Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Roland Barthes, Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου
Εδώ, λοιπόν, μιλά ένας ερωτευμένος και λέει:
«Χάνομαι, υποκύπτω…»
ΧΑΝΟΜΑΙ. Πνοή αφανισμού που φτάνει στο ερωτευμένο υποκείμενο από την οδό της απελπισίας ή της πλήρωσης.
[…]
Ο απών
ΑΠΟΥΣΙΑ. Κάθε γλωσσικό επεισόδιο που φέρνει στο προσκήνιο την απουσία του αγαπημένου αντικειμένου – όποια κι αν είναι η αιτία και η διάρκεια αυτής της απουσίας – και τείνει να προσδώσει στην απουσία τη μορφή της εγκατάλειψης.
[…]
«Αξιολάτρευτο!»
ΑΞΙΟΛΑΤΡΕΥΤΟ. Αδυνατώντας να ονοματίσει τον ειδικό χαρακτήρα του πόθου του για το αγαπημένο πλάσμα, το ερωτευμένο υποκείμενο καταλήγει σ’ αυτή την κάπως ανόητη λέξη: αξιολάτρευτο!
[…]
Το άτρεπτο
ΚΑΤΑΦΑΣΗ. Απέναντι των πάντων και ενάντια στους πάντες και τα πάντα το υποκείμενο λέει ναι στον έρωτα ως αξία.
[…]
Της μύτης μια ακρίτσα
ΑΛΛΟΙΩΣΗ. Η παραγωγή μέσα στο ερωτικό πεδίο, για βραχύ χρονικό διάστημα, μιας αντι-εικόνας του αγαπημένου αντικειμένου. Μέσα από ασήμαντα περιστατικά ή ισχνά χαρακτηριστικά, το υποκείμενο βλέπει ξαφνικά την αγαθή Εικόνα να αλλοιώνεται και να ανατρέπεται.
[…]
Τον έρωτα αγαπώ
ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ. Πνοή γλώσσας κατά τη διάρκεια της οποίας το υποκείμενο φτάνει στο σημείο να καταργήσει το αγαπημένο αντικείμενο κάτω από το βάρος του ίδιου του έρωτα: χάρη σε μια καθαρά ερωτική διαστροφή, το υποκείμενο καταλήγει να αγαπά τον έρωτα και όχι το αντικείμενο.
[…]
Ασκητεύω
ΑΣΚΗΤΕΙΑ. Το ερωτευμένο υποκείμενο, είτε επειδή αισθάνεται ένοχο απέναντι στο αγαπημένο πλάσμα, είτε επειδή θέλει να το εντυπωσιάσει επιδεικνύοντας τη δυστυχία του, σχεδιάζει μιαν αυτοτιμωρητική, ασκητική συμπεριφορά (τρόπος ζωής, ενδυμασία και τα λοιπά).
[…]
Άτοπος
ΑΤΟΠΟΣ. Το αγαπημένο πλάσμα αναγνωρίζεται από το ερωτευμένο υποκείμενο ως «άτοπο» (χαρακτηρισμός του Σωκράτη από τους συνομιλητές του), δηλαδή μη ταξινομήσιμο, σφραγισμένο από μια αδιάκοπα απρόβλεπτη πρωτοτυπία.
[…]
Η αναμονή
ΑΝΑΜΟΝΗ. Σφοδρό κύμα άγχους που προκαλείται από την αναμονή του αγαπημένου πλάσματος, λόγω μικροκαθυστερήσεων (ραντεβού, τηλεφωνήματα, γράμματα, επιστροφές).
[…]
Τα μαύρα γυαλιά
ΚΡΥΒΩ. Σχήμα εσκεμμένης αποφάσεως: το ερωτευμένο υποκείμενο διερωτάται, όχι αν πρέπει να δηλώσει στο αγαπημένο πλάσμα ότι το αγαπά (δεν πρόκειται για σχήμα εξομολόγησης) αλλά ώς ποιο βαθμό πρέπει να του κρύψει τις «διαταραχές» (τους κλυδωνισμούς) του πάθους του: τους πόθους του, τις καταπτώσεις του, κοντολογίς, τις ακρότητές του (σε γλώσσα ρακινική: την παραφορά του).
[…]
«Tutti sistemati»
ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΙ. Το ερωτευμένο υποκείμενο βλέπει όλους όσοι το περιβάλλουν ως «αποκατεστημένους». Όλοι του φαίνονται εφοδιασμένοι μ’ ένα μικρό πρακτικό και συναισθηματικό σύστημα συμβατικών σχέσεων, από το οποίο αισθάνεται αποκλεισμένο. Έτσι, νιώθει ένα διφορούμενο συναίσθημα, φθόνου και γελοιότητας.
[…]
Η καταστροφή
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Σφοδρή κρίση, κατά τη διάρκεια της οποίας το υποκείμενο, βιώνοντας την ερωτική κατάσταση ως οριστικό αδιέξοδο, ως παγίδα από την οποία δε θα μπορέσει να βγει ποτέ, βλέπει πως είναι προορισμένο να καταστραφεί ολοκληρωτικά.
[…]
Laetitia
ΟΡΟΘΕΤΩ. Για να αμβλύνει τη δυστυχία του, το υποκείμενο εναποθέτει τις ελπίδες του σε μια μέθοδο ελέγχου που θα του επέτρεπε να οροθετεί τις απολαύσεις που του χαρίζει η ερωτική σχέση: από τη μια να διαφυλάσσει τις απολαύσεις και να επωφελείται από αυτές πλήρως· από την άλλη, να τοποθετεί σε μια παρένθεση μη-σκέψης τις εκτεταμένες ζώνες κατάθλιψης που διαχωρίζουν αυτές τις απολαύσεις: να «λησμονεί» το αγαπημένο πλάσμα έξω από τις απολαύσεις που το πλάσμα αυτό χαρίζει.
[…]
«Ο άλλος με κάνει να πονώ»
ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ. Το υποκείμενο νιώθει ένα αίσθημα σφοδρής συμπάθειας για το αγαπημένο αντικείμενο, κάθε φορά που βλέπει, αισθάνεται ή ξέρει πως αυτό δυστυχεί ή απειλείται για τον τάδε ή δείνα λόγο, άσχετον με την ίδια την ερωτική σχέση.
[…]
Η συμπαιγνία
ΣΥΜΠΑΙΓΝΙΑ. Το υποκείμενο φαντάζεται πως μιλά μ’ έναν αντίζηλο για το αγαπημένο πλάσμα· περιέργως, η εικόνα αυτή τροφοδοτεί μέσα του ένα τερπνό αίσθημα συνενοχής.
[…]
«Όταν το δάχτυλό μου, από απροσεξία…»
ΕΠΑΦΕΣ. Το σχήμα αναφέρεται σε κάθε εσωτερικό λόγο που προκαλείται από μια φευγαλέα επαφή με το σώμα (ακριβέστερα, με το δέρμα) του πλάσματος που ποθούμε.
[…]
Το σώμα του άλλου
ΣΩΜΑ. Κάθε σκέψη, ταραχή, ενδιαφέρον που προκαλεί το αγαπημένο σώμα στο ερωτευμένο υποκείμενο.
[…]
Η αφιέρωση
ΑΦΙΕΡΩΣΗ. Γλωσσικό επεισόδιο που συνοδεύει κάθε ερωτικό δώρο, πραγματικό ή σχεδιαζόμενο, και γενικότερα κάθε χειρονομία, έμπρακτη ή εσωτερική, με την οποία το υποκείμενο αφιερώνει κάτι στο αγαπημένο πλάσμα.
[…]
Domnei
ΕΞΑΡΤΗΣΗ. Σχήμα στο οποίο η κοινή γνώμη βλέπει την υπαρκτική συνθήκη του ερωτευμένου υποκειμένου, που το αντιλαμβάνεται ως υπόδουλο στο αγαπημένο αντικείμενο.
[…]
Το πλοίο-φάντασμα
ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ. Κάθε έρωτας βιώνεται ως μοναδικός και το υποκείμενο αποκρούει την ιδέα να τον επαναλάβει αλλού, αργότερα. Μολοντούτο, μερικές φορές το υποκείμενο συλλαμβάνει μέσα του ένα είδος διάχυσης του ερωτικού πόθου. Καταλαβαίνει, τότε, πως είναι προορισμένο να πλανιέται από έρωτα σε έρωτα, ώσπου να πεθάνει.
[…]
Fading
FADING. Επώδυνη δοκιμασία κατά τη διάρκεια της οποίας το αγαπημένο πλάσμα μοιάζει να αποσύρεται από οποιαδήποτε επαφή, χωρίς ωστόσο η αινιγματική αυτή αδιαφορία του να στρέφεται εναντίον του ερωτευμένου υποκειμένου ή να εκδηλώνεται προς όφελος οποιουδήποτε άλλου (κόσμος ή αντίζηλος).
[…]
Λάθη
ΛΑΘΗ. Με αφορμή το τάδε ή δείνα μικροπεριστατικό της καθημερινής ζωής, το υποκείμενο νομίζει πως έχει παραμελήσει το αγαπημένο πλάσμα και νιώθει γι’αυτό ένα αίσθημα ενοχής.
[…]
«Μέρες ξεχωριστές»
ΓΙΟΡΤΗ. Το ερωτευμένο υποκείμενο ζει κάθε συνάντηση με το αγαπημένο πλάσμα σαν μια γιορτή.
[…]
Ο Πληροφοριοδότης
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΗΣ. Φιλικό πρόσωπο, που ο ρόλος του, ωστόσο, φαίνεται πως είναι να πληγώνει το ερωτευμένο υποκείμενο παρέχοντάς του, σαν να μη συμβαίνει τίποτε, ανώδυνες πληροφορίες σχετικά με το αγαπημένο πλάσμα – πληροφορίες που έχουν ως αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η εικόνα που κουβαλά το υποκείμενο για το πλάσμα αυτό.
[…]
Η λογόρροια
ΛΟΓΟΡΡΟΙΑ. Η λέξη, δάνεια από τον Ιγνάτιο Λογιόλα, ορίζει τη ροή λόγων με τους οποίους το υποκείμενο επιχειρηματολογεί ακούραστα μέσα στο μυαλό του σχετικά με τα επακόλουθα μιας πληγής ή τις συνέπειες μιας συμπεριφοράς: εμφαντική μορφή του ερωτικού «λέγειν».
[…]
«Είμαι απαίσιος»
ΤΕΡΑΣ. Το υποκείμενο αναλογίζεται ξαφνικά ότι περισφίγγει το αγαπημένο αντικείμενο μέσα σ’ ένα δίκτυο τυραννιών: από αξιολύπητο, νιώθει ότι μεταβάλλεται σε τέρας.
[…]
Δίχως απόκριση
ΒΟΥΒΑΜΑΡΑ. Το ερωτευμένο υποκείμενο νιώθει άγχος γιατί το αγαπημένο αντικείμενο απαντά ελάχιστα ή δεν απαντά καθόλου στα φθέγματα (λόγους ή γράμματα) που του απευθύνει.
[…]
Το κουτσομπολιό
ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΟ. Το ερωτευμένο υποκείμενο πληγώνεται όταν διαπιστώνει ότι το αγαπημένο πλάσμα γίνεται αντικείμενο «κουτσομπολιού», και ακούει να μιλούν γι’ αυτό με τρόπο κοινό.
[…]
Γιατί;
ΓΙΑΤΙ. Τη στιγμή που αναρωτιέται μανιωδώς γιατί δεν το αγαπούν, το ερωτευμένο υποκείμενο κατέχεται από την πεποίθηση ότι το αγαπημένο αντικείμενο το αγαπά, αλλά δεν του το λέει.
[…]
Εωθινό
ΞΥΠΝΗΜΑ. Διάφοροι τρόποι με τους οποίους το ερωτευμένο υποκείμενο ανακαλύπτει, όταν ξυπνά, πως κατέχεται πάντα από την έγνοια του πάθους του.
[…]
Αλήθεια
ΑΛΗΘΕΙΑ. Κάθε γλωσσικό επεισόδιο που συνδέεται με την «αίσθηση αλήθειας» που νιώθει το ερωτευμένο υποκείμενο όταν σκέφτεται τον έρωτά του, είτε στην περίπτωση που πιστεύει ότι είναι το μόνο που βλέπει το αγαπημένο αντικείμενο «μέσα στην αλήθεια του», είτε στην περίπτωση που ορίζει τον ειδοποιό χαρακτήρα της δικής του αξίωσης σαν μια αλήθεια ως προς την οποία δεν μπορεί να υποχωρήσει.
[…]
Μετάφραση από τα Γαλλικά: Βασίλης Παπαβασιλείου
Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Ρολάν Μπαρτ (1915 -1980) Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος - Ράππα. Η αντιγραφή των αποσπασμάτων έγινε από την έκδοση του 1983. Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Ρολάν Μπαρτ και δείτε ποια άλλα βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά.
Arthur Rimbaud / Γιώργος Χριστιανάκης, Μια εποχή στην κόλαση
ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
Σειρά μου. Θα ιστορήσω μια τρέλα μου.
Χρόνια κόμπαζα πως δεν υπήρχε εικόνα που να μην τη γνωρίζω και χλεύαζα τις διασημότητες της σύγχρονης ζωγραφικής και ποίησης.
Μου άρεσαν οι αφελείς ζωγραφιές, τα υπέρθυρα, τα σκηνικά, οι μπερντέδες των σαλτιμπάγκων, οι επιγραφές, οι λαϊκές εικονογραφήσεις· η παλιοκαιρίσια λογοτεχνία, λατινικά της εκκλησίας, ανορθόγραφες ερωτικές φυλλάδες, ρομάντζα των προπαππούδων μας· τα παραμύθια με νεράιδες, τα παιδικά βιβλιαράκια, οι παλιές όπερες, τα σαχλά ρεφρέν, οι απλοϊκοί σκοποί.
Ονειρευόμουν σταυροφορίες, ταξίδια εξερευνητών που χάνονται τα ίχνη τους, δημοκρατίες στο πουθενά, θρησκευτικούς πολέμους που δεν ξέσπασαν, επαναστάσεις ηθών, μετακινήσεις φυλών και ηπείρων: σ’ όλα τα μάγια πίστευα.
Επινόησα το χρώμα των φωνηέντων! – Α μαύρο, Ε λευκό, Ι κόκκινο, Ο γαλάζιο, ΟΥ πράσινο. – Καθόρισα τη μορφή και την κίνηση κάθε συμφώνου και καυχήθηκα πως με ένστικτους ρυθμούς ανακάλυψα έναν ποιητικό λόγο που κάποια μέρα θα είναι προσιτός σε όλες τις αισθήσεις. Τα δικαιώματα της μετάφρασης δικά μου.
Στην αρχή ήταν μια άσκηση: κατέγραφα σιωπές, σκοτάδια, αποτύπωνα το άφατο. Καθήλωνα ιλίγγους.
*
Μακριά από κοπάδια, πουλιά και κοπελιές |
Τι έπινα γονατιστός στα ρείκια |
Ανάμεσα στις λυγερές τις φουντουκιές |
Στου απομεσήμερου το σύθαμπο το πράσινο και το νωθρό; |
Τι να πιω απ’ τον Ουάζ το νιο ποτάμι |
-Βουβές φτελιές, γυμνό χορτάρι, συννεφιάζει!- |
Από φλάσκες κίτρινες να πιω σε ξένα μέρη |
Χρυσάφι υγρό που κάνει το κορμί ν’ ασπαίρει. |
Ύποπτο σήμα πανδοχείου εγώ. |
-Η θύελλα έκρυψε τον ουρανό. Το βράδυ |
Σε αμμουδιά παρθένα χανόταν του δάσους το νερό |
Μια θεοποντή έριχνε στους νερόλακκους χαλάζι |
Κλαίγοντας, έβλεπα το χρυσάφι – μα δεν μπόρεσα να πιω. – |
*
Καλοκαίρι τέσσερις το χάραμα |
Στου έρωτα τον ύπνο βυθισμένοι |
Το δασάκι στην αχνοβολή τη μυρωμένη |
Από το νυχτερινό ξεφάντωμα. |
Πέρα εκεί, στο ξυλουργείο το αχανές |
Στων Εσπερίδων την ανατολή |
Πηγαινοέρχονται ανασκουμπωμένοι |
Οι Μαραγκοί. |
Μες στων νεφών τις Ερημιές και τη γαλήνη |
Θόλους λαμπρούς θα στήσουν |
Όπου οι άνθρωποι |
Ψεύτικούς ουρανούς θα ζωγραφίσουν. |
Α! τι Τεχνίτες λεβεντιά |
Στη Βαβυλώνα υπήκοοι κάποιου βασιλιά |
Λίγο, για χάρη τους, Αφροδίτη |
Τους στεφανωμένους εραστές ν’ αφήσεις. |
Των Εραστών Βασίλισσα εσύ |
Κέρασε τους εργάτες με ρακή |
Να ανασάνουν λίγο απ’ τη δουλειά |
Ώσπου το μεσημέρι στη θάλασσα να βρουν δροσιά. |
*
Οι απαρχαιωμένοι ποιητικοί τρόποι είχαν μεγάλο μερίδιο στην αλχημεία του λόγου μου.
Αφέθηκα στης στιγμής την παραίσθηση: έβλεπα στ’ αλήθεια ένα τζαμί εκεί όπου βρίσκεται ένα εργοστάσιο, μαθητευόμενους τυμπανιστές αγγέλους, άμαξες σε ουράνιες λεωφόρους, ένα σαλόνι στο βυθό μιας λίμνης· τέρατα, μυστήρια· ο τίτλος μιας ελαφριάς κωμωδίας ξυπνούσε μέσα μου τον τρόμο.
Ύστερα εξηγούσα τις μαγικές σοφιστείες μου με λεκτικές παραισθήσεις!
Έφτασα να θεοποιώ την πνευματική μου σύγχυση. Ζούσα στην απραξία, βυθισμένος στη νάρκη: ζήλευα τη μακαριότητα των ζώων – τις κάμπιες που συμβολίζουν την αθωότητα των νηπίων που πέθαναν αβάπτιστα, τους ασπάλακες, τον ύπνο των παρθένων!
Ο χαρακτήρας μου χειροτέρευε. Αποχαιρετούσα τον κόσμο με κάτι σαν ρομάντζες:
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΟ ΨΗΛΟ ΠΥΡΓΟ |
Θέλω νά ’ρθει τώρα |
Του έρωτα η ώρα. |
Έκανα τόση υπομονή |
Κι η λησμονιά παντοτινή. |
Φόβοι, καημοί και θλίψη |
Φεύγουν στα ουράνια ύψη. |
Από μια δίψα νοσηρή |
Το αίμα μου έγινε χολή. |
Θέλω νά ’ρθει τώρα |
Του έρωτα η ώρα. |
Όπως και το λιβάδι |
Παρατημένο στη λησμονιά |
Φουντώνει και θάλλει |
Στα νηρόχορτα και τη λιβανιά |
Μέσα στο άγριο βουητό |
Από βρομόμυγες σωρό. |
Θέλω νά ’ρθει τώρα |
Του έρωτα η ώρα. |
Αγάπησα την ερημιά, τα φρυγμένα περιβόλια, τα εγκαταλειμμένα μαγαζιά, τα ζεστά ποτά. Σερνόμουν σε βρόμικα σοκάκια, και με κλειστά μάτια ξάπλωνα στον ήλιο, το θεό του φωτός.
«Στρατηγέ, αν απόμεινε κάνα παλιό κανόνι στους ρημαγμένους προμαχώνες σου, βομβάρδισέ μας με μπάλες ξερό χώμα. Τις βιτρίνες των ωραίων μαγαζιών! τα σαλόνια! Βάλε την πόλη να φάει τη σκόνη της. Οξείδωσε τις υδρορροές. Πλημμύρισε τα μπουντουάρ με πυρακτωμένη σκόνη ρουμπινιών…»
Α! Το μεθυσμένο μυγιαλούδι στο ουρητήριο του πανδοχείου, ερωτευμένο με τη μυοσωτίδα, που το διαλύει μια αχτίδα!
Μετάφραση από τα Γαλλικά: Χριστόφορος Λιοντάκης
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την πέμπτη δίγλωσση έκδοση του βιβλίου του Αρθούρου Ρεμπώ (1854-1891) Μια εποχή στην κόλαση, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Το Δεκέμβριο του 2013 κυκλοφόρησε από την All Together Now "μια μουσική προσέγγιση του ποιητικού κειμένου στη μετάφραση του Χριστόφορου Λιοντάκη" σε σύνθεση του Γιώργου Χριστιανάκη. Η συγκεκριμένη έκδοση περιέχει ένα βιβλίο 56 σελίδων με αποσπάσματα του κειμένου, σημειώματα, φωτογραφικό υλικό και εικονογραφήσεις και 2 cd, ένα ορχηστρικό και ένα με αφήγηση ολόκληρου του ποιητικού κειμένου Μια εποχή στην κόλαση. Τα κείμενα διαβάζει ο Γιώργος Χριστιανάκης και τα έμμετρα ποιήματα ο Γιάννης Αγγελάκας. Στο σημείωμά του ο συνθέτης σημειώνει: "Το ταξίδι μου με το Μια εποχή στην κόλαση ξεκίνησε σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, όταν διάβασα αυτό το εμβληματικό κείμενο του Αρθούρου Ρεμπώ. [...] Τον Φεβρουάριο του 2011 το 'πιασα πάλι από την αρχή, έστειλα στο διάβολο το φωτοστέφανο του μάρτυρα, την ακτινοβολία της τέχνης, την έπαρση του συνθέτη και βυθίστηκα στην άβυσσο του κειμένου, αναζήτησα τις σιωπές του, τη λάμψη και το σκότος του, τις εναλλαγές των προσωπείων του, τα βέβηλα λόγια του, την τρέλα, τον ίλιγγο της φυγής, και ένιωσα να κυλάω με το αίμα του, και εισήλθα ταπεινά και ολοκλήρωσα μια διαδρομή στο βασίλειό του [...]".
Posted by
Logotexnia 21
at
28.6.14
Labels:
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ,
ΓΑΛΛΙΑ,
ΓΑΛΛΙΚΑ,
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ,
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΚΗΣ,
Ζηλευτά,
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ,
ΜΟΥΣΙΚΗ,
ΠΕΖΟΠΟΙΗΜΑΤΑ,
ΠΟΙΗΣΗ,
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ
Guillaume Apollinaire, Η εξαφάνιση του Ονορέ Συμπράκ
Παρά τις λεπτομερείς έρευνες, η αστυνομία δεν κατάφερε να ρίξει φως στο μυστήριο της εξαφάνισης του Ονορέ Συμπράκ.
Ήταν φίλος μου και γνωρίζοντας την αλήθεια όσον αφορά την υπόθεσή του θεώρησα καθήκον μου να ενημερώσω τη δικαιοσύνη για το τι συνέβη. Ο δικαστής που με δέχτηκε, αφού άκουσε την αφήγησή μου, μου μίλησε με τέτοια τρομακτική ευγένεια που δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω ότι με περνούσε για τρελό. Του το είπα. Έγινε ακόμα πιο ευγενικός και μετά σηκώθηκε και μ’ έσπρωξε μέχρι την πόρτα και είδα τον κλητήρα του όρθιο, με σφιγμένες τις γροθιές, έτοιμο να μου ορμήσει αν έκανα καμιά τρέλα.
Δεν επέμεινα. Η υπόθεση του Ονορέ Συμπράκ είναι όντως τόσο παράξενη που η αλήθεια μοιάζει απίστευτη. Μάθαμε από τις εφημερίδες ότι ο Συμπράκ εθεωρείτο εκκεντρικός. Χειμώνα καλοκαίρι φορούσε μόνο ένα πανωφόρι και παντόφλες. Ήταν πολύ πλούσιος και καθώς η ενδυμασία του με παραξένευε, μια μέρα τον ρώτησα τον λόγο:
-Για να γδύνομαι πιο γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης, μου απάντησε. Εξάλλου γρήγορα συνηθίζει κανείς να βγαίνει ελαφρά ντυμένος. Μια χαρά είναι χωρίς εσώρουχα, παντελόνι και καπέλο. Έτσι ζω από τα εικοσιπέντε και δεν έχω αρρωστήσει ποτέ.
Αντί να με διαφωτίσουν, τα λόγια αυτά μου τόνωσαν την περιέργεια.
-Γιατί, σκέφτηκα, χρειάζεται ο Ονορέ Συμπράκ να γδύνεται γρήγορα;
Κι έκανα ένα σωρό εικασίες…
Μια νύχτα γυρίζοντας σπίτι μου (θα ήταν η ώρα μία, μία και τέταρτο) άκουσα να ψιθυρίζουν το όνομά μου. Ο ψίθυρος μου φάνηκε ότι ερχόταν από τον τοίχο που ακουμπούσα. Σταμάτησα δυσάρεστα έκπληκτος.
-Δεν είναι κανείς πια στο δρόμο;- ξανακούστηκε η φωνή. Εγώ είμαι, ο Ονορέ Συμπράκ.
-Μα πού είστε; - φώναξα κοιτάζοντας ολόγυρα χωρίς να καταφέρω να σχηματίσω μια ιδέα για το πού θα μπορούσε να κρύβεται ο φίλος μου.
Ανακάλυψα μόνο το πασίγνωστο πανωφόρι του απλωμένο στο πεζοδρόμιο, δίπλα στις όχι λιγότερο πασίγνωστες παντόφλες του.
-Να μια περίπτωση, σκέφτηκα, που η ανάγκη έκανε τον Ονορέ Συμπράκ να γδυθεί στο λεπτό. Επιτέλους θα διαλευκάνω ένα ωραίο μυστήριο.
Και είπα δυνατά:
-Ο δρόμος είναι έρημος, φίλε μου, μπορείτε να εμφανιστείτε.
Ξαφνικά ο Ονορέ Συμπράκ ξεκόλλησε κατά κάποιον τρόπο από τον τοίχο όπου εγώ δεν τον είχα διακρίνει. Ήταν εντελώς γυμνός και πριν απ’ όλα άρπαξε, φόρεσε και κούμπωσε το πανωφόρι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μετά έβαλε τις παντόφλες και αβίαστα μου έπιασε κουβέντα καθώς με συνόδευε μέχρι την πόρτα μου.
-Εκπλαγήκατε, είπε, αλλά τώρα καταλαβαίνετε τον λόγο για τον οποίο ντύνομαι τόσο περίεργα. Ωστόσο δεν καταλάβατε πώς κατάφερα να μη με δείτε καθόλου. Είναι πολύ απλό. Υπάρχει το φαινόμενο του μιμητισμού… Η φύση είναι καλή μητέρα. Σε όσα από τα παιδιά της κινδυνεύουν και είναι πολύ αδύναμα για να προστατευθούν έχει δώσει το χάρισμα ν’ αφομοιώνονται στο περιβάλλον… Αλλά τα γνωρίζετε όλα αυτά. Ξέρετε ότι οι πεταλούδες μοιάζουν με τα λουλούδια, ότι μερικά έντομα είναι σαν φύλλα, ότι ο χαμαιλέοντας μπορεί να πάρει όποιο χρώμα τον κρύβει καλύτερα, ότι ο πολικός λαγός έγινε λευκός σαν τις παγωμένες περιοχές όπου δειλός σαν αυτούς που έχουμε ’δω μπορεί να τρέχει αόρατος.
Έτσι ξεφεύγουν αυτά τα αδύναμα ζώα από τους εχθρούς τους, χάρη σε μια ενστικτώδη ευφυΐα που τους τροποποιεί την όψη.
Κι εγώ που έχω πάντα έναν εχθρό από πίσω μου, εγώ που είμαι φοβιτσιάρης και νιώθω ανίκανος να υπερασπιστώ τον εαυτό μου σ’ έναν καβγά, είμαι σαν τα ζώα: από τον φόβο μου σπεύδω ν’ αφομοιωθώ στον περιβάλλοντα χώρο.
Έχουν περάσει πια πολλά χρόνια από τότε που χρησιμοποίησα για πρώτη φορά αυτό το ενστικτώδες χάρισμα. Ήμουν εικοσιπέντε χρονών και σε γενικές γραμμές οι γυναίκες με θεωρούσαν συμπαθητικό και ελκυστικό. Μια από αυτές, που ήταν παντρεμένη, μου έδειξε τόση εύνοια που δεν ήξερα πώς ν’ αντισταθώ. Μοιραία σχέση! Μια νύχτα ήμουν στην ερωμένη μου. Ο αυτοαποκαλούμενος σύζυγός της είχε φύγει για πολλές μέρες. Ήμασταν θεόγυμνοι όταν ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και ο σύζυγος εμφανίστηκε μ’ ένα περίστροφο στο χέρι. Ο φόβος μου ήταν απερίγραπτος και δεν είχα παρά μια επιθυμία έτσι δειλός που ήμουν και είμαι ακόμα: να εξαφανιστώ. Ακουμπώντας στον τοίχο ευχήθηκα να γίνω ένα με αυτόν. Και αμέσως συνέβη το απροσδόκητο. Πήρα το χρώμα της ταπετσαρίας και τα μέλη μου μ’ ένα τέντωμα αυθόρμητο και ασύλληπτο μου φάνηκε ότι έγιναν ένα με τον τοίχο και ότι από ’δω και πέρα κανείς δεν μ’ έβλεπε. Έτσι ήταν πράγματι. Ο σύζυγος μ’ έψαχνε για να με σκοτώσει. Με είχε δει και ήταν αδύνατον να είχα ξεφύγει. Έκανε σαν τρελός και στρέφοντας την οργή του προς τη γυναίκα του, τη σκότωσε εν ψυχρώ μ’ έξι σφαίρες στο κεφάλι. Ύστερα έφυγε κλαίγοντας απαρηγόρητος. Αφού έφυγε, το σώμα μου ξαναπήρε ενστικτωδώς το κανονικό του σχήμα και χρώμα. Ντύθηκα και κατάφερα να φύγω προτού έρθει κανείς… Από τότε διατήρησα αυτό το ευλογημένο χάρισμα που προέρχεται από τον μιμητισμό. Αφού δεν με σκότωσε, ο σύζυγος αφιέρωσε τη ζωή του στον σκοπό αυτό. Χρόνια ολόκληρα με κυνηγάει σε ολόκληρο τον κόσμο και πίστευα ότι του είχα ξεφύγει ερχόμενος να μείνω στο Παρίσι. Αλλά τον είδα μερικά λεπτά προτού εσείς περάσετε. Ο φόβος έκανε τα δόντια μου να χτυπούν. Μόλις που πρόλαβα να γδυθώ και να γίνω ένα με τον τοίχο. Πέρασε δίπλα μου κοιτάζοντας περίεργα το παρατημένο πανωφόρι και τις παντόφλες στο πεζοδρόμιο. Βλέπετε γιατί πρέπει να ντύνομαι πρόχειρα. Δεν θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ το μιμητικό μου χάρισμα αν ντυνόμουν όπως όλος ο κόσμος. Δεν θα μπορούσα να γδύνομαι αρκετά γρήγορα για να ξεφεύγω από τον διώκτη μου και το βασικό είναι πρώτα απ’ όλα να είμαι γυμνός για να μην προδίδουν τα ρούχα πάνω στον τοίχο την εξαφάνισή μου.
Έδωσα συγχαρητήρια στον Ονορέ Συμπράκ για ένα χάρισμα που είχα δει με τα μάτια μου και ζήλευα…
Τις επόμενες ημέρες δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτό και έπιανα τον εαυτό μου να θέλει να τροποποιήσει το σχήμα και το χρώμα του. Δοκίμασα να γίνω λεωφορείο, Πύργος του Άιφελ, ακαδημαϊκός, νικητής του πρώτου λαχνού. Μάταιες οι προσπάθειές μου. Δεν τα κατάφερα. Η θέλησή μου δεν ήταν αρκετά δυνατή και ύστερα μου έλειπε και εκείνος ο ευλογημένος τρόμος, ο απίθανος κίνδυνος που είχε ξυπνήσει το ένστικτο του Ονορέ Συμπράκ…
Δεν τον είχα δει καθόλου για κάποιο κάμποσο καιρό όταν μια μέρα ήρθε πανικόβλητος:
-Αυτός ο άνθρωπος, ο εχθρός μου, μου είπε, με παραμονεύει παντού. Κατάφερα να του ξεφύγω τρεις φορές εκμεταλλευόμενος το χάρισμά μου αλλά φοβάμαι, φοβάμαι, φίλε μου.
Είδα ότι είχε λεπτύνει αλλά δίστασα να του το πω.
-Δεν σας μένει παρά ένα πράγμα να κάνετε, δήλωσα. Για να ξεφύγετε από έναν τόσο ανελέητο εχθρό: φύγετε! Κρυφτείτε σ’ ένα χωριό. Αφήστε ν’ αναλάβω εγώ τις υποθέσεις σας και πηγαίνετε στον πιο κοντινό σταθμό.
Μου έσφιξε το χέρι λέγοντας:
-Συνοδέψτε με, σας ικετεύω, φοβάμαι!
Καθ’ οδόν ήμασταν σιωπηλοί. Ο Ονορέ Συμπράκ γύριζε συνεχώς το κεφάλι, ανήσυχος. Ξαφνικά έβγαλε μια φωνή και άρχισε να τρέχει πετώντας το πανωφόρι και τις παντόφλες του. Και τότε είδα έναν άνδρα να τρέχει πίσω μας. Προσπάθησα να τον σταματήσω. Αλλά μου ξέφυγε. Κρατούσε ένα περίστροφο, με το οποίο σημάδευε τον Ονορέ Συμπράκ. Εκείνος πρόλαβε να φτάσει έναν ψηλό τοίχο στρατοπέδου και ως εκ θαύματος εξαφανίστηκε.
Ο άνδρας με το περίστροφο σταμάτησε έκπληκτος, έβγαλε μια οργισμένη κραυγή και σαν να ήθελε να εκδικηθεί τον τοίχο που του είχε κλέψει το θύμα του, άδειασε το περίστροφό του στο σημείο όπου ο Ονορέ Συμπράκ είχε εξαφανιστεί. Και μετά έφυγε τρέχοντας…
Μαζεύτηκε κόσμος, χωροφύλακες ήρθαν και τους έδιωξαν. Τότε φώναξα τον φίλο μου. Αλλά δεν μου απάντησε.
Ψηλάφισα τον τοίχο, ήταν ακόμα ζεστός, και παρατήρησα ότι από τις έξι σφαίρες του περιστρόφου οι τρεις είχαν χτυπήσει στο ύψος της καρδιάς ενός ανθρώπου ενώ οι άλλες είχαν ξύσει τον γύψο, πιο ψηλά, εκεί που μου φάνηκε να διακρίνεται πολύ αμυδρά το περίγραμμα ενός προσώπου.
Μετάφραση από τα Γαλλικά: Στέργιος Ξηροτάγαρος
Γιος Ελβετού αξιωματικού και Πολωνής αριστοκράτισσας γεννήθηκε ως Wilhelm Albert Wlodzimierz Apolinary de Waz-Kostrowicki στη Ρώμη το 1880 και πέθανε ως Guillaume Apollinaire στο Παρίσι το 1918, δυο ημέρες πριν το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, υποκύπτοντας στην επιδημία ισπανικής γρίπης. Προηγουμένως είχε προλάβει να πάρει μέρος στο τρελό πανηγύρι της αβανγκάρντ που είχε στηθεί στο προπολεμικό Παρίσι και να γίνει με δυο συλλογές ο πρώτος κορυφαίος Γάλλος ποιητής του 20ού αιώνα. Πέρα από τα ποιήματα όμως έγραψε και πολύ ενδιαφέρουσα πρόζα που παραμένει αμετάφραστη στα Ελληνικά. «Η εξαφάνιση του Ονορέ Συμπράκ» ανήκει στη συλλογή ιστοριών που εξέδωσε το 1910 με τον τίτλο L' Herésiarque et Cie [Αιρεσιάρχης και Σια]. Δείτε στη βιβλιοnet ποια έργα του Γκυγιώμ Απολλιναίρ κυκλοφορούν στα Ελληνικά.
Στέργιος Ξηροτάγαρος
© Logotexnia 21 + Stergios Xirotagaros
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


