Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα FRANZ KAFKA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα FRANZ KAFKA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Franz Kafka, Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης

Prague - Photo by Tamas

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, ανέβαινε ένα βράδυ στο διαμέρισμά του, πράγμα που ήταν κοπιώδης εργασία, διότι έμενε στον έκτο όροφο. Ενώ ανέβαινε, σκεπτόταν, όπως συχνά πυκνά τον τελευταίο καιρό, ότι αυτή η πλήρως μοναχική ζωή είναι πολύ ενοχλητική, ότι τώρα πρέπει ν’ ανέβει αυτούς τους έξι ορόφους κυριολεκτικά στα μυστικά, για να φτάσει επάνω στ’ αδειανό δωμάτιό του, να φορέσει εκεί τη ρόμπα του πάλι κυριολεκτικά στα μυστικά, ν’ ανάψει την πίπα του, να διαβάσει λίγο το γαλλικό περιοδικό στο οποίο είναι συνδρομητής εδώ και χρόνια, να κουτσοπιεί επιπλέον ένα σναπς κεράσι, που θα το ετοιμάσει ο ίδιος, και εντέλει έπειτα από μισή ώρα να πέσει στο κρεβάτι, όχι χωρίς να χρειαστεί ν’ αλλάξει προηγουμένως πλήρως τη διάταξη στα στρωσίδια, που η ανεπίδεκτη κάθε μαθήσεως παραδουλεύτρα τα πετούσε πάντοτε ανάλογα με τη διάθεσή της. Ένας κάποιος συνοδός, ένας κάποιος θεατής σ’ αυτές τις δραστηριότητες θα του ήταν πολύ ευπρόσδεκτος του Μπλούμφελντ. Είχε ήδη σκεφθεί μήπως έπαιρνε ένα μικρό σκυλί. Ένα τέτοιο ζωντανό είναι χαρούμενο και προπάντων ευγνώμον και πιστό· ένας συνάδελφος του Μπλούμφελντ έχει ένα τέτοιο σκυλί, ελόγου του δεν πλησιάζει κανέναν εκτός από τον κύριό του, και αν έχει λίγη ώρα να τον δει, τον υποδέχεται αμέσως γαβγίζοντας δυνατά, με το οποίο θέλει προφανώς να εκφράσει τη χαρά του που βρήκε πάλι τον κύριό του, εκείνον τον εξαιρετικό ευεργέτη του. Ασφαλώς έχει και τα μειονεκτήματά του ένα σκυλί. Ακόμη κι αν το κρατάς πολύ καθαρό, ελόγου του το δωμάτιο θα το βρομίζει. Αυτό δεν αποφεύγεται, δεν μπορείς κάθε φορά προτού το βάλεις μες στο δωμάτιο να το κάνεις μπάνιο με ζεστό νερό, επίσης η υγεία του δεν θα το άντεχε αυτό. Βρομιά στο δωμάτιό του όμως πάλι δεν την αντέχει ο Μπλούμφελντ, η καθαριότητα του δωματίου του είναι γι’ αυτόν εκ των ων ουκ άνευ, πολλές φορές την εβδομάδα στήνει κάποιον καβγά με την όχι και πολύ σχολαστική επ’ αυτού του θέματος παραδουλεύτρα του. Επειδή είναι βαρήκοη, την τραβά συνήθως απ’ το μπράτσο σ’ εκείνα τα σημεία του δωματίου όπου έχει να της προσάψει κάτι για την καθαριότητα. Με αυτή την αυστηρότητα έχει καταφέρει η τάξη στο δωμάτιό του ν’ ανταποκρίνεται κατά προσέγγιση στις επιθυμίες του. Εισάγοντας όμως ένα σκυλί στη ζωή του, θα έφερνε οικειοθελώς στο δωμάτιό του ακριβώς εκείνη τη βρομιά που μέχρι τώρα την έχει τόσο επιμελώς αποτρέψει. Ψύλλοι, οι μόνιμοι συνοδοί των σκυλιών, θα έκαναν την εμφάνισή τους. Αν όμως υπήρχαν κάποια στιγμή ψύλλοι εκεί, τότε δεν θα αργούσε πλέον και η στιγμή που ο Μπλούμφελντ θα άφηνε το άνετο δωμάτιό του στο σκυλί και θα ’ψαχνε γι’ άλλο δωμάτιο. Η βρομιά όμως ήταν ένα μόνο μειονέκτημα των σκυλιών. Τα σκυλιά αρρω σταίνουν κιόλας και τις αρρώστιες των σκυλιών βεβαίως δεν τις καταλαβαίνει ουσιαστικά κανένας. Τότε κάθεται ’κείνο το ζωντανό σε μια γωνιά ή τριγυρνά κουτσαίνοντας, κλαψουρίζει, ξεροβήχει, το πνίγει κάποιος πόνος, ελόγου σου το τυλίγεις με μια κουβέρτα, του σφυρίζεις κάτι, του βάζεις γάλα, εν ολίγοις το φροντίζεις με την ελπίδα ότι πρόκειται, όσο είναι βεβαίως δυνατόν αυτό, για μια προσωρινή πάθηση, εν τω μεταξύ όμως μπορεί να είναι κάποια σοβαρή, αηδιαστική και κολλητική αρρώστια. Και ακόμη κι αν το σκυλί παραμείνει υγιές, κάποια στιγμή αργότερα ωστόσο θα γεράσει, ελόγου σου δεν μπόρεσες ν’ αποφασίσεις να το δώσεις εγκαίρως το πιστό ζωντανό, κι έρχεται ύστερα ο καιρός που σε κοιτάζει το ίδιο σου το γήρας μέσ’ απ’ τα δακρυσμένα σκυλίσια μάτια. Τότε όμως αναγκάζεσαι να τυραννιέσαι με το μισότυφλο, ασθενικό στα πνευμόνια, ακίνητο σχεδόν από το πάχος ζωντανό κι έτσι τις χαρές που έκανε το σκυλί παλιά να τις πληρώσεις ακριβά. Όσο κι αν το ’θελε τώρα ένα σκυλί ο Μπλούμφελντ, άλλο τόσο όντως προτιμά ν’ ανεβαίνει τριάντα χρόνια ακόμη μόνος του τη σκάλα, αντί να του γίνει βάρος αργότερα ένα τέτοιο γέρικο σκυλί που, αναστενάζοντας πιο δυνατά κι από τον ίδιο, θ’ ανεβαίνει δίπλα του σερνάμενο απ’ το ένα σκαλοπάτι στ’ άλλο.
 
[...]
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 
 Σκίτσο εξωφύλλου: Μελίνα Γαληνού
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο Φραντς Κάφκα, Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2021, ως πρώτος τίτλος των εκδόσεων η βαλίτσα, σε μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο Αλέξανδρου Κυπριώτη.
Πρόκειται για μια δίγλωσση έκδοση, στην οποία το πρωτότυπο γερμανικό κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά από την κριτική έκδοση του χειρογράφου του Φραντς Κάφκα επιμελημένο και αποκατεστημένο, με τις απαραίτητες διορθώσεις των αβλεψιών, παραλείψεων και επεμβάσεων του Μαξ Μπροντ. 
Στην εισαγωγή επισημαίνεται: «Ο γηραιός εργένης Μπλούμφελντ έχει τακτοποιημένη προσωπική ζωή, έχοντας τα πάντα στο μοναχικό δωμάτιό του υπό τον έλεγχό του, μέχρι που εισβάλλει στη ζωή του το ασυνήθιστο. Ένα στέρεο φαινομενικά οικοδόμημα τραντάζεται. Το γκροτέσκο απειλεί ν’ ανατινάξει συθέμελα τα πάντα, εκθέτοντας τον εργένη Μπλούμφελντ στην κοινωνική χλεύη. Και ενώ η αγωνία του ήρωα κορυφώνεται, τον καλεί η εργασία, η υπεύθυνη θέση του στο εργοστάσιο λευκών ειδών. Για να αποδειχτεί λίγο αργότερα ότι και εκεί δεσπόζει το παράλογο.
"Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης" αποτελείται από δύο αυτόνομες αριστουργηματικές σεκάνς με καίριες προβολές σ’ ένα δυνητικά εφιαλτικό μέλλον και αναδρομές στο παρελθόν, που σπάζοντας την ευθύγραμμη αφήγηση καθιστούν το παρόν έναν ασφυκτικά περίκλειστο χωροχρόνο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής, μετατρέποντάς το σε μηχανισμό αργόσυρτης και βασανιστικής εξόντωσης: οι δύο πυλώνες του δυτικού πολιτισμού, η προσωπική και η επαγγελματική ζωή του ανθρώπου, τα δύο κολαστήρια του Φραντς Κάφκα, φωτίζονται σε όλο τους το μεγαλείο
».
Η έκδοση συνοδεύεται από κώδικες γρήγορης ανταπόκρισης (QR CODES), οι οποίοι αν σαρωθούν με ένα έξυπνο κινητό ή τάμπλετ επιτρέπουν στον αναγνώστη την ακρόαση ολόκληρου του βιβλίου μέσω διαδικτύου. Το γερμανικό πρωτότυπο διαβάζει ο Wolfgang Bozic, την ελληνική μετάφραση ο Στέφανος Ντρέκος και την εισαγωγή και το επίμετρο ο Αλέξανδρος Κυπριώτης. 
Διαβάστε εδώ ένα κείμενο του μεταφραστή και εκδότη του βιβλίου για αυτόν τον πρώτο τίτλο των εκδόσεων η βαλίτσα και εδώ μια συνέντευξή του στον Γιώργο Αλοίμονο για την αθηΝΕΑ. 
Διαβάστε τις δύο πρώτες κριτικές για την έκδοση, του Γιάννη Δρούγου στο into my books και την κριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου στο NO14ME.

Αλέξανδρος Κ., Ευτυχία. Μαρτύρια / Πολύ συνοπτική αφήγηση ενός έρωτα



I.


Πράγα, Αγίου Νικολάου 36, 4ος όροφος. Βράδυ Κυριακής, 22 Σεπτεμβρίου 1912, τέσσερις ημέρες πριν από την έκλειψη σελήνης.


Εκεί, στο δωμάτιό του, στην οικογενειακή εστία των τελευταίων πέντε χρόνων, στην οδό που την αποκαλούσε διάδρομο για αυτόχειρες, έτσι όπως έβγαζε φαρδιά πλατιά στον ποταμό, αφού πηγαίνει και κάθεται στο γραφείο του λίγο πριν από τις 10 το βράδυ, στο ανοιχτό παράθυρο, με θέα τη γέφυρα, την πιο μικρή γέφυρα της πόλης, αρχίζει κάποια στιγμή να γράφει.


Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, αρχίζει να γράφει, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει απνευστί, χαίρεται που γράφει, κάποια στιγμή σταματάει, το βάρος του όλο το νιώθει στην πλάτη, σηκώνει το κεφάλι απ’ το χαρτί, γυρίζει και κοιτάζει το ρολόι, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει πάλι απνευστί, χαίρεται που γράφει, το βάρος του όλο το νιώθει στην πλάτη, κάποια στιγμή σταματάει πάλι, για να γυρίσει και να κοιτάξει το ρολόι, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει πάλι απνευστί, τα πόδια του έχουνε μουδιάσει, έτσι όπως κάθεται στο γραφείο του, δεν μπορεί να τα κουνήσει, αλλά γράφει, και χαίρεται που γράφει, σαν να προχωράει μέσα σε ποτάμι νιώθει, κάποια στιγμή σταματάει, το βάρος του όλο το νιώθει στην πλάτη, γυρίζει και κοιτάζει το ρολόι, 2 η ώρα δείχνουν οι δείκτες στο ρολόι, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει πάλι, χωρίς ακόμα να ξέρει ότι θα σταματήσει να γράφει όταν θα έχει ξημερώσει Δευτέρα, η κούρασή του χάνεται μέσα στη νύχτα, και χαίρεται που γράφει, κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται πώς πήρε να φωτίζει έξω απ’ το παράθυρό του, και συνεχίζει να γράφει, ακούει ένα αμάξι να περνάει, γράφει, χαίρεται που γράφει, κάποια στιγμή σταματάει, σηκώνει τα μάτια του, κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρό του, βλέπει δυο άνδρες να διασχίζουνε τη γέφυρα, την πιο μικρή γέφυρα της πόλης, και συνεχίζει να γράφει, σβήνει τη λάμπα, το φως της ημέρας τώρα του αρκεί, συνεχίζει να γράφει, νιώθει κάποιους πόνους στην καρδιά, και όταν γράφει Εκείνη τη στιγμή διερχόταν πάνω απ’ τη γέφυρα μια ατελείωτη όντως κυκλοφορία, βάζει τελεία, την εκατοστή ογδοηκοστή έβδομη τελεία, και σταματάει να γράφει, γιατί έχει πια τελειώσει.


Το ίδιο βράδυ, εκείνης της Δευτέρας, σε κάποιο σπίτι φιλικό, αρχίζει να διαβάζει στο μικρό ακροατήριο, που το απαρτίζουν οι τρεις αδελφές του κι ελάχιστοι φίλοι, Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, και λίγο πριν τελειώσει, λίγο πριν διαβάσει Εκείνη τη στιγμή διερχόταν πάνω απ’ τη γέφυρα μια ατελείωτη όντως κυκλοφορία, μόλις διαβάζει πάντοτε όμως σας αγαπούσα, συγκινείται, δακρύζει, διαβάζει δακρυσμένος κι αφέθηκε να πέσει, κάνει μια παύση στην τελεία, για να διαβάσει αποστασιοποιημένα και ψυχρά, όπως της πρέπει, την τελευταία πρόταση, κι ύστερα διαβάζει αποστασιοποιημένα και ψυχρά Εκείνη τη στιγμή διερχόταν πάνω απ’ τη γέφυρα μια ατελείωτη όντως κυκλοφορία, και σταματάει να διαβάζει, γιατί έχει πια τελειώσει.



II.


Πολύ αργότερα, εννέα μήνες μετά, καλοκαίρι του 1913, Ιούνιο μήνα, αλλά και τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, και μπορεί και το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και τον χειμώνα και μπορεί και την επόμενη χρονιά και μπορεί και μετά και μπορεί και πολλά χρόνια αργότερα, οι αναγνώστες της Αρκαδίας θα αρχίζουν να διαβάζουν στη σελίδα 53 του ετήσιου τεύχους του 1913 Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη ακριβώς κάτω από την αφιέρωση που είχε υποσχεθεί σ’ εκείνη έναν μήνα και δύο ημέρες έπειτα από εκείνη την Κυριακή, που καθισμένος στο γραφείο του άρχισε κάποια στιγμή να γράφει Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, την αφιέρωση που της είχε υποσχεθεί στην έβδομη επιστολή που της έγραψε και της την έστειλε συστημένη, στις 24 Οκτωβρίου, ημέρα Πέμπτη, μια πολύ πιο συνοπτική αφιέρωση από εκείνη που είχε γράψει αρχικά, αφού αναγκάστηκε εν τέλει να τη συντομεύσει, εκείνη την αφιέρωση, σβήνοντας άπαξ διά παντός την παιγνιώδη και ως έναν μόνο βαθμό ειλικρινή αιτιολογία της, για να μην παίρνει δώρα μόνον από άλλους, αλλά μια όντως σχεδόν πλήρως κατανοητή αφιέρωση, με τ’ όνομά της το μικρό, το αρχικό γράμμα απ’ το επώνυμό της και μια τελεία, και όχι όσο συνοπτική θα τυπωνόταν για πρώτη φορά, γιατί στο εξής έτσι θα τυπωνόταν και θα ανατυπωνόταν ως βιβλίο πια, τρία χρόνια αργότερα, το 1916, όταν τη συντόμευσε ακόμα πιο πολύ, προσδίδοντάς της εις τους αιώνας των αιώνων τη μυστηριώδη, αινιγματική και ζηλευτή φύση του αντιδώρου, για το οποίο, ωστόσο, ακόμα και το πρόσωπο, στο οποίο προσφέρεται το αντίδωρο, ενδέχεται ενίοτε να αμφιβάλλει, όταν η βεβαιότητά του για το άτομο που του προσφέρει το αντίδωρο έχει για κάποιο λόγο κλονιστεί και η αφιέρωση εξαντλείται σε ένα κεφαλαίο γράμμα και μια τελεία μόνο, ούτε καν σε δύο κεφαλαία γράμματα και δυο τελείες, που θα καθόριζαν με μεγαλύτερη ακρίβεια το ονοματεπώνυμο του συγκεκριμένου προσώπου και εν πάση περιπτώσει θα απέκλειαν όλα τα άλλα πρόσωπα, που τα αρχικά γράμματα του ονόματος και του επωνύμου τους δεν συμπίπτουν ακριβώς με τα αρχικά γράμματα στα οποία εξαντλείται η αφιέρωση.


Και, αλήθεια, πόσο να μειώνεται η όποια βεβαιότητα ή πόσο να πολλαπλασιάζεται ο κλονισμός αυτής της βεβαιότητας σε γλώσσες στις οποίες το όνομα και κατά συνέπεια και το αρχικό γράμμα ενός ονόματος σε μία αφιέρωση, αλλά και στις γλώσσες αυτές εν γένει, δεν συνοδεύεται, ή απλώς δεν είθισται να συνοδεύεται, από την αποκαλυπτική και γι’ αυτό λυτρωτική παρουσία ενός άρθρου, που αποκαλύπτει περίτρανα τουλάχιστον το γένος του προσώπου, στο οποίο προσφέρεται το αντίδωρο;


Μια ιστορία για ένα κεφαλαίο γράμμα αρχικό και μια τελεία. Έτσι θα έμενε στην Ιστορία η ιστορία που άρχισε να γράφει εκείνη την Κυριακή, αν εκείνη σαράντα τρία χρόνια έπειτα από εκείνη την Κυριακή, που καθισμένος στο γραφείο του άρχισε κάποια στιγμή να γράφει Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, και τριάντα ένα χρόνια μετά τον θάνατό του, γερασμένη και άρρωστη, πολύ άρρωστη, πέντε χρόνια πριν πεθάνει και εκείνη, δεν πουλούσε από ανάγκη τις επιστολές που της έστελνε όταν την αγαπούσε.



III.


Γιατί δύο ημέρες πριν από εκείνο το ολοκληρωτικό άνοιγμα του σώματος και της ψυχής εκείνη την Κυριακή, που καθισμένος στο γραφείο του άρχισε κάποια στιγμή να γράφει Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, και τριάντα οκτώ ημέρες μετά τη γνωριμία τους σε κάποιο σπίτι φιλικό μια καλοκαιρινή νύχτα ασέληνη, για την ακρίβεια στις 20 Σεπτεμβρίου, ημέρα Παρασκευή, κάποια ώρα προχωρημένη πρωινή, εν ώρα εργασίας, καθισμένος στο γραφείο της υπηρεσίας του, της είχε γράψει την πρώτη επιστολή, και της την έστειλε συστημένη. Πολυτίμητη δεσποσύνη!, είχε αρχίσει να δακτυλογραφεί στη γραφομηχανή της υπηρεσίας του, και έπειτα από τριακόσιες ενενήντα επτά λέξεις, που για να τις γράψει χρειάστηκε να χτυπήσει τουλάχιστον δύο χιλιάδες τετρακόσιες ογδόντα τέσσερις φορές κάποιο πλήκτρο στη γραφομηχανή της υπηρεσίας του, είχε δακτυλογραφήσει Δικός σας αφοσιωμένος εγκαρδίως κι ύστερα είχε υπογράψει, με τίτλο, ονοματεπώνυμο, πόλη, οδό και αριθμό.



IV.


Την αναγγελία των αρραβώνων τους εκείνη τη δημοσιεύει στην Ημερησία του Βερολίνου στις 21 Απριλίου 1914, ημέρα Τρίτη. Τρεις ημέρες μετά τη δημοσιεύει και εκείνος στην Ημερησία της Πράγας. Την 1η Ιουνίου 1914, ημέρα Δευτέρα, αρραβωνιάζονται επισήμως στο Βερολίνο.


Έπειτα από σαράντα μία ημέρες, στις 12 Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, συναντιούνται στην ίδια πόλη, στην Ασκανική Αυλή, στο ξενοδοχείο, όπου έχει καταλύσει εκείνος. Παρόντες είναι επίσης ένας φίλος του, μία δική της φίλη, με την οποία τελευταία αλληλογραφούσε και εκείνος, και η αδελφή της. Εκείνος αισθάνεται ότι τον δικάζουν. Χωρίζουν.


Δεκαεπτά ημέρες μετά, στις 29 Ιουλίου 1914, ημέρα Τετάρτη, κάποια ώρα προχωρημένη νυχτερινή αρχίζει κάποια στιγμή να γράφει Ο Γιόζεφ Κ., ο γιος ενός πλούσιου εμπόρου, πριν περάσει όμως ένας μήνας αλλάζει γνώμη και κάποια ώρα προχωρημένη νυχτερινή αρχίζει κάποια στιγμή να γράφει πάλι Κάποιος πρέπει να τον είχε συκοφαντήσει τον Γιόζεφ Κ.


Έπειτα από δύο χρόνια, τον Ιούλιο του 1916, ταξιδεύουν, εκείνος από την Πράγα, εκείνη από το Βερολίνο, και συναντιούνται ανήμερα των γενεθλίων του, ημέρα Δευτέρα, στο Μαρίενμπαντ. Μένουν εκεί δέκα ημέρες.


Στις 12 Ιουλίου 1917, ημέρα Πέμπτη, αρραβωνιάζονται επισήμως για δεύτερη φορά στην Πράγα και κάνουν ένα ταξίδι στη Βουδαπέστη. Έπειτα από πέντε μήνες, στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα Τρίτη, εκείνη τον επισκέπτεται πάλι στην Πράγα. Δύο ημέρες μετά χωρίζουν οριστικά.



V.


Εκείνος πεθαίνει στις 3 Ιουνίου 1924, ημέρα Τρίτη, σε ένα σανατόριο στο Κήρλινγκ, κοντά στη Βιέννη, 237,85 χιλιόμετρα μακριά από τη γενέτειρά του. Κοντά του βρίσκονται η τελευταία του αγαπημένη και ένας φίλος του.


Περνούν χρόνια.


Εκείνη πεθαίνει χήρα στις 15 Οκτωβρίου 1960, ημέρα Σάββατο, στη μικρή πόλη Ράυ της Νέας Υόρκης, 6.722,20 χιλιόμετρα μακριά από τη γενέτειρά της. Αφήνει πίσω της έναν σαραντάχρονο γιο και μία τριανταεννιάχρονη κόρη.


Συνολικά εκείνος της έγραψε περισσότερες από 500 επιστολές, καρτ ποστάλ, κάρτες και τηλεγραφήματα. Πολύ λιγότερες πρέπει να του έγραψε εκείνη.


Απ’ όσα της έγραψε εκείνη φύλαξε: 101 επιστολές, 4 καρτ ποστάλ, 1 κάρτα, 1 τηλεγράφημα και 1 σημείωμα από το 1912, 204 επιστολές, 11 καρτ ποστάλ και 1 τηλεγράφημα από το 1913, 23 επιστολές και 1 τηλεγράφημα από το 1914, 8 επιστολές, 9 καρτ ποστάλ και 9 κάρτες από το 1915, 12 επιστολές, 117 κάρτες και 4 τηλεγραφήματα από το 1916 και 3 επιστολές από το 1917, η τελευταία εκ των οποίων είναι γραμμένη στις 16 Οκτωβρίου, ημέρα Τρίτη.



Απ’ όσα του έγραψε εκείνος δεν φύλαξε τίποτα. 






Το διήγημα «Ευτυχία. Μαρτύρια - Πολύ συνοπτική αφήγηση ενός έρωτα» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο 57o τεύχος του περιοδικού Unfollow τον Σεπτέμβριο του 2016. 

O Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στο blog Logotexnia21 ως Αλέξανδρος Κ. τον Δεκέμβριο του 2009. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μ' ένα καλό ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.



Franz Kafka / György Kurtág, Kafka-Fragmente για σοπράνο και βιολί, op. 24

 
Kafka Fragments | Μουσική στη Στέγη from SGT | OCC on Vimeo.

Α΄ μέρος

1. Οι καλοί προχωρούν με το ίδιο βήμα...

Οι καλοί προχωρούν με το ίδιο βήμα. Αγνοώντας τους, χορεύουν γύρω τους οι υπόλοιποι τους χορούς του χρόνου.

 

[...]

 

3. Κρυψώνες

Αμέτρητες οι κρυψώνες, μία η σωτηρία, όμως οι πιθανότητες για σωτηρία είναι και πάλι όσες και οι κρυψώνες.

 

[...]

 

10. Σκηνή στον σιδηροδρομικό σταθμό

Οι θεατές παγώνουν, όταν περνά μπρος τους το τρένο.

 

[...]

 

16. Καμία επιστροφή

Από ένα σημείο και μετά δεν υπάρχει πια καμία επιστροφή. Σε αυτό το σημείο απαιτείται να φτάσει κανείς.

 

17. Περηφάνια

(15 Νοεμβρίου 1910, στις δέκα)

Δεν θα επιτρέψω στον εαυτό μου να κουραστεί. Θα βυθιστώ στη νουβέλα μου, κι ας φάω τα μούτρα μου.

 

[...]

 

Β΄ μέρος

Η αληθινή πορεία

(φόρος τιμής-μήνυμα στον Πιερ Μπουλέζ)

Η αληθινή πορεία ορίζεται από ένα σχοινί, που δεν είναι τεντωμένο ψηλά, αλλά μόλις λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Μοιάζει να βρίσκεται εκεί για να γκρεμιστείς και όχι για να το περπατήσεις.

 

[...]

 

Γ΄ μέρος

[...]

 

3. Το οχυρό μου

Το κελί μου, το οχυρό μου.

 

4. Είμαι βρόμικος, Μιλένα...

Είμαι βρόμικος, Μιλένα, εντελώς βρόμικος, γι' αυτό κάνω τέτοιο χαμό με την καθαριότητα. Κανείς δεν τραγουδά πιο καθαρά, από αυτούς που βρίσκονται βαθιά στην κόλαση: κι αυτό που θεωρούμε τραγούδι των αγγέλων, είναι το δικό τους τραγούδι.

 

[...]

 

6. Ο κλειστός κύκλος

Ο κλειστός κύκλος είναι αγνός.

 

[...]

 

12. Σκηνή στο τραμ, 1910

(«Ζήτησα στο όνειρό μου από τη χορεύτρια Εντουάρντοβα αν θα ήθελε να χορέψει ακόμα μια φορά την τσάρντας...»)

Η χορεύτρια Εντουάρντοβα, φίλη της μουσικής, μετακινείται, ακόμα και στο τραμ, πάντα συνοδευόμενη από δύο βιολιστές, που τους ζητά συχνά να παίξουν. Δεν απαγορεύεται άλλωστε η εκτέλεση μουσικής στο τραμ, αρκεί να είναι καλή, να μην ενοχλεί τους συνεπιβάτες και να μην κοστίζει, να μη ζητηθούν δηλαδή χρήματα μετά. Φυσικά και στην αρχή δημιουργεί μια κάποια έκπληξη και για λίγη ώρα αυτό φαντάζει σε όλους κάπως παράταιρο. Όμως, με μέγιστη ταχύτητα, δυνατό αέρα και καθόλου θόρυβο στο δρόμο, ακούγεται όμορφα.

 

[...]

 

Δ΄ μέρος

1. Πολύ αργά

(22 Οκτωβρίου 1913)

Πολύ αργά. Η γλύκα της θλίψης και της αγάπης. Το χαμόγελό της στη βαρκάδα. Αυτό ήταν ό,τι ομορφότερο. Και πάντα μόνο μια απαίτηση, ο θάνατος και η επιβίωση, μόνο αυτό είναι αγάπη.

 

2. Μια μεγάλη ιστορία

Κοιτάζω μια κοπέλα στα μάτια, και ήταν μια πολύ μεγάλη ιστορία αγάπης, με βροντές και φιλιά και αστραπές. Ζω γρήγορα.

 

[...]

 

7. Ξανά, ξανά

Ξανά, ξανά, εξοστρακισμένος, εξοστρακισμένος. Βουνά, έρημος, μια τεράστια έκταση που πρέπει να διασχιστεί.

 

[...]


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Δημήτρης Δημόπουλος

 
 

Η δημοσίευση των παραπάνω αποσπασμάτων από τα γραπτά του Φραντς Κάφκα (1883-1924) γίνεται με αφορμή τις δύο παραστάσεις του μουσικού έργου του György Kurtág (γεν. 1926) Kafka-Fragmente που θα δοθούν στη ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ & ΤΕΧΝΩΝ στις 17 & 18 Απριλίου 2015. 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μυρσίνη Μαργαρίτη: σοπράνο

Αντώνης Σουσάμογλου: βιολί

Δημήτρης Δημόπουλος: δραματουργική επιμέλεια, μετάφραση

Φιλ Ιερόπουλος: video art

Κωνσταντίνος Πιλάβιος: video mapping

Σέργιος Κοτσόβουλος: σχεδιασμός σκηνικού

Νίκος Μύρτου: τεχνική υποστήριξη

Αγγελίνα Καρτσάκη: video performer

We are Eternal Optimists: κώδικας διαχείρισης χρόνου

Η Logotexnia21 ευχαριστεί θερμά τον Δημήτρη Δημόπουλο για την αποστολή των παραπάνω αποσπασμάτων.

 

 

KAFKA- foto Διαβάστε στις σελίδες της Logotexnia21 ένα απόσπασμα από ένα γράμμα του Φραντς Κάφκα στον φίλο του Μαξ Μπροντ, από την εποχή που εργαζόταν ως υπάλληλος στο «Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων για το Βασίλειο της Βοημίας στην Πράγα», το διήγημα «Η κρίση», αφιερωμένο στην αγαπημένη του Φελίτσε Μπάουερ,  και αποσπάσματα από το ημερολόγιο του συγγραφέα και από γράμματά του στη Φελίτσε Μπάουερ και τη Μίλενα Γέσενσκα σχετικά με αυτό το διήγημα, ένα ανεπίδοτο γράμμα του συγγραφέα στον φίλο του Μαξ Μπροντ για τον Τόνιο Κραίγκερ του Τόμας Μανν και το κείμενο του Αλέξανδρου Κυπριώτη Η αποστροφή για τη νουβέλα του Φραντς Κάφκα Η μεταμόρφωση.

 

Διαβάστε στη WIKIPEDIA για τη ζωή και το έργο του Ούγγρου μουσικού συνθέτη György Kurtág. Ακούστε στον παρακάτω σύνδεσμο ολόκληρο το έργο Kafka-Fragmente με τη σοπράνο Juliane Banse  και τον András Keller στο βιολί.

 

 
 

Αλέξανδρος Κ., Η αποστροφή

Σκίτσο του Ottomar Starke

«Αυτό όχι, αυτό, παρακαλώ, όχι!», γράφει μεταξύ άλλων ο Φραντς Κάφκα στον εκδότη του, Κουρτ Βολφ, τον Οκτώβριο του 1915, όταν υποψιάζεται ότι ο Όττομαρ Στάρκε, ο καλλιτέχνης που έχει αναλάβει να φιλοτεχνήσει το εξώφυλλο της Μεταμόρφωσης, μπορεί να θελήσει να σχεδιάσει «το ίδιο το έντομο» [«das Insekt selbst»], και εξηγεί: «Δεν θέλω να περιορίσω το πεδίο της δικής του δικαιοδοσίας, αλλά απλώς να παρακαλέσω λόγω της καλύτερης φυσικά εκ μέρους μου γνώσης της ιστορίας. Το ίδιο το έντομο δεν μπορούμε να το σχεδιάσουμε. Δεν μπορούμε όμως ούτε καν μακρόθεν να το δείξουμε». Μία τέτοια παράκληση δεν θα μπορούσε να μη γίνει σεβαστή.

 

Έτσι, «το ίδιο το έντομο», εκείνο το «ungeheueren Ungeziefer» στην πρώτη πρόταση του πλέον δημοφιλούς έργου του Κάφκα, δυο λέξεις που δηλώνουν τη μεταμόρφωση του Γκρέγκορ [και στα Ελληνικά έχουν αποδοθεί ως «πελώρια μαμούνα» (Τ. Ανεμογιάννη, 1962), «πελόριο έντομο» (Θ. Σερμπίνι, 1981), «πελώρια κατσαρίδα» (Κ. Προκοπίου, 1982 – Β. Τομανάς, 1989), «πελώριο ζωύφιο» (Δ. Δήμου, 1996), «τεράστιο έντομο» (Μ. Ζαχαριάδου, 1996) και «τεράστιο παράσιτο» (Αλ. Κυπριώτης, 2005)] δεν θα απεικονιστεί στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της νουβέλας, και θα παραμείνει ουσιαστικά για πάντα, ακόμη και για τον γερμανόφωνο αναγνώστη, ένα μυστήριο, το οποίο θα πυροδοτήσει αμέτρητες συζητήσεις και αναλύσεις. Μάλιστα ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, έχοντας ένα ακόμη πλεονέκτημα, την ιδιότητα του εντομολόγου, και μελετώντας την περιγραφή που ακολουθούσε εκείνο το «monstrous insect» («τερατώδες έντομο») της αγγλικής μετάφρασης που είχε στη διάθεσή του, απέρριψε στην περίφημη διάλεξή του για τη Μεταμόρφωση την άποψη κάποιων σχολιαστών περί «κατσαρίδας» («cockroach») και υποστήριξε, στηριζόμενος σε δικά του σκίτσα, ότι ο Γκρέγκορ μεταμορφώθηκε σε «σκαθάρι» («beetle»).

 

Σε πείσμα του Ναμπόκοφ και πολλών άλλων, παρ’ όλ’ αυτά, η «πελώρια μαμούνα» θα μείνει μάλλον για πάντα χαραγμένη στη συλλογική αναγνωστική συνείδηση ως «κατσαρίδα», αποτελώντας τη μία εκ των δύο, τουλάχιστον, παρανοήσεων, με τις οποίες έχει περάσει ο Φραντς Κάφκα στην Ιστορία. (Η άλλη τον εμφανίζει ως έναν ιδιότροπο συγγραφέα, που ήθελε να καεί όλο το έργο του.)

 

Πέρα από την παράκληση του Κάφκα, να μην απεικονιστεί «το ίδιο το έντομο» στο εξώφυλλο, δεν γνωρίζουμε τι άλλο διαμηνύθηκε μεταξύ του συγγραφέα και του σκιτσογράφου. Το σκίτσο στο εξώφυλλο, με το οποίο κυκλοφόρησε Η μεταμόρφωση τελικά, είχε ως εξής: Μία εσωτερική δίφυλλη ξύλινη πόρτα, το αριστερό φύλλο της πόρτας, αν και ανοιχτό, εμποδίζει τη θέα προς το εσωτερικό του δωματίου, το οποίο είναι σκοτεινό. Έξω από την πόρτα, με έκδηλη την κίνηση απομάκρυνσης από το δωμάτιο, μία ανδρική φιγούρα, φορώντας μια ρόμπα, δεμένη με ζώνη στη μέση, και παντόφλες, με το δεξί πόδι να προπορεύεται στον βηματισμό και το αριστερό πόδι λίγο πιο πίσω και πλαγίως με σηκωμένη ελαφρώς τη φτέρνα, σαν να αποτελεί τον άξονα στήριξης της μικρής περιστροφής που έχει προηγηθεί, τον κορμό γυρτό προς τα εμπρός, με τις παλάμες των δυο χεριών να κρύβουν το πρόσωπο, κλείνοντας ίσως τα μάτια ή κρατώντας απλώς το κεφάλι με τα μαύρα μαλλιά.

 

Εκ πρώτης όψεως, ασφαλώς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το πολύ ωραίο σκίτσο του Στάρκε παραπέμπει σε μία δραματική σκηνή της Μεταμόρφωσης. Ωστόσο, τη συγκεκριμένη σκηνή ο αναγνώστης δεν θα τη συναντήσει στη νουβέλα. Πρόκειται άραγε για μία επιπόλαιη ανάγνωση της νουβέλας εκ μέρους του εικονογράφου ή μήπως για κακή συνεννόηση μεταξύ συγγραφέα και εικονογράφου; Μήπως ο Κάφκα, φοβούμενος ότι οποιαδήποτε περαιτέρω διαφωνία του θα μπορούσε να οδηγήσει στο προφανές, ήταν έτοιμος να αποδεχθεί οτιδήποτε άλλο πέρα από «το ίδιο το έντομο»; Ή μήπως ο Στάρκε έγινε τελικά κοινωνός «της καλύτερης φυσικά» εκ μέρους του συγγραφέα «γνώσης της ιστορίας» και το σκίτσο του ήταν ένα κλείσιμο του ματιού, πρωτίστως στον συγγραφέα της;

 

Το καινούργιο της Μεταμόρφωσης, η διαχρονικά ρηξικέλευθη ουσία της, η οποία αυτομάτως την καθιστά ένα αλησμόνητο ανάγνωσμα, δεν έγκειται στην πρόδηλη και εκπεφρασμένη ήδη στην πρώτη πρόταση της νουβέλας μεταμόρφωση του Γκρέγκορ, είτε πρόκειται για μεταμόρφωση γενομένη στη σφαίρα του φανταστικού είτε για εφιαλτική κατασκευή στη σφαίρα του πραγματικού. Η μεταμόρφωση του Γκρέγκορ είναι το έναυσμα για την ουσιαστική μεταμόρφωση των μελών της οικογένειας του Γκρέγκορ, η οποία θα εξελιχθεί κωμικοτραγικά, βασανιστικά και ρεαλιστικά μέχρι το τέλος της νουβέλας. Ενώ ο Γκρέγκορ ξυπνά «μεταμορφωμένος» στην πρώτη πρόταση της νουβέλας, ο πατέρας του, η μητέρα του και η πολυαγαπημένη αδελφή του μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Ο Κάφκα αφηγείται την αποδόμηση της αγίας οικογένειας στον δυτικό πολιτισμό.

 

Ο στυλοβάτης του σπιτιού είναι το θύμα και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του οι εκμεταλλευτές του. Με τον Γκρέγκορ ανίκανο να δουλέψει, η οικογένεια νοικιάζει ένα δωμάτιο του σπιτιού και η αδελφή του θα κληθεί κάποια στιγμή να παίξει βιολί, για να ψυχαγωγήσει τους κυρίους νοικάρηδες. Αλλοτριωμένη θα πει αργότερα: «Όταν είν’ αναγκασμένος κανείς να δουλεύει τόσο πολύ, όπως όλοι εμείς, δεν μπορεί να αντέξει και στο σπίτι αυτό το αιώνιο μαρτύριο. Ούτε κι εγώ μπορώ πια».

 

Είναι αλήθεια ότι ο Κάφκα είχε βαθιά γνώση των συνθηκών εργασίας. Το καλοκαίρι του 1909, όντας υπάλληλος στο «Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων για το Βασίλειο της Βοημίας στην Πράγα» έγραφε στον Μπροντ: «Στις τέσσερεις περιφέρειές μου εμπίπτουν – πέρα απ’ τις υπόλοιπες εργασίες μου – άνθρωποι που πέφτουνε σαν μεθυσμένοι κάτω απ’ τις σκαλωσιές, μέσα στις μηχανές, όλα τα μαδέρια παλαντζάρουνε κι ανατρέπονται, τα πρανή αναχώματα υποχωρούνε, όλες οι σκάλες γλιστράνε, ό,τι δίνεις προς τα πάνω γκρεμίζεται κάτω, ό,τι δίνεις προς τα κάτω σε παίρνει μαζί του και γκρεμίζεσαι κι εσύ. Και σε πιάνει πονοκέφαλος μ’ εκείνες τις νεαρές κοπέλες στα εργοστάσια πορσελάνης, που σωριάζονται ασταμάτητα με πύργους από πιατικά πάνω στα σκαλοπάτια». Ο Γκρέγκορ πέφτει στον βωμό της εκμετάλλευσης και του κέρδους, πέφτει αργά και βασανιστικά, αλλά καλή τη πίστει και συνοδεία οικογενειακών αναστεναγμών, οδυρμών και ιαχών. Ένα εξιλαστήριο θύμα σε εποχή κρίσης.

 

Το σκίτσο του Στάρκε σε εκείνο το πρώτο εξώφυλλο θα μπορούσε να απεικονίζει την αποστροφή του Γκρέγκορ για την εφιαλτική μεταμόρφωση των δικών του ανθρώπων, την οδύνη του μετά το ξύπνημα από έναν εφιάλτη, που του αποκάλυψε το δυνάμει πραγματικό πρόσωπό τους. Αλλά θα μπορούσε να απεικονίζει και τον ίδιο τον συγγραφέα, που αποστρέφει το βλέμμα του στη θέα της αιώνιας απειλής που του φανέρωσε άλλο ένα «ολοκληρωτικό άνοιγμα του σώματος και της ψυχής» του.

 

 

10687526_1001358363224650_8554055157185063858_o Το κείμενο του Αλέξανδρου Κυπριώτη «Η αποστροφή» δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τ. 201-202) στο πλαίσιο του αφιερώματος για τον Φραντς Κάφκα. Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης (1968) είναι μεταξύ άλλων μεταφραστής και συγγραφέας. Ως Αλέξανδρος Κ. άρχισε να δημοσιεύει για πρώτη φορά κείμενά του στη Logotexnia21 τον Δεκέμβριο του 2009.  Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2013 το πρώτο του βιβλίο, με τον τίτλο Μ' ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά (δε)κατα, ΝΗΣΙΔΕΣ και μικρό ΠΕΖΟ, στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο διαδικτυακό περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες ο αναγνώστης, στο ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τον πολιτισμό diastixo.gr και  στο ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση poema. Η ενασχόλησή του με το έργο του Φραντς Κάφκα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις μεταφράσεις των βιβλίων Φραντς Κάφκα, Επιστολή προς τον πατέρα, Φραντς Κάφκα, Οι γιοι (Η κρίση - Η μεταμόρφωση - Ο θερμαστής) και αποσπάσματα από λογοτεχνικά έργα, σημειώσεις, επιστολές και ημερολόγια του συγγραφέα που περιλαμβάνονται στην βιογραφία Nicholas Murray, Κάφκα (όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος).

Franz Kafka, [...σαν βροχερός καιρός...]


George-Daniel de Monfreid_Portrait de Victor Segalen_1909

 

Απορώ που δεν μου έγραψες τίποτε για τον Τόνιο Κραίγκερ. Αλλά λέγω με τον νου μου: «Ξέρει πόσο χαίρομαι όταν παίρνω γράμμα του και για τον Τόνιο Κραίγκερ πρέπει να πει κανείς κάτι. Προφανώς μου έχει λοιπόν γράψει αλλά υπάρχουν συμπτώσεις, μπόρες, σεισμοί, το γράμμα χάθηκε». Αμέσως μετά όμως θύμωσα μ’ αυτή τη σκέψη, αφού δεν είχα διάθεση να γράψω, και βρίζοντας που έπρεπε ν’ απαντήσω σ’ ένα άγραφο ίσως γράμμα, άρχισα να γράφω:

 

Όταν έλαβα το γράμμα σου, σκεπτόμουν μες στη σύγχυσή μου αν έπρεπε να ’ρθω σ’ εσένα ή να σου στείλω λουλούδια. Αλλά δεν έκαμα τίποτε απ’ τα δύο, εν μέρει από αμέλεια, εν μέρει επειδή φοβόμουν μην κάμω ανοησίες, αφού έχω χάσει λίγο τη σειρά μου κι είμαι θλιμμένος σαν βροχερός καιρός.

 

Να, όμως, που μου έκαμε καλό το γράμμα σου. Διότι όταν μου λέγει κανείς ένας είδος αλήθειας, εγώ το βρίσκω υπεροπτικό. Με διδάσκει μ’ αυτό, με υποβιβάζει, αναμένει εκ μέρους μου τον μόχθο κάποιας ανταπόδειξης, χωρίς όμως να κινδυνεύει ο ίδιος, αφού εκείνος μέλλει βέβαια να θεωρεί απρόσβλητη τη δική του την αλήθεια. Αλλά όσο ιεροτελεστικό, ασυλλόγιστο και συγκινητικό κι αν είναι, όταν καταλογίζει κανείς μία προκατάληψη σε κάποιον, είναι ακόμη πιο συγκινητικό, όταν την αιτιολογεί και μάλιστα όταν την αιτιολογεί με προκαταλήψεις πάλι.

 

Γράφεις ίσως και για την ομοιότητα με τη δική σου την ιστορία «Εκδρομή στο βαθύ κόκκινο». Κι εγώ σκεπτόμουν παλαιότερα μια τέτοια εκτεταμένη ομοιότητα, προτού διαβάσω τώρα τον «Τόνιο Κραίγκερ» πάλι. Διότι το καινούργιο του «Τόνιο Κραίγκερ» δεν έγκειται στην ανεύρεση τούτης της αντίθεσης (Δόξα τω Θεώ που δεν είμαι αναγκασμένος πια να πιστεύω σε τούτη την αντίθεση, είναι μια αποθαρρυντική αντίθεση) παρά στον λόγω ιδιοσυστασίας ωφέλιμο (ο ποιητής στην «Εκδρομή») έρωτα του αντιθέτου.

 

Αν λοιπόν αποδεχθώ ότι εσύ έχεις γράψει γι’ αυτές τις αντιθέσεις, δεν καταλαβαίνω γιατί το γράμμα σου στο σύνολό του είναι τόσο αναστατωμένο και πνευστιά. (Είναι πιθανό να το θυμάμαι απλώς και μόνο εγώ ότι έτσι ήσουν την Κυριακή το πρωί.) Σε παρακαλώ ηρέμησε λίγο

 

Ναι, ναι είναι καλό που κι αυτό το γράμμα θα χαθεί

 

Δικός σου Φραντς Κ.

 

Ύστερα από δυο ημέρες που έχω ξεμάθει.


 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Franz Kafka Το παραπάνω γράμμα απευθύνεται στον συγγραφέα Μαξ Μπροντ (1884-1968), φίλο του Φραντς Κάφκα (1883-1924), είναι γραμμένο το φθινόπωρο του 1904 και παρέμεινε ανεπίδοτο. Η νουβέλα του Τόμας Μανν (1875-1955) Τόνιο Κραίγκερ δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Neue Rundschau [Νέα Επιθεώρηση] τον Φεβρουάριο του 1903, όπου και την πρωτοδιάβασε ο Φραντς Κάφκα,  και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στον τόμο Τριστάνος. Έξι νουβέλες που εκδόθηκε την ίδια χρονιά από τον εκδοτικό οίκο S. Fischer στο Βερολίνο.  Το φθινόπωρο του 1904 ο Μαξ Μπροντ ολοκλήρωσε τη νουβέλα, την οποία ο Κάφκα αναφέρει ως Εκδρομή στο βαθύ κόκκινο, και τη διάβασε στον ίδιο και τον  Όσκαρ Μπάουμ (1883-1941), στο σπίτι του δεύτερου. Έπειτα από αυτή τη συνάντηση, ο Φραντς Κάφκα έδωσε στον Μαξ Μπροντ να διαβάσει τον Τόνιο Κραίγκερ του Τόμας Μανν, τον οποίο εκτιμούσε ως συγγραφέα. Άλλωστε, τον Ιανουάριο του 1904 ο Κάφκα είχε ήδη μιλήσει στον Μπροντ και για το διήγημα του Τόμας Μανν Μια κάποια ευτυχία, η πρώτη πρότασή του οποίου τον είχε μαγέψει. Η νουβέλα του Μπροντ εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1909 στο Βερολίνο από τον εκδοτικό οίκο Juncker, με τον τίτλο Erziehung zur Hetäre. Ausflüge ins Dunkelrote [Εκπαίδευση για εταίρα. Εκδρομές στο βαθύ κόκκινο]. Το παραπάνω γράμμα του Φραντς Κάφκα δημοσιεύεται για πρώτη φορά ολόκληρο στα Ελληνικά. Ένα μικρό απόσπασμα του έχει συμπεριληφθεί ως σημείωση στο βιβλίο του Nicholas Murray Κάφκα. Η παραπάνω μετάφραση ολόκληρου του γράμματος έμενε ξεχασμένη στον υπολογιστή του μεταφραστή από το 2005 και βρέθηκε τυχαία χάρη σε μια πρόσκληση από την Ομάδα βιβλίου του Πόρτο Ράφτη για συζήτηση με αφορμή τη Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα.

Franz Kafka, Η Κρίση

georg_bendemann___das_urteil_by_an_malkavian_mind

Μία ιστορία για την Φ.

Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη. Ο Γκέοργκ Μπένντεμανν, ένας νεαρός έμπορος, καθότανε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του στον πρώτον όροφο κάποιου απ’ τα χαμηλά, λυόμενα σπίτια που τραβούσανε κατά μήκος του ποταμού σε μια μακρά σειρά, διαφέροντας σχεδόν μόνο στο ύψος και το χρώμα. Είχε μόλις τελειώσει μία επιστολή σ’ έναν φίλο της νιότης του που βρισκότανε στο εξωτερικό, την έκλεισε με παιγνιώδη αργοπορία κι ύστερα έβλεπε, με τον αγκώνα στηριγμένο στο γραφείο, απ’ το παράθυρο τον ποταμό, τη γέφυρα και τα υψώματα στην άλλη όχθη με το λιγοστό της το πράσινο.

Συλλογιζότανε πώς αυτός ο φίλος, ανικανοποίητος απ’ την πρόοδό του στον τόπο του, το είχε σκάσει κανονικά πριν από χρόνια για τη Ρωσία. Τώρα διατηρούσε ένα εμπορικό στην Αγία Πετρούπολη, που αρχικά είχε ξεκινήσει πολύ καλά, από καιρό όμως φαίνονταν ήδη να κόβουν οι δουλειές, όπως παραπονιόταν κατά τις όλο και πιο σπάνιες επισκέψεις του ο φίλος. Έτσι σκοτωνότανε στη δουλειά στα ξένα αδίκως, η παράξενη γενειάδα κάλυπτε απλώς άσχημα το γνωστό απ’ τα παιδικά χρόνια πρόσωπο, που το κίτρινο χρώμα του δέρματός του φαινότανε να δείχνει κάποια υπό εξέλιξη αρρώστια. Καθώς έλεγε στις διηγήσεις του, δεν είχε καμμιά σωστή σχέση με την εκεί αποικία των συμπατριωτών του, αλλά και σχεδόν καμμία κοινωνική επαφή μ’ εντόπιες οικογένειες κι έτσι ετοιμαζότανε να μείνει οριστικά εργένης.

Τι να έγραφε κανείς σ’ έναν τέτοιον άνδρα, που είχε προφανώς σφάλει, που μπορεί να τον λυπότανε, αλλά που να τον βοηθήσει δεν μπορούσε. Μήπως να τον συμβούλευε να έρθει πάλι στον τόπο του, να μεταφέρει εδώ την ύπαρξή του, ν’ αναθερμάνει όλες τις παλαιές φιλικές σχέσεις – για το οποίο δεν υπήρχε βέβαια εμπόδιο κανένα– και να στηριχθεί κατά τα άλλα στη βοήθεια των φίλων; Τούτο όμως δεν σήμαινε τίποτε άλλο απ’ το να του έλεγε κανείς συγχρόνως, κι όσο πιο πολύ πρόσεχε, τόσο πιο πολύ θα τον πλήγωνε, ότι οι μέχρι τώρα προσπάθειές του έχουν αποτύχει, ότι επιτέλους πρέπει να τις εγκαταλείψει, ότι πρέπει να επιστρέψει και σαν κάποιος που έχει επιστρέψει για πάντα να δεχθεί να τον κοιτάζουν όλοι απορώντας με γουρλωμένα μάτια, ότι μόνο οι φίλοι του θα καταλάβαιναν κάτι και ότι είναι ένα γερασμένο παιδί και οφείλει απλώς ν’ ακολουθήσει τους επιτυχημένους φίλους που μείνανε στον τόπο τους. Και μήπως ήτανε και τότε σίγουρο ότι όλη η ταλαιπωρία που έμελλε να του προξενήσει κανείς θα είχε κάποιο όφελος; Ίσως δεν κατάφερνε καν να τον φέρει στον τόπο του εν γένει – εκείνος άλλωστε έλεγε από μόνος του ότι τις καταστάσεις στην πατρίδα δεν τις καταλάβαινε πια– κι έτσι θα έμενε ύστερα παρ’ όλα ταύτα στα ξένα του, πικραμένος από τις συμβουλές κι ακόμη λίγο παραπάνω αποξενωμένος απ’ τους φίλους. Αν όμως ακολουθούσε πράγματι τη συμβουλή κι εδώ – φυσικά όχι σκόπιμα, αλλά από τα γεγονότα– καταθλιβότανε, αν δεν προσαρμοζότανε με τους φίλους του κι ούτε και χωρίς αυτούς, αν υπέφερε από ντροπή, αν δεν είχε τώρα πράγματι ούτε πατρίδα ούτε φίλους πια· δεν ήτανε λοιπόν πολύ καλύτερο για ’κείνον να έμενε στα ξένα, έτσι όπως ήταν; Μπορούσε δηλαδή κανείς με τέτοιες συνθήκες να σκέπτεται ότι εδώ εκείνος όντως θα είχε κάποια προκοπή;

Γι’ αυτούς τους λόγους δεν θα μπορούσε κανείς, ακόμη κι αν ήθελε να διατηρήσει εν γένει την επιστολογραφική σχέση, να του ανοίγεται πραγματικά, όπως θα έκαμνε χωρίς δειλία ακόμη και στον πιο μακρινό γνωστό. Ο φίλος ήταν τώρα ήδη πάνω από τρία χρόνια που δεν είχε έρθει στην πατρίδα και το εξηγούσε πολύ ανεπαρκώς με την αβεβαιότητα των πολιτικών καταστάσεων στη Ρωσία, που δεν επιτρέπανε σύμφωνα με τα λεγόμενά του μήτε και την πλέον σύντομη απουσία ενός μικρού εμπόρου, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσοι τριγυρνούσανε ήρεμοι ανά τον κόσμο. Με την πάροδο αυτών των τριών χρόνων είχαν όμως αλλάξει και για τον Γκέοργκ πολλά. Τον θάνατο της μητέρας τού Γκέοργκ, ο οποίος είχε επέλθει πριν από δύο περίπου χρόνια και από τον οποίο ο Γκέοργκ ζούσε σε κοινό νοικοκυριό με τον γέροντα πατέρα του, ο φίλος τον είχε βέβαια μάθει και τα συλλυπητήριά του τα είχε εκφράσει σε μία επιστολή μ’ έναν ξερό τρόπο, που η αιτία του μπορούσε να είναι μόνο το ότι το πένθος για ένα τέτοιο συμβάν γίνεται εντελώς αδιανόητο στα ξένα. Τώρα όμως ο Γκέοργκ από εκείνον τον καιρό είχε καταπιαστεί, όπως και με όλα τ’ άλλα, και με το εμπορικό του με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Ίσως ο πατέρας του τον καιρό που ζούσε η μητέρα του με το να θέλει να ισχύει στο εμπορικό μόνο η δική του η άποψη να τον είχε εμποδίσει από μια πραγματική δική του δραστηριότητα. Ίσως ο πατέρας του από τον θάνατο της μητέρας του, παρά το ότι εργαζότανε ακόμη στο εμπορικό, να είχε γίνει πιο συγκρατημένος, ίσως να έπαιξαν – πράγμα το οποίο ήτανε μάλιστα πολύ πιθανό– κάποιες ευτυχείς συγκυρίες έναν κατά πολύ σημαντικότερο ρόλο, εν πάση περιπτώσει πάντως το εμπορικό αυτά τα δύο χρόνια είχε αναπτυχθεί εντελώς απρόσμενα. Το προσωπικό είχαν αναγκαστεί να το διπλασιάσουνε, ο τζίρος είχε πενταπλασιαστεί, επέκειτο αναμφίβολα μία περαιτέρω πρόοδος.

Ο φίλος όμως δεν είχε καμμία ιδέα για τούτη την αλλαγή. Παλαιότερα, για τελευταία φορά ίσως σ’ εκείνη τη συλλυπητήρια επιστολή, είχε θελήσει να πείσει τον Γκέοργκ να μισέψει για τη Ρωσία κι είχε επεκταθεί στις προοπτικές που υπήρχαν ακριβώς για τον εμπορικό κλάδο του Γκέοργκ στην Αγία Πετρούπολη. Τα νούμερα ήσαν ελάχιστα έναντι του μεγέθους που είχε λάβει τώρα το εμπορικό τού Γκέοργκ. Ο Γκέοργκ όμως δεν είχε καμμία διάθεση να γράψει στον φίλο για τις εμπορικές του επιτυχίες, και τώρα εκ των υστέρων θα είχε φανεί πράγματι παράδοξο.

Έτσι ο Γκέοργκ περιοριζότανε πάντοτε να γράφει στον φίλο μόνο γι’ ασήμαντα περιστατικά, όπως συσσωρεύονται αυτά, όταν συλλογίζεται κανείς μιαν ήρεμη Κυριακή, άτακτα στη μνήμη. Δεν ήθελε τίποτε άλλο, παρά ν’ αφήσει ατάραχη τη φαντασίωση που είχε μάλλον φτιάξει για τη γενέτειρά του ο φίλος στον πολύ καιρό που είχε μεσολαβήσει και με την οποία είχε συμβιβαστεί. Έτσι συνέβη στον Γκέοργκ ν’ αναγγείλει στον φίλο τους αρραβώνες ενός αδιάφορου ανθρώπου με μία εξίσου αδιάφορη κοπέλα τρεις φορές σ’ επιστολές που χρονικά απείχαν αρκετά μεταξύ τους, μέχρι που ύστερα ασφαλώς άρχισε ο φίλος, εντελώς αντίθετα με τους σκοπούς τού Γκέοργκ, να ενδιαφέρεται για τούτο το παράδοξο.

Ο Γκέοργκ τού έγραφε όμως πολύ πιο ευχάριστα τέτοια πράγματα, απ’ το να παραδεχόταν ότι πριν από έναν μήνα είχε αρραβωνιαστεί ο ίδιος με κάποια δεσποινίδα Φρήντα Μπράνντενφελντ, μία κοπέλα από ευκατάστατη οικογένεια. Συχνά μιλούσε με τη μνηστή του γι’ αυτόν τον φίλο και την ιδιαίτερη σχέση δι’ αλληλογραφίας που είχε μαζί του. «Δεν θα έρθει δηλαδή καθόλου στον γάμο μας», έλεγε εκείνη, «κι έχω βέβαια το δικαίωμα να γνωρίσω όλους σου τους φίλους». «Δεν θέλω να τον ενοχλώ», απαντούσε ο Γκέοργκ, «κατάλαβέ με, πιθανόν να ερχότανε, τουλάχιστον έτσι πιστεύω, αλλά θα ένιωθε εξαναγκασμένος και προσβεβλημένος, ίσως να με ζήλευε και σίγουρα δυσαρεστημένος κι ανίκανος να παραμερίσει ποτέ αυτή τη δυσαρέσκεια να γυρίζει μόνος πάλι. Μόνος – ξέρεις τι θα πει αυτό;» «Ναι, δεν μπορεί δηλαδή να μάθει για τον γάμο μας και με άλλον τρόπο;» «Αυτό δεν μπορώ ασφαλώς να το εμποδίσω, αλλά είναι απίθανο με τον τρόπο που ζει.» «Αν έχεις τέτοιους φίλους, Γκέοργκ, δεν θα έπρεπε να είχες αρραβωνιαστεί καθόλου.» «Ναι, το φταίξιμο είναι και των δυο μας· αλλά και τώρα δεν θα ήθελα να είναι αλλιώς.» Κι όταν εκείνη ύστερα, ασθμαίνοντας γοργά κάτω απ’ τα φιλιά του, ξεστόμισε ακόμη: «Πάντως αυτό με θίγει», το θεώρησε του λόγου του πράγματι άδολο να γράψει τα πάντα στον φίλο. «Έτσι είμαι εγώ κι έτσι πρέπει να με αποδεχθεί εκείνος», είπε με τον νου του, «δεν μπορώ να κόψω και να ράψω από τον εαυτό μου έναν άνθρωπο που θα ήταν ίσως καταλληλότερος για τη φιλία μ’ εκείνον απ’ ό,τι είμαι εγώ».

Και όντως ανέφερε στον φίλο του στη μακροσκελή επιστολή που έγραψε εκείνο το πρωί της Κυριακής τους αρραβώνες που είχαν συναφθεί με τα παρακάτω λόγια: «Το καλύτερο νέο το έχω φυλάξει για το τέλος. Έχω αρραβωνιαστεί με κάποια δεσποινίδα Φρήντα Μπράνντενφελντ, μία κοπέλα από ευκατάστατη οικογένεια, που εγκαταστάθηκε εδώ πολύ μετά τη δική σου αναχώρηση, την οποία επομένως δεν θα μπορούσες να γνωρίζεις. Θα βρεθεί κάποια ευκαιρία να σου γνωστοποιήσω περισσότερα για τη μνηστή μου, σήμερα αρκέσου στο ότι εγώ είμαι όντως ευτυχισμένος και ότι στη μεταξύ μας σχέση έχει αλλάξει κάτι μόνο στον βαθμό που εσύ τώρα στο άτομό μου αντί για έναν εντελώς συνηθισμένο φίλο θα έχεις έναν ευτυχισμένο φίλο. Άλλωστε θα βρεις στη μνηστή μου, η οποία στέλνει τους εγκάρδιους χαιρετισμούς της, και η οποία λίαν συντόμως θα σου γράψει η ίδια, μία ειλικρινή φίλη, πράγμα που για έναν εργένη δεν είναι άνευ σημασίας. Ξέρω ότι πολλά είναι αυτά που σε κωλύουν να μας επισκεφθείς. Δεν θα ήταν όμως όντως ο γάμος μου η σωστή ευκαιρία να ξεφορτωθείς κάποια στιγμή όλα τα εμπόδια; Αλλά όπως και νά ’χει, πράξε χωρίς να αισθάνεσαι καμμία υποχρέωση και μόνο σύμφωνα με τη δική σου προαίρεση».

Με τούτη την επιστολή στο χέρι ο Γκέοργκ ήταν για πολλή ώρα, με το πρόσωπο στραμμένο στο παράθυρο, καθισμένος στο γραφείο του. Σε κάποιον γνωστό που περαστικός τον χαιρέτησε απ’ τον δρόμο δεν απάντησε ούτε καν μ’ ένα αφηρημένο χαμόγελο.

Τελικά έβαλε την επιστολή στην τσέπη και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιό του πήγε διασχίζοντας διαγωνίως έναν μικρό διάδρομο στο δωμάτιο του πατέρα του, στο οποίο είχε να πατήσει μήνες τώρα. Δεν υπήρχε κατά τα άλλα και κάποια υποχρέωση γι’ αυτό, διότι τον πατέρα του τον συναναστρεφότανε συνεχώς στο εμπορικό. Το μεσημεριανό το γεύμα το έπαιρναν ταυτόχρονα σ’ ένα εστιατόριο, τα βράδια βολευότανε βέβαια ο καθένας όπως αγαπούσε· ωστόσο ύστερα κάθονταν λιγάκι ακόμη ο καθένας με την εφημερίδα του ως επί το πλείστον, στο κοινό καθιστικό, αν ο Γκέοργκ δεν ήτανε, όπως συνέβαινε συχνότατα, με φίλους ή αν δεν επισκεπτότανε τώρα πια τη μνηστή του.

Ο Γκέοργκ απόρησε με το πόσο σκοτεινό ήτανε το δωμάτιο του πατέρα ακόμη κι εκείνο το ηλιόλουστο πρωί. Τέτοια σκιά έριχνε λοιπόν η ψηλή μάνδρα που υψωνόταν απ’ την άλλη πλευρά της στενής αυλής. Ο πατέρας καθότανε στο παράθυρο σε μια γωνία, που ήτανε στολισμένη με διάφορα αναμνηστικά για τη μακαρίτισσα τη μητέρα, και διάβαζε την εφημερίδα, που την κρατούσε πλαγίως μπροστά στα μάτια του, προσπαθώντας να εξισορροπήσει κάποια αδυναμία των ματιών του. Επάνω στο τραπέζι βρίσκονταν τ’ αποφάγια του πρωινού, απ’ το οποίο δεν φαινότανε να έχει φάει και πολύ.

«Ααα, Γκέοργκ!», είπε ο πατέρας και πήγε αμέσως προς το μέρος του. Η βαρειά η ρόμπα του άνοιξε στο περπάτημά του, οι άκρες της τον τύλιξαν – «ο πατέρας μου είναι ακόμη γίγαντας», σκέφθηκε ο Γκέοργκ.

«Είν’ ανυπόφορα σκοτεινά εδώ», είπε μετά.

«Ναι, είναι όντως σκοτεινά», απάντησε ο πατέρας.

«Έχεις κλείσει και το παράθυρο;»

«Το προτιμώ έτσι».

«Κάνει πολλή ζέστη έξω», είπε ο Γκέοργκ, σαν να βασανίζεται ακόμη απ’ τα προηγούμενα, και κάθησε.

Ο πατέρας συμμάζεψε το σερβίτσιο του πρωινού και τό ’βαλε πάνω σε μια κασέλα.

«Ήθελα ουσιαστικά απλώς να σου πω», συνέχισε ο Γκέοργκ, που ακολουθούσε εντελώς σαστισμένος τις κινήσεις του γέρου άνδρα, «ότι τώρα πια ανήγγειλα τους αρραβώνες μου στην Αγία Πετρούπολη.» Τράβηξε την επιστολή λίγο από την τσέπη και την έβαλε πάλι μέσα.

«Στην Αγία Πετρούπολη;», ρώτησε ο πατέρας.

«Στον φίλο μου βέβαια», είπε ο Γκέοργκ και αναζήτησε τα μάτια τού πατέρα. – «Στο εμπορικό είναι εντελώς διαφορετικός», σκέφθηκε· «πώς κάθεται εδώ φαρδύς-πλατύς και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος.»

«Μάλιστα. Στον φίλο σου», είπε ο πατέρας με έμφαση.

«Ξέρεις βέβαια, πατέρα, ότι αρχικά ήθελα να του κρατήσω μυστικούς τους αρραβώνες μου. Από ευαισθησία, για κανέναν άλλον λόγο. Ξέρεις κι εσύ ο ίδιος ότι είναι δύσκολος άνθρωπος. Έλεγα με τον νου μου, μπορεί να μάθει από κάπου αλλού για τους αρραβώνες μου, αν κι αυτό με τον μοναχικό τρόπο ζωής που έχει δεν είναι καθόλου πιθανό – αυτό δεν μπορώ να το εμποδίσω - αλλά από εμένα τον ίδιο πάντως δεν θα το μάθει.»

«Και τώρα το ξανασκέφθηκες διαφορετικά;», ρώτησε ο πατέρας, έβαλε τη μεγάλη εφημερίδα επάνω στο περβάζι του παράθυρου κι επάνω στην εφημερίδα τα γυαλιά που σκέπασε με το χέρι του.

«Ναι, τώρα το ξανασκέφθηκα. Αφού είναι ο καλός μου φίλος, είπα με τον νου μου, τότε οι ευτυχείς μου αρραβώνες είναι και για ’κείνον ευτυχία. Και γι’ αυτό δεν δίστασα άλλο να του το αναγγείλω. Προτού όμως ρίξω την επιστολή, ήθελα να το πω σ’ εσένα».

«Γκέοργκ», είπε ο πατέρας κι άνοιξε διάπλατο το ξεδοντιάρικο το στόμα του, «για άκου ’δώ! Ήρθες εξαιτίας αυτού του πράγματος σ’ εμένα, για να το συζητήσεις μαζί μου. Τούτο σε τιμά χωρίς αμφιβολία. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτε, είναι χειρότερο κι από τίποτε, αν δεν μου πεις τώρα όλη την αλήθεια. Δεν θέλω ν’ αναμοχλεύσω πράγματα που δεν είναι του παρόντος. Από τον θάνατο της ακριβής μας της μητέρας έχουνε γίνει κάποια κάθε άλλο παρά ωραία πράγματα. Ίσως έρθει και γι’ αυτά ο χρόνος κι ίσως έρθει νωρίτερα απ’ ό,τι νομίζουμε. Στο εμπορικό μού διαφεύγουνε κάποια, ίσως δεν μου τα κρύβεις – καθόλου δεν θέλω τώρα να κάμω την υπόθεση ότι μου τα κρύβεις – δεν είμαι πια αρκετά γερός, η μνήμη μου εξασθενεί. Εγώ δεν έχω πια μυαλό για όλ’ αυτά τα πολλά ζητήματα. Αυτή είναι πρώτον η πορεία της φύσης, και δεύτερον ο θάνατος της μητερούλας μας εμένα με έχει καταβάλει πολύ περισσότερο από σένα. – Αλλά μιας και είμαστε τώρα σε τούτο το ζήτημα, σε τούτη την επιστολή, σε παρακαλώ, Γκέοργκ, μην με κοροϊδεύεις. Είναι ασήμαντο πράγμα, είναι ανάξιο λόγου, οπότε μην με κοροϊδεύεις. Έχεις πράγματι αυτόν τον φίλο στην Αγία Πετρούπολη;»

Ο Γκέοργκ σηκώθηκε αμήχανος. «Ας αφήσουμε τους φίλους μου. Χίλιοι φίλοι δεν μου αντικαθιστούν εμένα τον πατέρα μου. Ξέρεις τι πιστεύω; Δεν φυλάγεσαι αρκετά. Το γήρας όμως απαιτεί τα δικαιώματά του. Στο εμπορικό μού είσαι αναντικατάστατος, το ξέρεις βέβαια πολύ καλά αυτό· αλλά αν το εμπορικό απειλεί την υγεία σου, το κλείνω κι αύριο κιόλας μια για πάντα. Δεν γίνεται έτσι. Οπότε πρέπει να βρούμε κάποιον άλλο τρόπο ζωής για σένα. Αλλά ριζικά. Κάθεσαι εδώ μες στο σκοτάδι, και στο καθιστικό θά ’χες ωραίο φως. Τσιμπολογάς απ’ το πρωινό, αντί να στυλωθείς κανονικά. Κάθεσαι με το παράθυρο κλειστό, κι ο αέρας θα σού ’καμνε τόσο καλό. Όχι, πατέρα! Θα φέρω τον γιατρό και τις συστάσεις του θα τις ακολουθήσουμε. Θ’ αλλάξουμε δωμάτια, εσύ θα μετακομίσεις στο μπροστινό δωμάτιο, εγώ εδώ. Ούτε που θα καταλάβεις την αλλαγή, θα μεταφερθούν απέναντι όλα. Αλλά όλ’ αυτά στον καιρό τους, τώρα ξάπλωσε λίγο ακόμη στο κρεβάτι, χρειάζεσαι οπωσδήποτε ηρεμία. Έλα, θα σε βοηθήσω να γδυθείς, θα δεις, μπορώ. Ή αν θέλεις να πας αμέσως στο μπροστινό δωμάτιο, τότε θα ξαπλώσεις προσωρινά στο δικό μου το κρεβάτι. Θα ήταν άλλωστε πολύ λογικό».

Ο Γκέοργκ έστεκε πολύ κοντά στον πατέρα του, που είχε σκύψει το κεφάλι με τα ξεχτένιστα, άσπρα μαλλιά στο στήθος.

«Γκέοργκ», είπε ο πατέρας σιγανά, χωρίς καμμία κίνηση.

Ο Γκέοργκ γονάτισε αμέσως δίπλα στον πατέρα του, είδε τις κόρες στο κουρασμένο πρόσωπο του πατέρα πελώριες στις άκρες των ματιών του νά ’ναι στραμμένες πάνω του.

«Δεν έχεις κανέναν φίλο στην Αγία Πετρούπολη. Πάντοτε ήσουν ένας παλιάτσος και δεν συγκρατήθηκες ούτε απέναντί μου. Από πού κι ως πού δηλαδή νά ’χεις ακριβώς εκεί κάποιον φίλο! Ούτε τόσο δα δεν μπορώ να το πιστέψω».

«Μα, για σκέψου πάλι, πατέρα», είπε ο Γκέοργκ, σήκωσε τον πατέρα από την πολυθρόνα και του έβγαλε, έτσι όπως εκείνος έστεκε εκεί πολύ αδύναμος, τη ρόμπα, «πάνε τώρα κοντά τρία χρόνια από τότε που μας επισκέφθηκε ο φίλος μου. Θυμάμαι ακόμη ότι δεν τον συμπάθησες ιδιαίτερα. Τουλάχιστον δυο φορές σού τον απαρνήθηκα, παρά το ότι καθότανε εκείνη τη στιγμή μαζί μου στο δωμάτιό μου. Μπορούσα βέβαια να καταλάβω αρκετά καλά την αποστροφή σου για ’κείνον, ο φίλος μου έχει τις ιδιοτροπίες του. Αλλά ύστερα πάλι συζήτησες ωστόσο αρκετά καλά μαζί του. Εκείνο τον καιρό ήμουν τόσο υπερήφανος που τον άκουες, του έγνεφες καταφατικά και τον ρωτούσες. Αν σκεφθείς καλά, πρέπει να το θυμηθείς. Έλεγε εκείνο τον καιρό απίστευτες ιστορίες από τη ρωσική επανάσταση. Πώς λ.χ. σ’ ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Κίεβο είχε δει σε κάποιες ταραχές έναν πνευματικό πάνω σ’ ένα μπαλκόνι, που χάραξε στην παλάμη του χεριού του έναν φαρδύ αιμάτινο σταυρό, σήκωσε εκείνο το χέρι και φώναζε στο πλήθος. Κι εσύ ο ίδιος την έχεις διηγηθεί αυτήν την ιστορία σ’ άλλους από ’δω κι από ’κει.

Εν τω μεταξύ ο Γκέοργκ είχε καταφέρει να καθίσει πάλι τον πατέρα του και να του βγάλει προσεχτικά τα τρικό πανταλόνια που φορούσε πάνω από τα λινά σώβρακα, όπως και τις κάλτσες. Στη θέα των όχι ιδιαίτερα καθαρών εσωρούχων κατηγόρησε τον εαυτό του ότι είχε παραμελήσει τον πατέρα του. Θα ήταν σίγουρα και δική του υποχρέωση να προσέχει πότε αλλάζει εσώρουχα ο πατέρας του. Με τη μνηστή του δεν είχε μιλήσει ακόμη διεξοδικά για το πώς θα κανόνιζαν το μέλλον του πατέρα, αλλά σιωπηρά προϋπέθεταν ότι ο πατέρας θα έμενε μόνος στην παλαιά κατοικία. Ωστόσο τώρα αποφάσισε αστραπιαία με κάθε σιγουριά να πάρει μαζί του τον πατέρα στο μελλοντικό νοικοκυριό του. Βέβαια, αν πρόσεχε κανείς καλύτερα, φαινόταν σχεδόν ότι η φροντίδα που επρόκειτο να παρέχει εκεί στον πατέρα του μπορεί να έφτανε πολύ αργά.

Στην αγκαλιά του κουβάλησε τον πατέρα στο κρεβάτι. Τρομαχτικό ήταν αυτό που ένιωσε, όταν στα δυο βήματα μέχρι το κρεβάτι πρόσεξε ότι στο στήθος του έπαιζε ο πατέρας με την αλυσίδα του ρολογιού του. Δεν μπορούσε να τον βάλει κατ’ ευθείαν στο κρεβάτι, τόσο σφιχτά κρατιότανε από ’κείνη την αλυσίδα.

Με το που έπεσε όμως στο κρεβάτι όλα φαίνονταν καλά. Σκεπάστηκε μόνος του κι ύστερα τράβηξε τα σκεπάσματα ακόμη πιο πολύ πάνω από τους ώμους. Δεν κοιτούσε εχθρικά τον Γκέοργκ προς τα πάνω.

«Αλήθεια δεν είναι ότι τον θυμήθηκες κιόλας;», ρώτησε ο Γκέοργκ και του έγνεψε ενθαρρυντικά.

«Είμαι τώρα καλά σκεπασμένος;», ρώτησε ο πατέρας, σαν να μην μπορούσε να κοιτάξει αν τα πόδια του ήσαν επαρκώς καλυμμένα.

«Σ’ αρέσει δηλαδή πού ’πεσες κιόλας στο κρεβάτι», είπε ο Γκέοργκ και του έφτιαξε τα σκεπάσματα καλύτερα.

«Είμαι καλά σκεπασμένος;», ρώτησε ο πατέρας άλλη μια φορά και φάνηκε ότι περίμενε ιδιαίτερα την απάντηση.

«Ησύχασε, είσαι καλά σκεπασμένος».

«Όχι!», αναφώνησε ο πατέρας, που η απάντηση ήρθε βιαστική στην ερώτησή του, τίναξε την κουβέρτα από πάνω του με μια δύναμη που για μια στιγμή στο πέταγμά της άνοιξε ολόκληρη, και σηκώθηκε όρθιος στο κρεβάτι. Μόνο ένα χέρι κρατούσε ελαφρά στην οροφή. «Ήθελες να με σκεπάσεις, το ξέρω, παλιόπαιδο, αλλά δεν είμαι ακόμη σκεπασμένος εγώ. Κι αν είν’ αυτή η ύστατη δύναμή μου, είν’ αρκετή για σένα, υπερβολική για σένα! Βέβαια γνωρίζω τον φίλο σου. Εκείνος θα ήταν ένας γιος κατά πώς τό ’θελε η καρδιά μου. Γι’ αυτό τον εξαπατούσες κι εκείνον όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί άλλο; Θαρρείς δεν έχω κλάψει εγώ για ’κείνον; Γι’ αυτό κλείνεσαι στο γραφείο σου, κανένας να μην σε ενοχλεί, το αφεντικό είν’ απασχολημένο – μόνο και μόνο για να μπορείς να γράφεις τα ψεύτικα τα γραμματάκια σου στη Ρωσία. Αλλά τον πατέρα ευτυχώς δεν χρειάζεται να τον δασκαλέψει κανείς, για να διαβλέπει τον γιο του. Καθώς θαρρούσες εσύ τώρα, τον είχες βάλει κάτω, τόσο κάτω που μπορείς να καθήσεις με τον πισινό σου πάνω του και να μην σαλεύει, ορίστε που αποφάσισε ο κύριος υιός μου να νυμφευθεί!»

Ο Γκέοργκ κοίταξε προς τα πάνω την τρομαχτική εικόνα του πατέρα του. Ο φίλος από την Αγία Πετρούπολη, που ο πατέρας ξαφνικά τον γνώριζε τόσο καλά, τον συγκίνησε όπως ποτέ μέχρι τότε. Χαμένο στην αχανή Ρωσία τον έβλεπε. Στην πόρτα του αδειανού, λεηλατημένου εμπορικού τον έβλεπε. Ανάμεσα στα ερείπια των ραφιών, τα κουρελιασμένα προϊόντα, τις ετοιμόρροπες απλίκες του γκαζιού έστεκε εκείνος με το κορμί του ίσιο ακόμη. Γιατί έπρεπε να φύγει τόσο μακριά!

«Για κοίτα με όμως!», αναφώνησε ο πατέρας, κι ο Γκέοργκ πήγε, σχεδόν αφηρημένος, στο κρεβάτι, για να τα συλλάβει όλα, αλλά σκόνταψε στη μέση του δρόμου.

«Επειδή σήκωσε τα φουστάνια της», άρχισε να χαϊδεύεται ο πατέρας, «επειδή σήκωσε τα φουστάνια της τόσο πολύ, η αηδιαστική η κότα», και σήκωσε, για να το δείξει, το νυχτικό του τόσο ψηλά, που φάνηκε στον μηρό του η ουλή από τα χρόνια του στον πόλεμο, «επειδή σήκωσε τα φουστάνια της έτσι κι έτσι κι έτσι, εσύ της κόλλησες, και για να μπορείς να ικανοποιείσαι μ’ εκείνη χωρίς καμμία ενόχληση, βεβήλωσες τη μνήμη της μητέρας μας, πρόδωσες τον φίλο κι έβαλες τον πατέρα σου στο κρεβάτι, για να μην μπορεί να σαλέψει. Μπορεί όμως να σαλέψει για δεν μπορεί;»

Κι έστεκε εντελώς ελεύθερος και τίναζε τα πόδια του. Έλαμπε απ’ την επίγνωση.

Ο Γκέοργκ έστεκε σε μια γωνιά, όσο το δυνατόν πιο μακριά απ’ τον πατέρα του. Πριν από πολύ καιρό είχε αποφασίσει να παρατηρεί με πλήρη ακρίβεια τα πάντα, για να μην μπορεί να αιφνιδιαστεί κατά κάποιο τρόπο μέσω τρίτων, από πίσω, από πάνω. Τώρα θυμήθηκε πάλι την προ πολλού ξεχασμένη απόφαση και την ξέχασε, όπως περνά κανείς μια κοντή κλωστή απ’ το μάτι μιας βελόνας.

«Αλλά ο φίλος βέβαια δεν προδόθηκε!», αναφώνησε ο πατέρας, και ο κινούμενος πέρα-δώθε δείκτης του το ενίσχυε αυτό. «Εγώ ήμουν ο αντιπρόσωπός του εδώ στον τόπο αυτό!»

«Θεατρίνε!» δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και να μην φωνάξει ο Γκέοργκ, κατάλαβε αμέσως το κακό και δάγκωσε, μόνο που ήταν πολύ αργά, - με τα μάτια παγωμένα – τη γλώσσα του, που απ’ τον πόνο διπλώθηκε.

«Ναι, βέβαια έπαιζα θέατρο! Θέατρο! Ωραία λέξη! Τι άλλη παρηγοριά έμενε στον γέρο χήρο πατέρα; Λέγε – και για τη στιγμή της απάντησης ας είσαι εσύ ακόμη ο ζωντανός μου γιος- τι άλλο μου έμενε, στο πίσω δωμάτιό μου, να με κατασκοπεύει άπιστο προσωπικό, γέρος μέχρι το κόκκαλο; Κι ο γιος μου γύριζε αλαλάζοντας τον κόσμο, έκλεινε δουλειές, που είχα προετοιμάσει εγώ, έκαμνε τούμπες απ’ τη χαρά του κι εγκατέλειπε τον πατέρα του με το ανέκφραστο πρόσωπο έντιμου άνδρα! Θαρρείς εγώ δεν σ’ αγάπησα, εγώ, που από μένα βγήκες;»

«Τώρα θα γείρει μπροστά», σκέφθηκε ο Γκέοργκ, «νά ’πεφτε και να τσακιζότανε!» Τούτος ο λόγος σφύριζε μες στο κεφάλι του.

Ο πατέρας έγειρε μπροστά, αλλά δεν έπεσε. Αφού ο Γκέοργκ δεν πλησίασε, όπως περίμενε εκείνος, ορθώθηκε και πάλι.

«Μείνε εκεί που είσαι, δεν σε χρειάζομαι! Σκέπτεσαι ότι έχεις ακόμη τη δύναμη νά ’ρθεις εδώ κι απλώς συγκρατείσαι, επειδή έτσι θέλεις. Πλανάσαι! Εγώ είμαι ακόμη ο πολύ πιο δυνατός. Μονάχος θα είχα ίσως αναγκαστεί να υποχωρήσω, αλλά έτσι μου παραχώρησε η μητέρα τη δύναμή της, με τον φίλο σου συνδέθηκα εξαίσια, την πελατεία σου την έχω εδώ στην τσέπη!»

«Ακόμη και στο νυχτικό έχει τσέπες!», είπε με τον νου του ο Γκέοργκ και νόμισε ότι μπορεί με τούτη την παρατήρηση να τον κάμει αδύνατο σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο μια στιγμή το σκέφθηκε αυτό, διότι συνεχώς ξεχνούσε τα πάντα.

«Πιάσου από τη μνηστή σου κι έλα μου! Θα σου τη βγάλω από τη μέση, ούτε που φαντάζεσαι πώς!»

Ο Γκέοργκ έκαμνε μορφασμούς, σαν να μην το πίστευε. Ο πατέρας απλώς έγνεψε καταφατικά, επιβεβαιώνοντας την αλήθεια όσων έλεγε, προς τη γωνία του Γκέοργκ.

«Πώς με διασκέδασες όμως σήμερα, σαν ήρθες και ρώτησες αν πρέπει να γράψεις στον φίλο σου για τους αρραβώνες. Τα ξέρει όλα, κουτέ νεαρέ, τα ξέρει όλα! Εγώ του έγραψα βέβαια, επειδή ξέχασες να μου πάρεις χαρτιά και μολύβια. Γι’ αυτό δεν έρχεται εδώ και χρόνια, τα ξέρει όλα εκατό φορές καλύτερα απ’ ό,τι εσύ ο ίδιος, τις επιστολές σου τις τσαλακώνει αδιάβαστες με τ’ αριστερό χέρι, ενώ με το δεξί κρατά τις δικές μου επιστολές να τις διαβάζει!»

Το μπράτσο του το σήκωσε απ’ τον ενθουσιασμό πάνω απ’ το κεφάλι. «Τα ξέρει όλα χίλιες φορές καλύτερα!», αναφώνησε.

«Δέκα χιλιάδες φορές!», είπε ο Γκέοργκ, για να περιγελάσει τον πατέρα του, αλλά απ’ το στόμα του κιόλας πήραν οι λέξεις έναν ήχο θανατερά σοβαρό.

«Χρόνια τώρα περιμένω νά ’ρθεις με τούτη την ερώτηση! Θαρρείς με μέλει κάτι άλλο; Θαρρείς διαβάζω εφημερίδες; Να!», και πέταξε προς τον Γκέοργκ ένα φύλλο της εφημερίδας, που κάπως είχε μεταφερθεί μαζί του στο κρεβάτι. Μια παμπάλαιη εφημερίδα, μ’ ένα εντελώς άγνωστο όνομα στον Γκέοργκ.

«Πόσο καιρό δίσταζες προτού να ωριμάσεις! Η μητέρα έμελλε να πεθάνει, δεν μπόρεσε να ζήσει τη μεγάλη μέρα, ο φίλος καταστρέφεται στη Ρωσία του, πριν από τρία χρόνια κιόλας ήταν κίτρινος του πεταματού, κι εγώ, το βλέπεις βέβαια, πώς είμαι εγώ. Γι’ αυτό έχεις μάτια βέβαια!»

«Μου την είχες λοιπόν στημένη!», αναφώνησε ο Γκέοργκ.

Συμπονετικά είπε ο πατέρας εν τη ρύμη του λόγου: «Αυτό ήθελες πιθανότατα να το πεις νωρίτερα. Τώρα δεν ταιριάζει καθόλου πια.»

Και πιο δυνατά: «Τώρα ξέρεις λοιπόν τι υπήρχε κι εκτός από εσένα, μέχρι τώρα ήξερες μόνο για σένα! Ένα αθώο παιδί ήσουν ουσιαστικά, αλλά ακόμη πιο ουσιαστικά ήσουν ένας διαβολικός άνθρωπος! – Και γι’ αυτό μάθε το: Η καταδικαστική μου κρίση για σένα τώρα είναι ο θάνατος δια πνιγμού!»

Ο Γκέοργκ ένιωσε κυνηγημένος απ’ το δωμάτιο, τον γδούπο με τον οποίο σωριάστηκε πίσω του ο πατέρας στο κρεβάτι τον είχε ακόμη στ’ αφτιά του. Στη σκάλα, που τα σκαλιά της τα δρασκέλιζε σαν επιφάνεια επικλινή, αιφνιδίασε την υπηρέτριά του, που ήταν έτοιμη ν’ ανέβει επάνω για να συγυρίσει το σπίτι από τη νύχτα. «Ιησούς Χριστός!», αναφώνησε εκείνη και σκέπασε με την ποδιά το πρόσωπό της, αλλά εκείνος είχε κιόλας εξαφανισθεί. Βγήκε απ’ την εξώπορτα μ’ ένα σάλτο, απέναντι απ’ τ’ οδόστρωμα στο ποτάμι λαχταρούσε να φτάσει. Ήδη κρατούσε το κιγκλίδωμα γερά, όπως ο πεινασμένος την τροφή. Στηρίχθηκε κι έκαμε ένα άλμα, ως ο εξαιρετικός αθλητής που ήτανε στα νεανικά του χρόνια προς υπερηφάνεια των γονιών του. Ακόμη κρατιόταν καλά με χέρια που χάνανε τη δύναμή τους, διέκρινε ανάμεσα απ’ τα κάγκελα του κιγκλιδώματος ένα λεωφορείο, που με ευκολία θα κάλυπτε τον ήχο της πτώσης του, αναφώνησε σιγανά: «Αγαπημένοι μου γονείς, πάντοτε όμως σας αγαπούσα», κι αφέθηκε να πέσει.

Εκείνη τη στιγμή διερχόταν πάνω απ’ τη γέφυρα μια ατελείωτη όντως κυκλοφορία.


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


TheSons Το αφήγημα του Φραντς Κάφκα "Η κρίση", αφιερωμένο στην αγαπημένη του Φελίτσε Μπάουερ, συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Οι γιοι που κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Ίνδικτος και περιλαμβάνει επίσης το "Θερμαστή" και τη "Μεταμόρφωση". Για αυτά τα τρία διηγήματα ο Φραντς Κάφκα έγραψε στον εκδότη του, Κουρτ Βολφ, τον Απρίλιο του 1913: «συνδέονται εξωτερικά και εσωτερικά, υπάρχει μεταξύ τους ένας προφανής και ακόμη περισσότερο ένας μυστικός δεσμός, την παρουσίαση του οποίου μέσω της έκδοσής τους σε ένα βιβλίο με κοινό τίτλο όπως ‘Οι γιοι’ δεν θα ήθελα να εγκαταλείψω». Η ελληνική έκδοση ολοκληρώνεται με ένα εκτενές Επίμετρο, όπου έχουν συγκεντρωθεί αποσπάσματα από ημερολογιακές σημειώσεις του συγγραφέα και γράμματά του (22 εκ των οποίων μεταφράστηκαν για πρώτη φορά στα Ελληνικά) που αφορούν αποκλειστικά τα τρία αυτά διηγήματα και φωτίζουν την προσωπικότητα του συγγραφέα τους. Ακολουθούν κάποια από αυτά:

Ι

«23 Σεπτεμβρίου 1912 Αυτή την ιστορία την “Κρίση” την έγραψα τη νύχτα της 22 προς 23 από τις 10 η ώρα το βράδυ μέχρι τις 6 η ώρα το πρωί απνευστί. Τα πόδια μου που είχανε γίνει άκαμπτα από τη στάση που είχα καθιστός δεν μπορούσα καν να τα τραβήξω και να τα βγάλω κάτω απ’ το γραφείο. Η τρομερή καταπόνηση και η χαρά, πώς εκτυλισσόταν η ιστορία μπροστά στα μάτια μου σαν να προχωρούσα μέσα σε ποτάμι. Πολλές φορές αυτή τη νύχτα είχα το βάρος μου στην πλάτη. Πώς μπορούν ν’ αποτολμηθούν τα πάντα, πώς για τα πάντα, για τις πιο απόξενες ιδέες ετοιμάζεται μια μεγάλη φωτιά, μες στην οποία χάνονται και ανασταίνονται. Πώς πήρε να φωτίζει έξω απ’ το παράθυρό μου. Ένα αμάξι πέρασε. Δυο άνδρες διασχίσανε τη γέφυρα. Στις 2 η ώρα κοίταξα για τελευταία φορά το ρολόι. Όπως ερχότανε η υπηρέτρια για πρώτη φορά απ’ το χωλ, έγραφα την τελευταία πρόταση. Σβήσιμο της λάμπας και φως της ημέρας. Οι ελαφροί πόνοι στην καρδιά. Η κούραση που χάνεται στη μέση της νύχτας. Η τρεμάμενη είσοδος στο δωμάτιο των αδελφών μου. Ανάγνωση. Προηγουμένως το τέντωμα μπροστά στην υπηρέτρια και τα λόγια: “Μέχρι τώρα έγραφα”. Η θέα τού ανέγγιχτου κρεβατιού, σαν να το κουβαλήσανε τώρα εδώ μέσα. Η επιβεβαιωμένη πεποίθηση ότι με τη γραφή τού μυθιστορήματός μου βρίσκομαι σε επαίσχυντα βάθη της γραφής. Μόνο έτσι μπορεί να γράφει κανείς, μόνο με τέτοια συνοχή, με τέτοιο ολοκληρωτικό άνοιγμα του σώματος και της ψυχής. Το πρωί στο κρεβάτι. Τα μάτια να μη νυστάζουνε ακόμη. Πολλά κατά τη γραφή τα συναισθήματα που μου ήρθαν: λ.χ. η χαρά ότι θα έχω κάτι ωραίο για την Arcadia του Μαξ, σκέψεις για τον Φρόυντ φυσικά, σε κάποιο σημείο για τον Arnold Beer, σ’ ένα άλλο για τον Wassermann, σ’ ένα (τσακιζότανε) για τη Γιγάντισσα του Βέρφελ, φυσικά και για το δικό μου “Ο κόσμος της πόλης”» (Ημερολόγια)

ΙΙ

«11 ΙΙ 13 Με αφορμή τη διόρθωση της “Κρίσης” γράφω όλες τις σχέσεις που έχω ξεκαθαρίσει στην ιστορία, όσο τις θυμάμαι ακόμη. Τούτο είν’ απαραίτητο, διότι η ιστορία βγήκε από μέσα μου σαν κανονική γέννα καλυμμένη με βρωμιά και βλέννες και μόνο εγώ έχω το χέρι που μπορεί να φτάσει μέσα μέχρι το σώμα και έχει τη διάθεση γι’ αυτό:

Ο φίλος είναι ο σύνδεσμος μεταξύ του πατέρα και του γιου, είναι το μέγιστο κοινό τους σημείο. Καθισμένος μόνος στο παράθυρό του ο Γκέοργκ σκαλίζει μ’ ευδαιμονία τούτο το κοινό, θαρρεί ότι έχει τον πατέρα μέσα του και θεωρεί τα πάντα, πέρα από μία φευγαλέα θλιμμένη σκεπτικότητα, γαλήνια. Η εξέλιξη της ιστορίας δείχνει λοιπόν πώς από το κοινό, τον φίλο, ο πατέρας ανυψώνεται και στήνεται ως αντίθετος απέναντι απ’ τον Γκέοργκ, ενισχυμένος από άλλα μικρότερα κοινά σημεία, δηλαδή από την αγάπη, την προσκόλληση στη μητέρα, από την αφοσίωση στη μνήμη της και από την πελατεία, που βέβαια ο πατέρας αρχικά την είχε αποκτήσει για το εμπορικό. Ο Γκέοργκ δεν έχει τίποτε, η μνηστή, η οποία μέσα στην ιστορία ζει μόνο μέσω της σχέσης με τον φίλο, επομένως με το κοινό, και η οποία, αφού δεν έγινε ακόμη ο γάμος, δεν μπορεί να εισέλθει στον κύκλο του αίματος, που διαγράφεται γύρω απ’ τον πατέρα και τον γιο, διώχνεται εύκολα απ’ τον πατέρα. Το κοινό στοιβάζεται ολόκληρο γύρω απ’ τον πατέρα, ο Γκέοργκ το νιώθει μόνο ως ξένο, ανεξαρτητοποιημένο, ουδέποτε αρκετά προφυλαγμένο απ’ τον ίδιο, εκτεθειμένο στις ρωσικές επαναστάσεις, και μόνο επειδή εκείνος ο ίδιος δεν έχει τίποτε πια, πέρα απ’ το βλέμμα στον πατέρα, επενεργεί η κρίση που του αποκλείει παντελώς τον πατέρα τόσο έντονα πάνω του.

Το Georg έχει όσα γράμματα έχει και το Franz. Στο Bendemann είναι το “mann” [=«άνδρας»] μία προσφερόμενη ενίσχυση του “Bende” μόνο για όλες τις άγνωστες ακόμη δυνατότητες της ιστορίας. Το Bende όμως έχει όσα γράμματα έχει και το Kafka και το φωνήεν e επαναλαμβάνεται στις ίδιες θέσεις όπως το φωνήεν a στο Kafka.

To Frieda έχει ακριβώς όσα γράμματα έχει και το Felice και το ίδιο αρχικό γράμμα, το Brandenfeld έχει το ίδιο αρχικό γράμμα με το Bauer [εκτός από το επώνυμο της Φελίτσε σημαίνει και «αγρότης»] και μέσω της λέξης Feld [«αγρός», «χωράφι»] έχει και στη σημασία μία συγκεκριμένη σχέση». (Ημερολόγια)

ΙΙΙ

«Βρίσκεις στην “Κρίση” κάποιο νόημα, εννοώ κάποιο ευθύ νόημα που να έχει κάποια συνοχή και να μπορεί να το ακολουθήσει κανείς; Εγώ δεν το βρίσκω και δεν μπορώ και να εξηγήσω τίποτε σ’ αυτή. Αλλά έχει πολλά παράδοξα. Κοίτα μόνο τα ονόματα! Γράφτηκε σε μια εποχή που βέβαια ήδη σε γνώριζα και ο κόσμος αποκτούσε μεγαλύτερη αξία μέσ’ απ’ την ύπαρξή σου, που όμως δεν σου είχα γράψει ακόμη. Και τώρα κοίτα, το Georg έχει όσο γράμματα έχει και το Franz, το “Bendemann” αποτελείται από τα Bende και Mann, το Bende έχει όσα γράμματα έχει και το Kafka και ακόμη και τα δύο φωνήεντα είναι στην ίδια θέση, το “Mann” προορίζεται μάλλον από συμπόνια να δυναμώσει εκείνον τον φτωχό τον “Bende” για τις μάχες του. Το “Frieda” έχει όσα γράμματα έχει και το Felice και επίσης το ίδιο αρχικό γράμμα, η “Friede” [= «ειρήνη», «γαλήνη»] και η “ευτυχία” [γερμ. «Glück», λατ. «felicitas»] είναι επίσης κοντά μεταξύ τους. Το “Brandenfeld” έχει μέσω του “feld” μία σχέση με το “Bauer” και τα ίδια αρχικά γράμματα. Και παρόμοια υπάρχουν ακόμη μερικά, αυτά φυσικά είναι απλώς και μόνο πράγματα που ανακάλυψα εκ των υστέρων». (γράμμα στη Φελίτσε, 2 Ιουνίου 1913.)

ΙV

«Η “Κρίση” δεν εξηγείται. Ίσως να σου δείξω κάποια φορά ένα-δυο σημεία στο ημερολόγιό μου. Η ιστορία είναι γεμάτη αφαιρέσεις, χωρίς να ομολογούνται. Ο φίλος δεν είναι καν αληθινό πρόσωπο, είναι ίσως περισσότερο αυτό που έχουν από κοινού ο πατέρας και ο Γκέοργκ. Η ιστορία ίσως είναι μία περιήγηση γύρω απ’ τον πατέρα και τον γιο, και η εναλλασσόμενη μορφή του φίλου είναι ίσως η προοπτική εναλλαγή των σχέσεων μεταξύ πατέρα και γιου. Σίγουρος όμως γι’ αυτό δεν είμαι ούτε εγώ». [γράμμα στη Φελίτσε, 10 Ιουνίου 1913]

V

«Συμπεράσματα από την “Κρίση” για την περίπτωσή μου. Εγώ χρωστάω την ιστορία έμμεσα σ’ εκείνη. Ο Γκέοργκ καταβαραθρώνεται όμως από τη μνηστή του». (Ημερολόγια, μετά τις 14 Αυγούστου 1913)

VI

«Η μετάφραση της τελευταίας πρότασης είναι πολύ καλή. Σ’ εκείνη την ιστορία κάθε πρόταση, κάθε λέξη, κάθε – ας μου επιτραπεί - μουσική σχετίζεται με τον “φόβο”, εκείνο τον καιρό άνοιξε για πρώτη φορά η πληγή μία μακρά νύχτα και αυτή τη σχέση την αποδίδει η μετάφραση όπως το αισθάνομαι εγώ με ακρίβεια, μ’ εκείνο το μαγικό χέρι, που είναι το δικό σου». (γράμμα στη Μίλενα Γέσενσκα για τη μετάφραση της Κρίσης στα Τσεχικά, 28 Αυγούστου 1920)

Franz Kafka, [Νεαρές κοπέλες στα εργοστάσια πορσελάνης]

broken

[…]

Στις τέσσερεις περιφέρειές μου εμπίπτουν – πέρα απ’ τις υπόλοιπες εργασίες μου – άνθρωποι που πέφτουνε σαν μεθυσμένοι κάτω απ’ τις σκαλωσιές, μέσα στις μηχανές, όλα τα μαδέρια παλαντζάρουνε κι ανατρέπονται, τα πρανή αναχώματα υποχωρούνε, όλες οι σκάλες γλιστράνε, ό,τι δίνεις προς τα πάνω γκρεμίζεται κάτω, ό,τι δίνεις προς τα κάτω σε παίρνει μαζί του και γκρεμίζεσαι κι εσύ. Και σε πιάνει πονοκέφαλος μ’ εκείνες τις νεαρές κοπέλες στα εργοστάσια πορσελάνης, που σωριάζονται ασταμάτητα με πύργους από πιατικά πάνω στα σκαλοπάτια.

[…]


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Franz_Kafka Το παραπάνω απόσπασμα είναι από ένα γράμμα του Φραντς Κάφκα στον φίλο του τον Μαξ Μπροντ, γραμμένο το καλοκαίρι του 1909, όταν ο Κάφκα εργαζόταν ως υπάλληλος στο “Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων για το Βασίλειο της Βοημίας στην Πράγα”. Συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Nicholas Murray “Κάφκα”, που κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Ίνδικτος.