα και με τις καλύτερες των προθέσεων δεν θα βγάλετε τίποτα έτσι!»

«Δεν πειράζει, είναι ζήτημα τιμής! Δεν θα σημάνει δα και το τέλος μου· από την άλλη μεριά, όταν ένας σπουδαίος κύριος περνάει από την πόλη μας, πρέπει να μπορεί να λέει ότι βρήκε σωστό φαγητό, κι ας ήρθε εντελώς απροσδόκητα και μέσα στον χειμώνα! Δεν πρέπει να μιλούν για μας όπως για τους πανδοχείς της Ζελντβίλα, που καταβροχθίζουν όλα τα καλά και στους ξένους σερβίρουν τ’ αποφάγια! Εμπρός λοιπόν, σβέλτα. Στρωθείτε στη δουλειά!»

[…]

Μέσα από ένα μυροβόλο δάσος σκεπασμένο με πάχνη πετάχτηκε ένας κυκεώνας παρδαλών χρωμάτων και μορφών, και εξελίχθηκε σε πομπή με έλκηθρα, η οποία εκεί ψηλά στις παρυφές των χωραφιών διαγραφόταν πάνω στον γαλανό ουρανό και γλιστρούσε όπως και η άλλη προς το κέντρο της περιοχής· ένα αλλόκοτο θέαμα. Φαινόταν ν’ αποτελείται κυρίως από μεγάλα αγροτικά φορτηγά έλκηθρα, δεμένα ανά δύο, ώστε να χρησιμεύουν ως βάση για ιδιόμορφα κατασκευάσματα και παραστάσεις. Στο μπροστινό όχημα δέσποζε μια κολοσσιαία φιγούρα που απεικόνιζε τη θεά Φορτούνα, η οποία φαινόταν να πετάει στον αιθέρα. Ήταν μια γιγαντιαία αχυρένια κούκλα γεμάτη αστραφτερές χρυσές πούλιες, που η τούλινη φορεσιά της κυμάτιζε στον άνεμο. Στο δεύτερο όχημα όμως υπήρχε ένας εξίσου γιγάντιος τράγος, ο οποίος αποτελούσε μαύρη και ζοφερή αντίθεση προς την Φορτούνα και την καταδίωκε με τα κέρατά του χαμηλωμένα. Ακολουθούσε μια ασυνήθιστη κατασκευή, η οποία αναπαριστούσε ένα σίδερο σιδερώματος δεκαπέντε πόδια ψηλό, έπειτα ένα πελώριο ψαλίδι που ανοιγόκλεινε με τη βοήθεια ενός σπάγκου, βγάζοντας έναν κοφτό ελαφρύ ήχο, και έμοιαζε να βλέπει το καταπέτασμα τ’ ουρανού για γαλάζιο βελούδινο ύφασμα γιλέκων. Ακολουθούσαν κι άλλοι τέτοιοι υπαινιγμοί στη ραφτική τέχνη, και στη βάση όλων αυτών των κατασκευασμάτων, πάνω στα ευρύχωρα έλκηθρα, που το καθένα σερνόταν από τέσσερα άλογα, καθόταν η συντροφιά των ανθρώπων της Ζελντβίλα με πολύ παρδαλές φορεσιές, με δυνατά γέλια και τραγούδια.

Μόλις και οι δύο πομπές ανέβηκαν, συγχρόνως, στην πλατεία μπροστά από το ξενοδοχείο, δημιουργήθηκε μια θορυβώδης σκηνή και μεγάλος συνωστισμός ανθρώπων και αλόγων. Οι κύριοι και οι κυρίες της Γκόλνταχ εξεπλάγησαν και σάστισαν με την αλλόκοτη αυτή συνάντηση· από την άλλη πλευρά, οι άνθρωποι της Ζελντβίλα καμώνονταν για την ώρα τους καλοσυνάτους και τους φιλικά ταπεινούς. Το πρώτο τους έλκηθρο με τη Φορτούνα έφερε την επιγραφή: «Ο Άνθρωπος Κάνει τα Ρούχα», κι έτσι συμπέραινε κανείς ότι όλη αυτή η συντροφιά αναπαριστούσε απλώς ράφτες απ’ όλα τα έθνη και όλες τις εποχές. Ήταν, σαν να λέμε, παρέλαση ραφτάδων ιστορικού και εθνογραφικού χαρακτήρα, η οποία έκλεινε με την αντεστραμμένη και συμπληρωματική επιγραφή: «Τα Ρούχα Κάνουν τον Άνθρωπο!» Διότι στο τελευταίο έλκηθρο με αυτήν την επιγραφή κάθονταν, με άκρα επισημότητα, αξιοσέβαστοι αυτοκράτορες και βασιλιάδες, συμβουλάτορες και λοχαγοί, πραιλάτοι και μοναχές, που ήταν τα δημιουργήματα των ειδωλολατρών και χριστιανών μαστόρων της βελόνας που προπορεύονταν.

[...]


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Εύη Μαυρομμάτη

 

Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Gottfried Keller Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο που κυκλοφορεί σε δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Αυτό είναι το πρώτο έργο του Κέλλερ που μεταφράζεται στα Ελληνικά και αρχίζει να καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία όσον αφορά το έργο του Ελβετού συγγραφέα. H Logotexnia21 ελπίζει να ακολουθήσει όσο το δυνατόν συντομότερα και η ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος  Der grüne Heinrich [Ο πράσινος Χάινριχ].



Σημείωμα της Εύης Μαυρομμάτη για Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο

Gottfried_Keller_by_Karl_ Stauffer-Bern_Ο Γκότφρηντ Κέλλερ γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1819, όπου και πέθανε σε ηλικία 71 ετών. Καταγόταν από φτωχή οικογένεια και στα πέντε του έχασε τον πατέρα του από φυματίωση. Ξεκίνησε ως ζωγράφος, αλλά χωρίς επιτυχία. Τη ζωγραφική διαδέχτηκε η ποίηση και χάρη στον γερμανό πολιτικό πρόσφυγα στη Ζυρίχη και μαικήνα των γερμανικών γραμμάτων Άντολφ Λούντβιχ Φόλεν, είδε το 1846 τα ποιήματά του να εκδίδονται. Λόγω της καλής υποδοχής που έτυχαν αλλά και χάρη στη μεσολάβηση κυβερνητικών αξιωματούχων και φίλων τού χορηγήθηκε μια υποτροφία για σπουδές στη Χαϊδελβέργη. Στην πορεία διαπίστωσε πως είχε ταλέντο στη μυθιστοριογραφία, και δεν είχε καθόλου άδικο. Το μεγάλο αυτοβιογραφικό έργο του, με τίτλο «Ο πράσινος Χάινριχ», το οποίο του χάρισε αναγνώριση πέρα από τα σύνορα της πατρίδας του , έκανε τον Νίτσε να πει ότι ο Κέλλερ ήταν «ο μοναδικός Γερμανός εν ζωή συγγραφέας».

Σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τα στοιχεία που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη δεν είναι μόνον οι περιγραφικές του ικανότητες ή η δηκτικότητα με την οποία σχολιάζει τα διάφορα ζητήματα, αλλά και το απρόβλεπτο χιούμορ του, το οποίο δεν εμφανίζεται σαν «χρυσό βερνίκι σε μια επιφάνεια», αλλά αναδύεται από τα βάθη της μελαγχολικής του ύπαρξης.

Η πλοκή του διηγήματος «Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο» παρακολουθεί την ιστορία ενός φτωχού ράφτη που έχει χάσει τη δουλειά του και απένταρος, παίρνει τον δρόμο για τη γειτονική πόλη Γκόλνταχ. Στην πορεία συναντάει μια μεγαλοπρεπή άμαξα κι ο αμαξάς τού προτείνει να μπει. Ο ράφτης δέχεται την προσφορά. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι στον ράφτη μας αρέσει πολύ το κομψό ντύσιμο. Το κοστούμι και η κάπα που φοράει είναι μεν τα μόνα που διαθέτει, αλλά του προσδίδουν μιαν αριστοκρατική εμφάνιση. Όταν φτάνει, λοιπόν, στην Γκόλνταχ και οι κάτοικοι της πόλης βλέπουν τον καλοντυμένο και περιποιημένο ξένο να προβάλλει από την εξαίσια άμαξα, βγάζουν το συμπέρασμα πως έχουν να κάνουν με έναν πολωνό κόμη. Έτσι, αρχίζουν αμέσως να παρέχουν στον ραφτάκο κάθε λογής περιποιήσεις και εξυπηρετήσεις, τις οποίες εκείνος αποδέχεται αδιαμαρτύρητα, ενώ παράλληλα δειλιάζει να λύσει την παρεξήγηση που έχει δημιουργηθεί. Οι παρεξηγήσεις αρχίζουν να διαδέχονται η μία την άλλη, και σαν να μην έφτανε αυτό, εμφανίζεται στο προσκήνιο και μια πανέμορφη κοπέλα, την οποία ο ράφτης ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Τα διλήμματα, ο φόβος και η ντροπή μπροστά στο ενδεχόμενο της αποκάλυψης ταλανίζουν την ψυχή του ήρωά μας. Συν τοις άλλοις, ένας ερωτικός αντίζηλος που έχει καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλά με τον «πολωνό κόμη», βρίσκει τη χειρότερη στιγμή για να του δώσει ένα γερό χτύπημα κάτω από τη μέση…

Εκ πρώτης όψεως, η αφήγηση θυμίζει ανάλαφρο πικάντικο ρομάντζο που πραγματεύεται απλώς την αντίθεση ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι. Ωστόσο, αναπόσπαστο μέρος της πρόζας του Κέλλερ αποτελεί ένας γλυκός, μα ακλόνητος σκεπτικισμός. Ας μην ξεχνάμε ότι ενώ άλλοι συγγραφείς τείνουν να αφηγούνται και να εξηγούν, ο Κέλλερ επιλέγει να δείχνει. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που μεγάλος θαυμαστής του ήταν ο φιλόσοφος Λούντβιχ Βίττγκενσταϊν, ο οποίος σύστηνε στους φίλους του να διαβάσουν το «Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο».

Rainer Maria Rilke - ΟΡΦΕΑΣ. ΕΥΡΥΔΙΚΗ. ΕΡΜΗΣ

Rust



Αυτό ήταν των ψυχών το παράξενο ορυχείο.

Σαν άργυρος αθόρυβος περνούσανε

σαν φλέβες μες’ απ’ το σκοτάδι του. Ανάμεσα σε ρίζες

το αίμα ξεπηδούσε, που φεύγει στους ανθρώπους,

και βαρύ, σαν πορφυρίτης φαινόταν στο σκοτάδι.

Κόκκινο δεν ήταν τίποτ’ άλλο.

Εκεί υπήρχαν δάση ασώματα

και βράχοι. Γέφυρες πάνω απ’ το κενό

κι εκείνη η μεγάλη λίμνη, η θολή,

που πάνω από τον μακρινό πυθμένα της κρεμόταν

όπως ο βροχερός ουρανός πάνω από το τοπίο.

Και στα λιβάδια ανάμεσα, αθόρυβη, γεμάτη καρτερία,

πρόβαλε η ωχρή λωρίδα του μοναδικού μονοπατιού,

σαν το μακρύ λινάρι που απλώθηκε για ξάσπρισμα.

Κι από τούτο το μοναδικό μονοπάτι έρχονταν αυτοί.

Μπροστά ο λυγερός ο άνδρας με τον μπλε μανδύα,

που κοίταζε μπροστά, βουβός και ανυπόμονος.

Με λαίμαργες μπουκιές το βήμα του κατέτρωγε αμάσητο

το δρόμο· τα χέρια του κρεμόντουσαν

βαριά και κλειδωμένα έξω απ’ τις πτυχώσεις

και δεν ένιωθαν πια την ελαφριά τη λύρα

που είχε φυτρώσει στο αριστερό [το χέρι]

σαν τριανταφυλλιά αναρριχώμενη επάνω στην ελιά.

Και οι αισθήσεις του έμοιαζαν διχασμένες:

ενώ το βλέμμα του έτρεχε μπροστά όπως ο σκύλος,

γύριζ’ από την άλλη, ερχόταν και ξανάφευγε

κι έστεκε περιμένοντας στην επόμενη στροφή, –

η ακοή του ξέμενε σαν μυρωδιά.

Κάποιες φορές θαρρούσε ότι έφτανε

μέχρι των άλλων δυο το βήμα,

που θα ’πρεπε ν’ ακολουθούν την άνοδό του.

Όμως μετά το μόνο πάλι πίσω του ήτανε

της ανάβασής του ο απόηχος και του μανδύα του το ανέμισμα.

Έλεγε όμως στον εαυτό του, δεν μπορεί, θα έρχονται·

το ’λεγε δυνατά και ν’ αργοσβήνει τ’ άκουγε.

Δεν μπορεί, θα έρχονται, μόνο που θα ’ναι δύο

που βαδίζουνε με βήμα τρομακτικά ελαφρύ. Αν γινόταν

να στραφεί μία φορά (αν δηλαδή αυτό το πισωκοίταγμα

δε σήμαινε τη διάλυση όλου αυτού του έργου,

που τώρα δα κόντευε να περατωθεί), σίγουρα θα τους έβλεπε,

τους δυο αθόρυβους, που σιωπηλά βάδιζαν πίσω του:

Των οδοιπόρων και των μακρινών μαντάτων τον θεό –

πλατύγυρο καπέλο πάνω από μάτια φωτεινά,

λεπτό κηρύκειο μπροστά του να κρατά

και τα φτερά που να χτυπούν στους αστραγάλους·

και στ’ αριστερό του χέρι δοσμένη: εκείνη.

Η πολυαγαπημένη, που για ’κείνη μία και μόνη λύρα

έβγαλε τόσο θρήνο όσο δεν έβγαλαν ποτέ μοιρολογήτρες·

που απ’ το θρήνο έγιν’ ένας κόσμος, όπου τα πάντα

ήταν εκεί γι’ ακόμα μια φορά: δάση, κοιλάδες,

μονοπάτια και χωριά, λιβάδια, ποταμοί και ζώα·

και που τον κόσμο αυτόν του θρήνου, όπως ακριβώς

κι όλη την άλλη γη, περιέβαλλε ένας ήλιος

και ουρανός έναστρος, σιωπηλός,

ουρανός θρήνου μ’ άστρα παραμορφωμένα –:

Αυτή, η πολυαγαπημένη.

Όμως εκείνη βάδιζε κρατώντας τον θεό από το χέρι,

και σάβανο μακρύ το βήμα της περιόριζε,

αβέβαιη, ήπια και δίχως ανυπομονησία.

Ήταν στον εαυτό της βυθισμένη, σαν μια εγκυμονούσα,

και τον άνδρα που προπορευόταν καθόλου δεν σκεφτόταν,

ούτε το μονοπάτι που οδηγούσε στη ζωή.

Ήταν στον εαυτό της βυθισμένη. Και η νεκρότητά της

σαν περιεχόμενο τη γέμιζε.

Σαν καρπός ολόγιομος με γλύκα και σκοτάδι,

έτσι κι αυτή ήταν γεμάτη με το μεγάλο θάνατό της,

που ήταν τόσο φρέσκος, γι’ αυτό και τίποτα δεν της ήταν κατανοητό.

Βρισκόταν μέσα σε μια νέα παρθενία

και δεν την άγγιζες· το φύλο της ήταν κλειστό

όπως ο νεαρός ανθός σαν πέφτει το σκοτάδι,

και τόσο ανοίκειος ήταν για τα χέρια της

ο γάμος, που υπέφερε ακόμα κι από την οικειότητα

του ανάλαφρου, αδιάκοπα αθόρυβου,

καθοδηγητικού αγγίγματος του ίδιου του θεού.

Ήδη δεν ήταν πια εκείνη η γυναίκα η ξανθή,

που κάποτε ακουγόταν στις ωδές του ποιητή,

δεν ήταν πια και άρωμα και νήσος του μεγάλου κρεβατιού

και σ’ εκείνον τον άνδρα δεν ανήκε πια.

Ήδη ήταν λυμένη σαν μαλλιά μακριά

παραδομένη σαν τη βροχή που πέφτει

και μοιρασμένη σαν απόθεμα που κάλυπτ’ αρκετούς.

Ήδη ήτανε ρίζα.

Και όταν άξαφνα ο θεός

απότομα τη σταμάτησε και με πόνο στη φωνή

πρόφερε τα λόγια: Κοίταξε πίσω του –,

εκείνη τίποτα δεν κατάλαβε και είπε σιγανά: Ποιος;

Όμως πέρα μακριά, μπροστά στην έξοδο τη φωτεινή,

στεκόταν μια φιγούρα σκοτεινή

κι ανέγνωρη. Στεκόταν και κοιτούσε,

πώς πάνω στη λωρίδα ενός μονοπατιού μες στα λιβάδια

ο αγγελιοφόρος θεός με βλέμμα όλο λύπη

έστριψε σιωπηλά, ν’ ακολουθήσει τη μορφή,

που γύριζε ήδη πίσω από το ίδιο μονοπάτι,

και σάβανο μακρύ το βήμα της περιόριζε,

αβέβαιη, ήπια και δίχως ανυπομονησία.

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Εύη Μαυρομμάτη

Το ποίημα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε «Ορφέας. Ευρυδίκη. Ερμής» (Ρώμη 1904) δεν αποτελεί απόδοση του γνωστού μύθου αλλά ανάπτυξή του: είναι ένας στοχασμός πάνω στον θάνατο. Ο Κάτω Κόσμος του Ρίλκε είναι γεμάτος ζωή που τροφοδοτείται από την κίνηση του αίματος και του αργύρου. Η Ευρυδίκη παρομοιάζεται με μια εγκυμονούσα, μια αντιστοίχιση που δεν είχε γίνει ποτέ από τον Βιργίλιο ή τον Οβίδιο. Ενώ στον αρχικό μύθο η Ευρυδίκη γίνεται τραγική φιγούρα επειδή το «πισωκοίταγμα» του Ορφέα την καταδικάζει να μείνει για πάντα στον Κάτω Κόσμο, στην εκδοχή του Ρίλκε τη βλέπουμε να αποδέχεται τον θάνατό της. Η νεκρότητά της την γεμίζει σαν περιεχόμενο, είναι μόνη της και πλήρης. Ενώ ο Ερμής απογοητεύεται από το «πισωκοίταγμα» του Ορφέα, που συνεπάγεται τη διάλυση του έργου, αυτό δεν έχει σχεδόν κανέναν αντίκτυπο στη δική της συναισθηματική κατάσταση· δεν ενδιαφέρεται να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών. Τη βλέπουμε να στρέφεται προς τον θάνατο και να τον αγκαλιάζει. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η χρήση της παρένθεσης, που χρησιμοποιείται όχι για ν’ αναφερθεί κάτι ασήμαντο, αλλά ακριβώς το αντίθετο, για να διατυπωθεί με χαμηλούς κατά το δυνατόν τόνους το πλέον σημαντικό. Η όλη αφήγηση μοιάζει με κινηματογραφική λήψη: ξεκινά από τη γενική εικόνα του τοπίου και σιγά-σιγά εστιάζει στον κάθε ήρωα ξεχωριστά.

Εύη Μαυρομμάτη

Το παρόν έχει δημοσιευτεί στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΠΟΙΗΣΗ.

Rilke,_1900

Ο γερμανόφωνος ποιητής και συγγραφέας Rainer Maria Rilke γεννήθηκε στην Πράγα το 1875 και πέθανε το 1926 στην Ελβετία. Στα Ελληνικά έχουν εκδοθεί και έχουν δημοσιευτεί επανειλημμένως ποιήματα, πεζά κείμενα και επιστολές του.



© Logotexnia 21 + Evi Mavrommati

Εύη Μαυρομμάτη – Δύο ποιήματα - ΙΙ

clock

Χρόνος είναι…

Δώδεκα γεροντοκόρες γύρω από ένα τραπέζι

που η μια προσπαθεί να πείσει την άλλη

ότι δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα της.

 

Μπλε ώρα

 

Θα ’θελα να ’χα γεννηθεί αυτή την ώρα.

 

Την ώρα που τα πάντα αναδύονται

δείχνοντας την αγνή, απόλυτη αλήθεια τους·

που υπάρχουμε ανοχύρωτοι, απ’ όλα αποκομμένοι.

Μετά θα μας μεταμορφώσει πάλι

του ήλιου το σκοτάδι.

 

Θα ήθελα να ζούσαμε μονάχα αυτή την ώρα.

 

Τότε το στόμα μου δεν θα ’ταν ένας τάφος.

Θα άφηνα στα χέρια σου το εύθραυστο χαμόγελο

που εδώ και χρόνια εγκυμονώ.

 

Κράτα για σένα όλες τις άλλες ώρες·

να ’ρχεσαι μόνο τότε που θα γδύνομαι

απ’ τ’ αλεξίσφαιρο πετσί μου.

 

Να ’ρχεσαι μόνο την ώρα που γεννιέμαι.

 

Η Εύη Μαυρομμάτη γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα και είναι επαγγελματίας μεταφράστρια. Έχει μεταφράσει Frank Suzan, Peter Heather, Else Lasker-Schüler, Gottfried Keller κ.ά. (Η Logotexnia 21 έχει τη χαρά να δημοσιεύει πρώτη ανέκδοτα ποιήματά της.)

© Logotexnia 21 + Evi Mavrommati

Εύη Μαυρομμάτη, Δύο ποιήματα

picasso-the_dream-surrelism


Επιστροφή


Είσαι πάλι εδώ και με κρατάς στα χέρια σου.

Ξέρω, δεν είναι για καλό μα εγώ τ’ απολαμβάνω.

Με κοιμίζεις γλυκά, ρυθμικά.

Κάτω απ’ το μαξιλάρι μου

αφήνεις ένα μάτσο παπαρούνες.

Για να τις δώσω, λες,

σ’ αυτόν που θα ’ρθει να με πάρει.


Ξυπνάω σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο.

Τοίχοι βαμμένοι με λαδιά νερομπογιά,

δυο λάμπες φθορίου στο ταβάνι,

η μία τρεμοπαίζει,

μια καρέκλα με δέρμα ξεσκισμένο,

στη μέση ένα κρεβάτι,

πάνω του εγώ, δεμένη με λουριά.


Τον έστειλες τελικά, δεν άντεξες.


Τραντάζομαι απ’ τον κρότο μιας

σιδερένιας πόρτας.

Ακούω βήματα βιαστικά.

Δεν έρχονται σε μένα.


Δεν αντιδρώ από αντίδραση κι ο χρόνος διαστέλλεται.

Μένω βουβή κι ακίνητη.

Μου ’ρχεται να βάλω τα γέλια

μα «δεν αρμόζει στην περίσταση».

Δεν θα κλάψω.


Έχει νυχτώσει.

Πάνω στα κλαδιά μιας βελανιδιάς

κράζει μια κουκουβάγια…

εσύ είσαι!


Περιμένω να δω

ποιος θα προλάβει πρώτος.

Ο Ύπνος;


Μόνο δυο φράσεις σέρνονται ενοχλητικά

μες στο μυαλό μου.

Θα ’σαι καλά χωρίς εμένα;

Μην λυπηθείς ούτε στιγμή!

Ένα πείραμα που απέτυχε ήμουν…

πάει, τέλειωσε τώρα.



La bella Simonetta


«…Διότι είν’ ακόμη πιο άπιαστη κι από φύλλο στον άνεμο…
κυνηγά αυτόν που δραπετεύει, κρύβεται απ’ αυτόν που την ποθεί,
έρχεται και φεύγει όπως το κύμα στην ακτή!»
Poliziano, “Stanze per la Giostra”

Στο πρόσωπό σου είδαν

τη Βασίλισσα της Ομορφιάς.

Σ’ είπαν γυναίκα Sans Pareille,

που απ’ τον λήθαργο έβγαλες

τον έρωτα, τα πάθη.

Σου ’πλεκαν στίχους ποιητές,

σ’ απαθανάτιζαν ζωγράφοι,

σε λούζανε με δώρα ευγενείς…

Πιστεύαν πως τους αγαπάς·

μα πόσες πλάνες φώλιαζαν

στον κόρφο σου;


Μετά τον πρόωρο θάνατό σου

τα προσωπεία πέσανε.

O άντρας ο δικός σου

αμέσως σ’ αναπλήρωσε.

Μα εσύ τον ακριμάτιστο

πέτυχες να στοιχειώσεις.


Τον δύστυχο!

Ακόμα και σε πρόσωπα ιερά

έδινε τη μορφή σου!

Αντάλλαγμα μοναδικό

κι ύστατη επιθυμία,

το τέλος του το αιώνιο

μαζί σου να το ζήσει,

ξαπλώνοντας σε μια γωνιά,

στα πόδια σου μπροστά!


© Logotexnia 21 + Evi Mavrommati

Else Lasker-Schüler, Πέντε ποιήματα

 

 

 

Ένα παλιό χαλί θιβετιανό

Η ψυχή σου, με τη δική μου ερωτευμένη,

είναι μαζί της στο θιβετιανό χαλί πλεγμένη.

Αχτίδα την αχτίδα, χρώματα που αγαπηθήκαν,

άστρα στις άκρες τ’ ουρανού κατακτηθήκαν.

Τα πόδια αναπαύουμε πάνω στον θησαυρό,

μπρος τους απλώνουν κόμποι αμέτρητοι σε αριθμό.

Γλυκέ του Λάμα γιε, στον θρόνο σου μόσχο που ευωδιάζει,

πόσο καιρό το στόμα σου, στο στόμα μου φωλιάζει,

πόσους πολύχρωμους καιρούς το σώμα σου εμένα αγκαλιάζει;

Χάος

Τ’ άστρα δραπετεύουν, φοβισμένα και χλομά,

απ’ τον ουρανό της μοναξιάς μου,

και το μαύρο μάτι του μεσονυχτίου

ρίχνει την επίμονη ματιά του όλο και πιο κοντά.

Τον εαυτό μου δεν μπορώ να ξαναβρώ

μέσα σε τούτη τη θανάσιμη ερημιά!

Νιώθω από ’μένα να κείμαι κόσμους μακριά

ανάμεσα μια γκρίζα νύχτα φόβου αρχέγονου…

Θα ’θελα, ένας πόνος να ξυπνήσει

κι απάνθρωπα να με γκρεμίσει

κι αιφνίδια από μένα να μ’ αρπάξει!

Και μια ηδονή δημιουργική

πάλι πίσω στην πατρίδα να με φέρει

κάτω απ’ το στήθος το μητρικό.

Στη μάνα γη μου δεν υπάρχει ούτε ψυχή,

τα ρόδα δεν ανθίζουν πια εκεί

μέσα στη ζεστή πνοή. –

…Θα ’θελα έναν ακριβαγαπημένο να ’χα,

και να κρυβόμουνα βαθιά μες στη δική του σάρκα.


Προσευχή

Παντού αναζητώ να βρω μια πόλη

που να ’χει άγγελο μπροστά στην πύλη

τα τσακισμένα του πελώρια φτερά

στους ώμους κουβαλώ με δυσκολία

και τ’ άστρο του στο μέτωπο σφραγίδα.

Πάντα πορεύομαι μες στο σκοτάδι…

Στον κόσμο αυτόν εγώ έφερ’ αγάπη –

για να μπορεί κάθε καρδιά ν’ ανθίζει γαλανή

με κόπο παραφύλαξα ολόκληρη ζωή,

τύλιξα σ’ αύρα θεϊκή τη σκοτεινή πνοή.

Θεέ, μες στον μανδύα σου γερά εμένα σφίξε∙

το ξέρω, είμαι το λείψανο μες στην κρυστάλλινη σφαίρα,

κι όταν ο τελευταίος άνθρωπος τον κόσμο λησμονήσει

έξω απ’ την παντοδυναμία ξανά δεν θα μ’ αφήσεις

και θα με περιβάλλει μια γεώσφαιρα καινή.

Αχ τον κόσμο τούτο ν’ άφηνα!

Αχ τον κόσμο τούτο ν’ άφηνα!

Ύστερα θα κλαις εσύ για μένα.

Αιματόχροες οξιές ανασκαλεύουν

πολεμικά τα όνειρά μου.

Μέσ’ από βάτους ζοφερούς

πρέπει να διαβώ

και μέσ’ από νερά και τάφρους.

Συνέχεια κύμα τραχύ χτυπά

απάνω στην καρδιά μου·

εσώτερος εχθρός.

Αχ τον κόσμο τούτο ν’ άφηνα!

Αλλά και μακριά απ’ αυτόν

εγώ θα τριγυρνώ, ένα τρεμάμενο φως,

γύρω απ’ τον τάφο του Θεού.

Αποχαιρετισμός

Μα δεν ήρθες ποτέ με το βράδυ –

καθόμουν μες στων άστρων τον μανδύα.

…Κάθε που άκουγα στην πόρτα μου έναν χτύπο,

ήταν η ίδια μου η καρδιά.

Τώρα είναι κρεμασμένη πάνω από κάθε πόρτα,

και τη δική σου ακόμα·

Ρόδο φωτιάς που σβήνει ανάμεσα σε φτέρες

μες σε γιρλάντα καστανή.

Τον ουρανό για σένα σε χρώμα μούρων έβαψα

με της καρδιάς μου το αίμα.

Μα δεν ήρθες ποτέ με το βράδυ –

…στεκόμουν σε παπούτσια χρυσά.


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Εύη Μαυρομμάτη






«Ο Μαύρος Κύκνος του Ισραήλ» (Πέτερ Χίλλε), «Ψαλμωδός της γερμανικής αβανγκάρντ» (Βάλτερ Μέρινγκ) και «η μεγαλύτερη ποιήτρια που είχε ποτέ η Γερμανία» (Γκότφριντ Μπεν) είναι ορισμένοι από τους χαρακτηρισμούς που έχουν αποδοθεί στη Γερμανοεβραία ποιήτρια Έλζε Λάσκερ – Σούλερ.

 

Γεννήθηκε το 1869 στο Έλμπερφελντ της δυτικής Γερμανίας και πέθανε το 1945 στην Ιερουσαλήμ. Από το 1894 έως το 1899 ήταν παντρεμένη με τον γιατρό Μπέρτχολτ Λάσκερ και από το 1903 έως το 1912 με τον κριτικό και εκδότη του περιοδικού Der Sturm Χέρβαρτ Βάλντεν. Η μεσοαστική νοοτροπία που χαρακτήριζε τον πρώτο της γάμο δεν την ικανοποιούσε καθόλου και δεν άργησε να ασπαστεί τον μποέμ τρόπο ζωής, τον οποίο και ακολούθησε έως το τέλος της ζωής της. Έζησε στο Βερολίνο από το 1894 έως το 1933 κι εκεί, μέσα στα βερολινέζικα καφέ, τα οποία αποτελούσαν τη Μέκκα των καλλιτεχνικών ανταλλαγών και της έμπνευσης, γνώρισε πολλούς από τους μεγάλους εξπρεσιονιστές καλλιτέχνες της περιόδου, όπως τον Γκέοργκ Τρακλ, τον Φραντς Μαρκ, τον Καρλ Κράους, τον ζωγράφο Όσκαρ Κοκόσκα και άλλους. Το 1933 δέχεται επίθεση από μια ομάδα ναζί και, χωρίς καν να περάσει απ’ το σπίτι της, παίρνει το πρώτο τραίνο για Ζυρίχη κι εγκαταλείπει τη Γερμανία για πάντα. Από την Ελβετία επισκέπτεται τρεις φορές την Παλαιστίνη και στο τρίτο της ταξίδι εγκαθίσταται στην Ιερουσαλήμ, καθώς οι αρχές δεν της επιτρέπουν να επιστρέψει στη Ζυρίχη.

 

Η Έλζε Λάσκερ – Σούλερ, αυτή η αλχημίστρια της γλώσσας που, όπως έλεγε, «χρύσωνε» τις λέξεις, αυτή που γράφοντας ποιήματα και κάνοντας σκίτσα, ανακάλυπτε εκ νέου τον εαυτό της, αυτή που άλλοτε ήταν ο Πρίγκιπας Γιουσούφ της Θήβας, άλλοτε η Πριγκίπισσα Τίνο απ’ τη Βαγδάτη κι άλλοτε μικρό αστέρι και μεγάλος κομήτης, έχει χρησιμοποιήσει τα παρακάτω λόγια για να περιγράψει τον εαυτό της:

«Στο Έλμπερφελντ στον Βούπερ γεννημένη, με τη σκέψη μου στον ουρανό, είμαι υπεύθυνη για την πόλη της Θήβας και είμαι ο πρίγκιπάς της Γιουσούφ. Δεν είμαι δεκαεπτά ετών ούτε και εβδομήντα, δεν έχω ώρα ούτε χρόνο. Τα βιβλία μου έτσι τριγυρνούν και μια μέρα θα πνιγούν στη θάλασσα. Χρήματα έχω άλλοτε πάρα πολλά και άλλοτε καθόλου. Παλιότερα μερικές φορές δεν το πίστευα, τώρα όμως το ξέρω· είμαι η Έλζε Λάσκερ-Σούλερ – δυστυχώς».

Αντιπροσωπευτικά Έργα:

Στυγξ (1902), Οι νύχτες της Τίνο απ’ τη Βαγδάτη (1907), Τα θαύματά μου (1911), Η καρδιά μου (1912), Εβραϊκές Μπαλάντες (1912), Ο Πρίγκιπας της Θήβας (1914), Άρτουρ Αρόνυμους. Η ιστορία του πατέρα μου. (1932), Η Γη των Εβραίων (1937), Το γαλάζιο μου πιάνο (1943).

 

Το Σεπτέμβριο του 2008 θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη σε μετάφραση Εύης Μαυρομμάτη η ποιητική συλλογή της Έλζε Λάσκερ - Σούλερ "Εβραϊκές Μπαλάντες".



© Logotexnia 21 + Εύη Μαυρομμάτη