Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Δρούγος, Nυχτερινή κατάρρευση

Στον ύπνο του έγινε κατεδάφιση, γέμισε ο δρόμος μπρος στο γκρεμισμένο σπίτι μπάζα, θρύψαλα απ’ τον παλιό πολυέλαιο, χώμα, λωρίδες στεναγμών κι ονείρων και κύματα. Ο ουρανός έβρεχε σπασμένο καθρέφτη, κι άνθρωποι κρατώντας κόκκινες σημαίες μαζεύτηκαν γύρω απ’ τα ερείπια εν είδει συμπαράστασης κι ύψωσαν την ελπίδα και με το πορφυρό της χρώμα άνοιξαν καινούργιο δρόμο.

Οι αλήθειες βγήκαν στο φως, έπεσαν μάσκες –ποιος με ποιον και με ποιους, πού, γιατί, επειδή, πότε, ποτέ– έτρεξαν δάκρυα αυλάκια και κηδεύτηκαν υποσχέσεις, οι πιο δικοί αποκαλύφθηκαν ως οι πιο ξένοι με σουγιάδες στην άκρη της διχαλωτής τους γλώσσας, οι νεκροί επέστρεψαν γυμνοί χωρίς ντροπή ανάμεσα σε ξεδιάντροπα ντυμένους ζωντανούς, κουβαλώντας ο καθένας ό,τι είχε φυλαγμένο μες στους τάφους του: ένα δόρυ, ένα φτυάρι, μία πέτρα, μία εικόνα, την ψυχή τους, ένα αναμμένο καντήλι, ένα παλιό έπιπλο κι ένα ποίημα κι έχτισαν μ’ αυτά νέο σπίτι για τους κατατρεγμένους και φύσηξε τότε αέρας συμφιλίωσης, οι κόκκινες σημαίες ενωθήκαν η μία με την άλλη κι έγιναν μια μεγάλη κεντημένη σκεπή, ήρθαν οι χτίστες, ήρθαν γιατροί με φάρμακα αντιλυπικά της λησμονιάς . Κι ο ουρανός έβρεχε κρύσταλλα κι έφεγγε μέχρι να δεχτεί αδιαμαρτύρητα η γη στη μήτρα της τα νέα θεμέλια.
 
Η νύχτα, χορηγός λύσεων κι έναστρων δεσμών, χαρίστηκε στη μέρα και μες στον ανθρωποχαλασμό, που πήγαινε κι ερχόταν, γάτες και σκυλιά ικέτευαν για ένα χάδι. Τι χάδι; Με χέρια ματωμένα πώς ν’ αγγίξεις; Τα βιβλία, πού χάθηκαν τόσα βιβλία μες στον ύπνο του; Ή χάθηκαν μες στο γκρέμισμα; Γιατί δεν τα μάζεψε εγκαίρως, γιατί δεν τα διάβασε όταν σπαταλούσε χρόνο μιλώντας σε φανταστικά πρόσωπα; Βρέθηκαν, λέει, μετά, μες στη λάσπη κάτι σκόρπιες σελίδες και κάτι σκόρπια αποκόμματα εφημερίδων και πιο μετά λίστες τραγουδιών και μέρες μετά, λέει, ξέβρασε η θάλασσα αργά το ξημέρωμα σκόρπια ποιήματα (πού πήγαν τόσα ποιήματα, γιατί τ’ άφησε να δραπετεύσουν απ’ τη μνήμη του;) της Γώγου, του Λειβαδίτη, του Καρούζου, της Bachmann, του Cortàzar, του Vallejo και του Benedetti, του Ελευθερίου, της Νικολακοπούλου, του Στίγκα, του Λάγιου –ας αναλογιστούμε διδακτικά τον νου της ιστορίας, ας θυμηθούμε, ας κλάψουμε, μα πια ας μην πούμε λέξη. Το θυμήθηκε, θυμήθηκε το απόσπασμα και το επανέλαβε δυο φορές–  γνώριμα ποιήματα μα τους έλειπαν λέξεις, γιατί οι λέξεις ντύθηκαν με φύκια. Κάτω απ’ τη βροχή γυαλιών σπασμένων, δόθηκαν φιλιά ποθητά να στεριώσει το νέο σπιτικό. Οι νεκροί κουβαλούσαν λίγα ακόμα έπιπλα απ’ την προηγούμενη εν ζωή ζωή τους, γιατί οι νεκροί στην ανάγκη φαίνονται, κουβαλούσαν και γελούσαν κι έγιναν ένα με τους χτίστες κι έλεγαν δες απ’ την καταστροφή και την αίσθηση κενού καινούργια γράφονται τραγούδια και ποιήματα.
 
Ξύπνησε εν μέσω νυκτός κοιτώντας το σκοτάδι το γνώριμο γύρω του και το ψηλάφισε απ’ άκρη σ’ άκρη, όλα έμοιαζαν να είναι στη θέση τους, μα ποια θέση, αφού όλα μετακινήθηκαν και κατεδαφίστηκαν, πώς γίνεται να είναι όλα στη θέση τους; Πού πήγαν οι νεκροί; Πού οι κόκκινες σημαίες που ώρες και μέρες πριν κέντησαν σκεπή, πού η βροχή και οι σπασμένοι καθρέφτες; Ξημέρωνε. Όλα τ’ άστρα αγκαλιάστηκαν για να φέρουν τη μέρα που θα άπλωνε τ’ αναφιλητά της μ’ ένα νέο ποίημα, μ’ ένα βαθύτερο κενό να αχνοφαίνεται σαν ήλιος σε παιδική ζωγραφιά. Ξύπνησε ή ακόμα κοιμόταν κι ονειρευόταν ψιθυρίζοντας νότες υγρές, αντικρίζοντας εκ του σύνεγγυς την κατεδάφιση, βλαστημώντας το σχήμα, το αίμα, τα μάτια, το χώμα που προσευχόταν ταπεινά μες στα χαλάσματα.
 
 
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books... 
 
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο», «post it»,  «Παραμύθια», «Ανασκόπηση»,  «Double-blurred letter» και «Προσχέδιο απογραφής».
 

Γιάννης Δρούγος, Προσχέδιο απογραφής

 
Στο κάτω κάτω της απογραφής άφησα εκτός ελέγχου κάτι ανάπηρα συναισθήματα που τα είχα φυλαγμένα σε κουτί με οδηγίες χρήσεως, είπα ας μείνουν στην άκρη, μη και βρεθεί τρόπος και χρόνος και φανούν χρήσιμα σε ώρα ανάγκης. Μπήκε ο Αύγουστος όλο πληγές, που χρήζουν περιποίησης και καθαρών επιδέσμων και μιας δόσης αντιβιοτικών, που στάζει το ελάττωμα. Ο Αύγουστος κι αν έχει μνήμες και ξέφτια υποσχέσεων, κι η απογραφή στο κάτω κάτω λέει να τα αγνοήσει, μην τα ελέγξει, να τ ’αφήσει να πνιγούν σε στάχτες κι αποκαΐδια. Τι διάολο, τόσες φωτιές έχουμε, ας παραλειφθούν λοιπόν, ποιος νοιάζεται για το τι νιώσαμε / τι κερδίσαμε / πόσα χάσαμε / πόσα ψέματα χρειάστηκαν, για να χτίσουμε ένα μέλλον με μόνη κληρονομιά δύο σακιά στην πλάτη κι ένα παράπονο για όσα έμειναν απωθημένα και πέρασαν απ’ το μηχάνημα του κάτω ορόφου κι έγιναν πολτός ανθρώπινης πρώην ζωής. 

Στο κάτω κάτω της σελίδας θα στάξω για όνομα λίγες σταγόνες αίμα, να ’χεις να θυμάσαι πως το είχα φυλαγμένο για πάσα πιθανότητα, για κάθε μελλοντική νόσο, άνθρωποι είμαστε, η ζωή σου ζωή μου κι ο θάνατός σου θάνατός μου, λίγο αίμα, λίγη αλήθεια, λίγο μνήμη κόκκινη, λίγη φωτιά ν’ ανάψει το επόμενο τσιγάρο στο τέλος της απογραφής. Αν με θυμάσαι (με θυμάσαι;), θα θεωρηθεί ως υπόδειγμα προϊόντος αντιγραφής και θα βγει νέο μοντέλο πανομοιότυπο, να μετρηθεί και να καταμετρηθεί ως άξιο ύπαρξης, στο κάτω κάτω της αντοχής. Κι αν βγει ελαττωματικό, δεν τρέχει και τίποτα, Αύγουστος είναι, λάθη γίνονται, λέμε ψέματα όλο το χρόνο, ας είναι κι ένα ακόμα, ποιος θα το μάθει στο κάτω κάτω; Ποιος θα το παραδεχτεί στο τέλος εκεί στην άκρη της σφαίρας; Έλα, μην ανησυχείς, ορκίζομαι, δεν θα γίνει επανέλεγχος, δεν θα βγουν πολλά στη φόρα. Στο κάτω κάτω της αρχής σου, δεν έχεις μάθει ν’ αγαπάς περισσότερο πέρα από μια στροφή γύρω από σένα, τι να περίμενα και τι να περιμένω, άδεια κιβώτια είμαστε, ανώνυμα, χωρίς κωδικό barcode, χωρίς αντοχή στη φωτιά και στον αέρα. Στάχτη. Στο κάτω κάτω της υπογραφής. 
 
 
 
 
 
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books... 
 
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο», «post it»,  «Παραμύθια», «Ανασκόπηση» και «Double-blurred letter».

Γιάννης Δρούγος, Double-blurred letter

Δεν είναι βροχή. Ήταν. Κόπασε. Ήχος νύχτας είναι. (Δεν χ) Που λες, δεν είναι άρρωστη η ζωή μας, άρρωστα είναι τα σενάρια που φτιάχνουμε με το μυαλό μας, γι’ αυτό και αρρωσταίνουμε. Θυμάσαι τι σου έλεγα τότε που είχες απελπιστεί με την περίπτωση του Μ.; Όλα θα φτιάξουν, σου έλεγα. Πάντα κάτι γίνεται στο τέλος, σου έλεγα. Είδες; Να που έγινε. Γι’ αυτό, καρδιά μου, μην απελπίζεσαι. Πάντα υπάρχει μια λύση. Εκεί που όλα μοιάζουν άλυτα, εκεί που όλα μοιάζουν νύχτα, έρχεται η στιγμή που ξημερώνει. (Δεν χω) Εδώ είμαι. Θυμάσαι; (χωράω) Εδώ είσαι. Θυμάσαι; (χωράς) Μαζί. Θυμάσαι; (πουθενά) Είσαι ένα αλλά είσαι δύο. Κι οι δύο θα διώξεις τη νύχτα μια νύχτα. Θα κατεβάσεις τ’ αστέρια χαμηλότερα, θα κάνεις μια ευχή (κι ας) και θα ’ρθει το ξημέρωμα να της δώσει σχήμα. (το ξέρω, δεν) Δώσ’ μου το χέρι σου. Μη μιλάς, μην κουράζεις το μυαλό σου. Κλείσε τα μάτια και θυμήσου εκείνη τη θάλασσα που είδαμε μαζί (ελπίζω). Κοίτα. Δεν είναι οφθαλμαπάτη. Ξημερώνει. (μα ελπίζω) Δες. (κάποτε) Θ’ αντέξεις. Κι ας λες πως κάθε μέρα που περνά σε λυγίζει. Αν λυγίσεις, θα λυγίσει και θα σπάσει ο κόσμος γιατί είσαι ένας κόσμος ολόκληρος. (να χωρέσω, να χωράς στα) Όλα θα πάρουν τον ευθύ δρόμο τους. Μη φαντασιώνεσαι τη λάθος στροφή. (στα όνειρά σου). Αύριο θα ’ναι μια άλλη μέρα και θα ’μαστε μαζί, δίχως να ’μαστε μαζί, για να νικήσουμε και να χάσουμε και να σχεδιάσουμε την επόμενη νίκη μας πάνω σ’ αφρισμένα νερά ήττας.
 
Ακούς εκεί έξω το τραγούδι των σκιών; Ναι, είμαι καλά, θα έλεγα αρκετά καλά, γιατί τώρα πια δεν έχω να περιμένω τίποτα. Το θέμα είναι εσύ. Κι εσείς. Κι εμείς. Κι οι χάρτες που μας σμίγουν φευγαλέα για να μας εξορίσουν. Μην απελπίζεσαι, μην κλαις. Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης, η Μοίρα. Θα ’ρθει ζωή δίκαιη. Θα ’ρθει καιρός, που θ’ αλλάξουν τα πράματα, να το θυμάσαι, καρδιά μου.
 
Χιονίζει κι είσαι εδώ. Βρέχει κι είσαι εδώ. Θυμάμαι κι είσαι εδώ. Καπνίζω κι είσαι εδώ. Φοβάσαι κι είμαι εδώ. Ξημερώνει. Είσαι εδώ; Μείνε. Αν είσαι εδώ. Δεν είναι στάχτη αυτό που πέφτει από ψηλά μαζί με τις σταγόνες. Απουσία προσωρινή είναι και μόνιμη παρουσία. Γυρισμός είναι. Σε σένα, σε μένα, στη ζωή που άφησες κι αφήσαμε, στη θάλασσα που περιμένει να ακούσει μια φωνή κι ένα λυγμό, πριν το ξημέρωμα.
 
 

 

 

Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο», «post it»,  «Παραμύθια» και «Ανασκόπηση».

 

 

Νάνσυ Αγγελή, Προσμονή ή τα βουνά

 

Ό,τι της είπαν

Έκανε ό,τι της είπαν. Πήρε προφυλάξεις, όχι όμως υπερβολικές. Κοίταξε πίσω, αλλά και μπροστά. Για τις σημαντικές αποφάσεις, κοίταξε μέσα. Πήρε τα απαραίτητα, ό,τι χρειαζόταν και κάτι παραπάνω, γιατί την είχαν μάθει να είναι συνετή. Έκανε προβλέψεις με γνώμονα τη λογική και λίγες φορές αφέθηκε στη γοητεία των σημαδιών. Είπε ναι, αλλά και όχι, σύμφωνα με το ένστικτό της. Τήρησε με άλλα λόγια όλες τις εντολές. Κυρίως να μην ψεύδεται. Όποτε μπορούσε, βοηθούσε τους άλλους, αν και με διακριτικότητα, γιατί η συστολή τής έκοβε το δρόμο κι από ευγένεια συχνά δεν ήθελε να παρεμβαίνει. Τέλος, δεν σκότωσε κυριολεκτικά ούτε μυρμήγκι, καμιά μύγα μονάχα πού και πού και ίσως κάνα κουνούπι. Δεν άφησε απλήρωτους λογαριασμούς. Η βρύση της δεν έτρεξε στο σπίτι της ποτέ και το κρεβάτι της δεν έμεινε άστρωτο καμία μέρα. Δεν πέρασε με κόκκινο, δεν υπερέβη το όριο ταχύτητας. Ποτέ δεν πήρε άλλου τη σειρά. Μόνο στεκόταν στην ουρά. Θα έλεγε κανείς ότι περίμενε υπομονετικά. Πως καρτερούσε. Τι καρτερούσε; Κάτι που εκείνη ξέρει, αλλά της είπαν, λόγω καλής ανατροφής, να μην το πει.    
 

 
 
Το παραπάνω μικρό πεζό είναι από το βιβλίο της Νάνσυ Αγγελή Προσμονή ή τα βουνά (Περικείμενο Βιβλία,  2023). Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης σημειώνεται: Η γραφή της Νάνσυ Αγγελή δεν βασίζεται αποκλειστικά στην έξω κι έσω όραση που κατακλύζεται από παραστάσεις, απεναντίας εξαρτάται από την αλλόκοτη ικανότητα μεταμόρφωσης κι ανύψωσης του καθημερινού βίου σε άλλο σχήμα ζωής. Eτσι τα σύντομα αυτά κείμενα μοιάζουν με disjecta membra μερικών ιστοριών που δεν ολοκληρώθηκαν κι ούτε μπορούσαν να ολοκληρωθούν. Φαίνεται προς το χρέος τους απέναντι στην ανεξάντλητη πραγματικότητα παραμένει ανεπίδοτο, κι αυτός, παραδόξως, είναι ο σημαντικότερος λόγος που καθιστά την ανάγνωση τους απολαυστική. 
 
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Δρούγου για το βιβλίο της Νάνσυ Αγγελή εδώ.
 
Η Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Σπούδασε μετάφραση και δημοσιογραφία. Από το 2008 ζει στην Ισπανία. Διηγήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και περιοδικά του διαδικτύου. Έχει γράψει τις συλλογές διηγημάτων Μια μέρα απόλυτης ησυχίας (Παράξενες ημέρες, 2015) και Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ’ ένα άλλο, (Σμίλη, 2008). Από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία κυκλοφόρησε το 2024 σε δική της μετάφραση το βιβλίο του Fernando Iwasaki Επικήδεια προίκα, ένα απόσπασμα του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Γιάννης Δρούγος, Ανασκόπηση

 

Χρονιά που έφυγε. Χρονιά που ήρθε.
Χρόνια | Μνήμη | Μνήμες | Καπνός | Καπνίζω | Πένθη | Ψεύδη | Νύχτα | Προδοσία μετά τον άρτο και το μέλι | Γιορτή που φόρεσε τα στολίδια της ανάποδα | Όχι και ναι | Και γιατί |Χωρίς απαντήσεις | Ουρανός | Σκοτεινός | Ρόλοι | Η ανθρώπινη φύση |  Σημαία σκισμένη στην καταιγίδα | Μαζί | Λάθη | Λήθη  | Θάλασσα που πνίγηκε στα κύματά της | «…ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;» | Ψίχουλα | Μέρες | Μέρα | Μέρες | Πόρτα | Κλειστή | Θέα στο κενό | Μέτρα | Μέτρο | Μετράω | Μέτρημα | Αγνωμοσύνη | Στάχτη | Δρόμοι | «…θα πενθώ πάντα –μ' ακούς;– για σένα» |  Νησί βυθισμένο | Μαχαίρι | Μαχαιριές | Καρδιές σε απεργία | Ανάσες τεχνητές | Ψέματα που έχτισαν ουρανοξύστη | Αγάλματα σε αυλή ψυχιατρείου | Άνθρωποι – θάλασσες (μέσα τους να αναβαπτίζεσαι) κι άνθρωποι – κήποι (πάνω τους να φυτεύεις όνειρα) | Άνθρωποι – φίδια σ’ έρημη γη | Άνθρωποι που έδωσαν ψυχή  και πήραν πίσω κάτι σπασμένα γυαλιά για ρέστα | Άνθρωποι που φοβήθηκαν την εγγύτητα και (αυτο)σταυρώθηκαν σε σιδερένιο βράχο | Άλλοι που μιλάνε ακατάληπτα έχοντας πλάτη γυρισμένη | Κι άλλοι που έχασαν την ισορροπία τους ψηλά στο ύψος των περιστάσεων | Υποσχέσεις με ημερομηνία λήξης | Θύτες που ντύθηκαν θύματα, γιατί ήθελαν να βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά | Περιστροφή | Αντιστροφή | Καταστροφή | Μετατόπιση ευθυνών | Τροπάρια για φονιάδες | Θεός Νάρκισσος και Δικαστής | Τιμωρία | Καταδικαστική απόφαση (χωρίς κανένα ελαφρυντικό) | Ισόβια στον ένοχο | Ζωή (3 γράμματα) | Ψυχολογικό παιχνίδι με ανθρωποφαγωμένα πιόνια | Απάτη | Οφθαλμαπάτη | Αυταπάτη | Παραμύθι με τον λύκο μονάχο νικητή | Οι πιο Οικείοι οι πιο ηττημένοι | Ξένοι | Ναυάγιο παλιό | Σκύβαλα | Ο Κόσμος που δεν είναι ο κόσμος όπως τον οραματίστηκες | Πουθενά | Παντού | Πάντα | Ποτέ | Πού | Πουθενά | Ρήματα κι ουσιαστικά που αυτοκτόνησαν σαλτάροντας απ’ το έκτο | Φλόγες που κατάπιε η άγρια φωτιά |  Φωτογραφία | αντί | Ζωή (3 γράμματα) που συνεχίζεται γιατί αυτή είναι | Ήταν | Θα είναι | η Τάξη των πραγμάτων | Πτώματα που βγήκαν στη γη να κλέψουν δύο ανάσες ζωής κι ύστερα χορτασμένα επέστρεψαν στη θέση τους κάτω απ’ το χώμα ν’ αναπαυθούν με δόξα και τιμή | Παράθυρα σκουριασμένα σε ύπουλο κρυφτό με το φως | Παραπλάνηση | Πλάνα | Λάθος | «όποιος δεν έχει τίποτα, μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα» | λέξεις-φονικά | «καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο» | Βιβλία | Ελπίδα | Ποτέ | Μαζί | Ποιήματα | Ζωή Χιλιάδες Γράμματα | Ξημερώνει | Πάντα | Θα ξημερώνει | κι ας φοράμε κατάσαρκα τη νύχτα | «Έλα να παίξουμε, θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου» | «…κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...». 


  

 Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο», «post it» και «Παραμύθια».

 

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Η σιωπή μετά την ανάρτηση ή περί της λογοτεχνικής φθοράς στα μέσα του πλήθους

Foto by André Kertész

Στους ειδήμονες της λογοτεχνίας που δεν έχουν καταλάβει: 
η ζωή είναι φάρσα, θα πεθάνουμε όλοι, και το πιο αντιλογοτεχνικό
 πράγμα είναι να πιστεύεις ότι ξέρεις.

 
Το παρακάτω δεν είναι άρθρο. Είναι μια μικρή παρένθεση μέσα στη σειρά των άλλων κειμένων μου. Γράφω σε πρώτο πρόσωπο και ζητώ συγγνώμη για την αναπόφευκτη αυτοαναφορά μου. Μαζεύω τα θραύσματα μιας παρουσίας που αλλού εκτίθεται, αλλού αγνοείται. Κάποτε νόμιζα πως η γραφή ήταν καταφύγιο, τώρα συνειδητοποιώ πως είναι καθρέφτης που παραμορφώνει. Δεν θα μιλήσω για τους ανθρώπους που φωνασκούν και ασχημονούν, αλλά για εκείνη την αίσθηση της διάχυτης εχθρότητας που αφήνει πίσω της ο θόρυβος. Οι λέξεις μου ταξιδεύουν μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, κι εγώ προσπαθώ να θυμηθώ τη σιωπή μου, πριν η ίδια η φράση μου υποταχθεί στη βιασύνη της ψηφιακής ανάγνωσης. 
 
Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιφατικό από τη συνθήκη του συγγραφέα στο διαδίκτυο: ο άνθρωπος της σιωπής, της αναδίπλωσης, της μερικής αποχώρησης από τον κόσμο, βρίσκεται ξαφνικά εκτεθειμένος στο πιο πολύβουο περιβάλλον της εποχής. Εκεί όπου το βλέμμα δεν σταματά αλλά διασπάται, και κάθε λέξη χάνει το βάρος του νοήματος. Η λογοτεχνία, που κάποτε γεννιόταν από την απόσυρση, αναγκάζεται πια να σταθεί μέσα στη ροή του σχολίου. Συχνά νιώθω πως κατοικεί πλέον σ’ έναν χώρο που δεν της ανήκει. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η επιφάνεια προηγείται του στοχασμού και η αυτοπροβολή υποκαθιστά τη δημιουργία. Οι «λογοτεχνικές κοινότητες» μοιάζουν περισσότερο με μικροκλίμακα κοινωνικού ναρκισσισμού παρά με φορείς πνευματικού διαλόγου. Όλοι μιλούν, ελάχιστοι ακούν. Ο λόγος έχει χάσει την αργή του αναπνοή, την ιερότητα του ρυθμού του. Αναπαράγεται αντί να σκέφτεται.
 
Ο Barthes έλεγε πως «η γραφή αρχίζει τη στιγμή που ο συγγραφέας εξαφανίζεται». Κι όμως, στα κοινωνικά δίκτυα, η γραφή αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο συγγραφέας επιμένει να υπάρχει. Με φωτογραφίες, εξηγήσεις, αυτοπαρουσιάσεις, μικρές επιτελέσεις εαυτού. Ένα είδος αντίστροφης λογοτεχνίας, όπου η έκθεση αντικαθιστά την αποχώρηση, και η κοινότητα των «φίλων» υποκαθιστά το σιωπηλό βλέμμα του αναγνώστη. Εδώ δεν υπάρχει διάλογος, αλλά αλληλοπαρακολούθηση. Δεν υπάρχει συνομιλία, αλλά συσσωρευμένη αυτοεπιβεβαίωση. Κάτι βαθιά αλλιώτικο διαπλέκεται στον τρόπο με τον οποίο ο λογοτεχνικός λόγος έχει μεταφερθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η λογοτεχνία, που κάποτε γεννιόταν στο σκοτάδι ενός γραφείου, ανάμεσα σε χαρτιά και σιωπή, τώρα εκτίθεται αβίαστα στον φωτισμό της οθόνης. Και μαζί της εκτίθεται, σαν αθέατο παράπλευρο φως, η τρωτή μικρότητα του ανθρώπου που τολμά να την επικαλεστεί.
 
Δεν πρόκειται για πρόβλημα αισθητικής, αλλά για παθολογία σχέσεων. Οι λεγόμενοι «λογοτεχνικοί κύκλοι» λειτουργούν ως μηχανισμοί επικύρωσης. Αλληλοθαυμασμοί που εναλλάσσονται με ειρωνείες, συμμαχίες που διαλύονται με μια ανάρτηση, ομάδες που δεν σχηματίζονται από το κοινό πάθος για τη γλώσσα, αλλά από την ακόρεστη ανάγκη για αναγνώριση. Ο λόγος εδώ δεν παράγει διάλογο, παράγει ιεραρχίες.
 
Μέσα σ’ αυτά τα πλέγματα επιφανειακής πνευματικότητας, έχει χαθεί εκείνο το θεμελιώδες στοιχείο της κριτικής πράξης: η παιδεία. Δεν αρκεί η πολυλογία, ούτε η ευκολία με την οποία εκφέρεται μια «γνώμη». Το να διαβάζεις δεν σε καθιστά αναγνώστη, όπως το να σχολιάζεις δεν σε καθιστά κριτικό. Η ανάγνωση απαιτεί σεβασμό και σιωπή, όχι θόρυβο. Κι όμως, στα ψηφιακά αυτά περιβάλλοντα, η σιωπή εκλαμβάνεται ως αδυναμία, ενώ ο θόρυβος βαφτίζεται γνώση. Ο στοχασμός χάνει την αξία του. Η φλυαρία τη διεκδικεί.
 
Κάτω από την επιφάνεια της λεκτικής ευφράδειας διακρίνεται μια τεράστια ανασφάλεια: μια επιθυμία κατοχής της τελευταίας λέξης. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός, οι υπαινιγμοί, όλα αυτά δεν είναι δείγματα πνευματικής οξύτητας, αλλά τρόποι αυτοάμυνας. Όταν ο λόγος στερεύει από δύναμη, προσφεύγει στη χλεύη. Κι όταν η αδυναμία στοχασμού γίνεται ανυπόφορη, τότε εμφανίζεται η ανάγκη να εξευτελιστεί ο άλλος. Έτσι γεννιέται το ψηφιακό μπούλινγκ: ως προσπάθεια επαναφοράς μιας ισορροπίας που η ίδια η κοινότητα έχει διασαλεύσει.

* 
 
Η οθόνη, ωστόσο, είναι ένας ψυχρός καθρέφτης· αντανακλά τόσο το πρόσωπο όσο και τη σχάση του. Κάθε σχόλιο, κάθε ειρωνική παρατήρηση, κάθε μικρή χειρονομία εξουσίας αφήνει πάνω της το αποτύπωμα μιας εσωτερικής κόπωσης: της ανάγκης να υπάρξει κανείς μέσα από την ακύρωση του άλλου. Κι έτσι, αυτό που ονομάζουμε «λογοτεχνική κοινότητα» καταλήγει να είναι απλώς ένα σύστημα επιβίωσης μέσα στον ναρκισσισμό. Ένα οικοσύστημα όπου η κριτική γίνεται όπλο, η άποψη άμυνα, και η γραφή μια μάσκα. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον που προσποιείται την πνευματική αβρότητα. Η φθορά δεν φαίνεται, αλλά διαρρέει μέσα στις λέξεις.
 
Κι όμως, κάτω από τον θόρυβο των αναρτήσεων υποβόσκει η ίδια ανθρώπινη αγωνία. Η ανάγκη να υπάρξει κάποιος ως φωνή, όχι απλώς ως δεδομένο. Το παράδοξο είναι πως όσο περισσότερο μιλά το πλήθος, τόσο πιο ανείπωτη γίνεται η σιωπή του. Και ίσως εκεί, μέσα σ’ αυτό το ανείπωτο, να επιμένει ακόμα η τελευταία μορφή λογοτεχνίας. Εκείνη που δεν επιθυμεί να αρέσει, αλλά να κατανοήσει.
 
Η παθολογία αυτής της συνθήκης δεν είναι αισθητική, είναι υπαρξιακή. Κάποτε χανόμουν μέσα στη φράση, τώρα νιώθω πως προβάλλομαι μέσα απ’ αυτήν. Δεν μιλώ πια με τη γλώσσα της διάρκειας, αλλά με τη γλώσσα της διακοπής. Οι λέξεις δεν ζητούν κατανόηση, ζητούν επιβεβαίωση. Οι αναγνώσεις δεν γεννούν διάλογο, γεννούν συνενοχές. Σε αυτό το πλαίσιο οι φορείς της λογοτεχνίας γίνονται παράγωγα του βλέμματος, προβάλλονται μέσα από τις οθόνες, και με κάθε λέξη που εκπέμπουν αυτοαναιρούνται. Η ίδια τους η υπόσταση διαρρηγνύεται, και η λογοτεχνία που κάποτε κατοικούσαν μετατρέπεται σε φάντασμα του εαυτού της. Δεν μιλά για τον κόσμο, λειτουργεί ως εικόνα μέσα σε αυτόν.
 
Το πιο ανησυχητικό, βέβαια, δεν είναι η κακεντρέχεια, αλλά η αναισθησία του λόγου. Το σχόλιο που συκοφαντεί δεν το κάνει πάντα από πρόθεση, αλλά από κεκτημένη ταχύτητα. Το πλήθος, έχοντας εσωτερικεύσει την κίνηση του αλγορίθμου, αντανακλά, δεν επεξεργάζεται. Έτσι, η λογοτεχνική σκηνή γίνεται ένας μηχανισμός αυτόματων αντανακλαστικών, όπου η ευαισθησία εκλαμβάνεται ως αδυναμία και η στοχαστικότητα ως καθυστέρηση. 

* 
 
Συχνά νιώθω πως γράφω με διπλή ένταση, σχεδόν οντολογική· «κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα», όπως θυμάμαι τον στίχο του Καρούζου. Από τη μία, η ανάγκη να υπάρξω μέσα στο βλέμμα των άλλων, η επιθυμία να συνεισφέρω έστω και μερικά πράγματα στα ελληνικά γράμματα, να συμμετέχω στην εκδοτική διαδικασία –όχι ως εκδότης, αλλά ως κάποιος που αγαπάει να τροφοδοτεί τη γραφή. Από την άλλη, η εσωτερική κλίση μου προς τη σιωπή, τη συμπύκνωση, τη βραδύτητα του ουσιώδους λόγου. Οι δύο αυτές κινήσεις σπανίως συμφιλιώνονται, κι όμως από τη σύγκρουσή τους γεννιέται ο αληθινός χαρακτήρας μου. Το να εμφανίζομαι με αγαθό λόγο σε χώρους όπου κυριαρχεί ο θόρυβος και η ειρωνεία —και να δέχομαι χλεύη— είναι σχεδόν αναμενόμενο. Πόσο επώδυνο ωστόσο, γιατί η έκθεση απογυμνώνει κάθε συγγραφέα.
 
Σε αυτό το επιταχυνόμενο κενό, κάθε έννοια παιδείας διαλύεται. Και δεν εννοώ τη γνώση, αλλά εκείνον τον λεπτό ρυθμό του νου που του επιτρέπει να κινείται μέσα στον κόσμο των νοημάτων χωρίς να τον καταστρέφει. Οι κοινότητες αυτές έχασαν τον ρυθμό τους. Η ανταλλαγή ιδεών αντικαταστάθηκε από ασύνετο θόρυβο. Μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό, μαθαίνω να φοβάμαι τη σκέψη, να τη μεταφράζω σε άμεση απάντηση, σε άμυνα.
 
Οι ψηφιακές κοινότητες έχουν απωλέσει αυτόν τον ρυθμό. Αντί για αναστοχασμό παράγουν έναν συνεχή ανταγωνισμό ευφυολογίας. Και πίσω από κάθε τέτοιο ανταγωνισμό υποφώσκει ο φόβος της αφάνειας, της σιωπής, της μη-αναγνωρισιμότητας. Ο φόβος που κάνει τον συγγραφέα να παύει να είναι συγγραφέας. Απέναντι σε αυτό, θαρρώ πως η μόνη πράξη αντίστασης είναι η επιστροφή στη σιωπή. Σε αυτή τη μπλανσονική σιωπή που γεννά τον λόγο από την απουσία, που αρνείται να «ανταπαντήσει». Σε αυτήν επιστρέφω.
 
Η κοινότητα των συγγραφέων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν συνιστά πια χώρο ανταλλαγής, έχει γίνει σκηνή. Το «εγώ» απλώνεται σε κάθε ψηφιακή επιφάνεια, ζητώντας την επιβεβαίωση του βλέμματος των άλλων, ενώ η ίδια η γλώσσα εκπίπτει από φορέας νοήματος σε φορέα παρουσίας. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντι-λογοτεχνικό από αυτό. Γιατί η λογοτεχνία, στην ουσία της, είναι πράξη ταπείνωσης του εγώ, όχι επίδειξής του. Δεν γράφεται για να αποδείξει, αλλά για να κατανοήσει. Δεν ανήκει σε κύκλους, αλλά σε σιωπές. Η φθορά που βλέπουμε στα μέσα δεν είναι η φθορά του λόγου, αλλά της ανθρώπινης ακεραιότητας μπροστά στην οθόνη.
 
Η πραγματική λογοτεχνία αρχίζει όταν δεν έχεις πια τίποτα να υπερασπιστείς. Όταν το κείμενο παύει να είναι επιχείρημα και γίνεται τρόπος ύπαρξης. Η γραφή δεν ζητά δικαίωση, μόνο διάρκεια. Η εποχή μας, γεμάτη από αποστόλους της ανάγνωσης, «κριτικούς» χωρίς βιογραφικά και «συγγραφείς» χωρίς σιωπή, μοιάζει να έχει ξεχάσει αυτό το αυτονόητο: πως η αλήθεια του λόγου δεν ανήκει σε κανέναν κύκλο, σε καμία ανάρτηση, σε κανένα πλήθος. Ανήκει μόνο εκεί που κάποιος εξακολουθεί να γράφει όχι για να φανεί, αλλά για να μην χαθεί.
 
Συνεχίζω να γράφω, ίσως από φόβο μην ξεχάσω πώς ήταν η φωνή μου πριν τη σκορπίσω. Πριν τη μετρήσουν, πριν τη σχολιάσουν, πριν χαθεί μέσα στη χοάνη των άλλων φωνών που λένε τα ίδια χωρίς να συναντιούνται ποτέ. Γράφω για να θυμηθώ τη στιγμή που η λέξη είχε ακόμη βάρος, που η ταυτότητα δεν είχε ακόμη διαχυθεί σε εικόνες, σχόλια, αναδημοσιεύσεις. Κι όσο περισσότερο γράφω και μιλώ, ακόμα και τώρα, τόσο πιο πολύ νιώθω τη φωνή να μικραίνει, να χάνεται μέσα στο θόρυβο που ονομάζουμε «επικοινωνία». Κάποτε πίστευα πως πριν από κάθε λόγο υπήρχε ένα βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα, τώρα ξέρω πως η φωνή μου επιστρέφει στον κόσμο ξένη. Κι όμως, μέσα από το πλήθος και τη διασπορά, μέσα από τη φθορά των λέξεων, εξακολουθεί να ψάχνει εκείνη τη σιωπή που τη γέννησε. Εκεί, στην άκρη της φράσης με περιμένει —ήσυχη, όπως πριν αρχίσω να μιλώ.
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ. Οι πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες φιλοξενήθηκαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα. Το 2012 ίδρυσε το Πρότυπο Κέντρο Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch. Υπό την αιγίδα του δημιουργήθηκαν εννέα χρόνια αργότερα οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία, στις οποίες  κυκλοφόρησαν και οι πεζογραφικές συλλογές του Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024). Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε και η μελέτη του Το Μαμούθ και ο Αναβάτης, η οποία αποτελεί δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές.
 
Στη Logotexnia21 δημοσιεύονται ένα απόσπασμα από τα Είδωλα και ένα απόσπασμα από τις Επικράτειες, τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.
 
Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι του φωτογράφου André Kertész.

Γιάννης Δρούγος, Παραμύθια



Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. 

   Μετά μεγάλωσα, μεγάλωσαν οι νύχτες και μαζί μεγάλωσαν κι οι γονείς μου κι αρρώστησαν κι έμεινα δίπλα τους να τους διαβάζω παραμύθια με αίσιο τέλος. Ο ουρανός δεν χωρούσε άλλες αλήθειες κι έκλεισε τα σύνορά του κι έμεινα στη γη με το κεφάλι σκυφτό να βλέπω πού πατάω και να μετράω πόσα βήματα απέμεναν ώσπου να φτάσω στη θάλασσα να βαφτίσω παλιό ό,τι άφησα πίσω. Κι εκεί στα πρώτα νερά με περίμενε η εκδίκηση μ’ ένα μαχαίρι και μου ’πε να κόψουμε στα δυο την άμμο: μισή ζωή μισή θάνατος. Μα πώς κόβεται στα δυο το απέραντο, τη ρώτησα κι απάντησε ο ουρανός απλώνοντας μια κόκκινη σημαία σαν τετράγωνο ήλιο που έφτασε η φλόγα του ως τα χαρακώματα κι έληξε ο πόλεμος. Κι εκεί οι δικοί μου γίνανε πάλι παιδιά, πριν καν γνωριστούν, πάνω στην άμμο έχτιζε ο καθένας με τ’ ακροδάχτυλά του μια ζωή προορισμένη να ρημάξει κι έναν κήπο που θ’ άνθιζε με το άναρχο κλάμα των άστρων. Κι είπα. Τότε. Είπα. Σκέφτηκα. Είπα. Να ρίξω δίχτυα στ’ ανοιχτά να ψαρέψω μελλούμενα κι ένστικτα κούφια που ενωθήκανε και γεννήσανε ένα σπίτι από φύκια.

   Για χρόνια συνομιλούσα με τους επισκέπτες της νύχτας και τους ανέλυα τα παραμύθια για τον κόσμο που δεν με χωρούσε γιατί ήτανε βαριά η κληρονομιά των δέντρων. Τι να μοιραστώ και τι να μοιραστώ από το ψέμα που ’βρεχε άδικο σε τρύπια στέγη και τ’ άδικό του πότιζε τους τοίχους, τον ύπνο, τα λερωμένα σεντόνια και τα γυαλιστερά κειμήλια. Για χρόνια παραμύθιαζα το δέρμα μου μη μου το φάει η σκουριά κι έμεινα σώμα μισό με ένα γάντζο για χέρι να κατεβάζω τ’ αστέρια να ρίχνω το ασήμι τους σε καινούργια παραμύθια.

   Τώρα πια δεν μου ανήκει τίποτα. Τώρα πια δε μου ’χει μείνει ούτε μια χούφτα χώμα ν’ αποχαιρετήσω την αγάπη που μου μάθανε να δίνω. Τώρα πια είμαι ένα στόμα τάφος με σταυρό κεντημένο τρεις συλλαβές και μισή καταραμένη προσευχή. Τώρα πια διαβάζω παραμύθια χωρίς λαλιά σε γερασμένα παιδιά που το παρόν τους σκαλίζει ρίζες και γυρισμούς γιατί τελειώνει ο χρόνος. Τώρα πια γράφω παραμύθια με τ’ αριστερό. Τώρα πια δεν κοιμάμαι. Γιατί χόρτασα ύπνο. 

   Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. 



Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», 
«Η κόκκινη ομπρέλα», 
«Δέντρο» και «post it».

Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι έργο της Käthe Kollwitz (1867-1945) του 1921.

Γιάννης Δρούγος, post it


Χαρτάκια. Παντού μικρά κίτρινα χαρτάκια post it που τα κολλάς για να σου υπενθυμίζουν τη ζωή σου.
 
Ν α  θ υ μ η θ ώ.
 
Ν α  μ η ν  ξ ε χ ά σ ω να θυμηθώ: Γενέθλια, γιορτές, επετείους, ονόματα, ημερομηνία δόσης δανείου, νοίκι, ρεύμα, ασφάλιστρα αυτοκινήτου. Τελειώνουν τα ζυμαρικά στο ντουλάπι, τελείωσε το λάδι, τελείωσε το χαρτί υγείας. Ο μήνας έχει 15 κι έχω ξεμείνει πάλι.
 
Σήμερα ξύπνησα στραβά, αγαπημένο μου ημερολόγιο. Όλα μου φαίνονται βουνό. Τα μικρά, τα καθημερινά, τα ασήμαντα. Τίποτα δε μπορώ ν’ αντιμετωπίσω. Σηκώθηκα και στάθηκα στη μέση του σαλονιού, λες κι είχα χάσει τον προσανατολισμό μου, ένα πράγμα. Έφτιαξα καφέ, άναψα τσιγάρο, έσβησα τσιγάρο, μπήκα για ένα κρύο ντους, να πέσει κρύο νερό στο κεφάλι μου να συνέλθω. Να θυμηθώ. Τι πρόβλημα έχω; Πού έχω να πάω; Κοιτάζω τα post it με τη σειρά. Α, βέβαια. Κυριακή 15 Απριλίου, να πάω να δω τον ξάδερφό μου τον Αλέκο στα Μέγαρα, έχει τα γενέθλιά του σήμερα. Τα πρώτα του γενέθλια μετά το χωρισμό του. Πρέπει να πάω, οφείλω να είμαι δίπλα του.
   Μαγικά τα κίτρινα χαρτάκια! Μου υπενθυμίζουν πόσο καλός άνθρωπος μπορώ να γίνω προσφέροντας αλληλεγγύη και συμπαράσταση την κατάλληλη ώρα και μέρα!
 
Είμαι κουρασμένος, αγαπητό μου ημερολόγιο. Εξουθενωμένος. Αλλού πατάω κι αλλού βρίσκομαι. Παντού γύρω μου βλέμματα, βήματα και λέξεις που σέρνονται βαριά. Στέλνουμε ατελείωτα μηνύματα χωρίς αποστολέα σε ανύπαρκτο παραλήπτη. Χωρίς λόγο. Έτσι, για να ξορκίσουμε την αθλιότητα του εαυτού μας.
 
Ανοίγω λίγο τηλεόραση και παίζουν διαφημίσεις. Τηλεοπτικά σποτ μιας ζωής σ’ έναν άλλο πλανήτη: άνθρωποι ξεκούραστοι, ανέμελοι, χαμογελαστοί, όμορφοι, με καθαρά ρούχα και μαλακά κρεβάτια. Οικογένειες αγαπημένες γύρω απ’ το τραπέζι γευματίζουν μαζί και τα μούτρα τους στάζουν ευδαιμονία και αγάπη. Ήρωες χωρίς προβλήματα, αφού για κάθε τους πρόβλημα υπάρχει το κατάλληλο προϊόν να τους δώσει άμεσα τη λύση. Παλιότερα είχα γράψει σ’ ένα post it να θυμηθώ να μη βλέπω διαφημίσεις γιατί μου σκαλίζουν πληγές και με φέρνουν αντιμέτωπο με τη μιζέρια μου. Αλλά μου αρέσει κιόλας να παίρνω μάτι τις ξένες ζωές, με κάνει να θυμώνω και να ’χω ένα λόγο να παλεύω, μα έλα, που με πιάνει τα ήσυχα βράδια το παράπονο, γιατί να μην έχω το ένα τέταρτο της ζωής των άλλων, γαμώ την τύχη μου την άτυχη.
   Οι ήρωες των διαφημίσεων δεν έχουνε κατάθλιψη, δεν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μια έξωση στο κοντινό μέλλον, η γκόμενά τους δεν τους παράτησε στα πρώτα οικονομικά ζόρια, δεν έχουνε ρέστα και λάθη να μετρήσουνε, δεν έχουν ανάγκη ν’ αποδείξουνε τίποτα σε κανέναν, δεν ψάχνουν να βρούνε δικαιολογίες, δεν φοβούνται να δούνε το είδωλό τους στον καθρέφτη, δεν τους κυβερνάνε άχρηστοι, δεν μονολογούνε μες στ’ άγρια χαράματα, δεν έχουνε τύψεις για τίποτα, δεν επιτρέπουνε στις βρισιές να εξουσιάζουν τις προσευχές τους, δεν μπερδεύουνε τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα, δεν βάζουνε τα όνειρά τους στη ναφθαλίνη, δεν κάνουν εκπτώσεις στα συναισθήματα, δεν κουβαλάνε στους ώμους κληρονομιά οικογενειακών σταυρών, δεν τους έχει στοιχειώσει μια σύγκρουση τρένων, δεν έχουνε νεκρούς να τους κλαίνε εις τους αιώνας των αιώνων. Έχουν τέλειες μέρες και νύχτες, τέλειες οικογένειες, τέλεια σπίτια και δόντια που αστράφτουνε!
 
Επιθυμώ διακαώς, αγαπημένο μου ημερολόγιο, να χιμήξω να μπω μες στην οθόνη της τηλεόρασης, ν’ αρπάξω μια απ’ αυτές τις ηλίθιες, αυτάρεσκες καλλονές που πίνουνε μια γουλιά καφέ κι έπειτα χαμογελάνε σαν να βιώνουνε το πρώτο οργασμικό ρίγος, ν’ αρπάξω απ’ το σβέρκο κι εκείνους τους οικογενειάρχες των δευτερολέπτων που ταΐζουνε στο στόμα τη σύζυγο και τα παιδιά τους φρυγανιές με φρέσκο βούτυρο κι ακριβή μαρμελάδα, ανταλλάσσοντας ενθουσιώδεις καλημέρες και φιλαρέσκειες, να τους μπουκώσω το στόμα με χαρτάκια post it, να τους πνίξω, να τους σκοτώσω με μικρές σημειώσεις της άνοστης κι αποτυχημένης ζωής μου.
 
 
 
 
 
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness»,
«Η κόκκινη ομπρέλα» και «Δέντρο».
 
 
 
 
 
 
 





Κωνσταντῖνος Καβάφης, Η πόλις











Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κι είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ώς πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις —
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κόχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
 
 
[1910*]


Μάνια Μεζίτη, Αγαπημένε μου πατέρα





Στον πατέρα άρεσε πολύ η όπερα, ειδικά ο Ντομίνγκο, πήγαινε συχνά στη Λυρική. οι άριες ησύχαζαν την ταραγμένη ψυχή. ο πατέρας φυσούσε αυτό που είχε μέσα και τον έτρωγε. άκουγε το τραγούδι κι αμέσως έφευγε το στίγμα. στον πατέρα άρεσαν τα παράδοξα. εμείς προσπαθούσαμε να τον κοιτάμε με ευγένεια. όταν τον έπιανε το παραλήρημα, μίλαγε ακατάσχετα. ήταν ανυπόφορος. και όμως τρυφερός. επιπλέον, υπήρξε ιδιαίτερα όμορφος. ο πατέρας περπατούσε τρέχοντας. γέλαγε δυνατά στο σινεμά. καμιά φορά, μόνο εκείνος γέλαγε. όταν τον έπιανε το διωκτικό, υπέφερε πολύ. νόμιζε πως όλοι τον κυνηγούν. οδύνη απροσμέτρητη. κι εμείς πάρα πολύ πονούσαμε.





_______

Σημ. Να αγαπάτε τους ανθρώπους με ψυχικές παθήσεις. Συνήθως δεν είναι χρήσιμοι. Αλλά είναι εδώ. Συχνότατα δείχνουν ιδιαίτερα κουραστικοί. Αλλά είναι εδώ. Σπανίως μπορούν να εκφράσουν κατανοητά συναισθήματα. Αλλά είναι εδώ. Αρκεί ένας να τους αγαπήσει.
 
 
 




Το παραπάνω πεζοποίημα και η σημείωση είναι από την τελευταία ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη
Αγαπημένε μου πατέρα, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Κουκκίδα, και δημοσιεύεται εδώ με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου, που θα γίνει την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024 στις 7.30 μ.μ. στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Αθήνα).
 
Η Μάνια Μεζίτη γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα και σπούδασε νοσηλευτική στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και λογοτεχνία στο The Open University, UK (BA, Honours Degree in Literature). Παρακολούθησε τον διετή κύκλο σπουδών του ΕΚΕΜΕΛ για τη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα. Έχει μεταφράσει βιβλία, καθώς και ποιήματα και άρθρα για έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά κι εφημερίδες. Το 2019 επιμελήθηκε τη δίγλωσση (ελληνικά – αγγλικά) ποιητική ανθολογία Ξύπνησα σε μια χώρα, Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο (έκδοση του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ). Επιμελείται επίσης τη διαδικτυακή ανθολογία Poets.gr, έναν ιστότοπο στον οποίο παρουσιάζεται ανθολογημένη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές: Η μαύρη ανάμεσα (Κύμα, 2018), Στόμα (Κουκκίδα, 2021), Πριν το αρτιφίσιαλ (μονότυπο στη βιβλιοθήκη του Sozozpοlis, 2023).
 
Ποιήματα από την ποιητική συλλογή της Στόμα δημοσιεύονται εδώ. 



Μάνια Μεζίτη, στόμα

Foto by S.N.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ι. ΝΕΡΟ
 
 
Μαντάμ

Ζητάς να σου δανείσω
την Μποβαρύ

την Έμμα
που εγκαταλείπει
δυο ζωές

την Μποβαρύ
αν θέλεις
την τολμάς
δεν τη δανείζεσαι


 
Σπίτι στη θάλασσα

Έβαλαν το κρεβάτι σε θέση
φενγκ σούι
ώστε το κεφάλι
να μην το πιάνει ο βοριάς
τα βράδια έκλειναν ερμητικά
και κοιμόντουσαν στη σιωπή

ούτε που κατάλαβαν
πώς μπήκε μέσα η θάλασσα
 
 

Ποιοι είστε όλοι εσείς, ποιοι είστε

*

Μη μας πιστεύετε
αντιστρόφως ανάλογη
η έπαρση της έμπνευσης
δεν θέλει και πολύ να ξεφύγεις
Σήμερα κάποιος βγήκε
στο δρόμο γυμνός
χωρίς να είναι βασιλιάς
 


*

Τα καλύτερά μου τα ’γραψα
πίσω από την πλάτη σας



ΙΙ. ΓΑΛΑ
 
 
 
Υποθήκη

Βλέπετε το σπίτι
ανήκε στην οικογένειά μου
στοίβαξαν μέσα του
δεκάδες χρόνια
Οι ξεραμένες μπιγκόνιες
στη σχάρα του τζακιού
είναι ιδιοκτήτριες πια
εφόσον οι δικοί μου
έχουν πεθάνει
Το σπίτι απεχθανόταν την κίνηση
ήταν μεγάλο, ξύλινο, ανθεκτικό
τώρα σκύβει με τα χέρια στα γόνατα
κρατάει χαμηλά το κεφάλι
Εγώ από την πλευρά μου
σαν επιμελητής νεκροταφείου
τοποθετώ αφιερώματα
ξόρκια που προστατεύουν απ’ το χρέος
Όταν είσαι παιδί σίγουρα
αλλιώς τη φαντάζεσαι την ευτυχία



ΙΙΙ. ΘΕΙΑΦΙ
 
 
 
Σεμνά ξεπροβοδίζω ετοιμοθάνατους

Σβησμένα μάτια στο ταβάνι
τοίχοι πλισέ ρυτιδωμένο δέρμα
μασέλες ροκανίζουν εσοχές
ανατριχιάζεις έτσι που κάνει θόρυβο η γνάθος
ο θάνατος μπαινοβγαίνει αδιάφορος
στο μεσοδιάστημα γλυκοκοιτάζει εμάς
τους φροντιστές με τον στραβό λαιμό
αναρωτιέται πότε σκοπεύουμε
να τελειώνουμε μ’ αυτά τα γεύματα
 
 
 
Τα παραπάνω ποιήματα είναι από την ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη στόμα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Η συλλογή αποτελείται από τρία μέρη: Ι. ΝΕΡΟ (στο οποίο περιλαμβάνεται και η ενότητα των άτιτλων ποιημάτων Ποιοι είστε όλοι εσείς, ποιοι είστε), ΙΙ. ΓΑΛΑ και ΙΙΙ. ΘΕΙΑΦΙ.
Η Μάνια Μεζίτη γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα και σπούδασε νοσηλευτική στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και λογοτεχνία στο The Open University, UK (BA, Honours Degree in Literature). Παρακολούθησε τον διετή κύκλο σπουδών του ΕΚΕΜΕΛ για τη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα. Έχει μεταφράσει βιβλία, καθώς και ποιήματα και άρθρα για έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά κι εφημερίδες. Το 2019 επιμελήθηκε τη δίγλωσση (ελληνικά – αγγλικά) ποιητική ανθολογία Ξύπνησα σε μια χώρα, Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο (έκδοση του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ). Επιμελείται επίσης τη διαδικτυακή ανθολογία Poets.gr, έναν ιστότοπο στον οποίο παρουσιάζεται ανθολογημένη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές: Η μαύρη ανάμεσα (Κύμα, 2018), Στόμα (Κουκκίδα, 2021), Πριν το αρτιφίσιαλ (μονότυπο στη βιβλιοθήκη του Sozozpοlis, 2023), Αγαπημένε μου πατέρα (Κουκκίδα, 2024).
Διαβάστε την κριτική του Αντώνη Χαριστού για το Στόμα εδώ, την κριτική του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη εδώ, την κριτική της Λίλιας Τσούβα εδώ και την κριτική του Σίμου Ανδρονίδη εδώ. 
Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι του Σ.Ν.