Ανδρέας Κεντζός, σαραντατέσσερα (επιλογή ποιημάτων)


ΕΡΩΤΙΚΟ

 

Αδέλφια ήμασταν παιδιά

και τώρα πια όχι

Σαν σκυλί μάς κυνήγησε ο έρωτας

μας έριξε κάτω

 

Και αν πεθάνεις εσύ

ορκίζομαι

για να μην είμαι μαζί σου

θα πεθάνω κι εγώ

 

 

ΦΩΝΗ

 

Να κρατήσουμε τις γραμμές

φώναζε

«Σύντροφοι μην υποχωρείτε»

 

Καλά φώναζε

αλλά εμείς ήμασταν νέοι

τρέχαμε σαν ελάφια

 

 

Ο ΔΥΤΗΣ

 

Νικήθηκε ο Θάνατος

πατήθηκε

έγινε γλυκό κρασί

Κάποιος όμως δεν πίνει

κάνει πέρα το ποτήρι

έτοιμος να πέσει στη φωτιά

Δεν φοβάται να γίνει

ένα ηλίθιο κάρβουνο

 

 

ΜΕΤΑ

 

Στην Επίδαυρο το μαρμάρινο θέατρο

μας έκοψε την ανάσα

Ο χρόνος και οι βάρβαροι δεν το άγγιξαν

έδειξαν σεβασμό

 

Αλλά ο ξεναγός μας γελάει

Χτίστηκε, λέει, μετά

όταν όλα είχαν πια τελειώσει

για να περνούν οι άρρωστοι την ώρα τους

με Οιδίποδες και Αντιγόνες

 

 

ΟΛΟΙ

 

Το μάθημα της ιστορίας έγινε απολύτως κατανοητό

και πια δεν έχουμε πατέρα τον πόλεμο

είμαστε ορφανοί

Πόσες αιματοχυσίες θα είχαν αποφευχθεί– πράγματι

είναι να τρελαίνεσαι

Και σήμερα όλοι οι σκοτωμένοι θα ζούσαν

θα οδηγούσαν τα πιο γρήγορα αμάξια

θα ψώνιζαν στα πολυκαταστήματα

 

 

ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΕΚΕΙΝΗ

 

Την ημέρα που θα γλυκομιλάω

για την πατρίδα μου

την ημέρα εκείνη θα είμαι νεκρός

θαμένος

 

 

ΤΟΙΧΟΣ

 

Έπεσα σε τοίχο

έσπασα το κεφάλι μου

παραπέρα δεν πάει

και πίσω από τον τοίχο είναι το ποίημα

γραμμένο και ήσυχο




44 Τα παραπάνω ποιήματα είναι από τη νέα ποιητική συλλογή του Ανδρεά Κεντζού,  σαραντατέσσερα, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2014 από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ. Ο Ανδρέας Κεντζός γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφόρησε το 2010 η πρώτη ποιητική συλλογή του, Συγκεκριμένα ποιήματα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά και τα Ισπανικά.

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε κάποια παλαιότερα αδημοσίευτα ποιήματά του (εδώ ή εδώ), όπως επίσης και τα διηγήματα «Τριλογία»,  «Κρίση»,  «Πρώτη ημέρα» και «Η δεύτερη νύχτα».

Βιβή Πηνιώτη, Villa Utopia

Photo by No14me

[…]

 

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Στην αρχή, όταν οι άνθρωποι ανακάλυπταν ακόμα τον κόσμο και τον μοίραζαν, επίσημοι χαρτογράφοι του κράτους άφηναν κατά καιρούς κάποια νησάκια στην μέση του ωκεανού αχαρτογράφητα, μετά από παράκληση κάποιων ονειροπόλων. Έτσι κι εγώ...! Η ευτυχία τους βέβαια, δεν κρατούσε για πάντα. Κάποτε τους ανακάλυπταν και… τους «έτρωγε» κι αυτούς το σύστημα-

 

[…]

 

ΝΕΑΡΟΣ: Πολύ ωραίο το σπίτι σας.

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Φτάσατε εύκολα ως εδώ;

ΝΕΑΡΟΣ: Πανεύκολα. Χάρη στις οδηγίες της Ρόζας.

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Το κατάλαβα. Μόνο με οδηγίες μπορεί να φτάσει κανείς ως εδώ.

ΜΙΣΙΖ ΟΟΥΕΝ: Θα προσέξατε πως δεν φαινόμαστε καθόλου απ’ το δημόσιο δρόμο.

ΝΕΑΡΟΣ: Ναι, το πρόσεξα.

ΜΙΣΙΖ ΟΟΥΕΝ: Μα κι απ’ έξω να στέκετε κανείς, δεν καταλαβαίνει ότι το εσωτερικό αυτού του κατάφυτου λοφίσκου είναι το σπίτι μας.

ΝΕΑΡΟΣ: Κι αυτό το πρόσεξα.

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Δύο εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα έξι χιλιάδες οχτακόσια είκοσι δύο αγριολούλουδα! Ούτε ένα αληθινό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συλλέκτες ηλιακής ενέργειας.

ΝΕΑΡΟΣ: Εξαιρετικό κρασί! Ανυπομονώ να δοκιμάσω και το κρέας.

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Θα σας βάλω άλλο ένα ποτήρι. Αλλά ας μην ξεκινήσουμε ακόμα να τρώμε.

 

[…]

 

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Εδώ μέσα όμως είναι αλλιώς! Εδώ ο χρόνος γυρίζει κυκλικά, μεσιέ Φουριέ. Κι ο τόπος παραμένει ανεντόπιστος χωρίς τις οδηγίες. Εδώ δεν επιθυμούμε καμία αλλαγή, καμία εξέλιξη. Δεν επιθυμούμε να γράψουμε καμία Ιστορία, με αρχή μέση, τέλος. Εδώ επιθυμούμε να ζούμε το όνειρο διαρκώς, χωρίς καμία διακοπή λόγω πραγματικότητας. Ό,τι συμβαίνει όταν ονειρευόμαστε στ’ αλήθεια, δηλαδή.

 

[…]

 

ΚΑΜΠΑΝΕΛΑ: Τι θα γίνει με τα παλτά; Κουράστηκα…

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Ω ναι, τα παλτά.

ΜΙΣΙΖ ΟΟΥΕΝ: Τα παλτά, ναι.

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Μμμ… τα παλτά είναι ένα πρόβλημα…

ΚΑΜΠΑΝΕΛΑ: Κάτι θα σκεφτούμε…

ΝΕΑΡΟΣ: Μπορώ να πάρω εγώ τα παλτά σας, αν θέλετε.

ΚΑΜΠΑΝΕΛΑ: Ω, δεν το δέχομαι αυτό! Εσείς είστε καλεσμένος σαν κι εμάς. Κάτι άλλο πρέπει να σκεφτούμε...

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Πρέπει να σκεφτούμε μία λύση και γρήγορα.

ΚΑΜΠΑΝΕΛΑ: Το βρήκα! Θα τακτοποιήσουμε οι ίδιοι τα παλτά μας!

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Μπράβο, Καμπανέλα! Λοιπόν! Τι χρειαζόμαστε! Πρώτον! Μία κρεμάστρα!

ΜΙΣΙΖ ΟΟΥΕΝ: Φυσικά! Μία κρεμάστρα! Ορίστε! (δείχνει την κρεμάστρα στον τοίχο δίπλα τους)

ΚΑΜΠΑΝΕΛΑ: Αυτό είναι! Κοιτάξτε! (κρεμάει, φεύγει)

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Καμπανέλα, συγχαρητήρια! Αυτό είναι! (κρεμάει, φεύγει)

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Έξοχα, φίλοι μου!

ΜΙΣΙΖ ΟΟΥΕΝ: Ε, ας περάσουμε στο σαλόνι, λοιπόν!

 

[…]

 

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Μ’ αρέσει που έχετε διαίσθηση, μεσιέ Φουρνιέ! – Φουριέ, με συγχωρείτε! Το όνειρο γίνεται τόσο γρήγορα εφιάλτης όσο κι ο εφιάλτης όνειρο. Σίγουρα θα έχετε δει στον ύπνο σας να πέφτετε από ψηλά και λίγο πριν φτάσετε στο έδαφος ν’ ανακαλύπτετε ότι μπορείτε να πετάτε!

 

[…]

 

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Μα τι κάνετε, κύριοι; Σας παρακαλώ!

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Σκάσε, σκουλήκι!

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Μίλα, κάθαρμα! Ποιοί σ’ έστειλαν;

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Μα τι λέτε, κύριοι; Είστε με τα καλά σας;

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Για ποιούς δουλεύεις, λέγε!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Είμαι άνεργος, με συγχωρείτε!

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: (με ιταλική προφορά μαφιόζου) Κάνει και το ζόρικο, ε;

(κανονικά) Θα ξεράσεις το γάλα της μάνας σου εδώ που ’ρθες!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Λύστε με, κύριοι, σας παρακαλώ, τι ’ναι αυτά;

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Βοήθησέ μας για να σε βοηθήσουμε, Μορ. Δυο-τρία ονόματα.

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Θα βλαστημήσεις την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκες!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Τι θέλετε από μένα;

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Έκανες λάθος να τα βάλεις μαζί μας, Μορ! Δεν θα βγεις ζωντανός από δω μέσα!

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: We’re gonna send you back to mother in a cardboard box, More!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Δεν καταλαβαίνω τίποτα… είμαι αθώος!

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ-ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Σκάσε!

ΜΙΣΙΖ ΟΟΥΕΝ: Σταματήστε! (σταματούν αμέσως) Σταματήστε να τον βασανίζετε, είναι αθώος! (απομακρύνονται λίγο και ισιώνουν τα ρούχα και τα μαλλιά τους)

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Ορίστε! Τι σας έλεγα; (λύνει τα σκοινιά μόνος του κι απελευθερώνεται πανεύκολα)

 

[…]

 

ΜΕΣΙΕ ΦΟΥΡΙΕ: Δεν καταλαβαίνετε τίποτα, έτσι…; Δεν έχετε καταλάβει τίποτα… Και καλά τα γυναικόπαιδα και ο ξένος… αλλά κι εσείς, μίστερ Όουεν; Από εσάς περίμενα περισσότερη σοβαρότητα. Λες και δεν ξέρετε τι συμβαίνει εκεί έξω. Έχουμε πόλεμο, μην το γελάτε, μίστερ Όουεν! Μέχρι πότε θα κρατήσει αυτή η ανακωχή; Η βία μπορεί να ξεσπάσει ξανά από στιγμή σε στιγμή και μάλιστα χωρίς προειδοποίηση. Κι έτσι και φτάσει ως εδώ… την ξέρετε τη συνέχεια, μίστερ Όουεν: παντού ερείπια, όλα καμένα, σκόνη και στάχτη παντού και θόρυβος, διαρκής θόρυβος, κραυγές και κρότοι… Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, για τίποτα δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πια.

 

[…]

 

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Επιτέλους, κυρίες μου! Για τη Μαρία μιλάμε! Μεγάλη γυναίκα. Τι εραστής και κουραφέξαλα;

ΚΑΜΠΑΝΕΛΑ: Ο έρωτας δεν γνωρίζει χρόνια, κύριε. Για την ακρίβεια δεν γνωρίζει τίποτα. Πάει στα τυφλά και όπου βγει. Κι έτσι και σε βρει; Αντίο λογική και καλωσήλθες τρέλα! Δεν πα’ να σαι μικρός ή μεγάλος, θεός ή θνητός, σε νίκησε! Ξεχνάς να φας, να κοιμηθείς, ξεχνάς γονείς κι αδέρφια, νόμους του κράτους λησμονάς, ακόμα και της φύσης, πετάς! πάνω από άγριες θάλασσες γλυκιάς ελευθερίας και σε κηπάκι μια σταλιά ποθείς να βγάλεις ρίζες! Ορκίζεσαι πως θ’ αγαπάς αιώνες των αιώνων κι ύστερα έρχεται η στιγμή που θες να πιείς το αίμα, εκείνου που ικέτευες: «πες μου, καρδιά μου, μ’ αγαπάς; Πες το κι ας είναι ψέμα!» Μα ακόμα κι αν απελπιστείς και βγεις και τραγουδήσεις «φωτιά στα σαββατόβραδα να μην ξαναγυρίσουν», ο έρωτας χτυπά ξανά! κι αυτοί που μείναν μοναχοί, ξανά θα αγαπήσουν.

ΝΕΑΡΟΣ: Μπράβο, Καμπανέλα! Έγραψες!

ΜΙΣΙΖ ΟΟΥΕΝ: Τι συγκινητικό! Μπράβο!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡ: Καλό ήταν, μου άρεσε!

ΜΙΣΤΕΡ ΟΟΥΕΝ: Καταπληκτικό! Δε μας λέτε άλλο ένα;

 

[…]

 

 

Villa_UtopiaΤα παραπάνω αποσπάσματα από το θεατρικό κείμενο της Βιβής Πηνιώτη είναι από τη θεατρική παράσταση VILLA UTOPIA, την οποία παρουσιάζουν στο Βυρσοδεψείο κάθε Κυριακή (για 8 μόνο παραστάσεις από τις 14/12/14 έως την 1/2/15) το Θέατρο του Πανικού και η Fabrica Athens. Την παράσταση VILLA UTOPIA συνθέτουν τρία κεφάλαια αφιερωμένα στην ουτοπία, κατασκευασμένα με την ασύνδετη λογική του ονείρου. Το νέο υπερρεαλιστικό, θεατρικό κείμενο της Βιβής Πηνιώτη, η πνευματική ουτοπία του Ανδρέα Εμπειρίκου μέσα από το «όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα» και ο μύθος του Νώε, της θεϊκής καταστροφής για μία νέα αρχή, παρουσιάζονται ως τρεις διαφορετικές μορφές αναζήτησης του ιδανικού.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σύνθεση & Σκηνοθεσία: Λύσανδρος Σπετσιέρης

Συγγραφή Θεατρικού κειμένου Villa Utopia (κεφ. β΄): Βιβή Πηνιώτη

Κατασκευή τρισδιάσταστου ψηφιακού κόσμου: Νίκος Παπαδόπουλος

Εγκατάσταση: Λύσανδρος Σπετσιέρης

Σχεδιασμός ήχου και μουσική επένδυση: Βαγγέλης Χιρμπιλίδης

Κοστούμια: Βασιλική Τζούτη

Χορογραφία/Διδασκαλία Κίνησης: Ιάκωβος Μολιμπάκης

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Μαρία Μακρή, Άρτεμις Μιχάκη

Φωτογραφίες: Αντώνης Τάτσης, Αλέξης Σακελαρόπουλος

Γραφιστική επιμέλεια: Iωάννα Κυρίτση

Eπικοινωνία: Ευαγγελία Σκρομπόλα, Άννα Μεντζελοπούλου

Ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Εξαρχόπουλος, Έλια Ζαχαριουδάκη, Φάνης Κατέχος, Ειρήνη Λαμπράκη, Στέφανος Λώλος, Θανάσης Νικολακόπουλος, Γιώργος Τριανταφυλλίδης.

Διαβάστε ένα κείμενο για την παράσταση Villa Utopia, γραμμένο από την Anadysi, με τίτλο Ο πιο πρακτικός άνθρωπος μες στο δωμάτιο, στο blog No14me, απ’ όπου και η φωτογραφία της ανάρτησης.

Χρήστος Τσαγκάρης, «Βαθιά στα λατομεία …» ή Η εξομολόγηση μιας οδοντόβουρτσας

Phto by Adam Ciesielski

 

Παράξενη δουλειά. Μας κατευθύνουν ξένα χέρια. Παράξενη δουλειά. Κάποτε τα χαράματα και άλλοτε μέσα στη νύχτα. Παράξενη δουλειά. Να κολλάνε πάνω σου κάθε λογής σκουπίδια. Σκουπίδια που λίγο πριν, λίγο πριν δρασκελίσουν το φράγμα, φαίνονταν όμορφα, θελκτικά, θα έλεγε κανείς. Παράξενη δουλειά. Καθένας έχει τη δική του άποψη. Μερικοί λένε πως είμαστε κάτι ανάμεσα σε πειρατικό και σκουπιδιάρικο. Ανακατεύεις τις λάσπες. Άλλοι νομίζουν πως κάπου εκεί μέσα θα βρούνε κρυμμένα χρυσάφια. Και άλλοι πάλι – πιο προσγειωμένοι – καταλαβαίνουνε πως δεν υπάρχουν χρυσάφια, μα μονάχα λάσπες, και έλαχε σε μας να τις καθαρίζουμε. Άτιμη κοινωνία, σου λένε. Αν στο δικό μας κόσμο υπήρχαν και μάντρες για παλιοσίδερα ή άλλα παρόμοια, τουλάχιστον θα βγάζαμε κάτι. Και δεν τελειώνει. Είναι κάτι σαν τέχνη, θα σου πει κάποιος άλλος. Μόνοι εμείς έχουμε το χάρισμα να ξαναδίνουμε τη χαμένη λάμψη. Σκέψου το. Μόνο εμείς, λες και συγχωράμε παλιές αμαρτίες.

 

Εμένα όμως αυτή η ζωή μού θυμίζει μια παλιά, πανάρχαια ιστορία, που κάποιος πρόγονος βρήκε ξανά και ξανά ειπωμένη να έχει κολλήσει στα δόντια κάποιου ποιητή ή δασκάλου. «Οι Αθηναίοι», έλεγε εκείνος, «πήραν κάποτε απόφαση να κατακτήσουνε ξένη γη, ξένη χώρα. Τους βγήκε σε κακό. Την τελευταία νύχτα τούς κλείσανε από παντού, άλλους σε ένα ποτάμι και άλλους σε κάποια κοιλάδα. Και τότε αυτοί, μην έχοντας τι άλλο να κάνουν, παρέδωσαν τα όπλα, με τη συμφωνία να σεβαστούν οι εχθροί τη ζωή τους. Και κείνοι το δέχτηκαν και δε τους σκοτώσαν αμέσως. Τους κλείσανε μέσα σε κάτι υπόγειες στοές – λατομεία τα λέγαν. Και τους άφηναν εκεί μέρα μέρα, μέσα στις πέτρες, λίγο λίγο να χάνονται, μέχρι που μες στα σκοτάδια γίνανε και αυτοί ένα με τα χώματα και τις σκόνες που μάζευαν.

 

Κάπως έτσι είμαστε και εμείς – κάθομαι συχνά και το σκέφτομαι. Κλεισμένοι βαθιά σε λατομεία, ώσπου να φλομώσουμε και εμείς, να γίνουμε ένα με τα χώματα και τις πέτρες που μαζεύουμε, και τότε να μας πετάξουν. «Να μας πετάξουν…» Με τυραννάει συχνά αυτό το παράπονο. Αιχμάλωτοι κάποιου πολέμου, που ποτέ δεν αρχίσαμε, μέσα στα δόντια. Τα δόντια …, « έρκος οδόντων», είχε πει κάποιος άλλος, κάτι σαν φράχτης, μάντρα και κυματοθραύστης και πάνω του να πέφτουν σαν το κύμα τα λόγια.

 

Μα δε θα μας πετάξουν έτσι απλά. Κάθε μάχη, ακόμα και άδοξη, έχει τα λάφυρά της. Και εγώ αυτή τη ζωή, αυτή τη δουλειά κάπως έτσι, σαν μια τέτοια μάχη, τη βλέπω.

 

Μέσα στα τοιχώματα, μέσα στα μπάζα, μια ηχώ με τραβά τόσα χρόνια. Νομίζεις πως τρέχει εκεί γύρω κάποιο ρυάκι, κάποιο μυστικό ποτάμι, που έσβησε πριν από χρόνια. Πίσω από τους φράχτες, μέσα στα δόντια, ψάχνω τα λόγια.

 

Μα και πιο πέρα. Το κρυμμένο βάθος ζητάω. Πίσω, πιο πίσω από τις λέξεις. Χώνομαι μες στο κενό, σε αμυχές και φαράγγια και ψάχνω τις σκέψεις. Έξεις, τρόπους του λόγου και της ψυχής καλντερίμια. Ανάμεσα στα κόκκαλα μια μουσική, έλεγε κάποιος ποιητής. Παράξενη δουλειά. Να μπαίνεις όλο και πιο βαθιά, να αναζητάς τα τρίσβαθα και την ψυχή του ανθρώπου.

 

 

 

Χρήστος Τσαγκάρης

Το εξαιρετικό διήγημα του Χρήστου Τσαγκάρη δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά και η Logotexnia21 τον ευχαριστεί πολύ για την άδεια δημοσίευσης.

Ο Χρήστος Τσαγκάρης, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1997, ζει στον Πειραιά και είναι μαθητής της Γ΄ Λυκείου του Ζαννείου Π.Π.ΓΕΛ. Ασχολείται με τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Έχει συμμετάσχει σε πολλούς διαγωνισμούς και έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις [Euroscola 2014 - Βουλή των Εφήβων 2014 - Μαθητική Ολυμπιάδα Ευεργεσίας (πανελλήνιο βραβείο) - Διεθνής διαγωνισμός Γαλλοφωνίας «Un voeu pour la planete» - Πανελλήνιος Διαγωνισμός «Γρηγόρης Πεντζίκης» (1ο βραβείο) - Πανελλήνιος διαγωνισμός της Ένωσης Εκδοτών Βορείου Ελλάδας (2ο βραβείο) - Πανελλήνιος διαγωνισμός της Π.Ε.Λ (3ο βραβείο) - Πανελλήνιος Διαγωνισμός των εκδόσεων Πατάκη (3ο βραβείο) - Πανελλήνιος Διαγωνισμός της Ε.Ε.Λ (1ος έπαινος Αγγλικής ποίησης) - Πανελλήνιος διαγωνισμός του Πειραϊκού Συνδέσμου και του περιοδικού Μανδραγόρας (έπαινος) - «ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2014» (ειδικό βραβείο για το σύνολο του υποβληθέντος έργου, β' βραβείο Αγιογραφίας) - Λογοτεχνικός Διαγωνισμός του «Κελαινώ» 2014 με θέμα «Είν’ η ζωή μια θάλασσα» (3ο βραβείο ποίησης) - Διαγωνισμός της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος ( 1ο βραβείο ποίησης για το αθλητικό ιδεώδες)].

 

© 2014 -  Χρήστος Τσαγκάρης

Χρίστος Κυθρεώτης, Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί

 

[...]

 

Για ποιόν λόγο συμβαίνουν όλα αυτά;

 

Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τα γεγονότα που περιγράφω σ’ αυτή την ιστορία. Ήταν το τέλος του δεκαετίας κι εγώ ήμουν τριάντα χρονών. Λίγο καιρό νωρίτερα, είχα τα γενέθλιά μου και θυμάμαι πως τα είχα περάσει μόνος στο σπίτι. Είχα μείνει όλο το βράδυ στον καναπέ, χωρίς μουσική, χωρίς τηλεόραση, χωρίς βιβλία, με ένα ποτήρι ουίσκι στο τραπεζάκι δίπλα μου. Θυμάμαι πως κοιτούσα το ποτήρι και ταυτόχρονα αναρωτιόμουν πώς είχα φτάσει σ’ αυτό τον καναπέ να κοιτάω αυτό το ποτήρι. Πώς είχε γίνει και από τις χιλιάδες διαδρομές που θα μπορούσε να ακολουθήσει η ζωή μου, εγώ είχα διαλέξει –ή, τέλος πάντων, είχα διανύσει– τη μοναδική που θα μπορούσε να με φέρει εκείνο το βράδυ σε εκείνον τον καναπέ να κοιτάω αυτό το ποτήρι. Αντιλαμβάνομαι βεβαίως πως τέτοιου είδους σκέψεις είναι τελείως συνηθισμένες σε ανθρώπους που έχουν γενέθλια. Οι γιορτές, οι επέτειοι και τα παρόμοια προσφέρονται ιδιαιτέρως για αποτιμήσεις και απολογισμούς, οπότε αναπόφευκτα κοιτάς πίσω και αναρωτιέσαι: «Για ποιον λόγο συμβαίνουν όλα αυτά;». Το θέμα είναι πως εγώ εκείνη την εποχή έθετα διαρκώς στον εαυτό μου αυτό το ερώτημα. Δεν νομίζω πως ήμουν ο μόνος. Όποιος, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί για τις καθημερινές του μετακινήσεις λεωφορεία είναι βέβαιο πως συχνά πυκνά έχει παρόμοιες ανησυχίες. Η ώρα που χτυπάει το ξυπνητήρι προσφέρεται επίσης ιδιαίτερα.

 

Υποτίθεται πως η ανάγκη για επιβίωση εξηγεί πάρα πολλά. Ωστόσο όλοι έχουμε την τάση να ζητάμε κάτι παραπάνω από μια ακολουθία εισπνοών και εκπνοών που θα μας οδηγήσει στον τάφο. Και κάπου εκεί αρχίζουν οι περιπλοκές. Ορισμένοι είναι ευχαριστημένοι με την αναρρίχησή τους στην κοινωνική ιεραρχία μέσω του επαγγελματικού στίβου. Εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι που έχω γνωρίσει δεν είναι απ’ αυτούς. Ίσως κάποτε τα πράγματα να ήταν διαφορετικά –και ίσως τώρα που γράφω να έχουν ήδη αρχίσει να ξαναγίνονται έτσι–, την εποχή στην οποία αναφέρομαι ωστόσο αρκετοί άνθρωποι είχαν αρχίσει να σνομπάρουν την επαγγελματική επιτυχία, όπως επίσης τα πρότυπα του ευτυχισμένου οικογενειάρχη, του περιζήτητου εργένη και τα λοιπά. Ίσως αποτελούσε δείγμα προόδου: Η ζωή δεν χωρούσε πλέον στα άρθρα των περιοδικών. Από την άλλη, όμως, ήταν και πηγή μπελάδων. Δεδομένου ότι η ικανότητα των ανθρώπων να φαντασιώνονται πως η ζωή αξίζει τον κόπο είναι ανεξάντλητη, οι φιλοδοξίες που παλιά εκφράζονταν μέσα από το επαγγελματικό πεδίο, τώρα διοχετεύονταν αλλού. Κάποιοι ανέπτυξαν την τάση να φαντάζονται απίθανα πράγματα για τους εαυτούς τους – πράγματα που στο παρελθόν σου επιτρεπόταν να ισχυριστείς μόνο αν ήσουν έξι χρονών. Πρόσωπα που μέχρι χτες θεωρούσες φυσιολογικά ανακαλύπτουν ξαφνικά πως είναι ζωγράφοι, ποιητές, ηθοποιοί, ειδικοί στην κατά Γιουνγκ ψυχανάλυση, γενικά παραγνωρισμένες μεγαλοφυΐες. Είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει κανείς από αυτή την τάση. Πάρτε για παράδειγμα εμένα. Όλα αυτά μου προκαλούν φρίκη – ωστόσο να που κάθομαι τώρα και γράφω αυτή την ιστορία. Δεν πρόκειται για καμιά φοβερή ιστορία, δεν υπάρχουν ανατροπές και κορυφώσεις. Είναι απλά η ιστορία της παραίτησής μου από όλα αυτά τα πράγματα που είχα κερδίσει μέχρι τότε και που τα ήξερα και που ήταν μια χαρά για μένα – αλλά εγώ δεν τα ήθελα.

 

Το θέμα λοιπόν ήταν το εξής: Η ζωή, όπως την ξέραμε, δεν ήταν αρκετή.

 

[...]

 

Φυσικά, δεν ήμουν πάντα έτσι. Θυμάμαι μια εποχή που η θέα μιας όμορφης γυναίκας μπορούσε να μου κόψει την ανάσα. Εδώ που τα λέμε, θυμάμαι μια εποχή που οτιδήποτε μπορούσε να μου κόψει την ανάσα. Βρισκόμουν σε μια μόνιμη υπερδιέγερση σχετικά με τον κόσμο, ήθελα όλος ο κόσμος να περάσει μέσα από μένα ή, αντίστροφα, εγώ να διαλυθώ μέσα σ’ αυτόν. Μέρος μόνο αυτού του συναισθήματος ήταν η σεξουαλική επιθυμία. Αρκούσε να βρεθώ στο ίδιο μέρος με μία γυναίκα που μου άρεσε και να αρχίσω να συζητώ μαζί της, και τότε, αργά ή γρήγορα, όποιο κι αν ήταν το θέμα της συζήτησης, όλο των πεδίο των σεξουαλικών δυνατοτήτων ξεδιπλωνόταν στο μυαλό μου. Φυσικά, οι κοπέλες σπανίως συμμερίζονταν αυτή την οπτική και τότε οι απογοητεύσεις ήταν τεράστιες. Αφού ξεκίνησα να δουλεύω στην εταιρεία και οι πρώτοι μου μισθοί άρχισαν να αθροίζονται στον τραπεζικό μου λογαριασμό, αφού μια αύρα επιτυχίας και αυτοπεποίθησης άρχισε να με συνοδεύει, διαπίστωσα πως οι γυναίκες γίνονταν σταδιακά όλο και πιο πρόθυμες να κοιμηθούν μαζί μου. Όμως δεν ήταν το ίδιο. Περνούσα όλη μου τη μέρα δουλεύοντας και το πρόβλημα δεν ήταν η κούραση. Το πρόβλημα ήταν η υποψία πως ξόδευα όλη μου την ενεργητικότητα σε μία μάχη που δεν με ενδιέφερε την ίδια ώρα που ο πραγματικός πόλεμος μαινόταν κάπου άλλου: στο ενδιαφέρον κομμάτι του κόσμου, απ’ το οποίο εγώ είχα αποκλειστεί. Τα χρήματα που κέρδιζα άρχισαν να μοιάζουν περισσότερο με αποζημίωση παρά με αμοιβή. Δεν πληρωνόμουν τόσο για τις υπηρεσίες που προσέφερα, όσο για το γεγονός ότι είχα αποδεχθεί να ζήσω τη ζωή μου σε ένα αδιανόητα χαμηλό επίπεδο ζωτικότητας. Ένα βράδυ, την ώρα που μια κοπέλα ξάπλωνε δίπλα μου, κι εγώ ως συνήθως δεν μπορούσα να κοιμηθώ, μου πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα πως και η κοπέλα επίσης ήταν μέρος αυτής της αποζημίωσης. Συνειδητοποίησα πως το τελευταίο διάστημα η σεξουαλική μου ζωή έμοιαζε με παραλήρημα. Δεν προσπαθούσα πλέον να αντλήσω χαρά ή έστω ικανοποίηση από τις γυναίκες –δεν έμπαινε βέβαια κανένα θέμα να τις αγαπήσω ή να με αγαπήσουν–, το μόνο που ήθελα ήταν να κερδίσω την αίσθηση πως έπαιρνα πίσω το θαμπό και μακρινό αντίγραφο ενός πράγματος που για κάποιον λόγο δεν μπορούσα πραγματικά να αποκτήσω. Ένιωσα μέρος μια γελοίας και μάταιης διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας πρέπει πρώτα να κόψεις το χέρι σου πριν σου δώσουν το δικαίωμα να κρατήσεις αυτό που θέλεις.

 

Φυσικά αυτές οι σκέψεις δεν θα μπορούσαν να προμηνύουν τίποτα το καλό. Περίπου ένα μήνα αργότερα βρισκόμουν στην τουαλέτα ενός μπαρ και μια νεαρή δικηγόρος που είχα γνωρίσει πριν από λίγα λεπτά έβαλε το χέρι της στον καβάλο του παντελονιού μου. Το μόνο που ένιωσα ήταν μια κάπως ενοχλητική αίσθηση πίεσης στους όρχεις μου και η ακόμα πιο ενοχλητική βεβαιότητα πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μου σηκωθεί. Τρομοκρατήθηκα. Δεν θα ισχυριστώ πως ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβαινε, αλλά παλιότερα ο λόγος ήταν πάντα η αμηχανία ή το άγχος ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, πολύ συνηθισμένο και παροδικό. Τώρα ήταν σαφές πως βρισκόμουν μπροστά σε κάτι καινούριο, σε κάτι που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ στο παρελθόν και που δεν είχα καν φανταστεί ότι υπάρχει. Επρόκειτο για μια αδιαμφισβήτητη και απόλυτη και θηριώδη απουσία πόθου. Η κοπέλα της οποίας το χέρι βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια μου ήταν πολύ όμορφη, ωστόσο εγώ δεν ήθελα τίποτα απ’ αυτήν. Αυτή τι ήθελε από μένα; Ακολούθησε ένα διάστημα στη διάρκεια του οποίου έζησα σαν ερημίτης. Οποιαδήποτε σκέψη για νέες γνωριμίες μου προκαλούσε εξάντληση, όσο για τις σεξουαλικές μου ορμές, όταν γίνονταν ανυπόφορες, τις κατέπνιγα με τον αυνανισμό και το αλκοόλ. Αυνανιζόμουν όταν δεν πήγαινε άλλο, όταν οι αδένες μου πρήζονταν και σκλήραιναν και με πονούσαν. Αυνανιζόμουν όπως σπάει κανείς ένα απόστημα. Έπειτα γνώρισα την Ιωάννα, και προς στιγμήν ένας συμβιβασμός ανάμεσα στον σεξουαλικό πόθο και την προσωπική μου αξιοπρέπεια φάνηκε εφικτός. Αλίμονο, όμως, η θεραπεία αποδείχτηκε προσωρινή. Αργά ή γρήγορα, όλες οι ψευδαισθήσεις αίρονται και η ζωή αποκαλύπτεται στις πραγματικές της διαστάσεις, ως αυτό που είναι. Δεν είναι και για να τρελαίνεται κανείς από τη χαρά του.

 

[...]

 

Φωτογραφία εξωφύλλου Μισέλ Φάις Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το διήγημα «Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί», το οποίο περιλαμβάνεται στην πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων του Χρίστου Κυθρεώτη μια χαρά, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2014 από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο Χρίστος Κυθρεώτης γεννήθηκε το 1979 στη Λευκωσία και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακά στο εργατικό δίκαιο. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο ΕΚΕΒΙ με διδάσκοντα τον Μισέλ Φάις. Από το 2003 εργάζεται ως δικηγόρος, ενώ ασχολείται και με την κριτική λογοτεχνίας (Εφημερίδα των Συντακτών, The Book's Journal, protagon.gr). Το 2007 το διήγημά του «Σκόνη από κιμωλία», το οποίο περιλαμβάνεται επίσης στη συλλογή διηγημάτων μια χαρά, απέσπασε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό των εκδόσεων «Πατάκη», «Hotel Μετανάστευση», και δημοσιεύθηκε στον συλλογικό τόμο Είμαστε όλοι μετανάστες. Το διήγημά του «Αναζήτηση» έχει δημοσιευτεί στον συλλογικό τόμο Χαμένοι στο διαδίκτυο (Πατάκης, 2008), ενώ το διήγημά του «Σημάδι στο μπράτσο», το οποίο συμπεριλήφθηκε στη συλλογή διηγημάτων Φανταστείτε το μέλλον σας σε μια πόλη που αλλάζει (Ιανός, 2009), αφού απέσπασε το πρώτο βραβείο στον ομώνυμο διαγωνισμό που διοργάνωσαν Τα Νέα και το Βρετανικό Συμβούλιο τον Νοέμβριο του 2008 με θέμα τον διαπολιτιστικό διάλογο, συμπεριλαμβάνεται επίσης στην πρώτη προσωπική του συλλογή διηγημάτων. Διαβάστε στον παρακάτω δεσμό μια μίνι συνέντευξη του Χρίστου Κυθρεώτη στην εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής.

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης το εξαιρετικό διήγημα του Χρίστου Κυθρεώτη «Μια στιγμή κάτω από το φως του Ιουνίου», το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Εφημερίδα των Συντακτών τον Ιούλιο του 2014, και συγκεκριμένα στο θερινό παράρτημα «Καλοκαίρι, μια συνάντηση» στο «Ανοιχτό βιβλίο», το οποίο επιμελείται ο Μισέλ Φάις.

Ρηνιὼ Κυριαζῆ, Ἡ Μεγάλη Ἄρκτος

Η Μεγάλη Άκρτος

[...]

 

ΟΛΓΑ 3: […] Ἡ Ὄλγα καὶ ὁ Ὀρέστης κοιμηθήκανε ἀγκαλιὰ

Ἦταν τὸ πρῶτο βράδυ

Τὰ σώματα ἦρθαν κοντά· κοντὰ κοντὰ

Ἀνάμεσά τους δὲν περνοῦσε ἀέρας, δὲν περνοῦσε χῶρος, δὲν περνοῦσε σκιὰ

Κοιμήθηκαν γλυκὰ καὶ ὀνειρεύτηκαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον

Τὸ ἑπόμενο βράδυ ξανὰ

Καὶ τὸ τρίτο ξανά

Ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπόμενα βράδια ἡ Ὄλγα πετάχτηκε μέσα στὴ νύχτα ἀργὰ

Τὴν ξύπνησε ὁ δικός της ὁ ἦχος

Ἄ!

Ὁ Ὀρέστης κοιμότανε δίπλα γλυκὰ

Εἶχε δεῖ στὸν ὕπνο της τὸν Αἵμονα νὰ τῆς χαμογελᾶ μὲ κομμένο τὸ ἕνα του χέρι σχιστὰ

Ξάπλωσε πάλι, ἀγκάλιασε τὸν Ὀρέστη κοντὰ κοντὰ

Ἀνάμεσά τους περνοῦσε ὅσο ἀπ’ τὸ στόμιο μιᾶς φλογέρας-ἀέρας

Κοιμόταν κι ἄκουγε τὸν ἀέρα νὰ τσιρίζει ἀνάμεσά τους νὰ σφυρᾶ

Τὸ ἑπόμενο βράδυ κοιμηθήκανε πάλι κοντὰ κοντὰ

Μέσα στὴ νύχτα ὁ Ὀρέστης δὲν μπορεῖ ν’ ἀναπνεύσει

Ἡ Ὄλγα τοῦ κλείνει τὴ μύτη, τοῦ ἀνοίγει τὸ στόμα· καλύτερα τώρα

Ἀφήνει τὸ χέρι της μέσα στὸ στόμα του καὶ κοιμήθηκαν πάλι ἀγκαλιά, μὲς στὴ νύχτα νὰ μὴν τὸ κλείνει τὸ στόμα ξανὰ

Τῆς δαγκώνει ξαφνικὰ τὸ χέρι δυνατὰ

Τὴν Ἠλέκτρα εἶδε στὸν ὕπνο του· ἄσε με, πάρε τὸ χέρι σου ἀπ’ τὸ στόμα μου· εἶμαι καλά

Ὅλη τὴ νύχτα τὸ χέρι της Ὄλγας καίει μετὰ

Ὅλη τὴ νύχτα τὸ σαγόνι τοῦ Ὀρέστη τρίζει μετὰ

Τὴν ἑπόμενη νύχτα κοιμηθῆκαν κοντὰ

Ἡ Ὄλγα βλέπει στὸν ὕπνο της τὸν Αἵμονα νὰ ξαπλώνει ἀπὸ πάνω της· ἔλα, ἀγάπη μου, ἔλα νὰ κάνουμε μαζὶ ὄχι ἕνα, οὔτε δύο,ἀλλὰ τρία παιδιὰ

Ξυπνᾶ παγωμένη

Ἀνάμεσά τους περνοῦσε ἀέρας ὅσο ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα μιᾶς πόρτας ποὺ μπάζει, μπάζει βοριὰ

Τὴν ἑπόμενη κοιμηθῆκαν ξανὰ

Ἀκουμποῦσαν τὰ πόδια· ἀκουμποῦσαν τὰ χέρια· λίγο τὸ χέρι τῆς Ὄλγας στὰ μαλλιά· στριφογυρνοῦσαν συχνὰ

Ὁ Ὀρέστης μουγκρίζει βλέπει στὸν ὕπνο του τὴν Ἠλέκτρα νὰ τοῦ κουνάει τὸ δάχτυλο ρυθμικά· αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι ἀνήθικο καὶ τὸ κάνεις ξανὰ

Ξύπνησε, ἄχ, μή, μή, μὴ μοῦ βάζεις τὸ χέρι στὰ μαλλιὰ

Τὴν ἑπόμενη νύχτα ἡ Ὄλγα γυρνάει ἀπ’ τὴν ἄλλη πλευρὰ

Βλέπει στὸν ὕπνο της τὸν Αἵμονα· ἀποφάσισε λοιπὸν ἂν μὲ θέλεις ἢ ὄχι κακομαθημένο καὶ τῆς δίνει στὸ πρόσωπο μιὰ μπουνιὰ

Βάζει τὰ κλάματα μέσα στὸν ὕπνο

Τί ἔγινε; ἔλα μου ἀγκαλιὰ

Ὁ Ὀρέστης βλέπει τὴν Ἠλέκτρα νὰ πηδιέται σὲ μιὰ ἀμμουδιὰ

Χτυπάει τὸ χέρι στὸ κρεβάτι· ἡ Ὄλγα τρομάζει· κοιμοῦνται χωριστὰ

Ἡ Ὄλγα πετάγεται πάει μιὰ βόλτα δὲν ἀντέχει τὰ ἴδια ξανὰ

Ὁ Ὀρέστης πετάγεται πάει μιὰ βόλτα δὲν ἀντέχει τὰ ἴδια ξανὰ

Τὸ κρεβάτι μένει ἄδειο μουγκὰ

 

[…]

 

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: Ρούλα!

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: Ρούλα; Ἀπὸ τί;

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: Ρούλα... ἀπ’ τό... Ὀνειρούλα... γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει χρόνος...

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: Τί ἐννοεῖτε;

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: Γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει χρόνος... δὲν ὑπάρχει τώρα...ὅλα συμβαίνουν τώρα ὅλα τὰ πρὶν συμβαίνουν τώρα... δὲ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπίτι —δὲν μπορῶ— γιατὶ ὅλα συμβαίνουν τώρα, ὅλα τὰ πρὶν συμβαίνουν τώρα... καθὼς περπατάω περπατάω βλέπω τὰ μέρη ἀπ’ ὅπου πέρασα καὶ βλέπω τὶς στιγμὲς ποὺ πέρασαν σὰν νά ’ναι τώρα ...κάνω ἕνα βῆμα καὶ πηγαίνω ἐκεῖ ποὺ πήγαινα... ἐκεῖ ποὺ ἤμουνα... γι’αὐτὸ διαλέγω πάντα ἄλλες καινούριες διαδρομὲς ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὲς τὶς νέες διαδρομὲς πάντα κάτι θὰ συμβεῖ ποὺ θὰ μ’ ἁρπάξει ὅπως μιὰ λέξη ποὺ θὰ ἀκούσω μιὰ μυρωδιὰ ἕνα χρῶμα καὶ πάλι θά ’ναι σὰν τότε καὶ ποτὲ σὰν τώρα... στέκομαι τότε μπροστὰ ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ καὶ τὴν κοιτάω δὲν ξέρω ποῦ νὰ πάω, οἱ φίλοι ποὺ ἔμεναν σ’ αὐτὴ τὴ γειτονιὰ δὲ μένουν πιά, ἄλλοι φύγαν ἄλλοι πεθάναν, ὁ ἀγαπημένος δὲ μοῦ ἀνοίγει πιὰ καὶ μένω... μένω ἀκίνητη γιὰ πάντα... ὥσπου νὰ μοῦ μιλήσει κάποιος νὰ μὲ σκουντήξει κάποιος νὰ πέσει πάνω μου βροχὴ ἢ χιόνι...

ΟΛΓΑ 2: Λὲν γιὰ μιὰ ξένη ἀπ’ τὴ Φρυγία κόρη τοῦ Τάνταλου ποὺ χάθηκε οἰκτρὰ πέτρα ποὺ ἀπὸ μέσα της βλασταίνει σὰν κισσὸς τὴ σφίγγει, τὴν τεντώνει, τὴ σκληραίνει γι’ αὐτὴν λοιπὸν οἱ φῆμες λένε πὼς δὲν τῆς λείπουν χιόνια καὶ βροχὲς καὶ πῶς τὰ δάκρυα κάτω ἀπ’ τὰ φρύδια κλαῖνε κατρακυλοῦν καὶ πλημμυρίζουν τὸ λαιμὸ ἴδια μ’ αὐτὴν σ’ ἀποκοιμίζει ὁ θεὸς

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: ἢ νὰ μὲ κάψει ὁ ἥλιος... ἢ ἕνα φῶς...

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: ...

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: κάποτε σκέφτηκα γιὰ τὸ φῶς... τὸ φῶς ποὺ ταξιδεύει εἶναι πάντα παρόν... ὅ,τι φωτίσεις, μιὰ πέτρα ἔτσι ἢ ἀλλιῶς αὐτὴ θὰ σοῦ δείξει ἄλλη ζωή... ἄλλη ὥρα κι ἐσὺ ἂν ταξίδευες στὸ φῶς θὰ ζοῦσες ὅ,τι ἤθελες ἀπὸ τὸ τότε καὶ τὸ πρὶν καὶ τώρα... τὸ φῶς... ἐμένα ὅμως τὸ δικό μου φῶς φωτίζει πάντα πρίν... πάντα τὸ πρίν... καὶ τὸ δικό μου φῶς εἶναι παλιὸ παλιὸ παμπάλαιο φῶς καὶ μένει πάνω στὶς πέτρες... χρόνια...

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: ...

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: ὅπως βαδίζω τὰ βήματά μου εἶναι δύσκολα τὰ πόδια μου κολλᾶνε μὲ τὸ χῶμα καί... δὲν περπατῶ ἐγὼ ὄχι δὲν περπατῶ ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνω βῆμα ἡ γῆ πρέπει νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ κάτω μου ἕνα βῆμα... πρέπει νὰ τραβηχτεῖ ἡ γῆ ἀπὸ κάτω μου ἕνα βῆμα... γιὰ νὰ κάνω βῆμα... καὶ ξέρεις πόσο δύσκολο εἶναι αὐτό;... κουράζομαι νὰ τὴν τραβάω πίσω μου, βῆμα βῆμα... γι’ αὐτὸ κοιμᾶμαι πολὺ καὶ στὸν ὕπνο μου πάλι βλέπω ὄνειρα ὄνειρα μὲ πρόσωπα ποὺ ἦταν δίπλα μου κι ἔφυγαν ἀγαπημένα μέσα στὸν ὕπνο εἶναι γιορτή, τὰ βλέπω νὰ μιλοῦν νὰ μοῦ χαμογελοῦν καὶ παίζουμε γελᾶμε κάνουμε βουτιὲς μυτιές... καὶ ἀγκαλιὲς χιλιάδες ἀγκαλιὲς μέσα στὸν ὕπνο μου μοῦ λὲν πὼς μ’ ἀγαπᾶνε πὼς δὲ θυμῶσαν μὲ τὰ λάθη μου καὶ πὼς δὲ θύμωσα οὔτε ἐγὼ μὲ τὰ δικά τους, πὼς μ’ ἀγαποῦν καὶ ἀγαποῦν καὶ θά ’ναι πάντα κοντά μου, μοῦ λένε κι ἄλλα λόγια γιὰ τὶς ζωές τους γιὰ τὰ χρώματα καὶ τὸ μέλλον, μοῦ λένε γιὰ τὸ μέλλον, γιὰ τὸ μέλλον ποὺ θά ’ναι γεμάτο λιβάδια καὶ θάλασσα... μόνο λιβάδια καὶ χαρὲς καὶ θάλασσα...

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ:...

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: μόνο ποὺ κάποτε μοῦ εἶπαν πὼς τὰ ὄνειρα ἐμεῖς τὰ φτιάχνουμε καὶ εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ μᾶς μιλᾶμε καὶ μόνο ἐμεῖς... καί ...καὶ τότε γέμισα μὲ θλίψη θλίψη κι ἔκλαψα καὶ γέμισα μιὰ θάλασσα... γιατὶ δὲν εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀγάπησα ποὺ μοῦ μιλοῦν μὰ ἐγὼ μόνη μου μιλῶ καὶ μ’ ἀγαπῶ καί... μοῦ μιλῶ καὶ μ’ ἀγαπῶ κι ἔτσι ὅταν ξυπνῶ πάλι ἀπὸ κάτω μου ἡ γῆ μου.... δὲν κινεῖται...

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: Κι ἐδῶ; Πῶς βρεθήκατε ἐδῶ;

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: Εἶδα τὴν Ὄλγα μὲς στὸν ὕπνο μου καὶ μοῦ χαμογελοῦσε... κολυμποῦσε σὲ ὠκεανοὺς χρόνου μακριὰ μακριὰ ἀπὸ δῶ καὶ μοῦ μιλοῦσε... ἔλα, μοῦ φώναζε, ἔλα μαζί μου εἶναι γιορτή... εἶναι τώρα!

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: Καὶ πῶς ξέρατε ὅτι πρέπει νὰ ’ρθεῖτε ἐδῶ;

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: Εἶναι γιορτὴ εἶναι τώρα... ἄρχισε νὰ κλαίει ἀπὸ χαρά... στὸ τώρα...

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: Σᾶς παρακαλῶ πεῖτε μου... βοηθῆστε με

ΟΝΕΙΡΟΥΛΑ: Ἀφῆστε με... νὰ κλαίω ἀπὸ χαρὰ στὸ τώρα...

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: Εἶναι ἀδύνατον νὰ συνεχίσουμε... Θέ μου... φωνάξτε μου τὴν ἑπόμενη παρακαλῶ... τώρα!

 

[…]

 

ΟΛΓΑ 1: Ἡ Ὄλγα βρισκόταν πεσμένη μέσα στὰ αἵματα. Ὁ ἴδιος καὶ ἡ Ὄλγα ἦταν ἕνα· ἕνα καὶ ἕνα... ἕνα! Ξύπνησαν μὲ μιὰ γλυκιὰ ζάλη μέσα στὰ αἵματα, ἕνα, κινήθηκαν ἀργά, ἀνασηκώθηκαν ἀργά. Μέσα ἀπ’ τὸ σῶμα, δίπλα ἀπ’ τὸ σῶμα, σὰν διπλὸ σῶμα καὶ κοίταξαν ὄρθιοι πιὰ τὸ πληγωμένο σῶμα πεσμένο στὰ αἵματα, καθὼς ἐκεῖνοι ἀπομακρύνονταν

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: Ἡ Ὄλγα βρισκόταν πεσμένη μέσα στὰ αἵματα. Ἐγὼ καὶ ἡ Ὄλγα ἤμασταν ἕνα· ἕνα καὶ ἕνα... ἕνα! Ξυπνήσαμε μὲ μιὰ γλυκιὰ ζάλη μέσα στὰ αἵματα, ἕνα, κινηθήκαμε ἀργά, ἀνασηκωθήκαμε ἀργά. Μέσα ἀπ’ τὸ σῶμα, δίπλα ἀπ’ τὸ σῶμα, σὰν διπλὸ σῶμα καὶ κοιτάξαμε ὄρθιοι πιὰ τὸ πληγωμένο σῶμα πεσμένο στὰ αἵματα, καθὼς ἐμεῖς ἀπομακρυνόμασταν

ΟΛΓΑ 1: τί ἔχεις, καημένε κόρα- ι κα ὠὶ

καὶ σκούζεις καὶ φωνά- ι ζεις ὠὶ

μήνα διψᾶς γιὰ αἵμα- ι τα ὠὶ

μήνα πεινᾶς γιὰ λέ- ι σια ὠὶ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ: (διαβάζει γράμμα τῆς Ὄλγας) Ἀγαπημένε, ψίχα τῆς ψυχῆς μου, Ὀρέστη μου, χαίρομαι· ποὺ λείπεις· χαίρομαι ποὺ ἔφυγες· τώρα δὲ μοῦ εἶσαι πιὰ βάρος· τώρα δὲν περιμένω νὰ εἶσαι· ἁπλῶς εἶσαι· μακριά· χαίρομαι ποὺ δὲ θὰ μὲ δεῖς νὰ γερνάω· ποὺ ἀποφύγαμε τὰ πτώματα·χαίρομαι· καὶ μὴ γυρίσεις· νὰ μὴ σὲ δῶ νεκρό· νὰ μὴ δῶ νεκρή τὴ ζωή μου· μακριὰ εἶσαι ὅ,τι ἤθελες νὰ εἶσαι· κοντὰ ἤσουν ὅ,τι δὲν μπόρεσες νὰ εἶσαι· μεῖνε μακριά· χαίρομαι

Ὑστερόγραφο

Μέσα εἶμαι ἀπὸ πτώματα γεμάτη στοιβαγμένα δὲ χρειάζομαι ἄλλο κανένα καὶ προπάντων ὄχι τὸ δικό σου μεῖνε μακριά, ἀπὸ μένα τὰ ὑπολείμματα θέλουν ἀνακομιδή, σκούπα καὶ φαράσι ποῦ εἶναι τὸ κατσόινο;

Ἔχει γεράσει;

Ἄχ, σκούπιζε καὶ συγύριζε τὰ ἀσήκωτα τὰ σώματα

Μὰ πῶς τὸν κουβάλησες νεκρὸ ἀπὸ τὸ βουνό, ἀπ’ τὸ χιόνι

Τὸν μοιρολόγαγα

Ἐγώ, δὲν ἔχω τὴν ἀναπνοὴ

Ξεκίνα μ’ ἕνα ἄ

Τὸ πτῶμα...

Ἤθελα νά ’ρθεις στὴ σπηλιὰ ποὺ πήγαινα μικρὴ καὶ μονολόγαγα μὰ ἦταν γεμάτη πτώματα σὲ γνώρισα κι ἄρχισα νὰ καθαρίζω, νὰ σκουπίζω μὰ μέχρι νὰ καθαριστῶ

ἔγινες ἐσὺ πτῶμα κι ἁπλώθηκες φαρδιὰ πλατιὰ τὸ πιὸ βασιλικὸ ἀπ’ ὅλα τὸ πιὸ βαρὺ ἀσήκωτο ἀπ’ ὅλα καὶ σ’ τό ’πα· μεῖνε μακριὰ

Τὰ πτώματα μᾶς πνίξαν ὣς τὰ χείλη μιλᾶμε καὶ δὲ λέμε λέξεις λέμε πτώματα

Ξέρεις πὼς ὅ,τι πικρὸ μοῦ εἶπες δὲ μοῦ ἀνήκει· εἶναι τὰ πτώματα τῶν λέξεων ποὺ εἶχες ἢ δὲν εἶχες πεῖ· εἶναι τὰ μαθημένα λόγια σου· ἔτσι σμίγουμε· ἔτσι ζοῦμε· ἔτσι χωρίζουμε· λὲς σὲ θέλω· σ’ ἀγαπῶ κι ὕστερα δὲ σὲ ἀντέχω κι ὕστερα πάλι σὲ θέλω· σ’ ἀγαπῶ κι ὕστερα δὲ σὲ ἀντέχω· πάρε τὶς νεκρὲς λέξεις ἀπὸ πάνω μου καὶ μεῖνε μακριά μου· στὴ σπηλιὰ δὲ θὰ ’ρθεῖς γιατὶ τὸ χῶρο σου τὸν ἔχει καταλάβει ὁ νεκρός σου· ἴσως ἐγὼ κι ἐσὺ ὅταν πεθάνουμε συναντηθοῦμε νέοι τότε θά ’ναι γιορτή· ἐγὼ κι ἐσὺ ἐλεύθεροι ἀπὸ λέξεις

 

[…]

 

ΟΛΓΑ 3: Ἡ Ὄλγα πετάγεται πάει μιὰ βόλτα δὲν ἀντέχει τὰ ἴδια ξανὰ

Ὁ Ὀρέστης πετάγεται πάει μιὰ βόλτα δὲν ἀντέχει τὰ ἴδια ξανὰ

Τὸ κρεβάτι μένει ἄδειο μουγκὰ

Βρέχει-βρέχει τρελὰ

Ὁ Ἐλέφας φοβᾶται μόνος του μὲς στὸ σπίτι τριγυρνᾶ. Ἀπὸ τὸ κρεβάτι ἀκούει μουρμουρητὰ

Δὲν εἶναι κανεὶς ἀλλὰ μπαίνει πάνω στὸ κρεβάτι ἀκούει μουρμουρητὰ κάνουν ἔρωτα· κοιμοῦνται· τσακώνονται· δέρνονται· ἀνταλλάσσουν λόγια φρικτὰ δὲν τοὺς ξέρει ἀλλὰ τοὺς ξέρει δὲν εἶναι ἡ Ὄλγα κι ὁ Ὀρέστης εἶναι ὁ Αἵμονας καὶ ἡ Ἠλέκτρα· χωρίσανε σκληρὰ

Δὲν γνωρίζονται χαζούλη Ἐλέφα ὁ Αἵμονας καὶ ἡ Ἠλέκτρα, δὲ χωρίζουνε σκληρὰ

Ὄχι, ὄχι τὸ ξέρω ἀλλὰ μᾶλλον θά ’κανα λάθος ἕνα δάκρυ ἀπ’ τὸ δεξὶ μάτι ἕνα δάκρυ ἀπ’ τὸ ἀριστερὸ μάτι

Τί ἔχει; ρωτάει ἡ Ὄλγα

Ἀλλεργία, λέει ὁ Ὀρέστης, τοῦ βάζω κολλύριο συχνὰ

Ἄσε με νὰ κοιμηθῶ μαζί σου ἀπόψε ἔλα νὰ προσπαθήσουμε ξανὰ Μεῖνε ἀλλὰ τὸ πρωὶ ἔχω δουλειὰ

Κοιμοῦνται στὸ ἴδιο κρεβάτι

Ἀνάμεσά τους ἡ χαράδρα τοῦ Βίκου μὲ ὅλες της τὶς διακλαδώσεις κρύο-ἐρημιά

Ὁ Ἐλέφας χαίρεται δὲν κλαίει πιὰ

Ξυπνᾶνε

Δὲν ἀκουμπήθηκαν τὴ νύχτα οὔτε μιὰ φορὰ

Ὁ Ἐλέφας χάρηκε πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλους ποὺ κοιμήθηκες ἐδῶ σήμερα, λέει ὁ Ὀρέστης μὲ τὸ κομμένο χέρι χαμογελώντας πικρὰ

Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, λέει ἡ Ὄλγα κουνώντας τὸ δάχτυλο ρυθμικὰ καὶ δείχνει τὰ δυὸ βαθουλώματα στὸ κρεβάτι δεξιὰ κι ἀριστερὰ

Ὁ Ἐλέφας μπαίνει στὸ δωμάτιο κουνώντας χαρούμενα τὴν οὐρὰ

Πάνω στὸ κρεβάτι ἀνάμεσα ἀπ’ τὰ βαθουλώματα χιλιάδες ποτηράκια ἀναμνηστικὰ ἀπὸ τὰ ταξίδια τοῦ χρόνου σπασμένα τριμμένα μυτερὰ γυαλιὰ

[…]

 

 

Η μεγάλη άρκτος εξώφυλλο Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το πρώτο βιβλίο της Ρηνιώς Κυριαζή, Η Μεγάλη Άρκτος, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2014 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό. Το έργο της Ρηνιώς Κυριαζή περιλαμβάνει αποσπάσματα από την Αντιγόνη και την Ηλέκτρα του Σοφοκλή και από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου σε μετάφραση του Νίκου Φλέσσα, μοιρολόγια της Αρτεμισίας Καψάλη από τους Ασπραγγέλους Ζαγορίου και μοιρολόγια από τη Νάξο και την Ήπειρο. Η Μεγάλη Άρκτος έκανε πρεμιέρα στις 13 Δεκεμβρίου 2014 σε σκηνοθεσία του Νίκου Φλέσσα στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, όπου θα παίζεται μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2015. Στο σημείωμα της παράστασης αναφέρεται: «"Η μουσική μας δεν είναι οι νότες, είναι οι ιστορίες μας, οι αγάπες, τα σώματα, οι λίμνες και οι θάλασσες μέσα μας." To πρώτο θεατρικό έργο της Ρηνιώς Κυριαζή τοποθετείται ανάμεσα στη σύγχρονη λογοτεχνία και την προφορική παράδοση — εκείνη που είχε ήδη σκαλίσει με τη Φεύγουσα κόρη και που, με συνεργό το Νίκο Φλέσσα (ομάδες Blitz, Difunta Correa…), ξαναπιάνει εδώ, ακολουθώντας το νήμα της μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Τέσσερις γυναίκες ηθοποιοί, τέσσερα κομμάτια της ίδιας γυναίκας σε διαφορετικούς χρόνους, τραγουδούν η μία στην άλλη, ελευθερώνουν η μία την άλλη και προσκαλούν τον άντρα σ’ ένα ανάστροφο οδυσσεικό ταξίδι στη θάλασσα μέσα μας».

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης το θεατρικό έργο Βρώμικες λέξεις (μία σύνθεση από κείμενα της Ρηνιώς Κυριαζή και αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις).

Miranda July, Ομάδα κολύμβησης


 

Αυτή είναι η ιστορία που δεν σου έλεγα όταν τα είχαμε. Ρωτούσες και ξαναρωτούσες συνέχεια, και οι υποθέσεις σου ήταν ιδιαίτερα ζωηρές και συγκεκριμένες. Το Μπελβεντέρε είναι σαν τη Νεβάδα, όπου η πορνεία είναι νόμιμη; Πέρασα όλη τη χρονιά γυμνή; Με είχαν σπιτώσει; Η πραγματικότητα άρχισε να στερεύει. Και με τον καιρό κατάλαβα πως αν η αλήθεια ήταν τόσο άνοστη, μάλλον δεν θα τα ’χαμε για πολύ ακόμα.

____________________

 

Ποτέ δεν ήθελα να ζήσω στο Μπελβεντέρε, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να ζητήσω λεφτά από τους γονείς μου για να μετακομίσω. Κάθε πρωί ξυπνούσα σοκαρισμένη που θυμόμουνα ότι ζούσα μόνη μου σ’ αυτή την πόλη, που δεν ήτανε καν πόλη, ήταν τόσο μικρή. Μερικά σπίτια κοντά στο βενζινάδικο, και περίπου ένα μίλι πιο κάτω ένα μίνι μάρκετ, αυτό ήταν. Δεν είχα αυτοκίνητο, δεν είχα τηλέφωνο, ήμουν είκοσι δύο, και έγραφα στους γονείς μου κάθε βδομάδα και τους έλεγα ότι δήθεν δούλευα σε ένα πρόγραμμα που το λέγανε Γ.Ν.Ω.Σ.Η. Διαβάζαμε σε νέους που ανήκαν σε «ευπαθείς κοινωνικές ομάδες». Ήταν ένα κυβερνητικό πιλοτικό πρόγραμμα. Ποτέ δεν αποφάσισα τι σήμαιναν τα αρχικά Γ.Ν.Ω.Σ.Η. αλλά κάθε φορά που έγραφα «πιλοτικό πρόγραμμα», ένιωθα περήφανη για την ικανότητά μου να χρησιμοποιώ τέτοιες φράσεις. Ή, ας πούμε, «έγκαιρη παρέμβαση».

 

Η ιστορία δεν θα ’ναι και πολύ μεγάλη, γιατί το καταπληκτικό μ’ αυτή τη χρονιά είναι ότι δε συνέβη σχεδόν τίποτα. Οι κάτοικοι του Μπελβεντέρε νόμιζαν ότι με λένε Μαρία. Δεν είχα πει ποτέ ότι με λένε Μαρία, αλλά κάπως έγινε η αρχή, και μετά μου φαινόταν άθλος το να πω σε όλο τον κόσμο το πραγματικό μου όνομα. Ακόμα κι αν όλος ο κόσμος ήταν τρεις άνθρωποι. Αυτοί οι τρεις άνθρωποι ήταν η Ελίζαμπεθ, η Κέλντα, και ο Τζακ Τζακ. Δεν ξέρω γιατί το Τζακ ήταν διπλό, και δεν είμαι πολύ σίγουρη για το όνομα Κέλντα, αλλά κάπως έτσι ακουγόταν, οπότε αυτόν τον ήχο έβγαζα όταν ήθελα να τη φωνάξω. Αυτούς τους τρεις τούς ήξερα επειδή τους έκανα μαθήματα κολύμβησης. Εδώ είναι το πραγματικό ζουμί της ιστορίας, γιατί, εννοείται, πως κοντά στο Μπελβεντέρε δεν υπήρχε κανένας υδάτινος όγκος, ούτε πισίνα. Μιλούσαν γι’ αυτό στο μίνι μάρκετ μια μέρα, και ο Τζακ Τζακ, που μάλλον έχει πεθάνει τώρα, γιατί ήταν ήδη από τότε πολύ γέρος, έλεγε ότι δεν πειράζει γιατί έτσι κι αλλιώς αυτός και η Κέλντα δεν ήξεραν κολύμπι και το πιθανότερο θα ήταν να πνιγούν. Η Ελίζαμπεθ ήταν ξαδέλφη της Κέλντα, νομίζω. Και η Κέλντα ήταν η γυναίκα του Τζακ Τζακ. Ήταν όλοι τους γύρω στα 80, τουλάχιστον. Η Ελίζαμπεθ έλεγε ότι ένα καλοκαίρι είχε κολυμπήσει πολλές φορές, όταν ήταν κοριτσάκι και είχε επισκεφτεί μια ξαδέλφη της – προφανώς όχι την ξαδέλφη Κέλντα. Ο μόνος λόγος που μπήκα στην κουβέντα ήταν επειδή η Ελίζαμπεθ ισχυριζόταν ότι για να κολυμπήσεις πρέπει να μπορείς να αναπνέεις κάτω από το νερό.

 

Αυτό δεν είναι αλήθεια, φώναξα. Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις που είχα πει φωναχτά εδώ και βδομάδες. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά λες και ζητούσα από κάποιον να βγει μαζί μου ραντεβού. Απλά κρατάς την αναπνοή σου.

 

Η Ελίζαμπεθ έδειξε να εκνευρίζεται, αλλά μετά είπε ότι αστειευόταν.

 

Η Κέλντα είπε ότι φοβόταν να κρατήσει την αναπνοή της γιατί είχε έναν θείο κάποτε που πέθανε επειδή παρακράτησε την αναπνοή του σε έναν διαγωνισμό κρατήματος αναπνοής.

 

Ο Τζακ Τζακ ρώτησε αν όντως το πίστευε αυτό, και η Κέλντα απάντησε, ναι, ναι το πιστεύω, και ο Τζακ Τζακ είπε, ο θείος σου πέθανε από εγκεφαλικό, δεν ξέρω πως σου ’ρχονται αυτές οι ιστορίες, Κέλντα.

 

Μετά σταθήκαμε για λίγο εκεί, στη σιωπή. Με ευχαριστούσε πολύ αυτή η συντροφικότητα και ήλπιζα να συνεχιστεί, κι έτσι έγινε γιατί ο Τζακ Τζακ είπε: Ώστε έχεις κολυμπήσει!

 

Τους είπα για όταν ήμουν στην ομάδα κολύμβησης, στο Λύκειο, και πως είχαμε διαγωνιστεί σε εθνικό επίπεδο, αλλά αποκλειστήκαμε νωρίς από ένα καθολικό σχολείο. Φαίνονταν να ενδιαφέρονται πάρα πολύ για την ιστορία μου. Ούτε καν το είχα σκεφτεί όλο αυτό σαν ίστορια πριν από ’κείνη την ημέρα, αλλά τώρα μπορούσα να δω πως ήταν όντως μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, γεμάτη δράμα, χλωρίνη και άλλα πράγματα για τα οποία η Ελίζαμπεθ, η Κέλντα και ο Τζακ Τζακ είχαν παντελή άγνοια. Η Κέλντα ήταν αυτή που είπε ότι ευχόταν να υπήρχε μία πισίνα στο Μπελβεντέρε, γιατί ήταν προφανώς όλοι πολύ τυχεροί που μία προπονήτρια κολύμβησης ζούσε στην πόλη τους. Δεν είχα πει ότι ήμουν προπονήτρια, αλλά κατάλαβα τι εννοούσε. Ήταν κρίμα.

 

Μετά συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Κοιτούσα τα παπούτσια μου στο καφέ πλαστικό πάτωμα και σκεφτόμουν ότι αυτό το πάτωμα μάλλον δεν έχει πλυθεί εδώ και εκατό χρόνια, και ξαφνικά ένιωσα ότι θα πέθαινα. Αλλά αντί να πεθάνω είπα: Μπορώ να σας μάθω να κολυμπάτε. Και δε χρειαζόμαστε πισίνα.

Βρισκόμασταν δύο φορές την εβδομάδα στο διαμέρισμά μου. Όταν έρχονταν, έβαζα τρία μπωλ με χλιαρό νερό στη σειρά, στο πάτωμα, και ένα τέταρτο μπροστά τους, το μπωλ του προπονητή. Επειδή υποτίθεται ότι κάνει καλό να σνιφάρεις χλιαρό αλατισμένο νερό και επειδή σίγουρα θα σνίφαραν κατά λάθος, έβαζα και αλάτι στο νερό. Τους έδειξα πώς να βάζουνε τη μύτη τους και το στόμα τους στο νερό, και πώς να παίρνουν αναπνοή στο πλάι. Μετά βάλαμε και τα πόδια στο παιχνίδι, και μετά τα χέρια. Παραδέχτηκα ότι αυτές δεν ήταν οι ιδανικές συνθήκες για να μάθουν να κολυμπούν, αλλά τους επισήμανα το ότι ακόμα και οι Ολυμπιακοί κολυμβητές έτσι προπονούνται, όταν δεν έχουν πρόσβαση σε πισίνα. Ναι ναι ναι, αυτό ήταν ψέμα, αλλά το χρειαζόμασταν γιατί ήμασταν τέσσερις άνθρωποι ξαπλωμένοι στο πάτωμα της κουζίνας, κλωτσώντας δυνατά λες και ήμασταν νευριασμένοι, έξω φρενών, λες και ήμασταν απογοητευμένοι και συγχυσμένοι, χωρίς να προσπαθούμε να το κρύψουμε. Η αίσθηση της κολύμβησης έπρεπε να επιβληθεί με σαφείς, δυνατές λέξεις. Η Κέλντα χρειάστηκε αρκετές εβδομάδες για να βάλει το πρόσωπό της στο νερό. Δεν πειράζει, δεν πειράζει, της έλεγα. Θα σε ξεκινήσουμε με σανίδα. Της έδωσα ένα βιβλίο. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να προβάλλεις αντίσταση στο μπωλ, Κέλντα. Είναι το σώμα σου που σου λέει ότι δεν θέλει να πεθάνει. Δεν θέλει, έλεγε εκείνη.

 

Τους έμαθα όλα τα στυλ που ήξερα. Η πεταλούδα ήταν απλά απίθανη, δεν έχεις δει τίποτα παρόμοιο. Νόμιζα ότι το πάτωμα της κουζίνας θα υποχωρούσε και θα γινόταν υγρό και θα έφευγαν μακριά, με τον Τζακ Τζακ να τους οδηγεί. Έδειχνε τρομερό ζήλο. Μετακινούνταν όντως στο πάτωμα, μαζί με το μπωλ. Έκανε γύρους όλο σαματά μέχρι την κρεβατοκάμαρα και πίσω, γέμιζε σκόνη και ιδρώτα, και η Κέλντα τον κοιτούσε με θαυμασμό, κρατώντας το βιβλίο και με τα δυο της χέρια και απλά ακτινοβολούσε. Κολύμπα προς τα ’μένα, της έλεγε, αλλά αυτή φοβόταν πολύ, και η αλήθεια είναι ότι για να κολυμπήσει κανείς στην ξηρά χρειάζεται απίστευτη δύναμη στον κορμό.

 

Ήμουν από αυτούς τους προπονητές που κάθονται στο πλάι της πισίνας αντί να μπουν μέσα, αλλά ήμουν συνεχώς επάνω τους. Εάν μπορώ να το πω, χωρίς να ακουστεί υπερφίαλο, το νερό ήμουν εγώ. Έκανα να πάντα να δουλεύουν. Μιλούσα συνεχώς, σαν δασκάλα αερόμπικ, και σφύριζα με τη σφυρίχτρα ανά συγκεκριμένα διαστήματα θυμίζοντάς τους ότι φτάνουν στην άκρη της πισίνας. Γυρνούσαν όλοι μαζί και πήγαιναν προς την άλλη μεριά. Όποτε η Ελίζαμπεθ ξεχνούσε να χρησιμοποιήσει τα χέρια της φώναζα: Ελίζαμπεθ! Τα πόδια σου είναι πάνω αλλά το κεφάλι σου πάει κάτω! Και έτσι άρχιζε να χτυπάει με μανία τα χέρια της για να ανέβει στην επιφάνεια. Χάρη στην εξαιρετικά λεπτομερή και πρακτική προπονητική μου μέθοδο, όλες οι βουτιές ξεκινούσαν με την τέλεια στάση. Ισορροπούσαν στο γραφείο μου, και με ένα τίναγμα του κορμού κατέληγαν πάνω στο κρεβάτι μου. Το κρεβάτι ήταν μόνο για λόγους ασφαλείας. Εξακολουθούσε να αποτελεί βουτιά, εξακολουθούσε να αποτελεί παραίτηση από την περηφάνια του θηλαστικού και εναγκαλισμό της βαρύτητας. Η Ελίζαμπεθ πρόσθεσε έναν κανόνα, έπρεπε να κάνουμε έναν ήχο κάθε φορά που πέφταμε. Αυτό παραήταν δημιουργικό για τα γούστα μου, αλλά ήμουν ανοιχτή στις καινοτομίες. Ήθελα να είμαι μια δασκάλα που μαθαίνει από τους μαθητές της. Η Κέλντα έκανε τον ήχο που κάνει ένα δέντρο όταν πέφτει, εφ’ όσον το δέντρο αυτό είναι θηλυκό. Η Ελίζαμπεθ έβγαζε «αυθόρμητους ήχους» που ήταν κάθε φορά οι ίδιοι, και ο Τζακ Τζακ έλεγε, Μπόμπα! Στο τέλος του μαθήματος σκουπιζόμασταν και ο Τζακ Τζακ μού έσφιγγε το χέρι. Η Κέλντα και η Ελίζαμπεθ μου άφηναν εκ περιτροπής ένα ζεστό πιάτο, κάτι μαγειρευτό, ή μακαρόνια. Αυτή ήταν η ανταλλαγή κι έτσι δεν χρειάστηκε να βρω άλλη δουλειά.

 

Ήταν μόνο δύο ώρες τη βδομάδα, αλλά όλες οι άλλες ώρες της εβδομάδας αναλώνονταν για αυτές τις δύο. Τρίτη και Πέμπτη πρωί ξυπνούσα και σκεφτόμουν: Έχω μάθημα κολύμβησης. Τα υπόλοιπα πρωινά, ξυπνούσα και σκεφτόμουν: Δεν έχω μάθημα κολύμβησης. Όποτε έβλεπα κάποιον από τους μαθητές μου έξω, ας πούμε στο βενζινάδικο, έλεγα κάτι του τύπου: το κατακόρυφο το δουλεύεις; Και μου απαντούσε: μάλιστα, κυρία προπονήτρια!

 

Το ξέρω ότι σου είναι δύσκολο να με φανταστείς σαν κάποια που την αποκαλούν «προπονήτρια». Είχα μία πολύ διαφορετική ταυτότητα στο Μπελβεντέρε, και γι’ αυτό μου ήταν τόσο δύσκολο να το συζητήσω μαζί σου. Ποτέ δεν είχα αγόρι εκεί. Δεν έκανα καθόλου τέχνη, δεν ήμουν καθόλου καλλιτεχνική. Ήμουν κάτι σαν αθλήτρια. Όχι σαν, ήμουν εντελώς αθλήτρια – ήμουν η προπονήτρια της ομάδας κολύμβησης. Αν πίστευα ότι αυτό θα σου φαινόταν έστω και λίγο ενδιαφέρον θα σ’ το είχα πει πολύ νωρίτερα, και ίσως να τα ’χαμε ακόμα. Έχουν περάσει τρεις ώρες από τότε που σε είδα στο βιβλιοπωλείο με εκείνη τη γυναίκα με το άσπρο παλτό. Υπέροχο άσπρο παλτό. Προφανώς είσαι κιόλας απόλυτα χαρούμενος και ολοκληρωμένος, παρ’ όλο που χωρίσαμε μόλις πριν δύο εβδομάδες. Δεν ήμουν καν σίγουρη ότι είχαμε χωρίσει, μέχρι που σε είδα με εκείνη. Έδειχνες αφάνταστα μακριά από μένα, σαν να ήσουν στην απέναντι όχθη μιας λίμνης. Μια κουκίδα τόσο μικρή που δεν είναι ούτε αρσενική ούτε θηλυκή, ούτε νέα ούτε γερασμένη: απλά χαμογελάει. Ποιος μου λείπει τώρα, απόψε; Η Ελίζαμπεθ, η Κέλντα και ο Τζακ Τζακ. Έχουν πεθάνει, γι’ αυτό μπορώ να είμαι σίγουρη. Αδιανόητα θλιβερό συναίσθημα. Πρέπει να είμαι η πιο θλιμμένη προπονήτρια κολύμβησης όλων των εποχών.

 

Μετάφραση από τα Αγγλικά: Στέφανος Ντρέκος



Για την Miranda July

Miranda July

Μπορεί να ζήσω – από Εκείνον πιο πολύ

Μα Εκείνος πρέπει – παραπάνω –

Γιατί έχω δύναμη για να σκοτώνω,

Κι όχι τη δύναμη – για να πεθάνω –

[Emily Dickinson]

 

Η Miranda July γεννιέται στις 15 Φεβρουαρίου του 1974 από πατέρα Εβραίο και μητέρα προτεστάντισσα, συγγραφείς και οι δύο. Μεγαλώνει μέσα σ’ ένα λεγόμενο New Age περιβάλλον, η δε οικογενειακή επιχείρηση είναι ένας μάλλον διάσημος για το είδος εκδοτικός οίκος με εγχειρίδια αυτοβοήθειας, βιβλία για ανατολικές θρησκείες, παραψυχολογία, σουφισμό, Γιουνγκ, κτλ. Είναι συνεπώς τουλάχιστον εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα κορίτσι που εξ απαλών ονύχων περιδινείται σ’ ένα περιβάλλον τόσο ετερόκλητο και εν δυνάμει καταστροφικό, καταφέρνει να δώσει μορφή στον αγώνα της ν’ αναδυθεί στην επιφάνεια κατά το δυνατόν συμπαγής. Και δεν είναι τυχαίο που προσπαθεί να οικοδομήσει τον εαυτό της χρησιμοποιώντας τόσο διαφορετικά μέσα: συγγραφέας, κινηματογραφίστρια, performance artist, video artist, αλλά και εμπνεύστρια δυναμικών project στο διαδίκτυο τα οποία φιλοξενούνται σε χώρους όπως το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και το Guggenheim.

 

Οι ιστορίες της July μπορούν να διαβαστούν σαν ένα είδος ερωτικών επιστολών οι οποίες δομούνται γύρω απ’ αυτό το εσωτερικό ράγισμα. Οι γυναίκες και οι άντρες ψελλίζουν τις εξομολογήσεις τους γεμάτοι ενοχές – όλη η ζωή του ασεβή είναι μια τύψη, ακούμε στον Ιώβ (κληρονομιά πατρική)· απ’ την άλλη αναζητούν με ακούραστη επιμονή ένα εξωτερικό σημάδι που θα συγκολλήσει τα σπαράγματά τους (κληρονομιά μητρική). Οι ερωτικές επιστολές έχουν σαν σκοπό αυτό που έχουν πάντα οι ερωτικές επιστολές, το πύρωμα, το μοίρασμα, την κατάδυση στον άλλον, ωστόσο είναι ασυνήθιστα επιθετικές: ξεκαθαρίζουν εξαρχής στον παραλήπτη τους ότι αυτό που του προσφέρεται είναι ένας άνθρωπος διαλυμένος, συμφοριασμένος, σχεδόν άυλος, δίχως να αφήνουν περιθώριο για μια ανατροπή της εικόνας ή, έστω, την αφομοίωσή της μέσα στην εικόνα του άλλου. Η July χρησιμοποιεί το bizarre, το λοξοκοίταγμα στις λεπτομέρειες, την παραλλαγή της κοινοτοπίας, τον πλάγιο λόγο, προκειμένου να σμιλέψει τα πρόσωπά της με τέτοιον τρόπο ώστε να φαίνονται με την πρώτη ματιά ευάλωτα, κερματισμένα, απεγνωσμένα για αγάπη. Τα ζωγραφίζει με χέρι ελαφρύ, τα καρφιτσώνει σε εικόνες και σκηνές γνώριμες, οικείες στη Δύση του κέντρου ή της περιφέρειας, για να τα φέρνει αντιμέτωπα με αναπάντεχες ριπές του αλλόκοτου οι οποίες απειλούν κάθε στιγμή να τα γκρεμίσουν. Το χαρακτηριστικό και απολαυστικό χιούμορ της July δίνει αρχικά την εντύπωση ότι πρόκειται γι’ ανθρώπους ας πούμε κανονικούς, ενίοτε λίγο αφελείς, υπερβολικά ευαίσθητους, με μια βαθειά ανάγκη να συνυπάρξουν με κάποιον άλλον (ή κάποιους άλλους). Εάν όμως τους ξανακοιτάξει κανείς με την απαραίτητη δυσπιστία, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα είδος περίτεχνα εγωιστικών πλασμάτων τα οποία –παρότι δεν έχουν συνείδηση του εγωισμού τους– δεν είναι διατεθειμένα να παραχωρήσουν τον οικείο τους εαυτό αμαχητί. Το υλικό που τους ορίζει και τους ωθεί στην αναζήτηση ενός άλλου προσώπου, και που δεν είναι άλλο παρά μια μορφή εσωτερικής αιμορραγίας – ή μοναχικού πόνου, είναι το ίδιο που εμποδίζει την πολυπόθητη συνάντηση: η αιμορραγία είναι ο τρόπος τους ν’ αναπνέουν και άλλον τρόπο δεν γνωρίζουν.

 

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν πρόκειται ασφαλώς για μια σαδιστική προσωπικότητα που έχει σκοπό να παγιδεύσει στη δυστυχία της όποιον βρεθεί στο διάβα της με πρόσχημα τον έρωτα. Το ζήτημα είναι άλλης τάξης και έχει να κάνει με όσα η γενιά μας κληρονόμησε και πασχίζει να διατηρήσει. Εάν δηλαδή το ζήτημα ήταν κάποτε ο ιδεώδης έρωτας μες στον οποίο θα διακινδυνεύσουμε την απώλεια του εαυτού μας, σήμερα έχει αλλάξει τους όρους του, κι αυτό επειδή είχαμε τόσον χρόνο να ακούμε μόνο τον εαυτό μας ώστε η μοναξιά διεκδίκησε και κατοχύρωσε θέση θεμελίου, ρίζωσε τόσο βαθειά μες στα κύτταρά μας ώστε κάθε μυρωδιά που αναδύουμε –όσο λεπτή και καρυκευμένη– παραπέμπει στην οικειότητα του ενός, όχι στο άρωμα των δύο. Ας πούμε ότι ήταν μυρωδιά από λιβάνι, γράφει ο Πεντζίκης, και λίγο παρακάτω: Εξακολουθώ να το πιστεύω και σήμερα, πως αυτές οι τρομακτικές φανερώσεις γίνονται μονάχα στη μοναξιά. Αν δεν το πίστευα, δε θα ’χα κάμει σκοπό της ζωής μου την προσπάθεια να την τσακίσω και να παντρευτώ. Ένας άνθρωπος δίπλα σου αλλάζει την εικόνα του κόσμου που μπορείς να δεις. Οι γυναίκες και οι άντρες της July είναι πιστοί στη σταυροφορία του έρωτα, και παρότι αγαπούν τον συντριμμένο εαυτό τους όσο τίποτε άλλο, έχουν τη γενναιότητα και την ειλικρίνεια ν’ αποζητούν το αναποδογύρισμα του κόσμου τους. Η ματαιότητα της σταυροφορίας τους χτίζεται με συγκινητική επιμέλεια από την Miranda July, και επειδή ο κυνισμός δεν έχει καμία θέση στο έργο της, βλέπουμε πού και πού να φανερώνονται –μέσα απ’ τις ρωγμές– ερωτικά καλέσματα άλλων εποχών, μικρά αλλά ισχυρά και παλλόμενα, σαν αναμνήσεις αμοιβαιότητας.

 

Γιάννης Αστερής

 

Το διήγημα «Ομάδα κολύμβησης» της Αμερικανίδας Miranda July (γεν. 1974) είναι από τη συλλογή διηγημάτων No one belongs here more than you και είναι ένα από τα διηγήματα που συμπεριλήφθησαν στην παράσταση Κανείς δεν ανήκει εδώ περισσότερο από σένα της θεατρικής ομάδας Phantom Pain και που είναι τα μοναδικά κείμενα της Miranda July που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά. Από το πρόγραμμα της παράστασης είναι και το κείμενο του Γιάννη Αστερή. Δείτε κάποια αποσπάσματα από την παράσταση εδώ. Διαβάστε για τη ζωή και το έργο της πολυτάλαντης Miranda July στη WIKIPEDIA.

Στις σελίδες της Logotexnias21 δημοσιεύεται επίσης το διήγημα της Miranda July  «Αυτό το άτομο». Η Logotexnia21 ευχαριστεί πολύ τον Στέφανο Ντρέκο για την άδεια δημοσίευσης των κειμένων της παράστασης.

Αλέξανδρος Κ., Η αποστροφή

Σκίτσο του Ottomar Starke

«Αυτό όχι, αυτό, παρακαλώ, όχι!», γράφει μεταξύ άλλων ο Φραντς Κάφκα στον εκδότη του, Κουρτ Βολφ, τον Οκτώβριο του 1915, όταν υποψιάζεται ότι ο Όττομαρ Στάρκε, ο καλλιτέχνης που έχει αναλάβει να φιλοτεχνήσει το εξώφυλλο της Μεταμόρφωσης, μπορεί να θελήσει να σχεδιάσει «το ίδιο το έντομο» [«das Insekt selbst»], και εξηγεί: «Δεν θέλω να περιορίσω το πεδίο της δικής του δικαιοδοσίας, αλλά απλώς να παρακαλέσω λόγω της καλύτερης φυσικά εκ μέρους μου γνώσης της ιστορίας. Το ίδιο το έντομο δεν μπορούμε να το σχεδιάσουμε. Δεν μπορούμε όμως ούτε καν μακρόθεν να το δείξουμε». Μία τέτοια παράκληση δεν θα μπορούσε να μη γίνει σεβαστή.

 

Έτσι, «το ίδιο το έντομο», εκείνο το «ungeheueren Ungeziefer» στην πρώτη πρόταση του πλέον δημοφιλούς έργου του Κάφκα, δυο λέξεις που δηλώνουν τη μεταμόρφωση του Γκρέγκορ [και στα Ελληνικά έχουν αποδοθεί ως «πελώρια μαμούνα» (Τ. Ανεμογιάννη, 1962), «πελόριο έντομο» (Θ. Σερμπίνι, 1981), «πελώρια κατσαρίδα» (Κ. Προκοπίου, 1982 – Β. Τομανάς, 1989), «πελώριο ζωύφιο» (Δ. Δήμου, 1996), «τεράστιο έντομο» (Μ. Ζαχαριάδου, 1996) και «τεράστιο παράσιτο» (Αλ. Κυπριώτης, 2005)] δεν θα απεικονιστεί στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της νουβέλας, και θα παραμείνει ουσιαστικά για πάντα, ακόμη και για τον γερμανόφωνο αναγνώστη, ένα μυστήριο, το οποίο θα πυροδοτήσει αμέτρητες συζητήσεις και αναλύσεις. Μάλιστα ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, έχοντας ένα ακόμη πλεονέκτημα, την ιδιότητα του εντομολόγου, και μελετώντας την περιγραφή που ακολουθούσε εκείνο το «monstrous insect» («τερατώδες έντομο») της αγγλικής μετάφρασης που είχε στη διάθεσή του, απέρριψε στην περίφημη διάλεξή του για τη Μεταμόρφωση την άποψη κάποιων σχολιαστών περί «κατσαρίδας» («cockroach») και υποστήριξε, στηριζόμενος σε δικά του σκίτσα, ότι ο Γκρέγκορ μεταμορφώθηκε σε «σκαθάρι» («beetle»).

 

Σε πείσμα του Ναμπόκοφ και πολλών άλλων, παρ’ όλ’ αυτά, η «πελώρια μαμούνα» θα μείνει μάλλον για πάντα χαραγμένη στη συλλογική αναγνωστική συνείδηση ως «κατσαρίδα», αποτελώντας τη μία εκ των δύο, τουλάχιστον, παρανοήσεων, με τις οποίες έχει περάσει ο Φραντς Κάφκα στην Ιστορία. (Η άλλη τον εμφανίζει ως έναν ιδιότροπο συγγραφέα, που ήθελε να καεί όλο το έργο του.)

 

Πέρα από την παράκληση του Κάφκα, να μην απεικονιστεί «το ίδιο το έντομο» στο εξώφυλλο, δεν γνωρίζουμε τι άλλο διαμηνύθηκε μεταξύ του συγγραφέα και του σκιτσογράφου. Το σκίτσο στο εξώφυλλο, με το οποίο κυκλοφόρησε Η μεταμόρφωση τελικά, είχε ως εξής: Μία εσωτερική δίφυλλη ξύλινη πόρτα, το αριστερό φύλλο της πόρτας, αν και ανοιχτό, εμποδίζει τη θέα προς το εσωτερικό του δωματίου, το οποίο είναι σκοτεινό. Έξω από την πόρτα, με έκδηλη την κίνηση απομάκρυνσης από το δωμάτιο, μία ανδρική φιγούρα, φορώντας μια ρόμπα, δεμένη με ζώνη στη μέση, και παντόφλες, με το δεξί πόδι να προπορεύεται στον βηματισμό και το αριστερό πόδι λίγο πιο πίσω και πλαγίως με σηκωμένη ελαφρώς τη φτέρνα, σαν να αποτελεί τον άξονα στήριξης της μικρής περιστροφής που έχει προηγηθεί, τον κορμό γυρτό προς τα εμπρός, με τις παλάμες των δυο χεριών να κρύβουν το πρόσωπο, κλείνοντας ίσως τα μάτια ή κρατώντας απλώς το κεφάλι με τα μαύρα μαλλιά.

 

Εκ πρώτης όψεως, ασφαλώς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το πολύ ωραίο σκίτσο του Στάρκε παραπέμπει σε μία δραματική σκηνή της Μεταμόρφωσης. Ωστόσο, τη συγκεκριμένη σκηνή ο αναγνώστης δεν θα τη συναντήσει στη νουβέλα. Πρόκειται άραγε για μία επιπόλαιη ανάγνωση της νουβέλας εκ μέρους του εικονογράφου ή μήπως για κακή συνεννόηση μεταξύ συγγραφέα και εικονογράφου; Μήπως ο Κάφκα, φοβούμενος ότι οποιαδήποτε περαιτέρω διαφωνία του θα μπορούσε να οδηγήσει στο προφανές, ήταν έτοιμος να αποδεχθεί οτιδήποτε άλλο πέρα από «το ίδιο το έντομο»; Ή μήπως ο Στάρκε έγινε τελικά κοινωνός «της καλύτερης φυσικά» εκ μέρους του συγγραφέα «γνώσης της ιστορίας» και το σκίτσο του ήταν ένα κλείσιμο του ματιού, πρωτίστως στον συγγραφέα της;

 

Το καινούργιο της Μεταμόρφωσης, η διαχρονικά ρηξικέλευθη ουσία της, η οποία αυτομάτως την καθιστά ένα αλησμόνητο ανάγνωσμα, δεν έγκειται στην πρόδηλη και εκπεφρασμένη ήδη στην πρώτη πρόταση της νουβέλας μεταμόρφωση του Γκρέγκορ, είτε πρόκειται για μεταμόρφωση γενομένη στη σφαίρα του φανταστικού είτε για εφιαλτική κατασκευή στη σφαίρα του πραγματικού. Η μεταμόρφωση του Γκρέγκορ είναι το έναυσμα για την ουσιαστική μεταμόρφωση των μελών της οικογένειας του Γκρέγκορ, η οποία θα εξελιχθεί κωμικοτραγικά, βασανιστικά και ρεαλιστικά μέχρι το τέλος της νουβέλας. Ενώ ο Γκρέγκορ ξυπνά «μεταμορφωμένος» στην πρώτη πρόταση της νουβέλας, ο πατέρας του, η μητέρα του και η πολυαγαπημένη αδελφή του μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Ο Κάφκα αφηγείται την αποδόμηση της αγίας οικογένειας στον δυτικό πολιτισμό.

 

Ο στυλοβάτης του σπιτιού είναι το θύμα και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του οι εκμεταλλευτές του. Με τον Γκρέγκορ ανίκανο να δουλέψει, η οικογένεια νοικιάζει ένα δωμάτιο του σπιτιού και η αδελφή του θα κληθεί κάποια στιγμή να παίξει βιολί, για να ψυχαγωγήσει τους κυρίους νοικάρηδες. Αλλοτριωμένη θα πει αργότερα: «Όταν είν’ αναγκασμένος κανείς να δουλεύει τόσο πολύ, όπως όλοι εμείς, δεν μπορεί να αντέξει και στο σπίτι αυτό το αιώνιο μαρτύριο. Ούτε κι εγώ μπορώ πια».

 

Είναι αλήθεια ότι ο Κάφκα είχε βαθιά γνώση των συνθηκών εργασίας. Το καλοκαίρι του 1909, όντας υπάλληλος στο «Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων για το Βασίλειο της Βοημίας στην Πράγα» έγραφε στον Μπροντ: «Στις τέσσερεις περιφέρειές μου εμπίπτουν – πέρα απ’ τις υπόλοιπες εργασίες μου – άνθρωποι που πέφτουνε σαν μεθυσμένοι κάτω απ’ τις σκαλωσιές, μέσα στις μηχανές, όλα τα μαδέρια παλαντζάρουνε κι ανατρέπονται, τα πρανή αναχώματα υποχωρούνε, όλες οι σκάλες γλιστράνε, ό,τι δίνεις προς τα πάνω γκρεμίζεται κάτω, ό,τι δίνεις προς τα κάτω σε παίρνει μαζί του και γκρεμίζεσαι κι εσύ. Και σε πιάνει πονοκέφαλος μ’ εκείνες τις νεαρές κοπέλες στα εργοστάσια πορσελάνης, που σωριάζονται ασταμάτητα με πύργους από πιατικά πάνω στα σκαλοπάτια». Ο Γκρέγκορ πέφτει στον βωμό της εκμετάλλευσης και του κέρδους, πέφτει αργά και βασανιστικά, αλλά καλή τη πίστει και συνοδεία οικογενειακών αναστεναγμών, οδυρμών και ιαχών. Ένα εξιλαστήριο θύμα σε εποχή κρίσης.

 

Το σκίτσο του Στάρκε σε εκείνο το πρώτο εξώφυλλο θα μπορούσε να απεικονίζει την αποστροφή του Γκρέγκορ για την εφιαλτική μεταμόρφωση των δικών του ανθρώπων, την οδύνη του μετά το ξύπνημα από έναν εφιάλτη, που του αποκάλυψε το δυνάμει πραγματικό πρόσωπό τους. Αλλά θα μπορούσε να απεικονίζει και τον ίδιο τον συγγραφέα, που αποστρέφει το βλέμμα του στη θέα της αιώνιας απειλής που του φανέρωσε άλλο ένα «ολοκληρωτικό άνοιγμα του σώματος και της ψυχής» του.

 

 

10687526_1001358363224650_8554055157185063858_o Το κείμενο του Αλέξανδρου Κυπριώτη «Η αποστροφή» δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τ. 201-202) στο πλαίσιο του αφιερώματος για τον Φραντς Κάφκα. Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης (1968) είναι μεταξύ άλλων μεταφραστής και συγγραφέας. Ως Αλέξανδρος Κ. άρχισε να δημοσιεύει για πρώτη φορά κείμενά του στη Logotexnia21 τον Δεκέμβριο του 2009.  Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2013 το πρώτο του βιβλίο, με τον τίτλο Μ' ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά (δε)κατα, ΝΗΣΙΔΕΣ και μικρό ΠΕΖΟ, στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο διαδικτυακό περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες ο αναγνώστης, στο ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τον πολιτισμό diastixo.gr και  στο ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση poema. Η ενασχόλησή του με το έργο του Φραντς Κάφκα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις μεταφράσεις των βιβλίων Φραντς Κάφκα, Επιστολή προς τον πατέρα, Φραντς Κάφκα, Οι γιοι (Η κρίση - Η μεταμόρφωση - Ο θερμαστής) και αποσπάσματα από λογοτεχνικά έργα, σημειώσεις, επιστολές και ημερολόγια του συγγραφέα που περιλαμβάνονται στην βιογραφία Nicholas Murray, Κάφκα (όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος).

Νάνσυ Μητροπούλου, Πού να σου εξηγώ

Πού να σου εξηγώ

[...]

 

Ο γιος: Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να συμβαίνουν κάποια πράγματα. Ακόμα και τώρα που μπορώ να ξέρω περισσότερα από πριν, υπάρχουν γεγονότα που ακόμα δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω. Και ούτε πρόκειται. Απλά τα αποδέχεσαι. Βέβαια, δεν το καταφέρνουν και όλοι αυτό. Φτάνει μόνο μια στιγμή για να αλλάξει η ζωή μας για πάντα. Όλα τα πράγματα, λένε, ότι γίνονται πάντα όταν πρέπει να γίνουν. Μόνο που αυτό το πρέπει κάποιες φορές δεν έχει καμία αιτιολόγηση. Δεν τα αντέχουν κι όλοι, όλα αυτά που μπορεί να τους τυχαίνουν. Πρέπει, αλλά εδώ που τα λέμε, κάποια πράγματα είναι τόσο αναπάντεχα που βρίσκουν απροετοίμαστη την ίδια τη ζωή, πόσο μάλλον εμάς, που απλά την ακολουθούμε. Λένε ότι ο χρόνος είναι το φάρμακο για όλα. Μόνο που αυτό το φάρμακο, στην περίπτωσή της, δεν μπόρεσε να βοηθήσει.

 

[...]

 

Η νύφη: Μην το πείτε παραέξω αυτό που θα σας πω, στον πολύ κόσμο αρέσει να κοροϊδεύει. Να ξέρετε, δεν θα σας αγαπήσει κανείς για πάντα. Γιατί απλούστατα δεν υπάρχει για πάντα. Δεν ξέρω ποιος το κατασκεύασε, αν κατάφερε κάποτε να το γνωρίσει καποιος…Εγώ πότε δεν του είπα να με αγαπάει για πάντα. Γιατί ξέρω ότι δε γίνεται, γιατί δεν υπάρχει. Το για πάντα κρύβει μέσα του μια τόση δα μικρή στιγμούλα. Τόσο δα μικρές στιγμούλες είναι το για πάντα. Σ αγαπώ για πάντα, θα πει ότι σε αγαπώ σε κάθε τόσο δα μικρή στιγμούλα. Μη ζητάς από κανέναν να σε αγαπάει για πάντα. Να ζητάς να σε αγαπάει σε κάθε τόσο δα μικρή στιγμούλα.

 

[...]

 

Η νοσοκόμα: Οι δολοφόνοι να ξέρετε δεν έχουν συγκεκριμένη ταυτότητα, δεν ανήκουν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων. Δεν είναι μόνο οι άγνωστοι. Καμιά φορά τους ξέρεις πολύ καλά, μη σας πω δηλαδή ότι τους έχεις κάθε μέρα μες τα πόδια σου. Και μένα ο δολοφόνος μου εκεί ήθελε να μπει. Δολοφόνος δεν είναι μόνο αυτός που σκοτώνει. Είναι και αυτός που σε κάνει να μην θες να ζήσεις άλλο την ζωή σου, ενώ είσαι ζωντανός. Η πιο ύπουλη κατηγορία δολοφόνων. Δεν σε σκοτώνουν μια φορά και τέρμα. Ο θάνατος είναι αργός, μπορεί να κρατήσει για πάντα.

 

[...]

 

 

Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψε η Νάνσυ Μητροπούλου,  Πού να σου εξηγώ, το οποίο παίζεται από τον Νοέμβριο του 2014 στο L.A.Theater. Το «Πού να σου εξηγώ» ανέβηκε στην πρώτη του μορφή στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Τέχνη και τρέλα» που διοργάνωσε η «Εταιρεία Μελέτης Πολιτισμικής Ετερότητας» και ο Δήμος της Αθήνας τον Οκτώβριο. Στο Δελτίο Τύπου της παράστασης αναφέρεται: Το «Πού να σου εξηγώ» είναι ένα ψυχολογικό δράμα. Ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που λυγίζουν κάτω από ακραίες καταστάσεις και από θύματα γίνονται θύτες. Το έργο πραγματεύεται θέματα σεξουαλικής κακοποίησης, ενδοοικογενειακής βίας, ερωτικές απογοητεύσεις και την άρνηση του ίδιου του θανάτου μέσα σε ένα πλαίσιο ρετρό (εποχή 1930-1940).   Το «Πού να σου εξηγώ» είναι πολλές ιστορίες μαζί, όλες ενωμένες σε μία. Και αυτή η ιστορία μοιάζει με κάποια  που έχεις ζήσει. Αν όχι εσύ, κάποιος άλλος που σου μοιάζει. Μοιάζουμε μεταξύ μας οι άνθρωποι αλλά ποτέ δεν είμαστε ίδιοι. Όσα μας ενώνουν, άλλα τόσα μας χωρίζουν. Κάπου στα μισά του δρόμου βρίσκει ο ένας τον άλλο. Το πόσο θα μείνουν μαζί ο ένας και ο άλλος, δεν το ξέρει καλά- καλά ούτε η ίδια η ζωή. Όπως αναπάντεχα ενώνονται, έτσι αναπάντεχα χωρίζονται. Αναπάντεχα και αυτά που θα τους συμβούν και θα πρέπει να τα διαχειριστούν. Κάποιοι δεν θα τα καταφέρουν. Αυτοί οι δεύτεροι, είναι και οι ήρωες του «Πού να σου εξηγώ».

Συντελεστές της παράστασης

Συγγραφέας: Νάνσυ Μητροπούλου

Σκηνοθέτης: Ευτυχία Αργυροπούλου

Ηθοποιοί: Κωσταντίνος Γεωργακόπουλος, Βένια Ζήση, Νάνσυ Μητροπούλου, Ίλια Παππά, Αγγελική Παρδαλίδου, Παναγιώτα Χαϊδεμένου

Σύνθεση – Μουσική & Στίχοι: Νίκος Κουβαρδάς,

Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Φωκά

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ίλια Παππά

Ἄκης Παπαντώνης, Καρυότυπος

 Photo by Joses Tirtabudi

[ 1 ]

 

Ὑπῆρχαν ἡμέρες ποὺ ἡ ὁμίχλη ὑποχωροῦσε. Ἀποκαλυπτόταν τότε τὸ χρῶμα ἀπὸ τὶς πλάκες στὰ πεζοδρόμια, τὰ μπαλώματα ἀπὸ γκαζὸν στὶς μπροστινὲς αὐλές, κι ἐκείνη ἡ μούχλα ποὺ σκέπαζε τὶς στέγες τῶν ὁμοιόμορφων καὶ ὁμοιόχρωμων σπιτιῶν. Τέτοιες ἡμέρες ξαλάφρωναν ἀπὸ τὸ βάρος της τὰ δέντρα − ἡ πόλη ἔπαιρνε μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. Κι ἐκεῖνος ἔβγαινε μακρεῖς, προσχεδιασμένους περιπάτους. Μόνος, φασκιωμένος σὲ κασκόλ, παλτά, πουλόβερ διπλὰ καὶ τρίδιπλα. Ἀνέβαινε προσεκτικὰ τὰ ἑφτὰ σκαλοπάτια ἕως τὸ πεζοδρόμιο. Τὰ μετροῦσε κάθε φορά, μὲ τὸν ἴδιο ἀνεξήγητο φόβο: μήπως τὰ βρεῖ περισσότερα ἢ λιγότερα. Ὅταν ἔφτανε στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι, δοκίμαζε μὲ τὴ μύτη τοῦ παπουτσιοῦ του τὸ πεζοδρόμιο. Σὰν νὰ δοκίμαζε τὴ θερμοκρασία τοῦ νεροῦ μιᾶς (νοερῆς) θάλασσας. Ὕστερα ξεκινοῦσε. Πεζοδρόμιο-πεζοδρόμιο. Φρόντιζε κάθε βῆμα του νὰ πέφτει ἀνάμεσα στὶς τέσσερις πλευρὲς τῆς κάθε πλάκας. Ἤ, ὅταν εἶχε πέσει χιόνι, πάνω ἀκριβῶς στὸ χνάρι τοῦ περαστικοῦ ποὺ εἶχε προηγηθεῖ. Πάντα βάδιζε ἀργά. Πάντα διέσχιζε τὸν δρόμο χρησιμοποιώντας τὶς διαβάσεις. Καὶ πάντα ἔβαζε τὰ ἴδια σημάδια. Τὸ κόκκινο γραμματοκιβώτιο τῶν Βασιλικῶν Ταχυδρομείων στὴν πρώτη γωνία, τὴν ἐγκαταλειμμένη πὰμπ Fox & Hounds, τὸ γωνιακὸ σπίτι μὲ τοὺς πράσινους τοίχους, τὸν ἀξύριστο ἄστεγο, ἀκουμπισμένο στὴν περίφραξη τῆς δημοτικῆς βιβλιοθήκης, τὴ βιτρίνα τοῦ τεϊοπωλείου στὴν εἴσοδο τῆς ἀγορᾶς. Οἱ ἴδιες δεξιὲς κι ἀριστερὲς στροφὲς στὸν χάρτη τῆς καθημερινότητάς του. Μὴν τυχὸν καὶ χαθεῖ σὲ μιὰ πόλη ποὺ δὲν γνώριζε − ἤδη τρία χρόνια ἐκεῖ.

 

Μιὰ Πέμπτη μεσημέρι τὰ σημάδια χάλασαν. Δὲν ἔδωσε σημασία. Ἀνέβηκε τὰ ἑφτὰ σκαλιά, ὅπως πάντα. Φρέσκο χιόνι κάλυπτε τοὺς φεγγίτες τοῦ διαμερίσματός του καὶ τὸ κόκκινο γραμματοκιβώτιο μέχρι ἐπάνω. Ἡ πὰμπ μεταμορφωνόταν σὲ σοῦπερ μάρκετ Tesco. Τὸ πράσινο σπίτι ἦταν ἀμπαλαρισμένο σὲ νάιλον καὶ ἐργάτες μὲ φωσφοριζέ γιλέκα μυρμήγκιαζαν γύρω του. Ἡ περίφραξη τῆς δημοτικῆς βιβλιοθήκης ἦταν φρεσκοβαμμένη καί ὁ ἄστεγος ἔλειπε. Συνέχισε τὸν περίπατό του. Δὲν πίστευε στὰ σημάδια. Ἡ βιτρίνα τοῦ τεϊοπωλείου παρέμενε ἴδια: κατακόρυφες στοῖβες ἀπὸ κουτιὰ English breakfast, Green leaf, Darjeeling, Earl Grey. Ἕνα λεωφορεῖο, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ κατακόκκινα διώροφα ποὺ πηγαίνουν Λονδίνο, καβάλησε τὸ πεζοδρόμιο. Δὲν εἶδε τίποτα, δὲν ἄκουσε τίποτα, δὲν ἔνιωσε τίποτα. Πέθανε ἀκαριαῖα. Μαζεύτηκε κόσμος. Κάποιοι ἔκλαιγαν μὲ ἀναφιλητά. Τὸ αἷμα του εἶχε πιτσιλήσει τὴ βιτρίνα τοῦ τεϊοπωλείου.Ἡ αστυνομία ἀπέκλεισε τὸν δρόμο γιὰ ὧρες μὲ κίτρινες ταινίες − POLICE LINE DO NOT CROSS. Τὸ συμβὰν καταγράφηκε λεπτομερῶς καὶ τραβήχτηκαν πολλὲς φωτογραφίες. Μέχρι ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τὸ σαρκίο του κείτονταν ἀκόμα στὸ πεζοδρόμιο. Τὸ ἑπόμενο πρωὶ ὁ θάνατός του ἦταν πρωτοσέλιδο στοὺς Oxford Times καὶ στὴν Oxford Mail, μαζὶ μὲ δηλώσεις περαστικῶν καὶ γειτόνων μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε ἀνταλλάξει ματιά.

 

[...]

 

 

10440735_10152488465518244_7790327459396191469_n Το παραπάνω απόσπασμα είναι το πρώτο κεφάλαιο από την εξαιρετική νουβέλα του Άκη Παπαντώνη Καρυότυπος που εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2014 από τις εκδόσεις Κίχλη.

Ο ίδιος ο συγγραφέας παρουσίασε το βιβλίο του στην Εφημερίδα των Συντακτών ως εξής:

Καρυότυπος ονομάζεται η απεικόνιση, ανά ζεύγη και κατά φθίνουσα σειρά μεγέθους, όλων των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου. Η κυτταρολογική αυτή τεχνική χρησιμεύει στη διάγνωση χρωμοσωμικών ανωμαλιών.

Για τη νουβέλα, η οποία θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο από τις Εκδόσεις Κίχλη, αποτελεί τόσο τον τίτλο όσο και τη ραχοκοκαλιά της αφήγησης: ένας μοριακός βιολόγος μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, μέσα από τα πειράματά του αναζητά απαντήσεις στα ερωτήματα που τον βασανίζουν. Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ένστικτο ή επίκτητος χαρακτήρας; Πώς αναδιαμορφώνει η γενετική του καταγωγή την καθημερινότητά του; Είναι η μοναξιά επιλογή ή ανθρώπινη κατάσταση; Μπορεί κανείς να πει ψέματα στον εαυτό του;

Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφειας της σύγχρονης ζωής — για τον ίλιγγο του να είσαι «μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων)» και το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα χρωμόσωμα τον «καρυότυπο» του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου» — με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται να γνωρίσει, «ήδη τρία χρόνια εκεί».

Ο Άκης Παπαντώνης (Αθήνα, 1978) σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εργάστηκε ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από το 2013 είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Έχει δημοσιεύσει πεζά σε ελληνικά και αγγλόφωνα λογοτεχνικά περιοδικά, κριτικά σημειώματα στην Εφημερίδα των Συντακτών, ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Είμαστε όλοι μετανάστες (Πατάκης, 2007)  και 11 λέξεις (Καλέντης, 2013). Ο Καρυότυπος είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε μία κριτική για τον Καρυότυπο από τον Αριστοτέλη Σαΐνη.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails