Franz Kafka, Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης

Prague - Photo by Tamas

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, ανέβαινε ένα βράδυ στο διαμέρισμά του, πράγμα που ήταν κοπιώδης εργασία, διότι έμενε στον έκτο όροφο. Ενώ ανέβαινε, σκεπτόταν, όπως συχνά πυκνά τον τελευταίο καιρό, ότι αυτή η πλήρως μοναχική ζωή είναι πολύ ενοχλητική, ότι τώρα πρέπει ν’ ανέβει αυτούς τους έξι ορόφους κυριολεκτικά στα μυστικά, για να φτάσει επάνω στ’ αδειανό δωμάτιό του, να φορέσει εκεί τη ρόμπα του πάλι κυριολεκτικά στα μυστικά, ν’ ανάψει την πίπα του, να διαβάσει λίγο το γαλλικό περιοδικό στο οποίο είναι συνδρομητής εδώ και χρόνια, να κουτσοπιεί επιπλέον ένα σναπς κεράσι, που θα το ετοιμάσει ο ίδιος, και εντέλει έπειτα από μισή ώρα να πέσει στο κρεβάτι, όχι χωρίς να χρειαστεί ν’ αλλάξει προηγουμένως πλήρως τη διάταξη στα στρωσίδια, που η ανεπίδεκτη κάθε μαθήσεως παραδουλεύτρα τα πετούσε πάντοτε ανάλογα με τη διάθεσή της. Ένας κάποιος συνοδός, ένας κάποιος θεατής σ’ αυτές τις δραστηριότητες θα του ήταν πολύ ευπρόσδεκτος του Μπλούμφελντ. Είχε ήδη σκεφθεί μήπως έπαιρνε ένα μικρό σκυλί. Ένα τέτοιο ζωντανό είναι χαρούμενο και προπάντων ευγνώμον και πιστό· ένας συνάδελφος του Μπλούμφελντ έχει ένα τέτοιο σκυλί, ελόγου του δεν πλησιάζει κανέναν εκτός από τον κύριό του, και αν έχει λίγη ώρα να τον δει, τον υποδέχεται αμέσως γαβγίζοντας δυνατά, με το οποίο θέλει προφανώς να εκφράσει τη χαρά του που βρήκε πάλι τον κύριό του, εκείνον τον εξαιρετικό ευεργέτη του. Ασφαλώς έχει και τα μειονεκτήματά του ένα σκυλί. Ακόμη κι αν το κρατάς πολύ καθαρό, ελόγου του το δωμάτιο θα το βρομίζει. Αυτό δεν αποφεύγεται, δεν μπορείς κάθε φορά προτού το βάλεις μες στο δωμάτιο να το κάνεις μπάνιο με ζεστό νερό, επίσης η υγεία του δεν θα το άντεχε αυτό. Βρομιά στο δωμάτιό του όμως πάλι δεν την αντέχει ο Μπλούμφελντ, η καθαριότητα του δωματίου του είναι γι’ αυτόν εκ των ων ουκ άνευ, πολλές φορές την εβδομάδα στήνει κάποιον καβγά με την όχι και πολύ σχολαστική επ’ αυτού του θέματος παραδουλεύτρα του. Επειδή είναι βαρήκοη, την τραβά συνήθως απ’ το μπράτσο σ’ εκείνα τα σημεία του δωματίου όπου έχει να της προσάψει κάτι για την καθαριότητα. Με αυτή την αυστηρότητα έχει καταφέρει η τάξη στο δωμάτιό του ν’ ανταποκρίνεται κατά προσέγγιση στις επιθυμίες του. Εισάγοντας όμως ένα σκυλί στη ζωή του, θα έφερνε οικειοθελώς στο δωμάτιό του ακριβώς εκείνη τη βρομιά που μέχρι τώρα την έχει τόσο επιμελώς αποτρέψει. Ψύλλοι, οι μόνιμοι συνοδοί των σκυλιών, θα έκαναν την εμφάνισή τους. Αν όμως υπήρχαν κάποια στιγμή ψύλλοι εκεί, τότε δεν θα αργούσε πλέον και η στιγμή που ο Μπλούμφελντ θα άφηνε το άνετο δωμάτιό του στο σκυλί και θα ’ψαχνε γι’ άλλο δωμάτιο. Η βρομιά όμως ήταν ένα μόνο μειονέκτημα των σκυλιών. Τα σκυλιά αρρω σταίνουν κιόλας και τις αρρώστιες των σκυλιών βεβαίως δεν τις καταλαβαίνει ουσιαστικά κανένας. Τότε κάθεται ’κείνο το ζωντανό σε μια γωνιά ή τριγυρνά κουτσαίνοντας, κλαψουρίζει, ξεροβήχει, το πνίγει κάποιος πόνος, ελόγου σου το τυλίγεις με μια κουβέρτα, του σφυρίζεις κάτι, του βάζεις γάλα, εν ολίγοις το φροντίζεις με την ελπίδα ότι πρόκειται, όσο είναι βεβαίως δυνατόν αυτό, για μια προσωρινή πάθηση, εν τω μεταξύ όμως μπορεί να είναι κάποια σοβαρή, αηδιαστική και κολλητική αρρώστια. Και ακόμη κι αν το σκυλί παραμείνει υγιές, κάποια στιγμή αργότερα ωστόσο θα γεράσει, ελόγου σου δεν μπόρεσες ν’ αποφασίσεις να το δώσεις εγκαίρως το πιστό ζωντανό, κι έρχεται ύστερα ο καιρός που σε κοιτάζει το ίδιο σου το γήρας μέσ’ απ’ τα δακρυσμένα σκυλίσια μάτια. Τότε όμως αναγκάζεσαι να τυραννιέσαι με το μισότυφλο, ασθενικό στα πνευμόνια, ακίνητο σχεδόν από το πάχος ζωντανό κι έτσι τις χαρές που έκανε το σκυλί παλιά να τις πληρώσεις ακριβά. Όσο κι αν το ’θελε τώρα ένα σκυλί ο Μπλούμφελντ, άλλο τόσο όντως προτιμά ν’ ανεβαίνει τριάντα χρόνια ακόμη μόνος του τη σκάλα, αντί να του γίνει βάρος αργότερα ένα τέτοιο γέρικο σκυλί που, αναστενάζοντας πιο δυνατά κι από τον ίδιο, θ’ ανεβαίνει δίπλα του σερνάμενο απ’ το ένα σκαλοπάτι στ’ άλλο.
 
[...]
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 
 Σκίτσο εξωφύλλου: Μελίνα Γαληνού
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο Φραντς Κάφκα, Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2021, ως πρώτος τίτλος των εκδόσεων η βαλίτσα, σε μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο Αλέξανδρου Κυπριώτη.
Πρόκειται για μια δίγλωσση έκδοση, στην οποία το πρωτότυπο γερμανικό κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά από την κριτική έκδοση του χειρογράφου του Φραντς Κάφκα επιμελημένο και αποκατεστημένο, με τις απαραίτητες διορθώσεις των αβλεψιών, παραλείψεων και επεμβάσεων του Μαξ Μπροντ. 
Στην εισαγωγή επισημαίνεται: «Ο γηραιός εργένης Μπλούμφελντ έχει τακτοποιημένη προσωπική ζωή, έχοντας τα πάντα στο μοναχικό δωμάτιό του υπό τον έλεγχό του, μέχρι που εισβάλλει στη ζωή του το ασυνήθιστο. Ένα στέρεο φαινομενικά οικοδόμημα τραντάζεται. Το γκροτέσκο απειλεί ν’ ανατινάξει συθέμελα τα πάντα, εκθέτοντας τον εργένη Μπλούμφελντ στην κοινωνική χλεύη. Και ενώ η αγωνία του ήρωα κορυφώνεται, τον καλεί η εργασία, η υπεύθυνη θέση του στο εργοστάσιο λευκών ειδών. Για να αποδειχτεί λίγο αργότερα ότι και εκεί δεσπόζει το παράλογο.
"Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης" αποτελείται από δύο αυτόνομες αριστουργηματικές σεκάνς με καίριες προβολές σ’ ένα δυνητικά εφιαλτικό μέλλον και αναδρομές στο παρελθόν, που σπάζοντας την ευθύγραμμη αφήγηση καθιστούν το παρόν έναν ασφυκτικά περίκλειστο χωροχρόνο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής, μετατρέποντάς το σε μηχανισμό αργόσυρτης και βασανιστικής εξόντωσης: οι δύο πυλώνες του δυτικού πολιτισμού, η προσωπική και η επαγγελματική ζωή του ανθρώπου, τα δύο κολαστήρια του Φραντς Κάφκα, φωτίζονται σε όλο τους το μεγαλείο
».
Η έκδοση συνοδεύεται από κώδικες γρήγορης ανταπόκρισης (QR CODES), οι οποίοι αν σαρωθούν με ένα έξυπνο κινητό ή τάμπλετ επιτρέπουν στον αναγνώστη την ακρόαση ολόκληρου του βιβλίου μέσω διαδικτύου. Το γερμανικό πρωτότυπο διαβάζει ο Wolfgang Bozic, την ελληνική μετάφραση ο Στέφανος Ντρέκος και την εισαγωγή και το επίμετρο ο Αλέξανδρος Κυπριώτης. 
Διαβάστε εδώ ένα κείμενο του μεταφραστή και εκδότη του βιβλίου για αυτόν τον πρώτο τίτλο των εκδόσεων η βαλίτσα και εδώ μια συνέντευξή του στον Γιώργο Αλοίμονο για την αθηΝΕΑ. 
Διαβάστε τις δύο πρώτες κριτικές για την έκδοση, του Γιάννη Δρούγου στο into my books και την κριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου στο NO14ME.

Kurt Tucholsky, Ημίφως

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[...]


Ένα κύμα πλημμυρίζει τη γη. Δεν είναι καθαρά οικονομικής φύσης, δεν πρόκειται μόνο για το φαγητό, το ποτό και το κέρδος. Δεν πρόκειται μόνο για το ερώτημα πώς θα μοιράσουμε τα οικονομικά αγαθά του κόσμου, ποιος πρέπει να δουλεύει και ποιος να εκμεταλλεύεται. Πρόκειται για περισσότερα, για τα πάντα.

Φαίνεται να έχει επανέλθει μια εποχή όπου όλα θα ξεκινήσουν πάλι από την αρχή, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται ξανά στην επιφάνεια της γης και παρατηρεί με απέραντη έκπληξη τα φυτά, τα ζώα και τον ίδιο του τον εαυτό. Και απλώνει τα χέρια και δεν θέλει να ξέρει τίποτα παρά τον ξάστερο ουρανό και τη δική του δύναμη. Ξυπνά άραγε από το θολό όνειρο των παραδόσεων και των πολιτισμών;

Ας αναφερθεί ότι αυτό θα μας κοστίσει την τέχνη ως παράπλευρη απώλεια. Ότι θα πρέπει να θυσιάσουμε τις «αιώνιες αξίες». Οι αρχέγονες ορμές παραμένουν, αλλά οι τρόποι επενέργειας των συνεπειών τους δεν υπόκεινται σε διαχρονικά ισχύοντες νόμους. Προς τα πού οδεύουμε;

[...] 

 

 

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο Kurt Tucholsky, Σούρουπο ή χάραμα; Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αντισημιτισμός, σάτιρα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική σε μετάφραση μελών του Σωματείου Μεταπτυχιακών Σπουδών Γερμανικής Γλώσσας & Λογοτεχνίας και συγκεκριμένα των Κάτιας Αλεβιζοπούλου, Ελένης Βίσκα, Παναγιώτας Καλογερά, Ειρήνης Κορώνη, Αθανασίας Σύρρου και Ηρώς Τσατσαρώνη. 

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται τα κείμενα «Ημίφως», «Βερολίνο! Βερολίνο!», «Επισκόπηση της εθνικής οικονομίας» και «Τι επιτρέπεται στη σάτιρα;». Κάθε κείμενο του Κουρτ Τουχόλσκυ συνοδεύεται από ένα κατατοπιστικό κείμενο, γραμμένο από κάποια από τις μεταφράστριες: «Οι καθαρές αξίες του ανθρώπινου πνεύματος» και «Ο Θεός να ευλογεί αυτή την πόλη» (Παναγιώτα Καλογερά), «Το χρήμα στην υπηρεσία του λαού;» και «Τα όρια της σάτιρας» (Αθανασία Σύρρου) αντίστοιχα. Την έκδοση κλείνει ένα εκτενές επίμετρο για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης γενικότερα, καθώς και για τον αντισημιτισμό και τους διανοούμενους της εποχής αλλά και για την κριτική στάση του Τουχόλσκυ για την εποχή, γραμμένο από την Ελένη Βίσκα, καθώς και ένα επίμετρο για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, γραμμένο από την Κάτια Αλεβιζοπούλου.

Δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο τη διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου, που πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαΐου 2021.

 

Αλέξανδρος Κ., Το ντουί

Foto by Alexandros Kypriotis













 
 
 
 
Έχω αρχίσει και φοβάμαι ότι αυτή τη φορά δεν θα ’χει επιστροφή. Αυτή η φορά δεν είναι όπως οι άλλες. Το νιώθω. Κάτι μέσα μου. Νομίζω ότι μόνο εγώ μπορώ να το καταλάβω αυτό. Τώρα δεν μπορώ να πω με ακρίβεια πότε πέρασα εκείνη τη λεπτή διαχωριστική γραμμή. Μπορεί να ήταν πολύ νωρίς, μ’ εκείνο το γαμημένο το ντουί. Μπορεί και όχι όμως. Μπορεί να είναι ένας μήνας μόνο. Με τη βρύση. Με τη γαμημένη τη βρύση. Όχι, μπορεί να ήταν μ’ εκείνο το σταχτοδοχείο, το γαμημένο το σταχτοδοχείο που έπεσε και έσπασε και σκορπίστηκαν γυαλάκια και γόπες και στάχτες. Μπορεί άμα είχα πάρει την ηλεκτρική σκούπα τότε, να μην είχα φτάσει εδώ. Αλλά όχι, νομίζω ότι το ντουί ήταν. Ξαφνικά τότε νομίζω άλλαξαν όλα. Σιγά σιγά, βέβαια. Δεν μπορούσα να το καταλάβω στην αρχή, αλλά τότε πρέπει να ήταν. Η γαμημένη η βρύση δεν δυσκολεύει και πολύ τα πράγματα από μόνη της. Έχω και τη βρύση στην μπανιέρα. Αντί να σκύβω από δω, σκύβω από κει. Εντάξει, δεν έχει καθρέφτη, οπότε στο ξύρισμα πρέπει να γυρίζω συνέχεια από την άλλη και να σκύβω στην μπανιέρα κι ύστερα πάλι να γυρίζω στον καθρέφτη και πάει λέγοντας. Αλλά δεν ξυρίζομαι και τόσο συχνά πια. Όχι, δεν ήτανε η βρύση. Και το σταχτοδοχείο δεν ήτανε. Και δεν πειράζει που δεν πήρα τη σκούπα. Το έχω ξανακάνει αυτό. Αλλά το ντουί, το γαμημένο το ντουί, δεν έχω ξαναφήσει τόσο καιρό χαλασμένο ντουί.  
 
 
 
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύεται σήμερα με αφορμή τη συμπλήρωση 13 χρόνων από τη δημιουργία του blog Logotexnia21.
Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στο blog Logotexnia21 ως Αλέξανδρος Κ. τον Δεκέμβριο του 2009. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μ' ένα καλό ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων και το 2019 η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα από τις εκδόσεις Σκαρίφημα. Την ίδια χρονιά ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη η θεατρική παράσταση Γκλόρυ Ντάιηζ βασισμένη σε κείμενά του, σε σκηνοθεσία Κλαίρης Χριστοπούλου. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Διατηρεί τον ιστότοπο valitsa.org, όπου υπάρχουν δεσμοί για όλες τις δημοσιεύσεις, συνεργασίες και δρατηριότητές του.

Γιάννης Δρούγος, Ανεπίδοτο

Foto by Bart Hickman

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αυτό είναι το ογδοηκοστό γράμμα που σου γράφω. Πλάι μου σωρός όλα τα άλλα εβδομήντα εννιά ανεπίδοτα, κλεισμένα στους φακέλους τους, χωρίς να αναγράφεται καμιά διεύθυνση. 
Δεν θα σου τα στείλω. Γιατί στο εκατοστό γράμμα, θ’ ανάψω μια μεγάλη φωτιά και θα πετάξω μέσα της τα πάντα: σκέψεις, λέξεις, λάθη, ελπίδα, απελπισία, προσμονή, φόβο, αϋπνία, μαύρο, άσπρο, παιδικά χρόνια δικά σου – δικά μου.
Λίγα θυμάμαι άλλωστε από εκείνα, κάτι φευγαλέες εικόνες στη θάλασσα, κάτι φωνές ακατάληπτες, κάτι γέλια, μια μυρωδιά από καρπούζι, κάτι σκιές, μια πανσέληνο, τη φωνή της μαμάς να τραγουδάει την Περιμπανού του Χατζιδάκι –όλως περιέργως θυμάμαι το τραγούδι απέξω. Όλα τα άλλα κύμα στο βράχο...
Είναι ισχυρή η δόση του φαρμάκου τελευταία, μου φέρνει κάτι σαν τέλος, λες κι ανοίγει μια μεγάλη καταπακτή και με καταπίνει. 
Αδελφέ μου... ήθελα να κάνουμε τα ταξίδια που μου υποσχέθηκες. Να ήμουν ελεύθερος να ταξιδεύαμε στον κόσμο. «Όταν θα γίνεις καλά», μου είπες την τελευταία φορά που ήρθες να με δεις. Πότε ήταν αυτή η φορά; Πριν πόσους αιώνες;
Θέλω να σε αποκαλέσω με το μικρό σου όνομα μα, μεταξύ μας, δεν το θυμάμαι. Ξέρω πως θα με συγχωρέσεις, είμαι τόσο αδύναμος...
Θα σε αφήσω εδώ για να γράψω ένα γράμμα στο Θεό, του τα έχω μαζεμένα, έτσι που εκείνος κάθεται ξέγνοιαστος και πίνει τα ποτάκια του χαλαρά ενώ οι άνθρωποι πονούν και χωρίζονται. Θα τον ρωτήσω: 
1. Που είσαι;
2. Πότε θα χαράξει;
3. Γιατί αυτό το σκυλί που έχω μέσα μου δεν σταματάει ποτέ να γαβγίζει;
Ήδη χαμογελάω καθώς φαντάζομαι την αμηχανία του. Αδελφέ μου, μου είπαν ότι την Κυριακή έχουμε επισκεπτήριο. Θα έρθεις να μου θυμίσεις τ’ όνομά σου;
 
 
 
 

Η Logotexnia21 ευχαριστεί τον Γιάννη Δρούγο για την άδεια αναδημοσίευσης. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα κείμενά του «Αντίστροφα» και «Εγκλεισμός»

.

 
 
 
 

Karl Valentin, Η ερωτική επιστολή



33 Ιανουαρίου, Μόναχο, 1925½


Αγαπητέ αγαπημένε!

 
Με χέρια που κλαίνε παίρνω την πένα στα χέρια μου και σου γράφω. –
 
Γιατί άραγε έχεις να γράψεις τόσο καιρό, ενώ πρόσφατα έγραψες πως θα μου γράφεις αν δεν σου γράφω εγώ. – Ο πατέρας μου μου έγραψε και εχθές. Εκείνος γράφει πως σου έγραψε. Εσύ όμως δεν μου έγραψες λέξη πως σου έγραψε.
 
Αν μου είχες γράψει μια λέξη πως ο πατέρας μου σου έγραψε, θα του είχα γράψει του πατέρα μου πως ήθελες ήδη να του γράψεις εσύ, αλλά πως δυστυχώς δεν είχες καθόλου χρόνο για γράμματα, αλλιώς θα του είχες ήδη γράψει.
 
Είναι πολύ λυπηρό αυτό με τα συνεχή τα γράμματά μας, επειδή ούτε σ’ ένα και μοναδικό γράμμα που σου έγραψα δεν μου έγραψες απάντηση εσύ.
 
Αν δεν μπορούσες να γράψεις, θα ήταν κάτι άλλο, τότε δεν θα σου έγραφα καθόλου, εσύ όμως μπορείς να γράψεις και όμως δεν γράφεις, αν δεν σου γράψω εγώ.
 
Κλείνω το γράμμα μου κι ελπίζω να μου γράψεις επιτέλους κάποια στιγμή, αλλιώς αυτό θα είναι το τελευταίο γράμμα μου που θα σου έχω γράψει. Αν όμως πρόκειται κι αυτή τη φορά πάλι να μη γράψεις, γράψε μου τουλάχιστον πως δεν θέλεις γενικά να μου γράφεις, έτσι θα ξέρω τουλάχιστον γιατί δεν μου έγραψες ποτέ.
 
Συγχώρεσέ μου τα άσχημα τα γράμματα, πάντοτε, όταν γράφω, με πιάνει αυτή η δυστονία στο χέρι απ’ το γράψιμο, εσένα φυσικά ποτέ δεν σε πιάνει δυστονία στο χέρι απ’ το γράψιμο, γιατί εσύ ποτέ δεν γράφεις.

Χαιρετισμούς και φιλιά

Δική σου Ν. Ν.
 
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 

Ο Καρλ Φαλεντίν (1882-1948) ήταν Γερμανός κωμικός, λαϊκός τραγουδιστής, συγγραφέας και κινηματογραφικός παραγωγός. Ήταν φίλος του Μπέρτολτ Μπρεχτ, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και τον οποίο επηρέασε στο όψιμο έργο του. Στους θαυμαστές του Καρλ Φαλεντίν συγκαταλέγονταν ο Άλφρεντ Κερ και ο Κουρτ Τουχόλσκι.

Iwona Nowacka, Η γλώσσα του εχθρού

Iwona Nowacka: Die Sprache des Feindes



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Το πρώτο μου μάθημα ξένης γλώσσας το έκανα στο πολωνικό σχολείο μου στα 12 μου χρόνια. Αυτό έγινε το 1992, τα ρωσικά είχαν χάσει κάθε δημοτικότητα εκείνη την εποχή. Της καθηγήτριας των ρωσικών μας της άλλαξαν αντικείμενο εργασίας και την εκπαίδευσαν στις καλοκαιρινές διακοπές μας: Όταν άρχισαν τα σχολεία την 1η Σεπτεμβρίου, εμφανίστηκε στην τάξη μας ως καθηγήτρια γερμανικών, πήρε ένα βιβλίο στο χέρι και είπε: «ντας ιστ άιν μπουχ». Ήταν έρωτας με την πρώτη πρόταση – κάτι τόσο ωραίο δεν είχα ακούσει ποτέ μου μέχρι τότε.

Ένα νεοαποκτηθέν δορυφορικό πιάτο μού πρόσφερε πρόσβαση στον κόσμο του RTL και του Pro7 με τα χτυπητά διαφημιστικά τους σποτ – και τις πρώτες μου επιτυχίες στην ακουστική κατανόηση. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσα ότι αυτή η γλώσσα δεν ακούγεται ωραία απλώς, αλλά μπορεί και να μετατοπίσει τα σύνορα του κόσμου μου. Στο σπίτι η αγάπη μου για τη γερμανική γλώσσα προξενούσε μάλλον συγκρατημένες αντιδράσεις: «μα, υπάρχουν τόσο πολλές ωραίες γλώσσες στον κόσμο!» Η μετέπειτα επαγγελματική μου επιλογή ομοίως τύγχανε υποτονικού ενθουσιασμού και εντέλει μιας παραίτησης: «τέλος πάντων, τη γλώσσα του εχθρού πρέπει να την ξέρουμε».

Στο λύκειο ο καθηγητής των ιταλικών μου με έλεγε «Άξονα-Βερολίνου-Ρώμης-Τόκυο», προσθέτοντας συχνά την πρόταση: «Μόνο ιαπωνικά να μάθεις ακόμα, Ιβόνα, και είσαι έτοιμη». Όταν στο μάθημα των πολωνικών διαβάζαμε το βιβλίο Συνομιλίες με ένα δήμιο, η καθηγήτριά μας σκηνοθέτησε μια δίκη, στην οποία μου ανατέθηκε να υπερασπιστώ τον εγκληματία των Ες Ες. Με εξόργισε το ότι η αγάπη μου για τη γερμανική γλώσσα πάντα συνδεόταν με την Ιστορία και μάλιστα μόνο με ένα μέρος της Ιστορίας! Δυο εβδομάδες κατέστρωνα σχέδια εκδίκησης, παθιαζόμουν ότι σε τελική ανάλυση θα έβγαζα έναν φλογερό λόγο υπεράσπισης, μετά τον οποίο η τάξη θα αθώωνε τον εγκληματία. Στο τέλος ήμασταν όλοι δυσαρεστημένοι.

Η γιαγιά μου κάποτε μου είπε ότι είμαι μια άλλη όταν μιλάω γερμανικά. Μια νεαρή ηθοποιός μού ζήτησε να μη μιλάω γερμανικά μπροστά της, γιατί την κατατρύχουν τακτικά οι εφιάλτες των προγόνων της από τον πόλεμο. Κι εγώ έβλεπα στον ύπνο μου ότι με βασανίζουν Πολωνοί αντάρτες – λόγω εσχάτης προδοσίας. Ήταν στην αρχή μιας σχέσης μου με έναν Γερμανό. Για τον οποίο, καθώς φάνηκε, δεν ήταν επίσης εύκολο να είναι με μια Πολωνή. Σε ένα ρομαντικό γεύμα μού ζήτησε συγνώμη για τα εγκλήματα που διεπράχθησαν από τους Γερμανούς εις βάρος του πολωνικού λαού. Η σχέση δεν κράτησε ιδιαίτερα πολύ.

Με ρωτάνε συχνά: γιατί αλήθεια γερμανικά; Πράγμα που κατά βάθος σημαίνει: τι έχεις πάθει πια; Όταν αναφέρω το επάγγελμά μου, συνήθως ακούγεται κάτι προκλητικό. Τον τελευταίο καιρό προτιμώ να λέω ότι μεταφράζω θεατρικά κείμενα, τις περισσότερες φορές μετά δεν με ρωτάνε και από ποια γλώσσα. Οι εντάσεις έχουν μάλλον αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Το 2016 ένας Πολωνός καθηγητής δέχθηκε επίθεση στο τραμ της Βαρσοβίας, γιατί μιλούσε γερμανικά με τον συνάδελφό του. Εγώ κοιτάζω καλά τους συνεπιβάτες μου στο τρένο, πριν αποφασίσω ποιο βιβλίο θα βγάλω από την τσάντα μου. Προληπτικά έχω πάντα κι ένα πολωνικό μαζί μου.

Η πρώτη μου μετάφραση –δύσκολα αποφεύγει τα στερεότυπα κανείς– ήταν ένα θεατρικό έργο για την Έμμυ Γκαίρινγκ. Ένας μονόλογος της κυρίας Γκαίρινγκ, ή κάποιου ατόμου που πιστεύει ότι είναι εκείνη και τώρα κάθεται στην αίθουσα αναμονής στον οδοντίατρο, γιατί κάτι ακούγεται να μιλάει από τον φρονιμίτη της: Σκέψεις που δεν συμφωνούν απαραίτητα με τη δική της κοσμοθεωρία ή εκείνη του συζύγου της. Ένα τέτοιο ξένο, σύγχρονο κείμενο, που δεν το έχεις αποκωδικοποιήσει ακόμα, που σου αντιστέκεται, μπορεί αρχικά να σε μπερδέψει. Στη συνέχεια εμφανίζεται η πιο δύσκολη, αλλά και πιο ωραία διαδικασία της εξημέρωσης αυτού του ξένου ζώου. Με τις φάσεις της θεοποίησης και τις φάσεις της αμηχανίας ή ακόμα και του μίσους. Όπως και της ανασφάλειας για το αν θα τα καταφέρεις μέχρι την τελευταία πρόταση. Είναι πάντα ένα ταξίδι στο αβέβαιο· έχεις ασφαλώς έναν χάρτη, αλλά ο σωστός δρόμος δεν είναι σημειωμένος πουθενά και ποτέ δεν ξέρεις σε ποιο σημείο θα εμφανιστεί το αποκορύφωμα της απελπισίας. Που θα κάτσεις μες στη μέση του δρόμου και θα πεις: δεν μπορώ άλλο. Κι αυτό εμφανίζεται σε κάθε μετάφραση. Κι αν όχι, τόσο το χειρότερο, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να έχεις πέσει σε παγίδα, χωρίς να έχεις καταλάβει ότι είναι παγίδα. Ακόμα πιο πολύ απ’ την απελπισία φοβάμαι να αγγίζω κείμενα που δεν με αγγίζουν.

Η λέξη «Niemcy» [νιέμτσε], που σημαίνει «Γερμανοί» και «Γερμανία», προέρχεται στα πολωνικά από τη λέξη «niemy» [νιέμε], που σημαίνει «μουγκός». Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν την καταλάβαινε κανένας, οπότε τους αφαίρεσαν την ικανότητα να μιλούν. Ως μεταφράστρια είμαι ένα αόρατο άτομο, που δίνει φωνή και σημασία σε μια μουγκή γλώσσα. Λίγο μαγικό ακούγεται αυτό.

Και πράγματι η μετάφραση είναι μια αρκετά μαγική διαδικασία, που δεν διαφέρει από την υποκριτική. Παίρνω ένα κείμενο, που πρέπει να το «παίξω» σε μια άλλη γλώσσα. Σαν να μην το ’χω γράψει απλώς εγώ, αλλά σαν να το έχω ζήσει κιόλας. Δεν είναι καθόλου απλός ο γυρισμός από τη σκηνή αυτή. Η ενσυναίσθηση μπορεί να πάει πολύ μακριά, μπορεί να πνιγείς μέσα σε ξένες σκέψεις. Είμαι ψυχοσωματικός τύπος, ανεβάζω αμέσως πυρετό, αν κάποιος κοντά μου έχει πυρετό. Τα τελευταία χρόνια έχω μεταφράσει κείμενα που είχαν παιδική κακοποίηση, ευθανασία, πόλεμο, βασανιστήρια, βία. Ήταν κι αυτός ένας λόγος που το 2019 αναγκάστηκα να κάνω ένα διάλειμμα για έναν χρόνο.

Είμαι ένα άτομο με διάφορους φόβους, αλλά πάντα έλεγα ότι με τη μετάφραση έχω βρει ένα πεδίο, όπου οι φόβοι δεν παίζουν κανένα ρόλο. Όπου αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου. Η γερμανική γλώσσα ήταν πάντα κάτι που το επέλεξα εγώ και το έκανα δικό μου. Έκφραση της αυτονομίας μου. Επειδή αυτή η γλώσσα ήταν ένα «safe space» στην εφηβική μου ηλικία, η μυστική μου γλώσσα, στην οποία μάλιστα έγραφα και το ημερολόγιό μου. Αλλά χωρίς φόβους εντελώς δεν γίνεται. Είναι ένα με τη ζωή, με τον μηχανισμό επιβίωσης. Μόνο που δεν πρέπει να ’ναι πάρα πολλοί. Ο φόβος… τρώει τα σωθικά.


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Το παραπάνω κείμενο της Ιβόνα Νοβάτσκα γράφτηκε στα Γερμανικά για την πρώτη σειρά των
TOLEDO TALKS υπό τον γενικό τίτλο «Berührungsängste» («Φόβοι αγγίγματος») και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στις 18 Δεκεμβρίου 2020 εδώ ως κείμενο και ταινία.
 

Iwona Nowacka: Die Sprache des Feindes from LiterarischesColloquiumBerlin on Vimeo.

 
Το βιβλίο Συνομιλίες με ένα δήμιο του Kazimierz Moczarski έχει εκδοθεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση Edyta Kosiel-Ευαγγέλου και Όλγας Μπεζεντάκου.
Ο θεατρικός μονόλογος που αναφέρεται είναι το Enigma Emmy Göring του Werner Fritsch.
Η Ιβόνα Νοβάτσκα είναι μεταφράστρια, επιμελήτρια θεατρικών και λογοτεχνικών πρότζεκτ, και ένα από τα δύο ιδρυτικά μέλη της ανεξάρτητης ομάδας περφόρμανς Turkowski & Nowacka. Έχει μεταφράσει στα πολωνικά έργα των Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, Βέρνερ Φριτς, Γιούλι Τσε, Φαλκ Ρίχτερ, Γκεζίνε Ντάνκβαρτ, Ντανιέλα Ντρέσερ, Άντρες Βάιελ, Κάτια Μπρούνερ, Μπον Παρκ, Μίλο Ράου, Ζιμπίλε Μπεργκ, κ.ά. Ζει στο Στσέτσιν (Szczeczin), γνωστό στα ελληνικά και ως Στετίνο από τη γερμανική ονομασία του, Stettin.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails