Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Η σιωπή μετά την ανάρτηση ή περί της λογοτεχνικής φθοράς στα μέσα του πλήθους

Foto by André Kertész

Στους ειδήμονες της λογοτεχνίας που δεν έχουν καταλάβει: 
η ζωή είναι φάρσα, θα πεθάνουμε όλοι, και το πιο αντιλογοτεχνικό
 πράγμα είναι να πιστεύεις ότι ξέρεις.

 
Το παρακάτω δεν είναι άρθρο. Είναι μια μικρή παρένθεση μέσα στη σειρά των άλλων κειμένων μου. Γράφω σε πρώτο πρόσωπο και ζητώ συγγνώμη για την αναπόφευκτη αυτοαναφορά μου. Μαζεύω τα θραύσματα μιας παρουσίας που αλλού εκτίθεται, αλλού αγνοείται. Κάποτε νόμιζα πως η γραφή ήταν καταφύγιο, τώρα συνειδητοποιώ πως είναι καθρέφτης που παραμορφώνει. Δεν θα μιλήσω για τους ανθρώπους που φωνασκούν και ασχημονούν, αλλά για εκείνη την αίσθηση της διάχυτης εχθρότητας που αφήνει πίσω της ο θόρυβος. Οι λέξεις μου ταξιδεύουν μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, κι εγώ προσπαθώ να θυμηθώ τη σιωπή μου, πριν η ίδια η φράση μου υποταχθεί στη βιασύνη της ψηφιακής ανάγνωσης. 
 
Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιφατικό από τη συνθήκη του συγγραφέα στο διαδίκτυο: ο άνθρωπος της σιωπής, της αναδίπλωσης, της μερικής αποχώρησης από τον κόσμο, βρίσκεται ξαφνικά εκτεθειμένος στο πιο πολύβουο περιβάλλον της εποχής. Εκεί όπου το βλέμμα δεν σταματά αλλά διασπάται, και κάθε λέξη χάνει το βάρος του νοήματος. Η λογοτεχνία, που κάποτε γεννιόταν από την απόσυρση, αναγκάζεται πια να σταθεί μέσα στη ροή του σχολίου. Συχνά νιώθω πως κατοικεί πλέον σ’ έναν χώρο που δεν της ανήκει. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η επιφάνεια προηγείται του στοχασμού και η αυτοπροβολή υποκαθιστά τη δημιουργία. Οι «λογοτεχνικές κοινότητες» μοιάζουν περισσότερο με μικροκλίμακα κοινωνικού ναρκισσισμού παρά με φορείς πνευματικού διαλόγου. Όλοι μιλούν, ελάχιστοι ακούν. Ο λόγος έχει χάσει την αργή του αναπνοή, την ιερότητα του ρυθμού του. Αναπαράγεται αντί να σκέφτεται.
 
Ο Barthes έλεγε πως «η γραφή αρχίζει τη στιγμή που ο συγγραφέας εξαφανίζεται». Κι όμως, στα κοινωνικά δίκτυα, η γραφή αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο συγγραφέας επιμένει να υπάρχει. Με φωτογραφίες, εξηγήσεις, αυτοπαρουσιάσεις, μικρές επιτελέσεις εαυτού. Ένα είδος αντίστροφης λογοτεχνίας, όπου η έκθεση αντικαθιστά την αποχώρηση, και η κοινότητα των «φίλων» υποκαθιστά το σιωπηλό βλέμμα του αναγνώστη. Εδώ δεν υπάρχει διάλογος, αλλά αλληλοπαρακολούθηση. Δεν υπάρχει συνομιλία, αλλά συσσωρευμένη αυτοεπιβεβαίωση. Κάτι βαθιά αλλιώτικο διαπλέκεται στον τρόπο με τον οποίο ο λογοτεχνικός λόγος έχει μεταφερθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η λογοτεχνία, που κάποτε γεννιόταν στο σκοτάδι ενός γραφείου, ανάμεσα σε χαρτιά και σιωπή, τώρα εκτίθεται αβίαστα στον φωτισμό της οθόνης. Και μαζί της εκτίθεται, σαν αθέατο παράπλευρο φως, η τρωτή μικρότητα του ανθρώπου που τολμά να την επικαλεστεί.
 
Δεν πρόκειται για πρόβλημα αισθητικής, αλλά για παθολογία σχέσεων. Οι λεγόμενοι «λογοτεχνικοί κύκλοι» λειτουργούν ως μηχανισμοί επικύρωσης. Αλληλοθαυμασμοί που εναλλάσσονται με ειρωνείες, συμμαχίες που διαλύονται με μια ανάρτηση, ομάδες που δεν σχηματίζονται από το κοινό πάθος για τη γλώσσα, αλλά από την ακόρεστη ανάγκη για αναγνώριση. Ο λόγος εδώ δεν παράγει διάλογο, παράγει ιεραρχίες.
 
Μέσα σ’ αυτά τα πλέγματα επιφανειακής πνευματικότητας, έχει χαθεί εκείνο το θεμελιώδες στοιχείο της κριτικής πράξης: η παιδεία. Δεν αρκεί η πολυλογία, ούτε η ευκολία με την οποία εκφέρεται μια «γνώμη». Το να διαβάζεις δεν σε καθιστά αναγνώστη, όπως το να σχολιάζεις δεν σε καθιστά κριτικό. Η ανάγνωση απαιτεί σεβασμό και σιωπή, όχι θόρυβο. Κι όμως, στα ψηφιακά αυτά περιβάλλοντα, η σιωπή εκλαμβάνεται ως αδυναμία, ενώ ο θόρυβος βαφτίζεται γνώση. Ο στοχασμός χάνει την αξία του. Η φλυαρία τη διεκδικεί.
 
Κάτω από την επιφάνεια της λεκτικής ευφράδειας διακρίνεται μια τεράστια ανασφάλεια: μια επιθυμία κατοχής της τελευταίας λέξης. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός, οι υπαινιγμοί, όλα αυτά δεν είναι δείγματα πνευματικής οξύτητας, αλλά τρόποι αυτοάμυνας. Όταν ο λόγος στερεύει από δύναμη, προσφεύγει στη χλεύη. Κι όταν η αδυναμία στοχασμού γίνεται ανυπόφορη, τότε εμφανίζεται η ανάγκη να εξευτελιστεί ο άλλος. Έτσι γεννιέται το ψηφιακό μπούλινγκ: ως προσπάθεια επαναφοράς μιας ισορροπίας που η ίδια η κοινότητα έχει διασαλεύσει.

* 
 
Η οθόνη, ωστόσο, είναι ένας ψυχρός καθρέφτης· αντανακλά τόσο το πρόσωπο όσο και τη σχάση του. Κάθε σχόλιο, κάθε ειρωνική παρατήρηση, κάθε μικρή χειρονομία εξουσίας αφήνει πάνω της το αποτύπωμα μιας εσωτερικής κόπωσης: της ανάγκης να υπάρξει κανείς μέσα από την ακύρωση του άλλου. Κι έτσι, αυτό που ονομάζουμε «λογοτεχνική κοινότητα» καταλήγει να είναι απλώς ένα σύστημα επιβίωσης μέσα στον ναρκισσισμό. Ένα οικοσύστημα όπου η κριτική γίνεται όπλο, η άποψη άμυνα, και η γραφή μια μάσκα. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον που προσποιείται την πνευματική αβρότητα. Η φθορά δεν φαίνεται, αλλά διαρρέει μέσα στις λέξεις.
 
Κι όμως, κάτω από τον θόρυβο των αναρτήσεων υποβόσκει η ίδια ανθρώπινη αγωνία. Η ανάγκη να υπάρξει κάποιος ως φωνή, όχι απλώς ως δεδομένο. Το παράδοξο είναι πως όσο περισσότερο μιλά το πλήθος, τόσο πιο ανείπωτη γίνεται η σιωπή του. Και ίσως εκεί, μέσα σ’ αυτό το ανείπωτο, να επιμένει ακόμα η τελευταία μορφή λογοτεχνίας. Εκείνη που δεν επιθυμεί να αρέσει, αλλά να κατανοήσει.
 
Η παθολογία αυτής της συνθήκης δεν είναι αισθητική, είναι υπαρξιακή. Κάποτε χανόμουν μέσα στη φράση, τώρα νιώθω πως προβάλλομαι μέσα απ’ αυτήν. Δεν μιλώ πια με τη γλώσσα της διάρκειας, αλλά με τη γλώσσα της διακοπής. Οι λέξεις δεν ζητούν κατανόηση, ζητούν επιβεβαίωση. Οι αναγνώσεις δεν γεννούν διάλογο, γεννούν συνενοχές. Σε αυτό το πλαίσιο οι φορείς της λογοτεχνίας γίνονται παράγωγα του βλέμματος, προβάλλονται μέσα από τις οθόνες, και με κάθε λέξη που εκπέμπουν αυτοαναιρούνται. Η ίδια τους η υπόσταση διαρρηγνύεται, και η λογοτεχνία που κάποτε κατοικούσαν μετατρέπεται σε φάντασμα του εαυτού της. Δεν μιλά για τον κόσμο, λειτουργεί ως εικόνα μέσα σε αυτόν.
 
Το πιο ανησυχητικό, βέβαια, δεν είναι η κακεντρέχεια, αλλά η αναισθησία του λόγου. Το σχόλιο που συκοφαντεί δεν το κάνει πάντα από πρόθεση, αλλά από κεκτημένη ταχύτητα. Το πλήθος, έχοντας εσωτερικεύσει την κίνηση του αλγορίθμου, αντανακλά, δεν επεξεργάζεται. Έτσι, η λογοτεχνική σκηνή γίνεται ένας μηχανισμός αυτόματων αντανακλαστικών, όπου η ευαισθησία εκλαμβάνεται ως αδυναμία και η στοχαστικότητα ως καθυστέρηση. 

* 
 
Συχνά νιώθω πως γράφω με διπλή ένταση, σχεδόν οντολογική· «κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα», όπως θυμάμαι τον στίχο του Καρούζου. Από τη μία, η ανάγκη να υπάρξω μέσα στο βλέμμα των άλλων, η επιθυμία να συνεισφέρω έστω και μερικά πράγματα στα ελληνικά γράμματα, να συμμετέχω στην εκδοτική διαδικασία –όχι ως εκδότης, αλλά ως κάποιος που αγαπάει να τροφοδοτεί τη γραφή. Από την άλλη, η εσωτερική κλίση μου προς τη σιωπή, τη συμπύκνωση, τη βραδύτητα του ουσιώδους λόγου. Οι δύο αυτές κινήσεις σπανίως συμφιλιώνονται, κι όμως από τη σύγκρουσή τους γεννιέται ο αληθινός χαρακτήρας μου. Το να εμφανίζομαι με αγαθό λόγο σε χώρους όπου κυριαρχεί ο θόρυβος και η ειρωνεία —και να δέχομαι χλεύη— είναι σχεδόν αναμενόμενο. Πόσο επώδυνο ωστόσο, γιατί η έκθεση απογυμνώνει κάθε συγγραφέα.
 
Σε αυτό το επιταχυνόμενο κενό, κάθε έννοια παιδείας διαλύεται. Και δεν εννοώ τη γνώση, αλλά εκείνον τον λεπτό ρυθμό του νου που του επιτρέπει να κινείται μέσα στον κόσμο των νοημάτων χωρίς να τον καταστρέφει. Οι κοινότητες αυτές έχασαν τον ρυθμό τους. Η ανταλλαγή ιδεών αντικαταστάθηκε από ασύνετο θόρυβο. Μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό, μαθαίνω να φοβάμαι τη σκέψη, να τη μεταφράζω σε άμεση απάντηση, σε άμυνα.
 
Οι ψηφιακές κοινότητες έχουν απωλέσει αυτόν τον ρυθμό. Αντί για αναστοχασμό παράγουν έναν συνεχή ανταγωνισμό ευφυολογίας. Και πίσω από κάθε τέτοιο ανταγωνισμό υποφώσκει ο φόβος της αφάνειας, της σιωπής, της μη-αναγνωρισιμότητας. Ο φόβος που κάνει τον συγγραφέα να παύει να είναι συγγραφέας. Απέναντι σε αυτό, θαρρώ πως η μόνη πράξη αντίστασης είναι η επιστροφή στη σιωπή. Σε αυτή τη μπλανσονική σιωπή που γεννά τον λόγο από την απουσία, που αρνείται να «ανταπαντήσει». Σε αυτήν επιστρέφω.
 
Η κοινότητα των συγγραφέων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν συνιστά πια χώρο ανταλλαγής, έχει γίνει σκηνή. Το «εγώ» απλώνεται σε κάθε ψηφιακή επιφάνεια, ζητώντας την επιβεβαίωση του βλέμματος των άλλων, ενώ η ίδια η γλώσσα εκπίπτει από φορέας νοήματος σε φορέα παρουσίας. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντι-λογοτεχνικό από αυτό. Γιατί η λογοτεχνία, στην ουσία της, είναι πράξη ταπείνωσης του εγώ, όχι επίδειξής του. Δεν γράφεται για να αποδείξει, αλλά για να κατανοήσει. Δεν ανήκει σε κύκλους, αλλά σε σιωπές. Η φθορά που βλέπουμε στα μέσα δεν είναι η φθορά του λόγου, αλλά της ανθρώπινης ακεραιότητας μπροστά στην οθόνη.
 
Η πραγματική λογοτεχνία αρχίζει όταν δεν έχεις πια τίποτα να υπερασπιστείς. Όταν το κείμενο παύει να είναι επιχείρημα και γίνεται τρόπος ύπαρξης. Η γραφή δεν ζητά δικαίωση, μόνο διάρκεια. Η εποχή μας, γεμάτη από αποστόλους της ανάγνωσης, «κριτικούς» χωρίς βιογραφικά και «συγγραφείς» χωρίς σιωπή, μοιάζει να έχει ξεχάσει αυτό το αυτονόητο: πως η αλήθεια του λόγου δεν ανήκει σε κανέναν κύκλο, σε καμία ανάρτηση, σε κανένα πλήθος. Ανήκει μόνο εκεί που κάποιος εξακολουθεί να γράφει όχι για να φανεί, αλλά για να μην χαθεί.
 
Συνεχίζω να γράφω, ίσως από φόβο μην ξεχάσω πώς ήταν η φωνή μου πριν τη σκορπίσω. Πριν τη μετρήσουν, πριν τη σχολιάσουν, πριν χαθεί μέσα στη χοάνη των άλλων φωνών που λένε τα ίδια χωρίς να συναντιούνται ποτέ. Γράφω για να θυμηθώ τη στιγμή που η λέξη είχε ακόμη βάρος, που η ταυτότητα δεν είχε ακόμη διαχυθεί σε εικόνες, σχόλια, αναδημοσιεύσεις. Κι όσο περισσότερο γράφω και μιλώ, ακόμα και τώρα, τόσο πιο πολύ νιώθω τη φωνή να μικραίνει, να χάνεται μέσα στο θόρυβο που ονομάζουμε «επικοινωνία». Κάποτε πίστευα πως πριν από κάθε λόγο υπήρχε ένα βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα, τώρα ξέρω πως η φωνή μου επιστρέφει στον κόσμο ξένη. Κι όμως, μέσα από το πλήθος και τη διασπορά, μέσα από τη φθορά των λέξεων, εξακολουθεί να ψάχνει εκείνη τη σιωπή που τη γέννησε. Εκεί, στην άκρη της φράσης με περιμένει —ήσυχη, όπως πριν αρχίσω να μιλώ.
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ. Οι πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες φιλοξενήθηκαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα. Το 2012 ίδρυσε το Πρότυπο Κέντρο Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch. Υπό την αιγίδα του δημιουργήθηκαν εννέα χρόνια αργότερα οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία, στις οποίες  κυκλοφόρησαν και οι πεζογραφικές συλλογές του Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024). Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε και η μελέτη του Το Μαμούθ και ο Αναβάτης, η οποία αποτελεί δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές.
 
Στη Logotexnia21 δημοσιεύονται ένα απόσπασμα από τα Είδωλα και ένα απόσπασμα από τις Επικράτειες, τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.
 
Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι του φωτογράφου André Kertész.

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Επικράτειες




 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[...]
  
[Το σαρκικό περίβλημα]
 
Έχουν περάσει ώρες αρκετές που ο Χάρης Φαμέλης είναι σκυμμένος πάνω από τη μελέτη του Βίλχελμ Γκεντς και τελικά οι προσπάθειές του ανταμείβονται. Απ’ ό,τι φαίνεται ο επιφανής νευρολόγος κούραρε τον Μέτσγκερ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατά τα οποία ο τελευταίος μπαινόβγαινε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Φράιμπουργκ. Στις σημειώσεις του Γκεντς εντοπίζει το παρακάτω απόσπασμα: «Φεβρουάριος 1956: Εδώ επιβάλλεται να αναφερθεί ένα βίωμα που, όσο κι αν μοιάζει παθολογικό, απαντά συχνά σε περιπτώσεις κλειστοφοβίας και παράνοιας. Ο ασθενής δρ Ελίας Μέτσγκερ, ετών 49, είχε, κατά την κρίση μου, ένα σημαντικό επεισόδιο πανικού με έντονο αίσθημα δυσφορίας, δύσπνοιας και πνιγμονής. Ο ασθενής ένιωθε ότι ασφυκτιά μέσα στο σώμα του, ότι, παραθέτω τα λόγια του: “πνιγόμουν από το ίδιο μου το σαρκικό περίβλημα, σαν να με είχε εγκλωβίσει μια κάψουλα από την οποία αδυνατούσα να απαλλαγώ”. Σημειώνω ότι ένα σύνηθες σύμπτωμα τέτοιου είδους επεισοδίων είναι η έντονη αποπροσωποποίηση, το αίσθημα του ασθενούς ότι δεν είναι ο εαυτός του. Επισημαίνω ότι στην περίπτωση του δρος Μέτσγκερ συνέβη το ακριβώς αντίθετο: έντονη προσωποποίηση και απόλυτος, ασφυκτικός εγκλεισμός στο σώμα».
    Όσο μικρά και αποσπασματικά κι αν είναι τα θραύσματα από τη ζωή του Μέτσγκερ έχουν τη δύναμη να του προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης αλλά και τη διάθεση να θέλει να τον διαβάζει ξανά και ξανά. Οι κινήσεις του είναι αυτοματοποιημένες: Κλείνει τον δερματόδετο τόμο με τη μελέτη του Γκεντς και ανοίγει το μικρό βιβλίο του Μέτσγκερ. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πηγαίνει στις τελευταίες σελίδες και διαβάζει το επίμετρο.
    Εκεί, πέρα από τα λίγα βιογραφικά στοιχεία, υπάρχουν συγκεντρωμένες προσωπικές σημειώσεις του ίδιου του συγγραφέα. Κατά τη σταχυολόγηση που έλαβε χώρα βρέθηκαν αποσπάσματα μάλλον ημερολογιακού χαρακτήρα. Σε κάποιο σημείο ο Μέτσγκερ αναφέρεται σε ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό. Είναι καλοκαίρι του 1932, δύο περίπου χρόνια πριν υποστεί την πρώτη μεγάλη κρίση της υγείας του. Ειδικευόμενος γιατρός τότε, έχει τη συνήθεια να διασχίζει το μεγάλο πάρκο της πόλης, το Στάατσ-γκάρτεν, για να πηγαίνει από το σπίτι του στην κλινική. Ο εικοσιτετράχρονος Μέτσγκερ δέχεται αιφνίδια επίθεση από τέσσερα ή πέντε άτομα, όλα τους ανήλικα, παιδιά. Ο λόγος αυτής της ειδεχθούς πράξης δεν αποσαφηνίζεται ποτέ, αν και κατά την εκτίμησή του δεν ήταν η ληστεία, αλλά ένα ιδιότροπο καπρίτσιο. «Μερικές φορές πληγώνουμε κάποιον μόνο και μόνο για να διασκεδάσουμε την πλήξη μας. O πόνος του γίνεται ευθύς παιχνίδι και το σώμα του κούκλα που μπορούμε ανά πάσα στιγμή να αποσυναρμολογήσουμε, να καταστρέψουμε», σημειώνει, ενώ λίγες αράδες πιο κάτω περιγράφει συνοπτικά όσα βίωσε. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σχεδόν πάντα χρησιμοποιεί το δεύτερο πρόσωπο όταν αναφέρεται στον εαυτό του: «Αύγουστος, 1932: Εκείνο το πρωινό έχει πέσει πυκνή ομίχλη και δύσκολα μπορείς να διακρίνεις τις θολές φιγούρες που σε πλησιάζουν με γρήγορους βηματισμούς. Μια μεγάλη πέτρα εκσφενδονίζεται από το πουθενά και σε χτυπά στο μέτωπο. Πέφτεις κάτω με το κεφάλι μες στα αίματα. Γύρω σου, μέσα σου ομίχλη. Χωρίς να το καταλάβεις βρίσκεσαι κυκλωμένος από άγρια γέλια και χάχανα. Ένα τσούρμο μικρών ανθρώπων σε περιπαίζει. Τι θέλουν αυτά τα παιδιά από εσένα, ποιος είναι ο σκοπός τους; Νιώθεις τα μικροσκοπικά τους χέρια να ψάχνουν τις τσέπες σου, να σου βγάζουν τα παπούτσια, να σε γδύνουν. Δέχεσαι μια δυνατή κλωτσιά στην κοιλιά. Κυλιέσαι μες στις λάσπες. Μια τσιριχτή φωνή φτύνει ακατάληπτες λέξεις. Φωνάζεις από πόνο, από φόβο, κι επιχειρείς να σηκωθείς, να αντιδράσεις, όμως κάποιος ή κάποιοι, βαστάζοντας πέτρες, σε χτυπούν στο κεφάλι. Μία φορά, άλλη μία κι έπειτα άλλη μία. Βυθίζεσαι στο σκοτάδι. Σαν ανοίγεις τα μάτια είσαι ολομόναχος στο πάρκο, τραυματισμένος, με ρούχα σκισμένα κι ανυπόδητος. Νιώθεις την υγρασία του αίματος στο κρανίο σου. Καταφέρνεις να σηκωθείς κι αρχίζεις να περπατάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει. Τα βρύα σχίζουν τους εκτεθειμένους μηρούς σου και οι αιχμηρές πέτρες προξενούν αφόρητο πόνο στις γυμνές σου πατούσες. Είναι μέρα ακόμα, ο ήλιος χάσκει ανάμεσα στα δέντρα». Η διήγησή του σταματά απότομα, όμως σε κάποιο άλλο τετράδιο επανέρχεται στο περιστατικό στο Στάατσ-γκάρντεν, δηλώνοντας την πεποίθησή πως αποτέλεσε σημείο καμπής, «το γεγονός που σηματοδότησε την οριστική μεταστροφή της μοίρας, την απαρχή της Οδύσσειάς μου». 
 
[...]



 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη νουβέλα «Επικράτειες», η οποία ανοίγει το Α΄ μέρος του ομώνυμου βιβλίου του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2024 από τις εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Το Α΄ μέρος κλείνει με το διήγημα
«Μουσική για αεροδρόμια», ενώ το Β΄ μέρος αποτελείται από τη νουβέλα «Το νησί στον χάρτη» και το διήγημα «Μαχαιρωμένη διάρκεια».
 
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Επικράτειες αναφέρεται:  
 
Ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο σχισμένο στα δύο. Οι μεγαφωνικές ριπές οικογενειακών καυγάδων και μια πόλη που αργά και βασανιστικά συρρικνώνεται, όπως ένα άρρωστο σώμα. Ένα μυστηριώδες σημείο στον χάρτη, ένα αινιγματικό νησί που μπορεί και να μην υπάρχει. Αεροπλάνα που δεν πετούν για μήνες και στις μηχανές τους φωλιάζουν πουλιά. Μια μπαλκονόπορτα που ανοίγει και βγάζει στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Ένα ατέρμονο ταξίδι με ένα τρένο που διασχίζει τη μία σήραγγα μετά την άλλη. 
 
Συγγραφέας και αναγνώστης ξεκινούν παράλληλα ταξίδια, πραγματοποιώντας μια κατάβαση στο παράδοξο της αέναης αναχώρησης και των απρόσιτων στο διηνεκές προορισμών. Σε αυτή τη διαδρομή η λογοτεχνία χαιρετίζεται ως η μόνη προσβάσιμη επικράτεια, έστω και αν αποτελεί έναν τόπο που υφίσταται αποκλειστικά και μόνο στο μυαλό των ταξιδιωτών-συνεπιβατών.
 
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ. Οι πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες φιλοξενήθηκαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα. Το 2012 ίδρυσε το Πρότυπο Κέντρο Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch. Υπό την αιγίδα του δημιουργήθηκαν εννέα χρόνια αργότερα οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία, στις οποίες  κυκλοφόρησε και η πεζογραφική συλλογή του Είδωλα. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε και το 2024 η μελέτη του Το Μαμούθ και ο Αναβάτης, η οποία αποτελεί δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές.
 
Στη Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Είδωλα, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
 
Δύο κριτικές για το προηγούμενο βιβλίο του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη  μπορείτε να διαβάσετε στο into my books... του Γιάννη Δρούγου και στο ΝΟ14ΜΕ του Γιάννη Καλογερόπουλου.
 

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Είδωλα

Το είδωλο

Photo by Iannis Kalogeropoulos
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[...]
 
Μια άλλη στιγμή τον βρίσκουμε μόνο του στο σπίτι, πέρα από τους θορύβους και τις αναθυμιάσεις του κόσμου. Η υπερδιέγερση κι ο ενθουσιασμός έχουν δώσει τη σκυτάλη σε μια εξαντλητική θλίψη. Τον βλέπουμε να στέκεται μπροστά από τον καθρέφτη και να κοιτάζει το πρόσωπό του. Ο ανήσυχος μαγνητισμός μπροστά στην αντανάκλαση της εικόνας του δεν καταδεικνύει μόνο τον γνωστό ναρκισσισμό του ή ένα αίσθημα αυτοθαυμασμού –είσαι ερωτευμένος με τη σκέψη σου, αυτά τα λόγια έχουν εντυπωθεί στη μνήμη, τα λόγια της–, αλλά υπαινίσσεται μια περιφρόνηση του εγώ, μια αντινομική σχέση με τον εαυτό του. Εγωιστής, εγωπαθής, εγωστρεφής, δεν έχει σημασία. Το ουσιώδες είναι ότι ως εσωτερικότητα, ο εαυτός αποτελεί καταφύγιο, αλλά ταυτόχρονα και μια φυλακή από την οποία αδυνατεί να αποδράσει. Ενώπιον εαυτού κρίνεται ένοχος και για αυτό το λόγο εντειχίζεται εντός του. Πόσο τραγική μα συνάμα γελοία φαντάζει αυτή η συνθήκη, σύμφωνη ωστόσο με την ευτραπελία της ζωής! Για όσα του συμβαίνουν εκείνος έχει την ευθύνη, αυτό είναι μια αυταπόδειχτη αλήθεια. Είναι ένα παράξενο κράμα ανθρώπου αυτός ο πνευματικός δανδής: ιδεολόγος μα ταυτόχρονα αμοραλιστής, από τη μία δημιουργικός, από την άλλη καταστροφικός, συναισθηματικά ψυχρός αλλά και ψυχρά ελκυστικός. Αν η ζωή του ήταν ένα βιβλίο, αυτός θα ήταν ο πιο ποταπός του αναγνώστης. Στα βιβλία όμως ό,τι γράφεται, ακυρώνεται, ξεγράφεται. Σε τελική ανάλυση ένας συγγραφέας μπορεί να πετάξει στα σκουπίδια κάτι που δεν του αρέσει ή δεν του φαίνεται τελειοποιημένο. Στη ζωή δε συμβαίνει το ίδιο: ό,τι ζει κανείς δεν υπάρχει τρόπος να το διορθώσει, να το εξαγνίσει ή να το πετάξει. Θα ήθελε πολύ να σβήσει τα κακώς κείμενα, να επαναδιατυπώσει, να επανασχεδιάσει το κεφάλαιο που αφορά στην Αρετή. Η αγάπη του για αυτή τη γυναίκα είναι όλα αυτά τα σκορπίσματα στο χώρο και το χρόνο: δρόμοι και σπίτια, γέλια και σιωπές, κραυγές και στεναγμοί, στάσεις κι αποστάσεις, διαχύσεις και συμπλοκές. Φαντάζεται το πρόσωπό της και αρνείται να δεχτεί πως αυτό το πρόσωπο θα θολώσει σιγά-σιγά στη μνήμη. Και η μνήμη, σκέφτεται, δεν είναι οπτική ιδιότητα, όσο κι αν μερικές φορές ξεγελιέται και νομίζει ότι ακόμα βλέπει κάτι που δεν είναι μπροστά στα μάτια του, κάτι που του παρουσιάζεται τυλιγμένο σε μια αχλή, σαν τη θαμπή μορφή της νοσταλγίας του ενίοτε.
    Ο έρωτάς μου πάει σκυφτός… –τον βλέπουμε μπροστά από τον υπολογιστή να γράφει. Σκουντουφλάει όπως ο θύτης μετά το φόνο. Κι ο έρωτάς του αδυνατεί να δεχτεί πως ίσως κάποια στιγμή δυσκολευτεί να θυμηθεί το σώμα της ή τα σημάδια που αποδεικνύουν την ταυτότητά της, καθώς ο χρόνος ρέει ασταμάτητα κι όλα οδεύουν σταθερά προς τον οριστικό αφανισμό τους. Καθώς όλα περνούν και χάνονται δίχως να αφήνουν ίχνη.
    Πριν το παρελθόν γίνει παρελθόν, θυμάται να της ψιθυρίζει στο αυτί λόγια μουσικά, λέξεις αρθρωμένες στη δική του γλώσσα: Χωρίς παίδεμα δεν πας πουθενά, ούτε μέσα σου (αυτό ήταν το φραγμέντο του). Το να μπαίνεις στον κόπο να σκύβεις πάνω από την ύπαρξη του άλλου, το να προσπαθείς να του κάνεις πιο ανάλαφρη την πτώση, να του δημιουργήσεις μια ψευδαίσθηση, έστω, ελαφρότητας απέναντι στην αμείλικτη βαρυτική έλξη, δεν είναι κάτι απλό, ούτε κι εύκολο, καθότι ο καθένας ήδη κουβαλά το βάρος της δικής του ύπαρξης. Του άρεσε να διαβάζει την εκστατική προσήλωση στη λάμψη των ματιών της. Η αφοσίωση απαιτεί μόχθο, απαιτεί υπομονή και παίδεμα. Όμως τίποτα δε γνωρίζεις πραγματικά αν δεν κοιτάς το βάθος, το βάραθρο, την άβυσσο της ύπαρξης που ριγεί δίπλα σου ακριβώς όπως κοιτάς ή σα να κοιτάς τη δική σου. Ο εαυτός είναι η μόνη πραγματικότητα εν τέλει. Ωστόσο, τελείως ιδεοληπτικά, μπορείς να ταυτιστείς τόσο με κάποιον έτσι ώστε να γίνετε ένα είδος μυθικού τέρατος, μια χίμαιρα έξω από τον χρόνο, μια χρυσή βροχή στο τίποτα.
    Όταν σταμάτησε να μιλά, εκείνη άρχισε να περιπλανιέται με τα νύχια της στο στήθος και την κοιλιά του κι αυτός ένιωθε σιγά-σιγά τον χρόνο να λιώνει, να γίνεται μια μάζα ρευστή, λάβα που έρεε στο κορμί του σαν το πυρακτωμένο της χάδι, σχηματίζοντας νοερά στο δέρμα σχήματα και κύκλους φανταστικούς, στο φλογερό κέντρο των οποίων κατέληξαν αναπόφευκτα τα δάκτυλά της και τότε, ναι, άκουσε στο σκοτάδι το αχνό και περιπαιχτικό της γέλιο πριν σκύψει για να αντλήσει με το στόμα της αργά τον πόθο του, πριν νιώσει αίφνης την ανάσα του να κόβεται και την πραγματικότητα να εκρήγνυται σα βεγγαλικό μες στο κεφάλι του.
    Χωρίς παίδεμα δεν πας πουθενά ούτε μέσα σου, –του υπενθύμιζε στιγμές τα δικά του λόγια– ωστόσο o σατανισμός του οξύμωρου τον περιγέλασε καθώς αποδείχτηκε πως εκείνος δεν παιδεύτηκε καθόλου. Το όμορφο παρουσιαστικό του, η εγωκεντρική του οξύνοια, η υπερβολική του αυτοπεποίθηση καθώς και μια ενδόμυχη ροπή προς το απαγορευμένο προκαλούσαν συνεχώς την ηδονοθήρα φύση του να εκφραστεί. Ασκούσε μια μαγνητική έλξη στις φιλομαθείς φοιτήτριές του, κυρίως σε αυτές που είχαν λυγερή κορμοστασιά και αφελείς σκέψεις, οι οποίες, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από μεριάς του, παρουσιάζονταν σχεδόν πάντα πρόθυμες να προσφέρουν τη σφριγηλή τους σάρκα για τις οχείες μιας νύχτας.
    Προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη στάση του, ο ανήσυχος νους του καθηγητή αναζητεί ένα ηθικό –τουλάχιστον θεωρητικά– υπόβαθρο. Και καθώς το γράψιμο τον βοηθά να «τακτοποιεί» τις σκέψεις του, στο προσωπικό του σημειωματάριο κάνει λόγο για τον «ρομαντικό ιδεαλισμό», μια έννοια που ο ίδιος έχει εφεύρει. Το παν για τον ρομαντικό ιδεαλισμό είναι η μονογαμία, τονίζει. Η ιδέα, αυτή καθ’ αυτή, που πραγματεύεται ωστόσο αφορά στην έλλειψη. Η ουσία της απιστίας είναι η μυστικοπάθεια, διότι η απιστία γίνεται εν κρυπτώ, είναι λάθρα, ηθικά επιλήψιμη, «παράνομη». Σε κάποιο άλλο σημείο αναφέρει πως η κυρίαρχη αντίληψη για την απιστία είναι λανθασμένη. Δεν ψάχνει κανείς κάποιον άλλον επειδή θέλει να φύγει από τον/την σύντροφό του. Το κάνει επειδή θέλει να φύγει από το άτομο που έχει γίνει αυτός. Δεν είναι ότι επιθυμεί να βρει κάποιον άλλον. Απλώς επιθυμεί να βρει έναν άλλον εαυτό. Η αντίληψη αυτή έχει παγιωθεί σε πολλές σχέσεις. Ορισμένοι, όπως ο υποφαινόμενος, προσπαθούν να συνδυάσουν δυο ειδών αξίες. Σε μια σχέση επιθυμούν να έχουν τόσο την άγκυρα όσο και τα κύματα, τόσο τη σταθερότητα και την ασφάλεια όσο και την ελευθερία και την αυτονομία. Αυτό όμως είναι το δύσκολο πάντρεμα: το να νιώθεις ότι ανήκεις κάπου και ταυτόχρονα ότι είσαι ελεύθερος. Παρά, λοιπόν, την όποια του ροπή προς το μεγαλόπνοο και την αλήθεια, η θητεία του στη σχολή της ματαιοδοξίας και της υποκρισίας ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να ανακαλύψει νέες συγκινήσεις. Δυστυχώς όμως το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. Και από την άλλη πόσο καιρό μπορεί να ζει κανείς σχισματικά και λαθραία;
 
[...]
 
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη νουβέλα «Το είδωλο», η οποία ανοίγει το βιβλίο του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη Είδωλα, που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις περικείμενο βιβλία και περιλαμβάνει επίσης τα διηγήματα «Ρωγμές», «Ομοιώματα» και «Θαμπός καθρέπτης».
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. Έχει επίσης συγγράψει το πόνημα Το μαμούθ και ο αναβάτης. Δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές (περικείμενο, 2021) και είναι ιδρυτής του Πρότυπου Κέντρου Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch! Τα πρώτα του λογοτεχνικά έργα Ξεπλένοντας και Άυπνος κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα το 2008 και 2011 αντίστοιχα.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται:  
Μια νουβέλα και τέσσερα διηγήματα για τα σπασμένα κάτοπτρα και τους θολούς αντικατοπτρισμούς.
Για τις αδιόρατες μάσκες, τις ραμμένες από την κρυφή βελόνα της απελπισίας.
Για τις μοναχικές περιδιαβάσεις στα πεζοδρόμια της θλίψης και της πόλης.
Για τη σχεδόν ανεπαίσθητη αλλά βίαιη έκφραση περιφρόνησης ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό ή ενάντια σε όλα αυτά που αποτελούν την πραγματικότητά μας.
Για την αμφίσημη μορφή του ανθρώπου που υπήρξαμε και που βρίσκεται πλέον σε άπειρη απόσταση μακριά μας.
Για τις στατικές εικόνες των ειδώλων μας, τα σύμβολα της αδυναμίας μας.
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Δρούγου για τα Είδωλα στο into my books... 
Η logotexnia21 ευχαριστεί θερμά τον Γιάννη Καλογερόπουλο για την παραχώρηση της φωτογραφίας που κοσμεί την ανάρτηση.