Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JENNY ERPENBECK. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JENNY ERPENBECK. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Jenny Erpenbeck, Καιρός

[...]
 
   Έξι μήνες αργότερα ο άντρας της είναι στο σπίτι όταν μια γυναίκα παραδίδει δυο μεγάλες κούτες.
   Έκλαιγε, λέει εκείνος, της έδωσα ένα χαρτομάντιλο.
   Μέχρι που μπαίνει το φθινόπωρο οι κούτες είναι στο γραφείο της Καταρίνα.
   Όταν έρχεται η καθαρίστρια, η Καταρίνα τις βάζει πάνω στον καναπέ, κι όταν το δωμάτιο είναι καθαρό, τις βάζει πάλι πίσω στο πάτωμα. Όταν πρέπει να βάλει τη σκάλα για τη βιβλιοθήκη, τις σπρώχνει στην άκρη. Στη βιβλιοθήκη της δεν υπάρχει χώρος για δυο μεγάλες κούτες. Το κελάρι είχε πλημμυρίσει εκείνες τις μέρες. Μήπως να τις βγάλει απλώς, έτσι όπως είναι, στα σκουπίδια; Ανοίγει την πάνω κούτα και κοιτάζει μέσα της. Ύστερα την ξανακλείνει.

Ο Καιρός, ο Θεός της Ευτυχούς Στιγμής, έχει, έτσι λέγεται, μπροστά στο μέτωπό του έναν βόστρυχο, μόνο από κει μπορείς να τον κρατήσεις. Μόλις όμως περάσει ο Θεός με τα φτερωτά πόδια του από μπροστά σου, σου δείχνει τη φαλακρή πίσω πλευρά του κρανίου του, γυαλιστερή είναι κείνη και τίποτα πάνω της δεν πιάνεται με χέρια. Ήταν άραγε ευτυχής η στιγμή, τότε που εκείνη, δεκαεννιάχρονο κορίτσι, συνάντησε τον Χανς; Μια μέρα αρχές Νοεμβρίου κάθεται στο πάτωμα κι αρχίζει να κοιτάζει, φύλλο φύλλο, ντοσιέ ντοσιέ, το περιεχόμενο της πρώτης, ύστερα της δεύτερης κούτας. Κατά βάθος είναι ένα πεδίο με συντρίμμια. Οι παλιότερες σημειώσεις είναι απ’ το ’86, οι νεότερες απ’ το ’92. Γράμματα βρίσκει και αντίγραφα γραμμάτων, σημειώματα, λίστες για ψώνια, ετήσια ημερολόγια, φωτογραφίες και αρνητικά φωτογραφιών, καρτ ποστάλ, κολάζ, πού και πού κάποιο άρθρο εφημερίδας. Ένα κομμάτι ζάχαρη απ’ το καφέ Κράντσλερ θρυμματίζεται στα χέρια της. Αποξηραμένα φύλλα πέφτουν μέσ’ από σελίδες, φωτογραφίες διαβατηρίου πιασμένες με συνδετήρες σε σελίδες, σ’ ένα σπιρτόκουτο υπάρχει μια τούφα μαλλιά.

Έχει κι αυτή μια βαλίτσα με γράμματα, αντίγραφα γραμμάτων και αναμνηστικά, εφήμερα τα περισσότερα απ’ αυτά, όπως λέγονται στη γλώσσα των αρχείων. Έχει τα ημερολόγιά της και τις ατζέντες της. Την επόμενη μέρα ανεβαίνει στη σκάλα της βιβλιοθήκης και κατεβάζει τη βαλίτσα απ’ το πάνω πάνω ράφι, γεμάτη σκόνη είναι, απ’ έξω και μέσα. Πριν από πολύ καιρό τα χαρτιά, εκείνα απ’ τις κούτες του κι εκείνα απ’ τη βαλίτσα της, έκαναν διάλογο μεταξύ τους. Τώρα κάνουν διάλογο με τον χρόνο. Μέσα σε μια τέτοια βαλίτσα, μέσα σε μια τέτοια κούτα, τέλος, αρχή και μέση, βρίσκονται αδιάφορα το ένα για το άλλο μες στη σκόνη των δεκαετιών, βρίσκονται εκείνα που γράφτηκαν για να εξαπατήσουν και εκείνα που θεωρούνταν αλήθεια, εκείνα που αποσιωπήθηκαν κι εκείνα που περιγράφτηκαν, όλα εκείνα βρίσκονται, είτε το θέλουν είτε όχι, διπλωμένα καλά το ένα μέσα στ’ άλλο, βρίσκονται εκείνα που αντιφάσκουν με τον εαυτό τους, ο θυμός που βουβάθηκε όπως και η αγάπη που βουβάθηκε βρίσκονται μαζί μέσα σ’ έναν φάκελο, μέσα στο ίδιο και το αυτό ντοσιέ, τα ξεχασμένα είναι το ίδιο κιτρινισμένα και τσαλακωμένα με κείνα που έχουν μείνει, αμυδρά ή και πολύ καλά, στη μνήμη ακόμα. Η Καταρίνα, ενώ τα χέρια της σκονίζονται κι εκείνα διατρέχοντας τα παλιά ντοσιέ, σκέφτεται άθελά της τον πατέρα της, όπως εμφανιζόταν πάντοτε σαν μάγος στα γενέθλιά της όταν ήταν παιδί. Μια ολόκληρη τράπουλα την πετούσε στον αέρα κι ύστερα απ’ τα χαρτιά που αιωρούνταν διάλεγε εκείνο το ένα που είχε διαλέξει προηγουμένως αυτή ή κάποιο απ’ τ’ άλλα παιδιά.
 
[...]
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ Καιρός, που κυκλοφορεί στα Ελληνικά
από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη, όπως και τα προηγούμενα μυθιστορήματά της.
Με το μυθιστόρημα Καιρός η συγγραφέας και ο μεταφραστής της στα Αγγλικά, Μίχαελ Χόφμαν, απέσπασαν το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2024.
Με τη μετάφραση του μυθιστορήματος στα Τουρκικά απέσπασε και η Ρέγκαϊπ Μιναρέτσι το Βραβείο Μετάφρασης Talât Sait Halman 2023 από το Ίδρυμα Πολιτισμού και Τεχνών της Κωνσταντινούπολης. 
Διαβάστε εδώ ένα κείμενο του Αλέξανδρου Κυπριώτη για το μυθιστόρημα, εδώ την κριτική του Νίκου Μπακουνάκη, εδώ την κριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου και εδώ την κριτική της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου. 
Ακούστε εδώ (από το 40΄50΄΄) την κριτική του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη για το μυθιστόρημα.
Δείτε στη βιβλιοnet ποια άλλα βιβλία της συγγραφέως κυκλοφορούν στα Ελληνικά.
 
 

Jenny Erpenbeck, Ιστορία του γερασμένου παιδιού


[Αποσπάσματα]

























Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από τη δραματοποιημένη ανάγνωση ολόκληρης της νουβέλας Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Τζέννυ Έρπενμπεκ, που πραγματοποιήθηκε για μία ημέρα, την 21η Σεπτεμβρίου 2016, στο Ινστιτούτο Goethe της Αθήνας, με τον γενικό τίτλο “Jenny Erpenbeck, Ιστορία του γερασμένου παιδιού / Έτσι άρχισαν όλα”. 



ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο: Τζέννυ Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Εκδόσεις Ίνδικτος 2004)
Σκηνοθετική επιμέλεια: Στέφανος Ντρέκος
Ηχοτοπίο: Κωνσταντίνος Βήτα
Σκίτσο: Στέλλα Σαρηγιαννίδου
Τεχνική επιμέλεια: Νίκος Δημητρακάκος
Βίντεο: Δημήτρης Μαυροκέφαλος
Διάβασαν οι ηθοποιοί: Μαρία Γεωργιάδου, Ελένη Μολέσκη, Ιωάννα Ραμπαούνη
Ηχογραφημένη φωνή: Ρίτα Λυτού



Jenny Erpenbeck, Δοκιμασία

Foto by Griszka Niewiadomski

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Μέχρι το σύμπλεγμα των βράχων, που εν τω μεταξύ φαίνεται ακόμα μόνο λόφος ομαλός πάνω από το σπίτι, τραβήχτηκε πριν από είκοσι τέσσερις χιλιάδες χρόνια περίπου ο πάγος. Από την τεράστια πίεση που ασκούσε ο πάγος τσάκισαν και λιανίστηκαν οι παγωμένοι κορμοί των βελανιδιών, των σκληθρών και των πεύκων, τμήματα του συμπλέγματος των βράχων έσκασαν, κομματιάστηκαν, θρυμματίστηκαν, λιοντάρια, λεοπαρδάλεις και αιλουροειδή σπαθόδοντα εκδιώχθηκαν σε νοτιότερες περιοχές. Πέρα από το σύμπλεγμα των βράχων ο πάγος δεν περνούσε. Ύστερα γινόταν λίγο λίγο ησυχία, κι ο πάγος άρχισε τη δουλειά του, τον ύπνο. Ενώ για χιλιετηρίδες άπλωνε ή περιέφερε μόνο κατά εκατοστά το γιγάντιο ψυχρό κορμί του, λείαινε σιγά σιγά από κάτω του στρογγυλά τα θραύσματα των βράχων. Σε θερμότερα χρόνια, δεκαετίες, αιώνες το νερό στην επιφάνεια του στρώματος του πάγου έλιωνε λίγο, και σε σημεία που η άμμος κάτω απ’ τον πάγο ήταν εύκολο να ξεπλυθεί γλιστρούσε κάτω απ’ το βαρύ γιγάντιο σώμα. Έτσι, όπου κάποιο ύψωμα εμπόδιζε την προώθησή του, ο πάγος έπαιρνε, ξεφεύγοντας από τον εαυτό του ως νερό, τον δρόμο της επιστροφής και κυλούσε κάτω το βουνό. Σε ψυχρότερα χρόνια ο πάγος ήταν απλώς εκεί, κειτόταν κι ήταν βαρύς. Κι όπου, λιώνοντας, σε θερμότερα χρόνια είχε σκάψει στο έδαφος από κάτω του αύλακες, εκεί πίεζε στα ψυχρότερα χρόνια, δεκαετίες, αιώνες τον πάγο του μ’ όλη τη δύναμή του και πάλι μέσα, για να τις κλείσει.


Όταν πριν από δεκαοκτώ χιλιάδες χρόνια περίπου οι γλώσσες του παγετώνα άρχισαν να λιώνουν κι ύστερα, ενώ η γη γινόταν όλο και πιο θερμή, σχεδόν όλα τα νοτιότερα μέλη του, άφησε πίσω του λίγα μόνο ενέχυρα στα βάθη των αυλάκων, νησιά από πάγο, ορφανεμένος πάγος, νεκρός πάγος ονομάστηκε αργότερα.


Απ’ το κορμί που άλλοτε ανήκε αποκομμένος κι εγκλωβισμένος μέσα στις αύλακες, άρχισε πολύ αργότερα να λιώνει αυτός ο πάγος, γύρω στο δεκατρείς χιλιάδες πριν από την έναρξη της χριστιανικής μέτρησης του χρόνου έγινε πάλι νερό, διαπότισε τη γη, εξατμίστηκε στον αέρα κι έπεσε πάλι βροχή, ως νερό άρχισε να κάνει κύκλους μεταξύ ουρανού και γης. Όπου δεν μπορούσε να διεισδύσει πιο βαθιά, επειδή το έδαφος ήταν ήδη χορτάτο, συγκεντρωνόταν πάνω απ’ την κυανή άργιλο και ανέβαινε, έκοβε με την επιφάνειά του εγκάρσια τη σκούρα γη και εμφανίστηκε πάλι μόνο στην αύλακα ως καθάρια λίμνη. Η άμμος, που το ίδιο το νερό την είχε βγάλει τρίβοντας τον βράχο, όταν ήταν ακόμη πάγος, τσουλούσε τώρα εδώ κι εκεί από τα πλάγια μέσα σ’ εκείνη τη λίμνη και βυθιζόταν στον πυθμένα της, έτσι σχηματίστηκαν σε κάποια σημεία υπολίμνια βουνά, σε άλλα σημεία έμεινε το νερό τόσο βαθύ, όση ήταν αρχικά η αύλακα. Για κάποιο χρόνο η λίμνη τώρα καταμεσής των λόφων της Μαρκ θα έδειχνε την επιφάνειά της στον ουρανό, θα κειτόταν γυαλιστερή εκεί ανάμεσα σε βελανιδιές, σκλήθρες και πεύκα που τώρα μεγάλωναν πάλι, πολύ αργότερα, όταν κάποτε θα υπήρχαν άνθρωποι, θα έπαιρνε μάλιστα απ’ αυτούς τους ανθρώπους κι ένα όνομα: Θάλασσα της Μαρκ, αλλά μια μέρα θα χανόταν πάλι, γιατί, όπως κάθε λίμνη, ήταν κι αυτή κάτι πρόσκαιρο μόνο, όπως κάθε μήτρα ήταν κι εκείνη η αύλακα εκεί μόνο και μόνο για να κλείσει κάποτε πάλι εντελώς. Και στη Σαχάρα υπήρχε κάποτε νερό. Μόλις στους νεότερους χρόνους εμφανίστηκε εκεί αυτό που επιστημονικά χαρακτηρίζεται ερημοποίηση, στην καθομιλουμένη ρήμαγμα. 



Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης





Το παραπάνω απόσπασμα είναι ο εναρκτήριος Πρόλογος από το μυθιστόρημα της πολυβραβευμένης Γερμανίδας συγγραφέως Τζέννυ Έρπενμπεκ Δοκιμασία, το οποίο δεν έχει εκδοθεί ακόμη στα Ελληνικά. Αυτό και δύο ακόμη αποσπάσματα από το ίδιο μυθιστόρημα θα διαβαστούν μεταξύ άλλων στην ανοιχτή εκδήλωση για το κοινό που διοργάνωσε η Λέσχη Ανάγνωσης Degas με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου μυθιστορήματος της Έρπενμπεκ στα Ελληνικά, Η συντέλεια του κόσμου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2017), στις 24 Νοεμβρίου 2017 στις 7 μ.μ. στο Πολιτιστικό Κέντρο Μοσχάτου Θεόδωρος Αγγελόπουλος.

Άλλα έργα της Τζέννυ Έρπενμπεκ που έχουν εκδοθεί στα Ελληνικά είναι η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (Ίνδικτος 2004), η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα (Ίνδικτος 2006) και το μυθιστόρημα Παιχνίδι με τις λέξεις (Ίνδικτος 2008). Μία παρουσίαση του τελευταίου μυθιστορήματος της, που εκδόθηκε στη Γερμανία το 2015 και θα εκδοθεί στα Ελληνικά το 2018 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη με τον τίτλο Περαστικοί, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ. 


Jenny Erpenbeck, Η συντέλεια του κόσμου

Foto by Elisabeth Fuchs

[...]


Παίρνει κουβέρτες και μαξιλάρια από την κούνια, τραβάει τα σεντόνια, κατεβάζει το ύφασμα που σκεπάζει την κούνια από τον ξύλινο σκελετό και σπρώχνει την κούνια στην άκρη. Το κακό είχε αρχίσει πριν από πολλά χρόνια, τότε κι η κόρη της η ίδια ήταν ακόμα βρέφος. Όταν ακούσανε τη φασαρία απ’ έξω, ο άντρας της είχε στείλει αμέσως την παραμάνα με το παιδί πάνω στο παιδικό δωμάτιο, να μανταλώσει την πόρτα, σε καμία περίπτωση να μην ανοίξει άμα χτυπήσει κάποιος, και να κλείσει καλά τα παραθυρόφυλλα. Ύστερα είχανε τρέξει στο κάτω πάτωμα από παράθυρο σε παράθυρο για να δούνε τι γινόταν: στους γύρω δρόμους και στην πλατεία μπροστά στο σπίτι φαινότανε να μαζεύεται κόσμος, κάποιοι τρέχανε, κάποιοι φωνάζανε, αλλά τι φωνάζανε δεν καταλάβαινες. Αυτή κι ο άντρας της δεν είχανε προλάβει να κλείσουνε και κάτω τα παραθυρόφυλλα, πριν το πετύχουνε το σπίτι οι πρώτες πέτρες. Ο άντρας είχε προσπαθήσει ν’ αναγνωρίσει ποιος έριχνε τις πέτρες, κι είχε αναγνωρίσει τον Αντρέι. Αντρέι, είχε φωνάξει, Αντρέι! Αλλά ο Αντρέι δεν άκουγε, ή έκανε ότι δεν άκουγε, πράγμα που ήτανε πιο πιθανό, γιατί ήξερε βέβαια ποιος έμενε στο σπίτι που πετροβολούσε. Μετά μια πέτρα του Αντρέι πέταξε κι έσπασε ένα τζάμι, πέρασε παρά τρίχα απ’ το κεφάλι της, ακούστηκε να σπάει την τζαμένια βιβλιοθήκη πίσω της και πέτυχε τον 9ο τόμο της δερματόδετης έκδοσης των Απάντων του Γκαίτε, που την είχε πάρει δώρο ο άντρας της απ’ τους γονείς του για το απολυτήριό του απ’ το σχολείο. Κανένας αέρας από καμιά πλευρά! / Νεκρική σιγή φρικτή! / Πέρα στην απεραντοσύνη μακριά / Δεν κινείται κύμα εκεί! Αμέσως είχε ανοίξει ο άντρας της όλο θυμό την πόρτα της εισόδου, προφανώς για ν’ αρπάξει τον Αντρέι απ’ τον γιακά και να τον φέρει στα λογικά του, αλλά την είχε κλείσει την πόρτα πάλι αμέσως, τώρα που έβλεπε τον Αντρέι να έρχεται τροχάδην προς το σπίτι μαζί με τρεις τέσσερις άλλους νέους άντρες, που ο ένας τους κρατούσε ένα τσεκούρι στο χέρι. Είχε γυρίσει γρήγορα το κλειδί στην κλειδαριά και μαζί μ’ αυτήν, τη γυναίκα του, είχανε προσπαθήσει να καρφώσουνε στην πόρτα τις σανίδες που πάντα ήτανε πρόχειρες κοντά στην πόρτα για μια τέτοια περίπτωση ανάγκης. Γι’ αυτό όμως ήτανε ήδη πάρα πολύ αργά, πού να βρούνε τα καρφιά, πού να βρούνε το σφυρί, η πόρτα άρχισε ήδη να σκίζεται από τις τσεκουριές. Αντρέι, Αντρέι. Τότε είχαν ανέβει αυτή κι ο άντρας της τρέχοντας τη σκάλα, είχανε βαρέσει την πόρτα πίσω απ’ την οποία καθότανε η παραμάνα με το παιδί, αλλά εκείνη δεν είχε ανοίξει, είτε γιατί δεν κατάλαβε ποιος ήθελε να μπει μέσα είτε επειδή φοβότανε τόσο πολύ, που απλώς δεν ήθελε ν’ ανοίξει την πόρτα. Από την τελευταία, απότομη ξύλινη σκάλα είχανε ξεφύγει αυτή κι ο άντρας της στη σοφίτα, όταν ο Αντρέι και οι άντρες του κάτω είχανε ήδη εισβάλει μες στο σπίτι. Στο ισόγειο οι εισβολείς σπάσανε τα υπόλοιπα τζάμια στα παράθυρα, ξηλώσανε τα κουφώματα απ’ τον τοίχο, ρίξανε κάτω τη βιβλιοθήκη, σκίσανε τα παπλώματα, κάνανε θρύψαλα τα πιάτα και τα βάζα, πετάξανε τα τρόφιμα στον δρόμο, ύστερα όμως ένας απ’ αυτούς πρέπει να άκουσε που αυτή κι ο άντρας της προσπαθούσανε να μανταλώσουνε την πόρτα της σοφίτας, γιατί χωρίς να σταματήσουνε στον πρώτο όροφο ανέβαιναν τρέχοντας τώρα οι άντρες τη σκάλα, σκίζανε στον δρόμο προς τα επάνω την ταπετσαρία απ’ τους τοίχους κι ανοίγανε με το τσεκούρι εδώ κι εκεί τρύπες στα ντουβάρια. Αυτή κι ο άντρας της στέκονταν πίσω απ’ την πόρτα της σοφίτας, που ήταν πολύ λεπτή, είχανε βάλει το μάνταλο, αλλά δεν είχαν βρει κανένα έπιπλο που να ’ναι αρκετά βαρύ για να οχυρώσουνε την πόρτα, ακούγανε τώρα τα βήματα των αντρών στην τελευταία, απότομη ξύλινη σκάλα. Εισάκουσον, Κύριε, της προσευχής μου και δος ακρόασιν εις την κραυγήν μου· μη παρασιωπήσης εις τα δάκρυά μου. Διότι πάροικος είμαι παρά σοι και παρεπίδημος, καθώς πάντες οι πατέρες μου.


Παύσαι απ’ εμού, διά να αναλάβω δύναμιν, πριν αποδημήσω και δεν υπάρχω πλέον. Ο ουρανός, ο ουρανός. Αφού δεν πήγαινε προς τα κάτω, έπρεπε να υπάρχει διέξοδος προς τα πάνω. Αρχίσανε να βγάζουνε τα κεραμίδια της σκεπής με τα χέρια κι έκαναν ένα άνοιγμα. Αλλά η πόρτα στην πλάτη τους, που σταματάει για μια στιγμή τούς διώκτες τους, είναι λεπτή, μια δυο σανίδες μόνο. Ο άντρας της τη βοηθάει να σηκωθεί ψηλά και μέσ’ απ’ το άνοιγμα να σκαρφαλώσει στη σκεπή. Κι ύστερα αυτή θέλει να τον τραβήξει. Κι ύστερα η λεπτή πόρτα δεν αντέχει πια τα χτυπήματα του όχλου. Κι ύστερα αυτή τον τραβάει απ’ το ’να χέρι, κι οι άντρες κάτω απ’ τ’ άλλο. Ο Λωτ δεν θέλει να παραδώσει τους αγγέλους που φιλοξενεί. Ο Λωτ στέκεται στο κατώφλι, ο λαός τον αρπάζει απ’ το χέρι και θέλει να τον τραβήξει έξω, για να τον τιμωρήσει για το δικαίωμα φιλοξενίας που παρέχει, τουλάχιστον να ορμήσουνε σ’ αυτόν, να σοδομίσουνε αυτόν, να φτύσουνε, να βασανίσουνε και να τσαλαπατήσουνε αυτόν, οι άγγελοι όμως τον αρπάζουν από μέσα με τ’ αγγελικά τα χέρια τους απ’ τ’ άλλο χέρι, είναι δυνατοί, τους ανθρώπους απ’ έξω τους τυφλώνουνε, τραβάνε τον Λωτ πάλι μες στο σπίτι και κλείνουνε την πόρτα ανάμεσα σ’ εκείνον και τους ανθρώπους, οι άνθρωποι απ’ έξω δεν βλέπουνε πια ο ένας τον άλλον, κι ούτε την είσοδο για το σπίτι του Λωτ πια, ψηλαφίζουνε με τα χέρια τους τους τοίχους κι αναγκάζονται να φύγουνε. Θεέ μου, μη βραδύνης. Αυτή δεν έχει τη δύναμη των αγγέλων, δεν καταφέρνει να τραβήξει τον άντρα της επάνω προς το μέρος της, κρατώντας γερά τον άντρα της απ’ το χέρι ζητάει απ’ τον Αντρέι, που τον ξέρει από παιδί, έλεος, κι απ’ τους άντρες, που δεν τους ξέρει, ανάμεσά τους κι από κείνον με το τσεκούρι, έλεος, αλλά, ενώ κρατάει ακόμα γερά το χέρι του άντρα της, τον άντρα της που κρέμεται από κάτω της πρώτα τον βρίζουνε οι άντρες που δεν τους ξέρει, κι ο Αντρέι που τον ξέρει από παιδί, ύστερα τον χτυπάνε, έλεος, και τελικά μπροστά στα μάτια της τον κομματιάζουνε. Αυτή δεν τον αφήνει. Πρώτα κρατάει τον άντρα της απ’ το χέρι, ύστερα κρατάει μόνο ένα κομμάτι κρέας απ’ το χέρι, ύστερα δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό πια που να μπορεί να το τραβήξει πάνω προς το μέρος της στον καθαρό αέρα. Ύστερα είναι μια Εβραία χήρα, που κρατάει απ’ το χέρι τον θάνατο. Ύστερα τον αφήνει, σηκώνεται και κοιτάζει τη μικρή πόλη εκεί κάτω και το τοπίο μακριά. Είναι μέρα μεσημέρι, υπάρχουνε αχυροσκεπές και σκεπές που είναι στρωμένες με σανίδια, υπάρχουνε δρόμοι, πλατείες και σιντριβάνια, πέρα μακριά χωράφια και δάσος, αγελάδες είναι σ’ ένα λιβάδι, μια άμαξα διασχίζει έναν χωματόδρομο, κάτω απ’ το σπίτι στέκονται άνθρωποι που κοιτάζουνε πάνω προς το μέρος της και τώρα σωπαίνουνε και δεν κουνιούνται. Κι ύστερα βλέπει ξαφνικά ότι χιονίζει. Όλα θα παγώσουνε τώρα, σκέφτεται, καλό αυτό, σκέφτεται, χιόνι, χιόνι. Χάνει τις αισθήσεις της και καταρρέει, κατρακυλάει απ’ την επικλινή στέγη προς τα κάτω και πέφτει, όπως το θέλει η τύχη της, σ’ έναν σωρό με ρούχα, σκεπάσματα και κουρτίνες που είχανε πετάξει στον δρόμο πρωτύτερα οι άντρες, μένει ξαπλωμένη εκεί μες στον σωρό με τα κουρέλια, μες στο αίμα της μαρμελάδας σμέουρο, που έφτιαξε μόνη της πέρυσι το καλοκαίρι, το βάζο με τη μαρμελάδα έγινε κομμάτια όταν το πέταξαν έξω, κείτεται έτσι εκεί, με σπασμένα μέλη, τα μάτια κλειστά, και κανένας από κείνους που σωπαίνουνε στην πλατεία δεν πλησιάζει ή δεν κοιτάζει να δει αν αυτή ζει ακόμα. Αυτή ζει, αλλά εκείνη τη στιγμή κι η ίδια δεν το ξέρει. Οι νιφάδες παίρνουν από το πέσιμό της γι’ άλλη μια φορά ώθηση προς τα πάνω, περισσότερα φτερά πετάγονται απ’ τα κατασκισμένα σκεπάσματα προς τα πάνω, τρυφερά πούπουλα χήνας αιωρούνται στον αέρα και πέφτουνε σιγά σιγά στα κλαδιά των δέντρων, χιόνι, χιόνι, ακριβώς όπως τον χειμώνα.


Με την αγκαλιά γεμάτη ασπρόρουχα φεύγει τώρα απ’ το παιδικό δωμάτιο και περνάει μπροστά απ’ την κόρη της που κάθεται στο σκαμνάκι. Ξέρει πολύ καλά γιατί πάντρεψε την κόρη της μ’ έναν χριστιανό. Ο μπαμπάς έφυγε μια μέρα και δεν ξαναγύρισε, είχε πει στην κόρη της όταν εκείνη άρχισε να ρωτάει για μπαμπά. Γιατί έφυγε; Πού πήγε; Θα ξαναγυρίσει ποτέ καμιά φορά;


Στη βιβλιοθήκη μπήκανε καινούργια τζάμια. Πούλησε το σπίτι στο γκέτο και μετακόμισε στο κέντρο της πόλης, συνέχισε να κρατάει το μαγαζί του άντρα της και ό,τι μπορούσε να εξοικονομήσει το έβαζε στην άκρη για την προίκα της κόρης της. Αυτή ξέρει, πολύ καιρό τώρα πια, αυτό που η κόρη της θα μάθει από τη μια μέρα στην άλλη: Στο τέλος μιας ημέρας που κάποιος πέθανε δεν έρχεται δα και η συντέλεια του κόσμου.


[...]


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης




Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα της πολυβραβευμένης Γερμανίδας συγγραφέως Τζέννυ Έρπενμπεκ Η συντέλεια του κόσμου, που κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη. Η συντέλεια του κόσμου αποτελείται από πέντε βιβλία, στα οποία παρεμβάλλονται τέσσερα ιντερμέδια, και αφηγείται τις πολλές εν δυνάμει ζωές, αλλά και τους διαφορετικούς θανάτους ενός κοριτσιού που γεννήθηκε στη Γαλικία της αυστροουγγρικής μοναρχίας λίγο μετά το 1900 από μάνα Εβραία και πατέρα χριστιανό. Το παραπάνω απόσπασμα είναι το τρίτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το πρώτο βιβλίο εδώ. 

Η συντέλεια του κόσμου είναι το προτελευταίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ, εκδόθηκε στη Γερμανία το 2012 και απέσπασε 4 βραβεία για γερμανόφωνους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και το σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο Hans Fallada. Το 2015 απέσπασε στη Μεγάλη Βρετανία το Βραβείο Ξενόγλωσσης Λογοτεχνίας της εφημερίδας The Independent (σε μετάφραση της Αμερικανίδας Susan Bernofsky) και στην Ολλανδία το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο (σε μετάφραση της Elly Schippers). 

Άλλα έργα της Τζέννυ Έρπενμπεκ που έχουν εκδοθεί στα Ελληνικά είναι η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (Ίνδικτος 2004), η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα (Ίνδικτος 2006), και το μυθιστόρημα Παιχνίδι με τις λέξεις (Ίνδικτος 2008). Μία παρουσίαση του τελευταίου της μυθιστορήματος της, που εκδόθηκε στη Γερμανία το 2015, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ. 



Jenny Erpenbeck, Περαστικοί

Oranienplatz Photo by DPA


[…]


9


Τις επόμενες δύο εβδομάδες ο Ρίχαρντ τις εκμεταλλεύεται για να διαβάσει μερικά βιβλία για το θέμα και να σχεδιάσει έναν κατάλογο με ερωτήσεις για τις συζητήσεις που θέλει να κάνει με τους πρόσφυγες. Μετά το πρωινό πιάνει δουλειά, στη 1 η ώρα τρώει για μεσημέρι, κοιμάται μία ώρα, ύστερα κάθεται πάλι στο γραφείο του ή διαβάζει μέχρι το βράδυ στις οκτώ ή στις εννιά. Είναι σημαντικό να κάνει τις σωστές ερωτήσεις. Και οι σωστές ερωτήσεις δεν είναι απαραιτήτως οι ερωτήσεις που κάνει κανείς όταν ανοίγει το στόμα του.


Για να μάθει τη μετάβαση από μία γεμισμένη και συγκεκριμένη καθημερινότητα σε μία ανοιχτή προς όλες τις πλευρές, εκτεθειμένη στα ρεύματα τρόπον τινά καθημερινότητα της ζωής ενός πρόσφυγα, πρέπει να ξέρει τι ήταν στην αρχή, τι στη μέση – και τι είναι τώρα. Εκεί που η ζωή ενός ανθρώπου συνορεύει με την άλλη ζωή του ίδιου ανθρώπου πρέπει όντως να είναι ορατή η μετάβαση, η οποία, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, δεν είναι τίποτα ουσιαστικά η ίδια.




Πού μεγαλώσατε; Ποια είναι η μητρική σας γλώσσα; Σε ποια θρησκεία ανήκετε; Πόσοι άνθρωποι ήσασταν στην οικογένειά σας; Πώς ήταν το διαμέρισμα, το σπίτι, που μεγαλώσατε; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας; Είχατε τηλεόραση; Πού κοιμόσασταν; Τι τρώγατε; Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια; Έχετε πάει σχολείο; Τι ρούχα φορούσατε; Είχατε κατοικίδια ζώα; Μάθατε κάποιο επάγγελμα; Έχετε δική σας οικογένεια; Πότε φύγατε από την πατρίδα σας; Γιατί; Έχετε ακόμα επαφές με την οικογένειά σας; Με ποιο σκοπό φύγατε; Πώς τους αποχαιρετήσατε; Τι πήρατε μαζί σας, όταν φύγατε; Πώς φανταζόσασταν την Ευρώπη; Τι είναι διαφορετικό; Πώς περνάτε τις ημέρες σας; Τι σας λείπει πιο πολύ; Τι επιθυμείτε; Αν είχατε παιδιά, που μεγάλωναν εδώ, τι θα τους λέγατε για την πατρίδα σας; Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ; Πού θέλετε να σας θάψουν;


[…]



54


Στις αρχές Φεβρουαρίου φθάνουν για όλους του άντρες στην ομάδα της πλατείας Οράνιεν, που στη Γερμανία δεν έκαναν ποτέ αίτηση ασύλου, αλλά παρ’ όλ’ αυτά είναι εδώ, οι επιστολές από την Υπηρεσία Αλλοδαπών. Κάθε ξεχωριστή περίπτωση εξετάζεται λοιπόν και κρίνεται. Αποδείχθηκε, κάτι που και με την εκκαθάριση της πλατείας πέρυσι το φθινόπωρο ήταν ήδη γνωστό: ότι μόνο η Ιταλία είναι αρμόδια για τους άντρες που έφθασαν στην Ιταλία.


Ο Αλί από το Τσαντ, που δούλεψε σαν νοσοκόμος στη μητέρα της Άννε, πρέπει να φύγει.


Ο Χαλίλ, που δεν ξέρει πού είναι οι γονείς του και αν ζούνε ακόμα, πρέπει να φύγει.


Ο Τσανί, εκείνος με το χαλασμένο μάτι, που έφερε μαζί του τα άρθρα για τη σφαγή στη γενέτειρά του, πρέπει να φύγει.


Ο Γιουσούφ από το Μαλί, ο λαντζέρης, που θέλει να γίνει μηχανικός, πρέπει να φύγει.


Ο Μωχάμετ, που λόγω μόδας αφήνει το παντελόνι να του πέφτει μέχρι κάτω χαμηλά και φαίνεται ο πισινός του, πρέπει να φύγει.


Ο Γιάγια, που έκοψε το καλώδιο του κουδουνιού, για να σταματήσει τον δοκιμαστικό συναγερμό, πρέπει να φύγει.


Και ο Ρούφου, με το σφράγισμά του στο δόντι.


Να φύγει πρέπει ο Απόλλων, που το σπίτι του είναι στην έρημο του Νίγηρα, στην περιοχή που η Γαλλία εξορύσσει ουράνιο.


Να φύγει πρέπει ο Τριστάνος.


Και ο Καρόν πρέπει να φύγει, ο αδύνατος.


Να φύγει πρέπει κι ο ψηλός o Ιτέμπα, που μαγειρεύει πολύ καλά.


Όταν του ζητάνε ν’ αδειάσει το δωμάτιό του, κόβει τις φλέβες του μπροστά στα μάτια των δημοσίων υπαλλήλων και μεταφέρεται στο ψυχιατρείο.


Να φύγει πρέπει κι ο Ρασίντ.


Τη Δευτέρα, που παίρνει την επιστολή, περιχύνεται με βενζίνη στην πλατεία Οράνιεν και θέλει να καεί.





Πού πάει ένας άνθρωπος, όταν δεν ξέρει πού να πάει;



[…]




Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

 

 



Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το τελευταίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ (γεν. 1967) gehen, ging, gegangen που εκδόθηκε από τον Albrecht Knaus Verlag το 2015. Ο Ρίχαρντ είναι ένας συνταξιούχος καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, πρώην κάτοικος του Βερολίνου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, ο οποίος αποφασίζει να πάρει συνέντευξη από τους πρόσφυγες που έχουν φθάσει στο Βερολίνο από την Αφρική και έχουν αρχικά κατασκηνώσει στην πλατεία Οράνιεν, την πλατεία που έχει ταυτιστεί με το προσφυγικό ζήτημα στο Βερολίνο, και αρχίζει να μαθαίνει και να συνειδητοποιεί την καθημερινότητά τους στην Ευρώπη. Ο τίτλος του μυθιστορήματος gehen, ging, gegangen είναι οι τρεις αρχικοί ρηματικοί τύποι του ρήματος «πηγαίνω» στα Γερμανικά, όπως τους μαθαίνει κανείς όταν διδάσκεται τη γλώσσα.


Διαβάστε στον Αναγνώστη ένα άρθρο της Ελένης Τορόση για το μυθιστόρημα αυτό.


Όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ. 


Από τα βιβλία της Τζέννυ Έρπενμπεκ έχουν ήδη εκδοθεί στα Ελληνικά η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού, η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα και το μυθιστόρημα Παιχνίδι με τις λέξεις, όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος. 




Άνθρωπος στη θάλασσα, Παιχνίδι με τις λέξεις (Jenny Erpenbenck)

Photo by Buba Soso Gabedava


[…]


ΚΟΡΙΤΣΙ: Ηλιόλουστα κι ήσυχα είναι στην πόλη μας εκεί που μένει η αστυνομία.


[…]


ΝΑΤΑΣΣΑ: Έχω πάει εκεί. Έχω πάει στην Αργεντινή. Έχω πάει στο Μπουένος Άιρες. Πριν χρόνια. Ένα ταξίδι αναψυχής. Πήγα διακοπές. Τι όμορφη πόλη. Τότε εγκαινίασα και την φωτογραφική μου μηχανή. Θυμάμαι έβγαζα συνέχεια φωτογραφίες. Πλατείες, μνημεία, λεωφόρους. Κανονική τουρίστρια. Κοντά στο ξενοδοχείο υπήρχε και μία πλατεία που μου έκανε εντύπωση τότε. Να ορίστε. Έχω μαζί μου και μία φωτογραφία να σας δείξω. Είναι ένα μέρος της πλατείας αυτό που βλέπετε. Είναι η πλατεία Μαΐου. Plaza de Mayo. Αφιερωμένη στην Ανεξαρτησία της Αργεντινής από τους Ισπανούς τον Μάιο του 1810. Η πλατεία βρίσκεται απέναντι από το προεδρικό μέγαρο του Μπουένος Άιρες, το Ροζ Σπίτι, Casa Rosada. Σ΄ αυτή λοιπόν την πλατεία, από το 1977, κάθε Πέμπτη απόγευμα συγκεντρώνονταν κάποιες γυναίκες. Είναι οι μητέρες της πλατείας Μαΐου και λίγο αργότερα οι γιαγιάδες της πλατείας Μαΐου.


ΟΛΟΙ: Μια μεγάλη γυναίκα έρχεται προς το μέρος μας, κρατάει ένα σωρό άδειες πλαστικές σακούλες, άσπρες, ροζ, πορτοκαλιές, στα χέρια της, εκείνες φουσκώνουνε μ' έναν άνεμο που εμείς δεν τον νιώθουμε και θροΐζουνε, ολόκληρη η γυναίκα έχει φουσκώσει και θροΐζει, ενώ περπατάει, κι εμείς περιμένουμε ότι προτού ακόμα μας φτάσει θ' ανοίξει τα φτηνά φτερά της και θα πετάξει ψηλά. Αλλά εκείνη απλώς μας αγγίζει καθώς περνάει μ' όλα τα άδεια που κρατάει στα χέρια της, και μας γελάει, γυρίζει μάλιστα προς το μέρος μας, για να μας δώσει τη δυνατότητα να τη βλέπουμε για πιο πολύ.


ΝΑΤΑΣΣΑ: Συγκεντρώνονταν εκεί γιατί αναζητούσαν τους εξαφανισμένους συγγενείς τους. Τους Desaparecidos. Διεκδικούσαν αλήθεια και δικαιοσύνη. Οι γιαγιάδες αναζητούσαν τα εγγόνια τους. Γιατί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής χούντας του Βιντέλα, οι αντιφρονούντες, οι αντικαθεστωτικοί κυνηγήθηκαν. Τους φυλάκισαν, τους βασάνισαν άγρια, τους δολοφόνησαν. Πάνω από 30.000 αγνοούμενοι. Τους πετούσαν από τα αεροπλάνα μέσα στη θάλασσα. Γυναίκες που ήταν έγκυες και τις φυλάκιζαν, γεννούσαν, τις σκότωναν και στη συνέχεια έδιναν τα μωρά τους για υιοθεσία σε καθεστωτικές οικογένειες. Ή άρπαζαν τα παιδιά των αντικαθεστωτικών, αφού εκείνους τους σκότωναν. Τα «κλεμμένα παιδιά» της Αργεντινής. Οι γιαγιάδες της πλατείας Μαΐου φορούσαν λευκά μαντήλια στο κεφάλι τους. Λευκά μαντήλια. Να, τα βλέπετε στην φωτογραφία αυτά τα ζωγραφισμένα λευκά μαντήλια; Γιατί επί χούντας δεν επιτρέπονταν οι διαδηλώσεις, απαγορευόταν, απαγορευόταν να κρατάνε πλακάτ. Γι΄ αυτό οι γυναίκες έγραφαν τα ονόματα των desaparecidos επάνω στα λευκά μαντήλια. Pedro, Estella, Antonio, Rosita …


[…]




Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την θεατρική παράσταση «Παιχνίδι με τις λέξεις» της ομάδας «Άνθρωπος στη θάλασσα» που βασίζεται στο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις (μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος, 2008). 

Το «Παιχνίδι με τις λέξεις» θα παιχτεί στις 11, 12 και 13 Μαρτίου 2016 στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Ανοιχτή Σκηνή 2016 – Θεατρικές φωνές της πόλης» στο Δημοτικό θέατρο ANETON στη Θεσσαλονίκη.

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Κλαίρη Χριστοπούλου

Διασκευή - δραματουργία: Κλαίρη Χριστοπούλου, Ματίνα Παγουλάτου

Σκηνικά – κοστούμια: Ελίνα Ευταξία

Μουσική: Κωστής Βοζίκης

Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίνα Ευταξία, Κλαίρη Χριστοπούλου

Φωτογραφίες: Buba Soso Gabedava, Στέλιος Τράκας

Οργάνωση παραγωγής: Χριστίνα Ζαχαροπούλου

Παίζουν: Νατάσσα Αστρεινίδη, Αργύρης Ζαφείρης, Γεωργία Κυριαζή, Εμμανουέλα Σφυρίδη, Κλαίρη Χριστοπούλου, Έλλη Χρονιάρη

 


Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο του Γερμανού δημοσιογράφου Tom Schimmeck «Παζλ με κόκκαλα μετά τον βρόμικο πόλεμο», το κείμενο του No14me για το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις, καθώς και αποσπάσματα από τη θεατρική παράσταση Βρώμικες λέξεις... της ομάδας Difunta Correa, η οποία βασιζόταν εν μέρει στο Παιχνίδι με τις λέξεις και περιείχε αυτούσια αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ. Όλες τις δημοσιεύσεις με κείμενα της συγγραφέως ή για τη συγγραφέα Τζέννυ Έρπενμπεκ στο Logotexnia21 μπορείτε να τις βρείτε εδώ. 


Άλλες κριτικές για το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμεπκ Παιχνίδι με τις λέξεις μπορείτε να διαβάσετε εδώ από την Αρχοντή Κόρκα, εδώ από τον Λάμπρο Σκουζάκη και εδώ από την Κατερίνα Ανέστη. 


Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά.



Αλέξανδρος Κ., ...πέρα απ’ την καρατομημένη νοσταλγία... (μία ανάγνωση)

 Berliner Mauer

Ο νεολογισμός που εμφανίστηκε στη γερμανική γλώσσα μετά την πτώση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας και την ένωσή της με τη μητέρα Γερμανία, η περιβόητη, παρεξηγημένη και ως έναν βαθμό υποτιμητική «Ostalgie» («Ost»= «Ανατολή», «ανατολικός», πρβλ. «Ostblock», «Ostdeutschland», «Ostberlin»), είναι ένα γλωσσικό απομεινάρι της γερμανικής «Nostalgie» που έχασε το αρχικό της Ν· ουσιαστικά όμως είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει ο σχηματισμός της: μία καρατομημένη νοσταλγία, για να εκφράζει τον ψυχικό πόνο που γεννά ο αδύνατος πλέον γυρισμός σε μια πατρίδα που μπορεί γεωγραφικά να διευρύνθηκε ρίχνοντας τα τείχη της, αλλά ψυχολογικά ισοπεδώθηκε.

 

Ίσως είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί η χώρα που εμείς αποκαλούσαμε στα Ελληνικά «Ανατολική Γερμανία» –ή «Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας» κατ’ αναλογία με την «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας»– για τους πολίτες της χώρας εκείνης ονομαζόταν «Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία». Ίσως επίσης δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε, πόσο μάλλον να αισθανθούμε, γιατί όταν η Δυτικογερμανίδα δημοσιογράφος ρωτά την Τζέννυ Έρπενμπεκ αν είναι γέννημα-θρέμμα Ανατολικοβερολινέζα, η συγγραφέας απαντά: «Θα έλεγα μάλλον από το Βερολίνο της Γ.Λ.Δ.».

 

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βερολίνο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας δεν αρνείται απλώς ευγενικά να αποδεχθεί τους όρους που έχει επιβάλει στην καθημερινή γλώσσα η ισχυρή Δυτική Γερμανία, αλλά μοιάζει περισσότερο να πασχίζει να διατηρήσει την ψυχολογική υπόστασή της, την παιδική, εφηβική και νεανική της ηλικία, αρνούμενη να αποδεχθεί χάριν του διαλόγου τον ετεροπροσδιορισμό και μία ψευδή ταυτότητα που δεν είχε ποτέ.

 

Στα δεκατέσσερά της χρόνια η Τζέννυ Έρπενμπεκ άκουσε από τη γιαγιά της, τη μυθιστοριογράφο Hedda Zinner, την παράξενη ιστορία κάποιας θαυμάστριά της, που ήταν τρόφιμος σε ένα ίδρυμα για παιδιά στη Δρέσδη. Η Hedda Zinner γνώρισε από κοντά το νεαρό κορίτσι και στη συνέχεια αλληλογραφούσε μαζί του, συμβουλεύοντάς το στα προβλήματά του, ενώ είχε ζητήσει και από μία εγγονή της που έμενε επίσης στη Δρέσδη να επισκέπτεται το κορίτσι και να του κρατά συντροφιά. Όταν κάποτε το κορίτσι χρειάστηκε να υποβληθεί σε κάποια εγχείρηση, η δημοφιλής συγγραφέας της Γ.Λ.Δ. φρόντισε να βρεθεί ένας καλός γιατρός. Το κορίτσι όντως εγχειρίστηκε, αλλά όταν η ηλικιωμένη συγγραφέας το επισκέφθηκε στο νοσοκομείο, προς μεγάλη της έκπληξη πληροφορήθηκε από τον γιατρό ότι από κάποιες εξετάσεις που έγιναν στο κορίτσι αποδείχθηκε ότι δεν μπορεί να ήταν δεκατεσσάρων, όπως ισχυριζόταν, αλλά τουλάχιστον τριάντα χρόνων. Η ηλικιωμένη συγγραφέας απογοητεύθηκε πάρα πολύ από το «ψέμα» του κοριτσιού που δεν ήταν κορίτσι και διέκοψε κάθε επαφή μαζί του. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία κλινική περίπτωση ψυχοπαθολογίας, απλώς η τριαντάχρονη γυναίκα, που είχε επιστρέψει στην εφηβική της ηλικία, είχε καταφέρει να πείσει εκτός από τον εαυτό της και πολλούς άλλους.

 

Το 1995, έξι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και έναν χρόνο πριν από τον θάνατο της Hedda Zinner, η 28χρονη σκηνοθέτις όπερας και μουσικού θεάτρου Τζέννυ Έρπενμπεκ αποφάσισε να ασχοληθεί συγγραφικά με την ιστορία που είχε ακούσει από τη γιαγιά της. Θέλοντας ωστόσο να ερευνήσει τις σχέσεις που αναπτύσσουν οι έφηβοι μαθητές με μία ενήλικη γυναίκα που δηλώνει και θεωρείται συνομήλική τους, αλλά και να μάθει η ίδια «πόσο δύσκολο είναι να απεκδυθεί κανείς την ιστορία του σαν πανωφόρι, και τι βάρος έχει το να ξεχνάς», θα έρθει σε συνεννόηση με τη διευθύντρια και με κάποιους από τους καθηγητές του Γυμνασίου Λέσσινγκ – στο Βένντινγκ του πρώην Δυτικού Βερολίνου– και θα επιστρέψει για έναν μήνα στα θρανία ως 17χρονη μαθήτρια.

 

Η δική της Ιστορία του γερασμένου παιδιού εκδόθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1999, τη χρονιά δηλαδή που συμπληρώνονταν δέκα χρόνια από την πτώση του Τείχους, και έγινε δεκτή με διθυραμβικές κριτικές, ενώ δικαιολογημένα κάποιοι μίλησαν για παραβολή, ισχυρισμό τον οποίο ενισχύει και η απουσία του οριστικού άρθρου πριν από τη λέξη Ιστορία στον τίτλο του βιβλίου. Άλλωστε η συγγραφέας φροντίζει να μας δώσει κάποια στοιχεία που ενισχύουν την πολιτική διάσταση της νουβέλας. Ο συγγραφέας που εξετάζεται στο μάθημα της γλώσσας είναι ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και συγκεκριμένα το θεατρικό έργο του Ο κύριος Πουντίλα και ο δούλος του ο Μάττι· η ταινία που προβάλλεται στο ίδρυμα δεν είναι άλλη από την ταινία Soy Cuba (Είμαι η Κούβα) του Σοβιετικού σκηνοθέτη Μιχαήλ Καλατόζωφ που πραγματεύεται την επανάσταση στην Κούβα· ένα καλλιτεχνικό πάντρεμα που μοιραία συνδυάζει εκ των πραγμάτων πια την πρώτη και την τελευταία εναπομείνασα χώρα του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η πόλη όπου βρίσκεται το ίδρυμα δεν είναι άλλη από τη Δρέσδη, την οποία ισοπέδωσαν οι Σύμμαχοι με τους βομβαρδισμούς του Φεβρουαρίου του 1945. Η αλλόκοτη, σκληρή και μελαγχολική Ιστορία του γερασμένου παιδιού μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί ως Ιστορία της Γ.Λ.Δ. και ως μία απάντηση στην καρατομημένη νοσταλγία που επινόησαν οι Δυτικοθρεμμένοι ειδικοί και η βιομηχανία του μάρκετινγκ.

 

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ μοιάζει να υπερασπίζεται πεισματικά τη γοητεία του τερατώδους, δεν ωραιοποιεί το παρελθόν, αλλά ούτε το αποποιείται, το απογυμνώνει, του κατεβάζει το «συλλογικό βρακί» και το καταθέτει ως προσωπική εμπειρία, ως βιωμένο παρελθόν, ως μία καταδικασμένη εκ των προτέρων αντίσταση, που πέρα από την πρώτη ανάγνωσή της αντιστέκεται σ’ αυτό ακριβώς που φαίνεται να ιστορεί: τη λήθη.

 

 

 

 

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού Το κείμενο του Αλέξανδρου Κυπριώτη «...πέρα απ’ την καρατομημένη νοσταλγία... (μία ανάγνωση)» συμπεριλαμβάνεται ως επίμετρο του μεταφραστή στο βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ Ιστορία του γερασμένου παιδιού (Εκδόσεις Ίνδικτος, 2004). Αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ και κάποιες κριτικές για τη γερμανική και ελληνική έκδοση βρίσκετε εδώ.

O Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει μεταφράσει Thomas Mann, Franz Kafka, Botho Struass, Jenny Erpenbeck, Elfriede Jelinek, Mario Wirz, Terezia Mora, κ. ά. Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στο blog Logotexnia21 ως Αλέξανδρος Κ. τον Δεκέμβριο του 2009. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μ' ένα καλό ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Διαβάστε στις σελίδες της Logotexnia21 όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ.

Η δημοσίευση αυτή γίνεται με αφορμή τη θεατρική διασκευή της νουβέλας της Τζέννυ Έρπενμπεκ, έντεκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της στα Ελληνικά, η οποία παίζεται από τις 12 Δεκεμβρίου 2015 στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Jenny Erpenbeck, Ιστορία του γερασμένου παιδιού

Fernando Botero - Mona Lisa

Όταν το βρήκανε, στεκότανε νυχτιάτικα μες στο δρόμο, μ’ έναν άδειο κουβά στο χέρι, σ’ έναν εμπορικό δρόμο, και δεν έλεγε τίποτα. Όταν ύστερα το πήρε η αστυνομία, το ρωτήσανε για υπηρεσιακούς λόγους πώς ονομάζεται, πού κατοικεί, ποιοι είναι οι γονείς του, ποια η ηλικία του. Δεκατεσσάρων χρονών είναι, απάντησε το κορίτσι, αλλά το όνομά του δεν ήξερε να το πει, κι ούτε πού ήτανε το σπίτι του. Οι αστυνομικοί αρχικά μιλάγανε στον πληθυντικό στο κορίτσι, αλλά τώρα του μιλάγανε στον ενικό. Λέγανε: πρέπει να ξέρεις από πού έχεις έρθει, πού ήσουνα πριν, προτού βγεις εδώ μες στο δρόμο με τον άδειο τον κουβά σου. Το κορίτσι απλώς δεν μπορούσε να θυμηθεί, δεν μπορούσε να θυμηθεί την αρχή. Ήτανε πεντάρφανο, κι όλα όσα είχε κι ήξερε ήταν ο άδειος ο κουβάς που κράταγε στο χέρι του, που κράταγε ακόμα στο χέρι του, όσο το ανέκρινε η αστυνομία. Κάποιος απ’ τους αστυνομικούς πήγε να το προσβάλει το κορίτσι κι είπε: Καλός κουβάς, πάντως. Αλλά το κορίτσι δεν κατάλαβε ότι έπρεπε να προσβληθεί, κι απλώς απάντησε: Ναι.

 

Οι έρευνες δεν απέδωσαν τίποτα. Βέβαια το κορίτσι ήταν υπαρκτό με όλο του το ύψος και το πάχος, όσον αφορούσε όμως την καταγωγή και την ιστορία του το περιέβαλλε με τέτοιο τρόπο το τίποτα, που η ύπαρξή του απ’ την αρχή κόλλαγε σε κάτι απίστευτο. Το κορίτσι είχε ξεμείνει. Οπότε του πήρανε τον κουβά του, το πιάσανε απ’ το παχύσαρκο χέρι του και το δώσανε στο ίδρυμα για παιδιά.

 

Το κορίτσι έχει ένα μεγάλο πρόσωπο με λεκέδες, που μοιάζει με φεγγάρι που πέφτουνε πάνω του σκιές, έχει φαρδιούς ώμους σαν κολυμβήτρια, κι από τους ώμους προς τα κάτω είναι σαν μονοκόμματο, ούτε φούσκωμα υπάρχει εκεί που έπρεπε νά ’ναι τα στήθη, ούτε κόψιμο στο ύψος της μέσης. Τα πόδια είναι δυνατά, και τα χέρια, κι ωστόσο το κορίτσι δεν κάνει καμμία πειστική εντύπωση, αυτό μπορεί να οφείλεται στα μαλλιά του. Τα μαλλιά αυτά δεν είναι ούτε μακριά ούτε κοντά, στο σβέρκο είναι ξεφτισμένα, κι ούτε καστανά είναι, ούτε και πραγματικά μαύρα, είναι στην καλύτερη περίπτωση τόσο μαύρα όσο μια σημαία πού ’χει μείνει κρεμασμένη για πάρα πολύ στον ήλιο κι έχει ξεθωριάσει εντελώς απ’ αυτό, κάποιες φορές δείχνουνε σχεδόν γκρίζα. Το κορίτσι κινείται αργά, κι όταν καμμιά φορά δεν κινείται αργά, μικρές σταγόνες ιδρώτα εμφανίζονται στη ράχη της μύτης του. Το κορίτσι ξέρει ότι είναι πάρα πολύ ανεπτυγμένο, γι’ αυτό μαζεύει το κεφάλι. Γέρνει το σώμα του, λες και μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να συγκρατήσει μια μεγάλη δύναμη που μαίνεται στα σωθικά του.

 

Το ίδρυμα για παιδιά, στ’ οποίο έδωσε η αστυνομία το κορίτσι, είναι το πιο μεγάλο της πόλης. Βρίσκεται στον πιο ακρινό τομέα αυτής της πόλης, στον τομέα που συνορεύει με το δάσος, αποτελείται από διάφορα κτήρια, που είναι μοιρασμένα σ’ ένα αχανές κτήμα μ’ αθέατα σημεία. Εδώ υπάρχουνε εστίες, ένας παιδικός σταθμός, ένα σχολείο για τις κατώτερες κι ένα για τις ανώτερες τάξεις, επίσης ένα μαγειρείο, ένα γυμναστήριο, μία αίθουσα εκδηλώσεων, μία πλατεία από μπετόν, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, και καλύβες, όπου στεγάζονται διάφορα εργαστήρια – εκεί πρέπει να μάθουνε οι μαθητές να δουλεύουνε σκληρά, όπως θα το απαιτεί απ’ αυτούς η ζωή. Γύρω απ’ όλα αυτά είν’ ένας φράχτης, ένας φράχτης με μία και μοναδική πύλη, που τη φυλάει ένας θυρωρός, μ’ αυτόν πρέπει να μιλήσει κανείς, άμα θέλει να βγει από το ίδρυμα έξω ή να μπει στο ίδρυμα μέσα. Από αυτή την πύλη έρχονται το σαββατοκύριακο επίσκεψη οι παραμελημένοι ή ευκατάστατοι γονείς, γονείς που κλαίνε και που δεν κλαίνε, για κάποια παιδιά βέβαια δεν έρχονται από αυτή την πύλη ούτε παραμελημένοι ούτε ευκατάστατοι γονείς, ούτε που κλαίνε ούτε και κάποιοι άλλοι. Από αυτή την πύλη έρχονται και ξένοι που θέλουνε να γίνουνε γονείς, έρχονται για να δούνε παιδιά, αλλά για κάποια παιδιά δεν έρχονται ούτε κι αυτοί. Υπάρχουνε παιδιά, τόσο ακάθαρτα, τόσο τεράστια ή τραχιά, που ούτε καν χρειάζεται ν’ απορρίπτονται, ούτε που τα βλέπουνε, επειδή δεν χωράνε από το κόσκινο που τα περνάνε για την επιλογή. Είναι εκεί, αλλά να τα δούνε δεν μπορούνε. Μ’ αυτά θα πάει αναμφισβήτητα και το κορίτσι. Ωστόσο η αφάνειά του λειτουργεί λες κι είναι πιο πρωταρχικής φύσης – ολόκληρη η μορφή τού κοριτσιού είναι τόσο σκεβρωμένη, ακόμα και το περπάτημά του είναι τόσο σκεβρωμένο, που ο καθένας που θά ’θελε να το πιάσει από το χέρι, θα ψαχούλευε όντως ένα τίποτα.

 

Αυτή τη ζεστή ακόμα μέρα του φθινοπώρου θα μπορέσει λοιπόν να περάσει εντελώς ήσυχα από το γήπεδο με τ’ αραιό γρασίδι, έστω κι αν στις άκρες του κάθονται οι γονείς ή εκείνοι που θέλουνε να γίνουνε γονείς στα ξύλινα μαδέρια, με τα οποία είναι περίκλειστο το γήπεδο. Γιατί βέβαια οι γονείς ή εκείνοι που θέλουνε να γίνουνε γονείς καρφώνουνε τα μάτια τους σ’ αυτό το γήπεδο και παρατηρούνε τα παιδιά τους ή εκείνα που πρόκειται να γίνουνε παιδιά τους σε διάφορα παιχνίδια – το κορίτσι όμως δεν το προσέχουνε, λες και το ’χει κάνει κάποια νεράιδα άτρωτο στα βλέμματά τους. Κανένας απ’ τους παραμελημένους γονείς κι εκείνους που κλαίνε και τους άλλους, ούτε κάποιος απ’ τους ξένους που θέλουνε να γίνουνε γονείς θα το δει να περνάει από το γήπεδο. Έτσι το έχει σκεφτεί. Έτσι όπως άλλοι πασχίζουνε να δραπετεύσουν από μια περίφραχτη περιοχή, από φυλακή, στρατόπεδο εργασίας, τρελοκομείο ή στρατώνα, ακριβώς αντίθετα το κορίτσι τρύπωσε σε μια τέτοια περίφραχτη περιοχή, σ’ ένα ίδρυμα για παιδιά δηλαδή, και δεν υπάρχει ούτε καν μία πιθανότητα να έρθει σε κάποιον η ιδέα να τ’ οδηγήσει και πάλι από την πύλη έξω, να το πετάξει στον κόσμο πίσω.

 

Έτσι περνάει λοιπόν με μεγάλη άνεση από το γήπεδο και ροκανίζει, ενώ περνάει από το γήπεδο, το νύχι του. Κι όταν ακριβώς την πρώτη μέρα, ενώ περνάει από το γήπεδο και ροκανίζει το νύχι του, το σκουντάει ένας μικρός, έτσι που εκείνο πέφτει σχεδόν κάτω και πρέπει να βάλει το χέρι του να στηριχτεί στο έδαφος, αρχίζει βέβαια για μια μικρή στιγμή τ’ αναφιλητά, αλλά δεν το πειράζει που το κάνει αυτό. Γιατί το ότι το σκουντάει ένας μικρός, για να πέσει μες στις βρομιές, και το σκουντάει τόσο πολύ, που αναγκάζεται ν’ αρχίσει τ’ αναφιλητά, ξυπνάει στο κορίτσι την ελπίδα ότι θα του επιτραπεί να καταλάβει μία απ’ τις κατώτερες θέσεις στην εσωτερική σχολική ιεραρχία, πιθανότατα μάλιστα την κατώτερη, κι η κατώτερη θέση είναι πάντοτε η πιο σίγουρη, δηλαδή ακριβώς εκείνη που στα αιτήματά της εν πάση περιπτώσει θα μπορεί ν’ αντεπεξέρχεται. Έτσι δεν σκουπίζει τις βρομιές από το χέρι του, αλλά συνεχίζει να περπατάει και συνεχίζει τ’ αναφιλητά λιγάκι ακόμα κι ύστερα αρχίζει να ροκανίζει πάλι το νύχι του, που τώρα είναι βρόμικο.

 

Όταν για πρώτη φορά το οδηγήσανε στο δωμάτιό του, που κατά κύριο λόγο είν’ ένας κοιτώνας που πρέπει να τον μοιράζεται με άλλα τρία κορίτσια – εκείνη ήτανε μια απ’ τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στη ζωή του. Δεν υπήρχε καμμία αταξία σ’ εκείνο το δωμάτιο – μόνο τέσσερα κρεβάτια, το κάθε ένα σ’ έναν από τους τέσσερεις τοίχους, και τα τέσσερα στρωμένα καθαρά, και δίπλα τους από μια καρέκλα κι από ένα σιδερένιο ερμάρι. Στο ερμάρι πάει το δέμα με τα ρούχα της βδομάδας, και τα βιβλία του σχολείου και τα τετράδια πάνε εκεί, και τα λίγα προσωπικά αντικείμενα που μαζεύει κάποιο παιδί ή που, όταν έχει κάνει αρκετή οικονομία, τ’ αποκτάει με το χαρτζιλίκι του. Τα τελευταία συχνά τα κλέβουνε πάλι ασφαλώς απ’ το παιδί που κάνει τόση οικονομία. Τα ερμάρια δεν κλειδώνουνε, είναι ζήτημα αρχής αυτό. Έχει να κάνει με τη συντροφική συμβίωση. Όλα τα πράματα που έχει φέρει μαζί του το παιδί κατά την εισαγωγή του πρέπει να τα παραδώσει. Θα πεταχτούνε, γιατί το ίδρυμα κάνει μια εντελώς καινούργια αρχή.

 

[...]

Όταν ύστερα φτάνει σε μια τέτοια κατάσταση, ντυμένο μ’ εκείνον ακριβώς το διανεμημένο ρουχισμό όπως όλοι οι άλλοι εδώ και στον ίδιο βαθμό καθαρό όπως όλοι οι άλλοι, κοιτάζει γύρω του να βρει έναν καθρέφτη. Θέλει να παρατηρήσει τον ίδιο του τον εαυτό στην καινούργια του ζωή, θέλει να δει αν έχει αλλάξει το πρόσωπό του εξαιτίας της αρχής της καινούργιας αυτής ζωής, μέλλει όμως να διαπιστώσει ότι στο δωμάτιό του καθρέφτης δεν υπάρχει. Θα τριγυρίσει και θα προσέξει ότι ούτε στην τουαλέτα ούτε σε κάποιο διάδρομο, ούτε πουθενά αλλού στο ίδρυμα είναι κρεμασμένος κάνας καθρέφτης. Τελικά, με το προαίσθημα κιόλας κάποιας ενοχής και γι’ αυτό όσο το δυνατόν αδιάφορα θα ζητήσει έναν καθρέφτη κι αμέσως θα μάθει ότι η φιλαρέσκεια είναι ένα απ’ τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, μαντάμ. Και μολονότι η κατηγορία που εμπεριέχεται σε τούτη την απάντηση προέρχεται απ’ το ότι η εκπαιδεύτρια είναι εντελώς τυφλή για τη φύση των αιτίων που κάνανε το κορίτσι ν’ αναζητήσει, και τελικά μάλιστα να ζητήσει, έναν καθρέφτη, η απόκριση φωτίζει βέβαια την αρχή απ’ την οποία διέπεται αυτό το περίφραχτο ίδρυμα, και το κορίτσι δεν γνωρίζει πιο ευτυχισμένη κατάσταση από ’κείνη στην οποία το φέρνει η θέα της αρχιτεκτονικής μίας αρχής. Πιο φωτεινή και πιο ωραία θέα δεν γνωρίζει.

 

[...]

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

 

 

Τζέννυ Έρπενμπεκ - Ιστορία του γερασμένου παιδιού Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το πρώτο βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ Ιστορία του γερασμένου παιδιού, γραμμένο το 1999, που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά το 2004 από τις Εκδόσεις Ίνδικτος.  Η πρώτη έκδοση του βιβλίου στα Γερμανικά έγινε δεκτή με θερμότατες κριτικές. Ο Matthias Schreiber έγραψε στο Der Spiegel: «Υπάρχουν θαυμάσιες προτάσεις που όμοιές τους δεν έχουμε διαβάσει σε κανένα άλλο βιβλίο. Ένα αξιομνημόνευτο ντεμπούτο», ενώ η Annegret Stein έγραψε για τη συγγραφέα στη Handelsblatt με αφορμή το βιβλίο: «Σκηνοθέτις και συγγραφέας best-seller: η Τζέννυ Έρπενμπεκ είναι παιδί-θαύμα και πολυτάλαντη συγχρόνως». Η Verena Auffermann έγραψε στη Süddeutsche Zeitung: «Το μικρό βιβλίο με το οποίο η Τζέννυ Έρπενμπεκ κάνει το ντεμπούτο της, κινούμενο από τη δύναμη και τη σκοτεινότητα του Κάφκα και διαποτισμένο από το πολιτικό σύστημα της νεανικής της ηλικίας, είναι ένα βιβλίο, που δεν ταιριάζει στην εποχή της ξέφρενης διασκέδασης. Είναι ζοφερό και σοβαρό, ευφυές και εκπληκτικό» και η Isabel Wirtz στη Berliner Zeitung: «Για την ποιητική Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Τζέννυ Έρπενμπεκ υπάρχει ένα μυστικό. Η συγγραφέας δημιούργησε έναν θηλυκό Κάσπαρ Χάουζερ, ένα πλάσμα χωρίς ταυτότητα. [...] Στο λογοτεχνικό της ντεμπούτο η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία μίας οπισθοχώρησης από τον κόσμο. Περιγράφει την απεγνωσμένη προσπάθεια ν’ αποκοπεί το παρελθόν απ’ το μέλλον και να σταματήσει ο χρόνος». Με εξίσου θερμές κριτικές έγινε δεκτή και η έκδοση του βιβλίου στα Ελληνικά. Ο Τάσος Γουδέλης έγραψε μεταξύ άλλων στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: "Η γλώσσα της δαιμόνιας Ερπενμπεκ σκάβει βαθιά και απρόβλεπτα. Σπάνια συναντάς σήμερα ανάλογη γραφή, κοπής αδαμάντων, σκληρής απόστασης και σωτήριας εγγύτητας μαζί. Στο βάθος περνάει η σκιά του ντοστογιεφσκικού «Ηλίθιου» και του αληθινού ομολόγου του «Γκάσπαρ Χάουζερ»: «προγλωσσικών» όντων που αποτελούν τον κρυφό καθρέφτη της έλλογης ανθρωπότητας. Λαμπρή η μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη". Ο Κωστής Παπαγιώργης έγραψε στο ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ: «Η Έρπενμπεκ έχει κάνει όρκο να μην ξεστομίσει καμιά κοινοτοπία, κανέναν κοινόλεκτο ψυχολογισμό· και τον κρατάει». Η Σοφία Νικολαΐδου έγραψε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ: «Το κείμενό της αναπαριστά με αφηγηματική δύναμη τον άγριο, νοσηρό, σκληρό, ακατάδεκτο κόσμο των ανηλίκων. Τα παιδιά δεν καμουφλάρονται ως καλοκάγαθοι άγγελοι. Δείχνουν τα νύχια τους. H Έρπενμπεκ γράφει το ρέκβιεμ της παιδικής ηλικίας, χωρίς γλυκερές ωραιοποιήσεις», ενώ η Φωτεινή Τσαλίκογλου σημείωσε, επίσης στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ: «Φόβος, τρυφερότητα, αποτροπιασμός, έλξη, απορία, αμηχανία, τρόμος. Είναι τα συναισθήματα που σε κατακλύζουν. Με μια ποιητική και συνάμα σκληρή και ασθμαίνουσα γλώσσα και με μια θαυμάσια μετάφραση που αναδεικνύει το νόημα, τον ήχο, τη μουσική, ακόμα και τη σιωπή των λέξεων, το γερασμένο παιδί αφυπνίζει τις κοιμισμένες αισθήσεις σου, τις τακτοποιημένες σε ένα ερμάρι σκέψεις σου. [...] Συμπύκνωση, μεταμφίεση, μεταφορά, όλα τα υλικά του ονείρου είναι εδώ. [...] Δεν έχει καταγωγή. Μια ακραία οριακή κατάσταση μοιάζει να έχει κάποτε ζήσει το κορίτσι. Και αυτό το Ακραίο, και αυτό το Κάποτε, που άρρητα φωλιάζει μέσα του και ποτέ δεν αναφέρεται, είναι συνεχώς παρόν, διατρέχει το βιβλίο, συγκλονίζει τη γραφή, δυναμιτίζει τη σκληρή, αποστασιοποιημένη γλώσσα. H ιστορία του γέρικου παιδιού θα μπορούσε να ήταν η ιστορία μιας αρχαίας καταστροφής. Ειπώθηκε ότι πρόκειται για μια πολιτική αλληγορία, ένα βιβλίο που δηλώνει τις περιπέτειες της επανενωμένης και άλλοτε διαιρεμένης Γερμανίας. Τι σημασία έχει όμως να ερμηνεύσουμε το βιβλίο μέσα από μια τέτοια αναγωγή; Πολιτική ή ατομική αλληγορία; H σπαραχτική περιπέτεια μιας χώρας ή μιας ατομικής ύπαρξης; Σημασία έχει να αφηγηθείς την ιστορία έτσι όπως καταφέρνει η συγγραφέας να κάνει».

Η δημοσίευση αυτή γίνεται με αφορμή τη θεατρική διασκευή του βιβλίου, έντεκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του στα Ελληνικά, η οποία θα παίζεται από τις 12 Δεκεμβρίου 2015 στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Διαβάστε στις σελίδες της Logotexnia21 όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ.

Jenny Erpenbeck, Μαλλιά

DDR - 1. Mai Demonstration 1970, Photo by Klaus Morgenstern

Μες στην κοιλιά τής μάνας μου έβγαλα μακριές μαύρες τρίχες που μου σηκώνονται όταν έρχομαι στον κόσμο. Είναι άνοιξη, κι ο κόσμος είναι πολύ φωτεινός. Η μια μαύρη τρίχα μετά την άλλη παραδίνεται, πέφτει, πετάει κι εξαφανίζεται, κι αφήνει στα ξανθά αδέλφια της τη διαδοχή στο κεφάλι μου.

 

Όταν είμαι τριών χρονών, ο πατέρας μου μου βάζει ακόμα κοτσίδια από χόρτα, αλλά σύντομα πιάνονται κιόλας τα μαλλιά μου σε δυο τσουλούφια. Δεξιά κι αριστερά πάνω απ’ τ’ αφτιά στέκονται πεταχτά αυτά τα τσουλούφια σ’ ένα τόξο, σαν το νερό που βγαίνει από μια σωλήνα, πετάγονται από ένα κοκαλάκι που μοιάζει διασταύρωση από μαργαρίτες και καπάκια. Μέχρι να γίνω πέντε χρονών, τα μαλλιά μου λοιπόν τα λούζουνε, τα βουρτσίζουνε και τα πιάνουνε σε τσουλούφια, καμμιά φορά και σε πλεξούδες. Γιατί στο καλό της ήρθε της μάνας μου την παραμονή κάποιας Πρωτομαγιάς να μου τα κόψει κοντά, δεν το θυμάται εν τω μεταξύ κανένας πια. Πάμε έξω για Πρωτομαγιά! Στο ραδιόφωνο παίζουν μουσική για πνευστά. Την κομμένη κοτσίδα η μάνα μου τη βάζει για αναμνηστικό σε μια διάφανη θήκη. Εγώ πρέπει να βγω έξω στη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, αλλά στο σπίτι υπάρχουνε δεκαπέντε εκατοστά μου μες στο γυάλινο φέρετρο! Εκείνο το πρωί κάνουν παρέλαση χιλιάδες μπροστά απ’ το κοντοκουρεμένο κεφάλι μου, μου δείχνουνε τα δόντια τους, γελάνε, όχι, γελάνε μαζί μου, ολόκληρη η πόλη σκύβει από πάνω μου και μου χαϊδεύει το κεφάλι και γελάει μαζί μου, ακόμα και οι σημαίες γελάνε, γέρνουν από πάνω μου κι αφήνουνε με μοναδική κακία τα μακριά, κόκκινα μαλλιά τους να πέφτουνε πάνω μου κυματιστά.

 

Από ’κείνη την Πρωτομαγιά εγώ θέλω να έχω τουλάχιστον τόσο χοντρές κοτσίδες όσο κι η ξαδέλφη μου η Χάικε. Απ’ τις κοτσίδες αυτηνής μπορεί να κρέμεται κι από ένα παιδί δεξιά κι αριστερά, ύστερα εκείνη περιστρέφεται και τα παιδιά πετάνε. Η ξαδέλφη μου η Χάικε είναι καρουσσέλ, θέλω κι εγώ να γίνω καρουσσέλ. Την εποχή εκείνη δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα τις βούρτσες για τα μαλλιά με τις πολλές ξεχωριστές πλαστικές τρίχες, και μερικά χρόνια αργότερα, όταν τις έχουνε ήδη ανακαλύψει στη Δύση, εμείς δεν μαθαίνουμε τίποτα. Με χτένα το ξεμπέρδεμα των μαλλιών μετά το λούσιμο κρατάει δύο ώρες. Δύο ώρες είμαι καθιστή σ’ ένα σκαμπό στο μπάνιο, με μια πετσέτα στους ώμους, και τεντώνω το μουσκεμένο κεφάλι προς τη μάνα μου, ενώ εκείνη πληρώνει τη βαριά μαγιάτικη ενοχή της, χωρίζει τα μαλλιά μου σε τούφες και τούφα-τούφα τα ξεμπλέκει. Μια φορά την εβδομάδα αφοσιωνόμαστε μ’ αυτόν τον τρόπο στην αποκατάσταση της λαμπρότητας, ευτυχώς την εποχή εκείνη δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα το καθημερινό λούσιμο, κι όταν το έχουνε ήδη ανακαλύψει στη Δύση, εμείς δεν μαθαίνουμε τίποτα. Μέσα σε μια δεκαετία σχεδόν έχω δικές μου πια δυο ξανθές κοτσίδες, που ανεμίζουνε στριφογυριστές όταν τρέχω στον δρόμο για το σχολείο, επειδή έχω αργήσει πάλι. Που με τις άκρες τους καθαρίζω τους δίσκους του πικ-απ όταν δεν μπορώ να βρω το πανάκι. Που το καλοκαίρι μετά το μπάνιο ρουφάω νερό απ’ αυτές. Δένω τις κοτσίδες πίσω τη μια με την άλλη, για να μην μου σκουπίζουνε το φρέσκο μελάνι, τις μαγκώνω καμμιά φορά από απροσεξία όταν κλείνω κάποια πόρτα πολύ γρήγορα πίσω μου, και μ’ αυτές τις δυο κοτσίδες πηγαίνω στο πρώτο μου ραντεβού. Αυτός που μ’ αρέσει φοράει πέτσινο μπουφάν, που είναι καλυμμένο ολόκληρο με παραμάνες. Τους πανκ τους έχουν ανακαλύψει, αλλά εγώ δεν έμαθα τίποτα. Τυλίγω τη φουντωτή άκρη της κοτσίδας μου στον δείχτη μου και δεν ξέρω τι να πω. Ο πανκ δεν τηλεφωνεί δεύτερη φορά, τα μαλλιά μου περιέρχονται σε διάλυση. Η επανάσταση στο κεφάλι μου δεν είναι κόκκινη ή μωβ όπως στις συνομήλικές μου – εμένα με χειραφετεί και γίνομαι χριστουγεννιάτικο αγγελάκι. Λυτά μαλλιά! Ό,τι μέχρι σήμερα ήτανε γιορτινό χτένισμα, εγώ τώρα το τολμώ για πάντα, φυσικά πρέπει πια να χτενίζομαι μόνη μου. Και ό,τι στον Μποτιτσέλλι φαίνεται παραδείσιο πιάνεται κάτω απ’ τα λουριά της σχολικής μου τσάντας, ηλεκτρίζεται όταν τραβάω ένα πουλόβερ πάνω απ’ το κεφάλι, μπερδεύεται τις ανήσυχες νύχτες και γίνεται κουβάρι. Για πέντε λεπτά ευτυχίας με τον άνεμο κόντρα καθισμένη πίσω σ’ ένα μηχανάκι τινάζω μετά μισή ώρα την αφάνα, και τους μικροσκοπικούς κόμπους που δεν λένε να λυθούν τους κόβω τελικά κατά το κλασσικό πρότυπο. Μια φορά στις καλοκαιρινές διακοπές λιποθυμάω όταν με πάνω από τριάντα βαθμούς, το κεφάλι γυρτό κι ένα χέρι που πάει πάνω-κάτω σαν μοχλός μηχανής κάνω την πρωινή ετοιμασία του χτενίσματός μου. Πού και πού καταριέμαι αυτά τα μαλλιά διακαώς, αλλά τόσο διακαώς όπως καταριέται κανείς πράγματα στα οποία μπορεί να βασιστεί. Ούτε μια στιγμή δεν ξεχνάω ότι τα μαλλιά μου είναι ένας θησαυρός που μέσα του φυλάγεται ολόκληρη η ζωή μου και μού ’χει μάλιστα καρφωθεί η ιδέα ότι μπορεί κάποιος μες στον ύπνο μου να μου τα κόψει. Με αιματηρές σκηνές φαντάζομαι πώς θα έκανα εκείνον που θα μ’ έβλαπτε να μαρτυρήσει.

 

Στα δεκάξι μου πιάνεται ο πρώτος άντρας στα μαλλιά μου, και τότε, καθώς φαίνεται, εκπλήρωσαν οι τριχιές τελικά τον σκοπό τους. Με πιάνει μια διάθεση που δεν τη γνώριζα μέχρι τότε: την τζίβα αυτή, που την έβγαλα σαν κορίτσι, να την αποχωριστώ. Για πρώτη φορά στη ζωή μου πηγαίνω σε κομμωτήριο, ο κομμωτής κόβει πάνω από μισό μέτρο, τα μαλλιά πέφτουνε στο πάτωμα, ο κομμωτής τα μαζεύει και τα ρίχνει στον σκουπιδοντενεκέ. Όταν με τον φίλο μου στις φθινοπωρινές διακοπές περνάμε απέναντι στη Χίντενζέε, ο άνεμος φυσάει στο κεφάλι μου. Δεν υπάρχει όμως τίποτα πια να μπερδέψει.

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

 

 

Το διήγημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ (γεν. 1969) «Μαλλιά» συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Διαβάστε στη σελίδα της βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τη Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε τα βιβλία της που έχουν εκδοθεί και κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης το διήγημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ «Σιβηρία» (επίσης από τα Σκύβαλα), τα διηγήματα «και η ευχή θα εκπληρωθεί», «Αμαρτωλοί καιροί», τα κείμενα «Αναμνήσεις» και «Στο επέκεινα των αχρήστων», αποσπάσματα από το θεατρικό έργο της θεατρικής ομάδας Difunta Correa Βρώμικες λέξεις... που συμπεριλαμβάνει εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις,  ένα κείμενο του No14me για το βιβλίο αυτό και μία συνέντευξη της Τζέννυ Έρπενμπεκ στον Αλέξανδρο Κυπριώτη μετά την κυκλοφορία του πρώτου της βιβλίου στα Ελληνικά, Ιστορία του γερασμένου παιδιού.

Jenny Erpenbeck, Αναμνήσεις

Photo_by_Sebastian Schaeffer

 

Αποχαιρετισμούς θυμάμαι. Πόσο αδυνατισμένος κι άσπρος φαινόταν ο Ρ. κάτω απ’ τα μαλλιά του, όταν του είπα τα λέμε την τελευταία φορά, κι εκείνος μου έκανε νόημα χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του απ’ το μαξιλάρι, κλείνοντας, μόνο, για λίγο τα μάτια· που δεν ξαναπήγα στο κρεβάτι του, αλλά έκλεισα απλώς την πόρτα πίσω μου. Την επόμενη μέρα έμελλε να παραλάβω τα πράγματά του απ’ το νοσοκομείο, μεταξύ άλλων την ξυριστική μηχανή που την προηγούμενη μέρα την είχα φορτίσει για ’κείνον. Η ξυριστική μηχανή ήταν φορτισμένη, αλλά ο Ρ. ήταν νεκρός.

 

Η γιαγιά μου στεκόταν όρθια, όταν έφευγα από ’κείνη, σ’ ένα παράθυρο μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και με χαιρετούσε, το περίγραμμά της φωτιζόταν μόνο από το φως που έκαιγε πίσω της στο χωλ, όπου λίγο πριν είχαμε αποχαιρετιστεί. Δυο μέρες μετά έπεσε, κι εγώ την ξαναείδα με το πρόσωπο ανέκφραστο και κλειστά τα μάτια στο νοσοκομείο, όπου ήταν σε κώμα και λίγο καιρό μετά πέθανε.

 

Θυμάμαι πώς μου έκανε νόημα ο Ρ., αφού είχε εξετάσει κάτι, ένα αυτοκίνητο, ένα καινούργιο διαμέρισμα, πώς λαχάνιαζε κι εκείνος όταν παίζανε τσιγγάνικη μουσική σ’ ένα ουγγαρέζικο μαγαζί, θυμάμαι τους σηκωμένους ώμους του όταν γύριζε έναν δίσκο στην κουζίνα. Από τη γιαγιά μου έχω συγκρατήσει μέχρι τώρα πώς έλεγε «όχου, όχου» όταν βιαζότανε και δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει, θυμάμαι τα χέρια της με τα στραβά νύχια και το γέλιο της. Απ’ το γέλιο της πάντως δεν έχω συγκρατήσει ακριβώς αν το στόμα της ήταν ανοιχτό ή κλειστό, αλλά έχω συγκρατήσει τουλάχιστον πώς ακουγότανε και πώς έσβηνε σιγά σιγά το γέλιο μέσα στο γέλιο από μόνο του.

 

Λίγα είναι αυτά που μπορώ να πιάσω, να δω και ν’ ακούσω με την ανάμνησή μου. Οι σκέψεις κάποιου που δεν υπάρχει πια μεταφράζονται μες στις δικές μου σκέψεις, και οι πράξεις εκείνου μες στις δικές μου πράξεις, αλλά το χειροπιαστό μέρος των αναμνήσεων αργά ή γρήγορα γίνεται από μόνο του αποσπασματικό, όταν η πραγματικότητα δεν μεγαλώνει πια, γίνεται σκελετός, γίνεται μεμονωμένα κόκκαλα με πολύ χώμα ανάμεσά τους. Τον τελευταίο καιρό κάθομαι συχνά απέναντι από κάποιον, και παρ’ όλ’ αυτά τον κοιτάζω σαν να έχει ήδη εξαφανιστεί. Αρχίζω τότε να ξεδιαλέγω, λίγο ελπίζοντας, λίγο όλο ντροπή, τις σκηνές από την ταινία που δεν έχει τελειώσει ακόμα, λες και θα μπορούσα εκ των προτέρων να μάθω απ’ έξω τις αναμνήσεις μου, για να μπορώ μετέπειτα να τις ανακαλώ με σιγουριά. Και όσον αφορά κι εμένα την ίδια, έχω ήδη σκεφτεί αν θα μείνει στη μνήμη κάποιου το σκούπισμα της μύτης μου, ή ο τρόπος με τον οποίο βλέπω στην τηλεόραση έναν αγώνα πυγμαχίας, ή τα γόνατά μου.


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

 

 

Το κείμενο «Αναμνήσεις» είναι από το βιβλίο της Jenny Erpenbeck Dinge, die verschwinden [Πράγματα, που εξαφανίζονται] και κυκλοφόρησε το 2009 από τον εκδοτικό οίκο Galiani Berlin. Η παραπάνω μετάφραση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδικτυακό περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες ο αναγνώστης. Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε τα βιβλία της που κυκλοφορούν στα Ελληνικά, όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα παρακάτω κείμενά της: και η ευχή θα εκπληρωθεί,  Στο επέκεινα των αχρήστων, Σιβηρία, Αμαρτωλοί καιροί, και η συνέντευξη "κάτι σαν συγγένεια ψυχής". Αποσπάσματα από το βιβλίο της Παιχνίδι με τις λέξεις χρησιμοποιήθηκαν στην παράσταση Βρώμικες λέξεις....