Στον ύπνο του έγινε κατεδάφιση, γέμισε ο δρόμος μπρος στο γκρεμισμένο σπίτι μπάζα, θρύψαλα απ’ τον παλιό πολυέλαιο, χώμα, λωρίδες στεναγμών κι ονείρων και κύματα. Ο ουρανός έβρεχε σπασμένο καθρέφτη, κι άνθρωποι κρατώντας κόκκινες σημαίες μαζεύτηκαν γύρω απ’ τα ερείπια εν είδει συμπαράστασης κι ύψωσαν την ελπίδα και με το πορφυρό της χρώμα άνοιξαν καινούργιο δρόμο.
Οι αλήθειες βγήκαν στο φως, έπεσαν μάσκες –ποιος με ποιον και με ποιους, πού, γιατί, επειδή, πότε, ποτέ– έτρεξαν δάκρυα αυλάκια και κηδεύτηκαν υποσχέσεις, οι πιο δικοί αποκαλύφθηκαν ως οι πιο ξένοι με σουγιάδες στην άκρη της διχαλωτής τους γλώσσας, οι νεκροί επέστρεψαν γυμνοί χωρίς ντροπή ανάμεσα σε ξεδιάντροπα ντυμένους ζωντανούς, κουβαλώντας ο καθένας ό,τι είχε φυλαγμένο μες στους τάφους του: ένα δόρυ, ένα φτυάρι, μία πέτρα, μία εικόνα, την ψυχή τους, ένα αναμμένο καντήλι, ένα παλιό έπιπλο κι ένα ποίημα κι έχτισαν μ’ αυτά νέο σπίτι για τους κατατρεγμένους και φύσηξε τότε αέρας συμφιλίωσης, οι κόκκινες σημαίες ενωθήκαν η μία με την άλλη κι έγιναν μια μεγάλη κεντημένη σκεπή, ήρθαν οι χτίστες, ήρθαν γιατροί με φάρμακα αντιλυπικά της λησμονιάς . Κι ο ουρανός έβρεχε κρύσταλλα κι έφεγγε μέχρι να δεχτεί αδιαμαρτύρητα η γη στη μήτρα της τα νέα θεμέλια.
Η νύχτα, χορηγός λύσεων κι έναστρων δεσμών, χαρίστηκε στη μέρα και μες στον ανθρωποχαλασμό, που πήγαινε κι ερχόταν, γάτες και σκυλιά ικέτευαν για ένα χάδι. Τι χάδι; Με χέρια ματωμένα πώς ν’ αγγίξεις; Τα βιβλία, πού χάθηκαν τόσα βιβλία μες στον ύπνο του; Ή χάθηκαν μες στο γκρέμισμα; Γιατί δεν τα μάζεψε εγκαίρως, γιατί δεν τα διάβασε όταν σπαταλούσε χρόνο μιλώντας σε φανταστικά πρόσωπα; Βρέθηκαν, λέει, μετά, μες στη λάσπη κάτι σκόρπιες σελίδες και κάτι σκόρπια αποκόμματα εφημερίδων και πιο μετά λίστες τραγουδιών και μέρες μετά, λέει, ξέβρασε η θάλασσα αργά το ξημέρωμα σκόρπια ποιήματα (πού πήγαν τόσα ποιήματα, γιατί τ’ άφησε να δραπετεύσουν απ’ τη μνήμη του;) της Γώγου, του Λειβαδίτη, του Καρούζου, της Bachmann, του Cortàzar, του Vallejo και του Benedetti, του Ελευθερίου, της Νικολακοπούλου, του Στίγκα, του Λάγιου –ας αναλογιστούμε διδακτικά τον νου της ιστορίας, ας θυμηθούμε, ας κλάψουμε, μα πια ας μην πούμε λέξη. Το θυμήθηκε, θυμήθηκε το απόσπασμα και το επανέλαβε δυο φορές– γνώριμα ποιήματα μα τους έλειπαν λέξεις, γιατί οι λέξεις ντύθηκαν με φύκια. Κάτω απ’ τη βροχή γυαλιών σπασμένων, δόθηκαν φιλιά ποθητά να στεριώσει το νέο σπιτικό. Οι νεκροί κουβαλούσαν λίγα ακόμα έπιπλα απ’ την προηγούμενη εν ζωή ζωή τους, γιατί οι νεκροί στην ανάγκη φαίνονται, κουβαλούσαν και γελούσαν κι έγιναν ένα με τους χτίστες κι έλεγαν δες απ’ την καταστροφή και την αίσθηση κενού καινούργια γράφονται τραγούδια και ποιήματα.
Ξύπνησε εν μέσω νυκτός κοιτώντας το σκοτάδι το γνώριμο γύρω του και το ψηλάφισε απ’ άκρη σ’ άκρη, όλα έμοιαζαν να είναι στη θέση τους, μα ποια θέση, αφού όλα μετακινήθηκαν και κατεδαφίστηκαν, πώς γίνεται να είναι όλα στη θέση τους; Πού πήγαν οι νεκροί; Πού οι κόκκινες σημαίες που ώρες και μέρες πριν κέντησαν σκεπή, πού η βροχή και οι σπασμένοι καθρέφτες; Ξημέρωνε. Όλα τ’ άστρα αγκαλιάστηκαν για να φέρουν τη μέρα που θα άπλωνε τ’ αναφιλητά της μ’ ένα νέο ποίημα, μ’ ένα βαθύτερο κενό να αχνοφαίνεται σαν ήλιος σε παιδική ζωγραφιά. Ξύπνησε ή ακόμα κοιμόταν κι ονειρευόταν ψιθυρίζοντας νότες υγρές, αντικρίζοντας εκ του σύνεγγυς την κατεδάφιση, βλαστημώντας το σχήμα, το αίμα, τα μάτια, το χώμα που προσευχόταν ταπεινά μες στα χαλάσματα.
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο», «post it», «Παραμύθια», «Ανασκόπηση», «Double-blurred letter» και «Προσχέδιο απογραφής».