Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Wolfgang Borchert, Παράξενο




Ι
Παράξενο, σκεπτόταν ο τελειόφοιτος Χανς Χέλλκοπφ στον πόλεμο, ο ταγματάρχης μας πάντα μου θυμίζει τον καθηγητή μου.

ΙΙ
Παράξενο, σκεπτόταν ο τελειόφοιτος Χανς Χέλλκοπφ μετά τον πόλεμο, ο καθηγητής μας πάντα μου θυμίζει τον ταγματάρχη μου. Πρέπει να είναι το χτένισμά του.

ΙΙΙ
Παράξενο, είπε ο καθηγητής δρ Όλαφ στον συνάδελφό του, όταν βλέπω τους τελειόφοιτούς μας να μπαίνουν παραταγμένοι από το προαύλιο, πάντα σκέπτομαι το τάγμα μου. Πρέπει να είναι τα φρέσκα, τα λαμπερά τα πρόσωπά τους. Τα πρόσωπά τους; είπε ο συνάδελφος. Τα άρβυλα, αγαπητέ μου, τα άρβυλα.



Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Η παραπάνω μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στη bibliotheque.gr στις 30/11/2017.

Marie Luise Kaschnitz, Περιγραφή ενός χωριού

 
 1

Μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα κιόλας, θα κάνω την απόπειρα να περιγράψω το χωριό. Θα σκεφτώ με τι ν’ αρχίσω, με το Πάνω Χωριό, με το Κάτω Χωριό, με το νεκροταφείο, με το δάσος. Ή με τις σπηλιές που ’ναι πάνω ψηλά στο Όρος των Ελαιών, νερό, έτσι λέει η παράδοση, γιόμισε τον κόλπο της κοιλάδας, όπως κάνει ενίοτε η ομίχλη τώρα, στους βράχους υπήρχαν κάποτε κρίκοι, στους κρίκους ήτανε δεμένες βάρκες, ενώ στην πραγματικότητα ένα είναι σίγουρο μόνο, ότι, δηλαδή, οι σπηλιές εκείνες ήταν το καταφύγιο για τις ορδές των κυνηγών μετά την εποχή των παγετώνων

τελικά θα ξεκινήσω με την άποψη από ψηλά, μ’ αυτά που βλέπει ένα πουλί από ψηλά ή ένας επιβάτης αεροπλάνου απ’ το παράθυρό του, μαύρο δάσος στη μια πλευρά της κοιλάδας, με πράσινο απ’ τις οξιές στις παρυφές του, δάσος με οξιές και στην άλλη πλευρά, διάσπαρτο από σφένδαμους και λάρικες

περνώντας στους αμπελώνες, και στη βάση της κοιλάδας το χωριό, ανάμεσα σε λειμώνες κι οπωροφόρα δέντρα, τον επιβλητικό θόλο απ’ τις φλαμουριές του σπιτιού υπ’ αρ. 84 και τα πολλά γυάλινα παράθυρα του ανθοκομείου

θα τα περιγράψω όλ’ αυτά και θα μιλήσω ιδιαίτερα αναλυτικά για τις πλαγιές με τους αμπελώνες, που για πολλές δεκαετίες ήτανε παραμελημένες, ακαλλιέργητη γη και χωραφάκια με πατάτες εδώ κι εκεί

που τώρα όμως είναι φυτεμένες πάλι και τις διασχίζουνε γαλάζιοι ασφαλτόδρομοι. Επί τη ευκαιρία θ’ αναφέρω επίσης πως πριν από πολλά χρόνια, αλλά ήδη στα χρόνια τα δικά μου, τα σταφύλια τα πατούσαν ακόμη με τα πόδια ή τα περνούσαν απ’ το δρύινο πιεστήρι

πως τώρα όμως το κρασί το επεξεργάζονται από κοινού και το βάζουνε σε μεγάλα δοχεία ή δεξαμενές, που δεν είναι πια από ξύλο αλλά από γυαλί ή μπετό.

 

2

Την επόμενη μέρα, τη δεύτερη μέρα της εργασίας μου, θα επιστρέψω στην άποψη από ψηλά. Θ’ αναφερθώ πρώτα στις ωραίες παρυφές του δάσους, ύστερα στον λειμώνα κάτω απ’ το βουνό, ύστερα στην κοιλάδα του Ρήνου, στα Βόσγια Όρη, στον ελβετικό Ιούρα και στην Πύλη της Βουργουνδίας, η οποία παρεμπιπτόντως φαίνεται κι απ’ τα παράθυρα της σοφίτας του σπιτιού υπ’ αρ. 84. Θα τονίσω τον ιστορικό χαρακτήρα του τοπίου και θα ισχυριστώ πως όποιος διαθέτει φαντασία μπορεί ακόμη και σήμερα να δει τους στρατούς να διασχίζουνε την πεδιάδα

τους Κέλτες και τα γερμανικά φύλα, να πολεμούν με τους λεγεωνάριους του Καίσαρα, τους Αλαμαννούς και τους Φράγκους, τους αγρότες απ’ το Στάουφεν που καταστρέψανε στο χωριό τον πύργο των αφεντάδων Σνέβελιν φον Μπέρενλαπ

τους Σουηδούς που σκοτώσανε τριακόσιους αγρότες στο Κιρχχόφεν και βάλανε φωτιά στο μοναστήρι του Ζέλντεν τα στρατεύματα του στρατάρχη Τουρέν, ο οποίος περνώντας τα Λουτρά του Κούκου και διασχίζοντας την Κοιλάδα των Μαγισσών εκστράτευσε κατά της Βαυαρίας

τα στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ που ερχόμενα απ’ το Μπράιζαχ κατέκτησαν το Φράιμπουργκ

τους στρατούς του Πολέμου Διαδοχής του Παλατινάτου, του Πολέμου Διαδοχής της Ισπανίας, του Πολέμου Διαδοχής της Αυστρίας, του Πολέμου του Α΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Β΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Γ΄ Συνασπισμού και των πολέμων ανεξαρτησίας

τι σήμαινε για τα χωριά της Κοιλάδας των Μαγισσών λεηλασία, εισφορές, αγρότες ν’ αναγκάζονται να οχυρωθούν, βρόμη, σοδειές, κρασί, χρυσό, ζωντανά, γουρούνια, κότες, να τους τ’ αρπάζουνε και να φεύγουνε, πλιάτσικο με την απειλή πως θα τους κάψουνε, καταφυγή στα δάση, μιζέρια, δάκρυα και φόβος.
 
[...] 


Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Το παραπάνω απόσπασμα είναι τα δύο πρώτα κεφάλαια από την Περιγραφή ενός χωριού της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (1901-1974), που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026  από τις εκδόσεις η βαλίτσα, σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη και γλωσσική επιμέλεια Λένας Κοψαχείλη. Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα, επίμετρο και σημειώσεις του μεταφραστή.
 
Η Περιγραφή ενός χωριού είναι το πρώτο έργο της συγγραφέως που κυκλοφορεί στα ελληνικά και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1966, όταν η συγγραφέας ήταν 65 ετών. Θεωρείται ένα από τα έργα ωριμότητας της συγγραφέως, το οποίο επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση της «ο δρόμος μου στην ποίηση με οδήγησε από τη φύση στους ανθρώπους». 
 
Η ίδια η συγγραφέας, υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου έργου της το 1968, θα τόνιζε ότι το ουσιαστικά δημιουργικό στην Περιγραφή ενός χωριού ήταν ότι το ίδιο το θέμα της καθόρισε τη φόρμα του και ότι χάρη στη φόρμα του αυτή δεν θύμιζε και δεν θα θύμιζε και στο μέλλον κανένα άλλο έργο της. Η Περιγραφή ενός χωριού, την οποία η κριτική έχει χαρακτηρίσει και «περιγραφή μιας περιγραφής» αποτελεί ένα λογοτεχνικά άρτιο σχεδίασμα για ένα αφήγημα. Στο επίκεντρό του και η συλλογική γερμανική ενοχή για τα εγκλήματα του ναζισμού, την οποία η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς συμπυκνώνει σε μία φράση: «όταν εμείς κάναμε πως κοιμόμαστε».
 
Η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς γεννήθηκε στην Καρλσρούη το 1901, μεγάλωσε στο Πότσνταμ και το Βερολίνο, έζησε στη Ρώμη, στο Κόνιγκσμπεργκ και στη Φρανκφούρτη, όπου και πέθανε το 1974. Έγραψε ποίηση, πεζογραφία, ραδιοφωνικά έργα και δοκίμια. Ήταν η πρώτη γυναίκα δημιουργός που τιμήθηκε με το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ το 1955, το οποίο ακολούθησαν πολλές διακρίσεις. Άλλα έργα της είναι: Το χοντρό παιδί και άλλα διηγήματα, Το σπίτι της παιδικής ηλικίας, Υπεραστικές κλήσεις, Τόποι. Καταγραφές και Μένει να αποδειχτεί, το οποίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις η βαλίτσα το φθινόπωρο του 2026.
 
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου για την έκδοση στο μπλογκ του, NO14ME.
 
Το έργο που κοσμεί την ανάρτηση και το εξώφυλλο του βιβλίου φιλοτέχνησε η Μελίνα Γαληνού. 

David Roas, Das Kapital


Υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή
που είναι πιο σημαντικά από τα χρήματα!
Όμως είναι τόσο ακριβά!

Groucho Marx
 
 
Τα χείλη της δεσποινίδας που με εξυπηρετεί πίσω από το γκισέ της Swiss Air μόλις άρθρωσαν τη λέξη που τόσο φοβόμουν. Μία φορά έφτασα κι εγώ στο αεροδρόμιο νωρίς και το αεροπλάνο είναι γεμάτο. Η υπάλληλος, συμπαθέστατη, απολογείται (Désolée, monsieur), μου δίνει μια κάρτα επιβίβασης χωρίς συγκεκριμένη θέση και μου ζητά να κατευθυνθώ προς την έξοδο Α8. Εκεί, οι συνάδελφοί της θα προσπαθήσουν να βρουν λύση. Ξέρω πως πρέπει να εμπιστευτώ την ελβετική αποτελεσματικότητα, αλλά, δεδομένου του έμφυτου πεσιμισμού μου, κάτι μου λέει πως η μέρα δεν μου επιφυλάσσει τίποτα καλό.
  Διώχνω από το νου μου αυτές τις σκέψεις και προχωρώ, ακολουθώντας τις οδηγίες της συμπαθητικής υπαλλήλου, προς την έξοδο Α8. Περνώ χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τους ελέγχους, πλησιάζω στο γκισέ της εταιρείας και, αφού εξηγήσω το πρόβλημά μου στους δύο υπαλλήλους, μου ζητούν να καθίσω και να περιμένω. Φαίνεται πως δεν είμαι ο μόνος με το ίδιο ζήτημα. Ένα ζευγάρι με κοιτάζει και μου χαμογελά σαν να μου λέει «Ναι, κι εμάς μας συνέβη το ίδιο». Ανοίγω το σακίδιό μου, βγάζω ένα βιβλίο και βυθίζομαι στην ανάγνωση για να ξεχάσω την αναμονή.
  Μετά από λίγη ώρα που σε μένα φάνηκε αιώνας, ένας από τους υπαλλήλους της Swiss Air που με εξυπηρέτησαν προηγουμένως με πλησιάζει και μου δίνει μια νέα κάρτα επιβίβασης. Ελέγχοντάς την, εκπλήσσομαι για δεύτερη φορά: θέση business. Βέβαιος ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, σηκώνομαι γρήγορα για να το επισημάνω. Εκείνοι, χωρίς να χάσουν την ευγένειά τους, με έναν μάλλον συγκαταβατικό τόνο, μου λένε να μην ανησυχώ: δεν έχει γίνει κανένα μπέρδεμα· είναι συνηθισμένη πρακτική να μεταφέρουν έναν επιβάτη Β θέσης (έτσι ειπωμένο ακούγεται χάλια) στην Α.
  Μπαίνοντας στο αεροπλάνο, δεν μπορώ να συγκρατήσω το ρίγος που με διαπερνά. Ένας νέος κόσμος  —ναι, το παραδέχομαι, είναι η πρώτη μου φορά— ανοίγεται μπροστά μου. Νευρικός σαν μικρό παιδί παραμονή Πρωτοχρονιάς, κατευθύνομαι στη θέση που μου έχουν δώσει. Ένα τεράστιο, γκρι, δερμάτινο κάθισμα με περιμένει· κουρνιάζω βγάζοντας έναν ελαφρύ γρυλισμό ευχαρίστησης. Συνειδητοποιώ, σχεδόν δακρύζοντας, πως μπορώ να απλώσω τα πόδια μου με απόλυτη άνεση.
  Πριν την απογείωση, μια αεροσυνοδός μοιράζει με πλατύ χαμόγελο εφημερίδες, σοκολατάκια και νερό (η συνηθισμένη μπλε στολή της μου φαίνεται πιο καλοραμμένη και κομψή από ποτέ). Μια αποθαρρυντική σκέψη περνά αμέσως απ’ το μυαλό μου: «Εμένα αποκλείεται να μου δώσουν τίποτα απ’ αυτά, αφού δεν πλήρωσα το αντίστοιχο ποσό». Κάνω λάθος (για άλλη μία φορά) και παραλαμβάνω ευγνώμων τα ίδια δώρα με τους συνεπιβάτες μου. Τρώω το σοκολατάκι, ανοίγω το μπουκάλι με το νερό. Μου φαίνεται πεντανόστιμο. «Νερό πρώτης τάξης», λέω στον εαυτό μου, κάνοντας ένα εύκολο αστειάκι.
  Το αεροπλάνο απογειώνεται απαλά και με άνεση. Λίγα λεπτά αργότερα σταθεροποιείται, και η συμπαθής αεροσυνοδός αρχίζει να σερβίρει το δείπνο. Κι άλλες εκπλήξεις: η πέστροφα είναι εξαιρετική, το κρασί ένα εκπληκτικό Mosel (250 cc), και το σοκολατένιο επιδόρπιο υπέροχο (η αεροσυνοδός, βλέποντάς με να το απολαμβάνω, μου φέρνει και δεύτερο πιάτο ενώ μου κλείνει το μάτι). Ακόμη και ο καφές αποδεικνύεται εκλεκτός. Όλα αυτά συνοδεύονται από μεταλλικά μαχαιροπίρουνα (κοιτάζω διακριτικά γύρω μου για τίποτα σημιτικές θεότητες, καθώς μας προσφέρουν το αεροπλάνο στο πιάτο∙ όμως οι φόβοι μου είναι ανυπόστατοι).
  Σηκώνομαι και πάω στο μπάνιο. Πριν επιστρέψω στη θέση μου, νιώθω μια ασυγκράτητη επιθυμία να κοιτάξω πίσω από την κουρτίνα που τράβηξε, όπως συνηθίζεται, μετά την απογείωση η αεροσυνοδός, για να απομονώσει την πρώτη θέση. Κάτι που στις προηγούμενες πτήσεις πάντα βίωνα από την οικονομική ως προσβολή. Η περιέργειά μου, ωστόσο, δεν πηγάζει από αίσθημα συγκυριακής ανωτερότητας προς τους επιβάτες εκείνου του τμήματος, αλλά από ζήτημα προοπτικής. Με άλλα λόγια, θέλω απλώς να δω πώς είναι η θέα από την άλλη πλευρά αυτού του ελαφρού μεν, αδιάβατου δε, υφασμάτινου συνόρου.
  Παραμερίζω λίγο την κουρτίνα και βγάζω το κεφάλι μου. Το θέαμα που απλώνεται μπροστά μου είναι φρικτό: οι επιβάτες τραντάζονται άγρια κρατώντας σφιχτά τα μπράτσα των καθισμάτων, κάποιοι προσεύχονται, άλλοι φωνάζουν, το προσωπικό στο πίσω μέρος δεν μπορεί να κρύψει τον πανικό του… Οι δυνατές αναταράξεις ανοίγουν ντουλαπάκια, βαλίτσες, αντικείμενα και ρούχα πέφτουν πάνω στους έντρομους επιβάτες.
  Κι εκεί συνειδητοποιώ ότι εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα. Κοιτάζω πίσω μου και επιβεβαιώνω πως στην πρώτη θέση όλα είναι ήρεμα, όπως στην αρχή: οι συνεπιβάτες μου έχουν τελειώσει το δείπνο τους, κάποιοι διαβάζουν, άλλοι συζητούν χαλαρά, ορισμένοι κοιμούνται κιόλας. Η αεροσυνοδός, στο μεταξύ, σερβίρει καφέ με το γαλήνιο χαμόγελό της.
  Ξαναβγάζω το κεφάλι μου στην άλλη πλευρά της κουρτίνας: το ίδιο ανατριχιαστικό θέαμα. Οι επιβάτες εξακολουθούν να φωνάζουν, πολλοί κλαίνε υστερικά, μια γυναίκα αγκαλιάζει απελπισμένα το μωρό της. Οι αναταράξεις είναι τόσο ισχυρές που φοβάμαι πως το αεροπλάνο δεν θα μπορέσει να τις ξεπεράσει.
  Έντρομος, είμαι έτοιμος να μιλήσω στον άντρα που κάθεται πιο κοντά στη θέση μου, όταν νιώθω μια ελαφριά πίεση στο αριστερό μου μπράτσο. Είναι η αεροσυνοδός. Σαν να είμαι μικρό παιδί που έκανε κάποια αταξία, μου κάνει έναν συμπαθητικό μορφασμό επίπληξης, με παίρνει από το χέρι και, αφού κλείσει απαλά την κουρτίνα, με συνοδεύει μέχρι τη θέση μου.
  Πριν καθίσω, τη ρωτώ αν μπορεί να μου φέρει ένα ουίσκι. Χωρίς να πει λέξη, παίρνει ένα μπουκάλι από το μεταλλικό καροτσάκι, σερβίρει μια γενναιόδωρη δόση σκωτσέζικου υγρού και μου δίνει το ποτήρι με εκείνο το πλατύ, εξαίσιο, καταπραϋντικό χαμόγελο.
  Κουρνιασμένος στο απαλό, γκρι, δερμάτινο κάθισμά μου, αφήνομαι στη μεθυστική γεύση της βύνης, προσποιούμενος πως σκέφτομαι την επανάσταση.
 
 
 
 
 
Το παραπάνω διήγημα του Νταβίντ Ρόας με τον γερμανικό τίτλο 
«Das Kapital» [«Το κεφάλαιο»] συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία ισπανόγλωσσου διηγήματος Επανεγγραφές του τέρατος σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή και Τιτίκας Αποστολάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία. 
    Όπως αναφέρει στον Πρόλογο της έκδοσης ο ένας από τους δύο ανθολόγους, ο Γιάννης Μαρκόπουλος (Μεταδιδακτορικός ερευνητής και εντεταλμένος διδάσκων Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ), 
«η ανθολογία περιλαμβάνει αποκλειστικά συγγραφείς που συγκαταλέγονται στους βασικότερους εκπροσώπους του ισπανικού φανταστικού και θέτουν το ζήτημα της παραβίασης των ορίων του πραγματικού στο επίκεντρο του έργου τους», ενώ τα δώδεκα διηγήματα της ανθολογίας είναι γραμμένα από έξι Ισπανούς και έξι Ισπανίδες συγγραφείς. 
    Η ανθολογία αποτελείται από δύο ενότητες, τις «Ασυνέχειες», από την οποία είναι και το διήγημα του Νταβίντ Ρόας  «Das Kapital» και τις «Επανεγγραφές του τέρατος», που έδωσε και τον τίτλο σε όλη την ανθολογία. Στην πρώτη ενότητα πέντε συγγραφείς με τα κείμενά τους «διερευνούν νέους τύπους ρωγμών, υιοθετούν εναλλακτικές στρατηγικές υπονόμευσης των εδραιωμένων ορίων και εστιάζουν σε ανοίκειες μεταβολές στο επίπεδο του χωροχρόνου, του φύλου, της γλώσσας, της αφηγηματικής φωνής». Στη δεύτερη ενότητα επτά συγγραφείς «επαναπροσεγγίζουν παραδοσιακά θέματα και μορφές της λογοτεχνίας του φανταστικού, όπως το φάντασμα, το ζόμπι και ο βρικόλακας, μέσα από σύγχρονες οπτικές, πρωτότυπους τρόπους αναπαράστασης και σαφείς κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις».
    Ο δεύτερος ανθολόγος της έκδοσης, ο Νταβίντ Ρόας, ο οποίος εκτός από συγγραφέας είναι και κριτικός λογοτεχνίας, ειδικευμένος στη φανταστική λογοτεχνία, και διδάσκει επίσης Θεωρία της Λογοτεχνίας και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Universitat Autonoma de Barcelona, υπογράφει και την Εισαγωγή της ανθολογίας, η οποία φέρει τον τίτλο «Πέρα απ' το πραγματικό: Το φανταστικό στο σύγχρονο ισπανικό διήγημα».

Ingeborg Bachmann, Μάλινα


[...]
 
Υπάρχουν, κι αυτό είν’ εύκολο να το μαντέψει κανείς, πολύ ωραιότερες οδοί στη Βιέννη, αλλά εκείνες βρίσκονται σ’ άλλα διαμερίσματα και τους συμβαίνει ό,τι και στις πάρα πολύ ωραίες γυναίκες, που αμέσως τις κοιτάζει κανείς με τον οφειλόμενο φόρο τιμής, χωρίς να σκεφτεί ποτέ να μπλέξει μαζί τους. Ποτέ ως τώρα δεν έχει ισχυριστεί κανείς ότι η Ούνγκαργκάσε είν’ ωραία ή ότι η διασταύρωση Ινβαλίντενστράσε–Ούνγκαργκάσε τον μάγεψε ή τον άφησε άναυδο. Έτσι, δεν θέλω ν’ αρχίσω πρώτη εγώ να διατυπώνω αβάσιμους ισχυρισμούς για την οδό μου, την οδό μας, θα ’πρεπε μάλλον να ψάξω μέσα μου την προσκόλλησή μου στην Ούνγκαργκάσε, επειδή μόνο μέσα μου κάνει το τόξο της, μέχρι τον αριθμό 9 και τον αριθμό 6, και θα ’πρεπε ν’ αναρωτηθώ γιατί είμαι πάντα εντός του μαγνητικού πεδίου της, ανεξαρτήτως του αν περνάω μέσ’ απ’ τη Φράιουνγκ, αν είμαι για ψώνια στην Γκράμπεν, αν πηγαίνω με το πάσο μου στην Εθνική βιβλιοθήκη, αν στέκομαι στη Λόμπκοβιτσπλάτς και σκέφτομαι εδώ, εδώ βέβαια θα ’πρεπε να μένει κανείς! Ή στην Αμ Χοφ! Ακόμα κι όταν χασομερώ στο κέντρο και προφασίζομαι ότι δεν θέλω να πάω σπίτι, όταν κάθομαι μία ώρα σ’ ένα καφενείο και ξεφυλλίζω εφημερίδες, επειδή μυστικά θα ’θελα να ’μαι ήδη καθ’ οδόν και να γυρίζω πίσω, κι όταν παίρνω τη στροφή να μπω στο διαμέρισμά μου, ερχόμενη από τη Μπεατρίξγκάσε, στην οποία έμενα παλιά, ή βγαίνοντας απ’ τη Χόιμαρκτ, τότε δεν είναι όπως όταν αρρωσταίνω απ’ τον χρόνο, αν κι ο χρόνος ξαφνικά συμπίπτει με τον τόπο, αλλά μετά τη Χόιμαρκτ μου ανεβαίνει η πίεση και συγχρόνως μειώνεται η αγωνία μου, το σφίξιμο που με πιάνει σε ξένες περιοχές, και τελικά, αν και περπατάω πιο γρήγορα, ηρεμώ εντελώς και αδημονώ από ευτυχία. Τίποτα δεν είναι για μένα πιο ασφαλές απ’ αυτό το τμήμα της οδού, την ημέρα ανεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες, τη νύχτα πέφτω πάνω στην πόρτα της εισόδου, με το κλειδί ήδη στο χέρι, κι έρχεται πάλι εκείνη η στιγμή που ευγνωμονώ, που το κλειδί γυρίζει, η πόρτα της εισόδου ανοίγει, η πόρτα του διαμερίσματος ανοίγει κι εκείνο το συναίσθημα του ερχομού στο σπίτι, που με κατακλύζει, ενώ με δέρνουν τα κύματα της κίνησης και των ανθρώπων, ήδη σε μια ακτίνα εκατό, διακοσίων μέτρων, στην οποία τα πάντα μού προαναγγέλλουν το σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου, παρά ανήκει φυσικά σε κάποια ΑΕ ή μια οποιαδήποτε συμμορία σπεκουλάντηδων, που ανοικοδόμησε αυτό το σπίτι, το ψευτομπάλωσε μάλλον, αλλά επ’ αυτού δεν ξέρω τίποτα, γιατί τα χρόνια των επισκευών εγώ έμενα δέκα λεπτά μακριά και τον πιο πολύ καιρό περνούσα μπροστά απ’ τον αριθμό 26, που για πολύ καιρό επίσης ήταν ο τυχερός μου αριθμός, καταρρακωμένη και έχοντας συνείδηση της ενοχής μου, σαν σκυλί που ’χει αλλάξει αφέντη, βλέπει πάλι τον παλιό του και δεν ξέρει τώρα σε ποιον οφείλει περισσότερη προσήλωση. Αλλά σήμερα περνάω μπροστά απ’ το 26 της Μπεατρίξγκάσε, λες και δεν υπήρχε ποτέ κάτι εκεί, σχεδόν τίποτα, ή ναι, μια φορά κι έναν καιρό ήταν σ’ αυτό το σημείο, ένα άρωμα παλιάς εποχής, αυτό δεν το νιώθεις πια.

[...]

Είναι μια διαταραχή στη μνήμη μου, γίνομαι κομμάτια με κάθε ανάμνηση. Στα χαλάσματα τον καιρό εκείνο δεν υπήρχε καμία ελπίδα, αυτό κάναμε ο ένας τον άλλον να πιστεύει, λέγαμε ό,τι μας λέγανε, προσπαθήσανε να το κάνουνε με παρουσιάσεις μιας εποχής, που την ονομάσανε πρώτη μεταπολεμική εποχή. Για δεύτερη δεν ακούσαμε ποτέ τίποτα. Κι αυτό απάτη ήτανε. Παραλίγο να τα χάψω κι εγώ, όταν θα μπούνε πάλι τα κουφώματα στις πόρτες και τα παράθυρα, όταν θα εξαφανιστούνε οι σωροί με τα μπάζα, τότε αμέσως θα καλυτερέψουν τα πράγματα, θα μπορούμε πάλι να κατοικούμε και να συνεχίσουμε να κατοικούμε. Αλλά μόνο το γεγονός ότι για χρόνια ήθελα να πω κάτι για το ότι θα κατοικούμε και θα συνεχίσουμε να κατοικούμε, πόσο τρομακτικό μου ήταν, αν και κανένας δεν είχε διάθεση να μ’ ακούσει, είναι όντως διαφωτιστικό. Ποτέ δεν θα το σκεφτόμουν ότι έπρεπε πρώτα να πλιατσικολογήσουνε τα πάντα, να τα κλέψουνε, να τα παζαρέψουνε και να τα πουλήσουνε και να τ’ αγοράσουνε τρεις φορές δυο βήματα παρακάτω πάλι. Στο πάρκο Ρέσελ ήτανε, λέει, η μεγαλύτερη μαύρη αγορά, έπρεπε να το αποφεύγεις, από αργά τ’ απόγευμα κιόλας, απ’ την Κάρλσπλατς, εξαιτίας πολλών κινδύνων. Μια μέρα, λέει, υποτίθεται δεν υπήρχε πια μαύρη αγορά. Αλλά εγώ δεν είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Μια οικουμενική μαύρη αγορά δημιουργήθηκε από ’κεί και, όταν αγοράζω τσιγάρα ή πάω να πάρω αυγά, ξέρω, σήμερα όμως πια, ότι είν’ απ’ τη μαύρη αγορά. Η αγορά εν γένει είναι μαύρη, τόσο μαύρη δεν μπορούσε να ’ναι τον καιρό εκείνο, επειδή της έλειπε η οικουμενική πυκνότητα. Αργότερα, αφού γεμίσανε πάλι όλες οι προθήκες κι άρχισαν να στοιβάζονται τα πάντα, οι κονσέρβες, τα κιβώτια, οι κούτες, εγώ δεν μπορούσα πια ν’ αγοράσω τίποτα. Δεν είχα μπει καλά καλά στα μεγάλα εμπορικά στη Μαρίαχίλφερ Στράσε, στο Γκέρνγκρος φερειπείν, άρχισα ν’ ανακατεύομαι, τον καιρό εκείνο με είχε συμβουλέψει η Κριστίνε να μην πηγαίνω στα μικρά ακριβά μαγαζιά, η Λίνα ήταν υπέρ του Χερτσμάνσκι, όχι και τόσο πολύ υπέρ του Γκέρνγκρος, κι εγώ το προσπάθησα βέβαια, αλλά δεν γινότανε, δεν μπορώ να βλέπω πάνω από ένα πράγμα μονομιάς. Χιλιάδες υφάσματα, χιλιάδες κουτιά κονσέρβες, λουκάνικα, παπούτσια και κουμπιά, όλη εκείνη η συσσώρευση προϊόντων, κάνουνε το προϊόν μαύρο μπροστά στα μάτια μου. Σε μεγάλο αριθμό τα πάντα είναι πάρα πολύ απειλητικά, το ένα σωρό πρέπει να παραμένει κάτι αφηρημένο, πρέπει να είναι ένας τύπος κάποιας θεωρίας, κάτι εφαρμόσιμο, πρέπει να έχει την καθαρότητα των μαθηματικών, μόνο τα μαθηματικά επιτρέπουν την ομορφιά των δισεκατομμυρίων, ένα δισεκατομμύριο μήλα όμως δεν τρώγεται, ένας τόνος καφέ συνεπάγεται ήδη αμέτρητα εγκλήματα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι είναι κάτι αδιανόητα χαλασμένο, ελεεινό, αηδιαστικό, μπλεγμένο σε μια μαύρη αγορά, με την καθημερινή ανάγκη για δισεκατομμύρια ψωμιά, πατάτες και μερίδες ρύζι. Ακόμα κι όταν προ πολλού υπήρχαν αρκετά τρόφιμα, εγώ για καιρό ακόμα δεν μπορούσα να τρώω σωστά και τώρα μπορώ επίσης να τρώω μόνο όταν τρώει μαζί μου και κάποιος άλλος, ή μόνη μου μόνο όταν υπάρχει ένα μήλο κι ένα κομμάτι ψωμί, όταν έχει περισσέψει μια φέτα αλλαντικό. Πρέπει να ’χει περισσέψει κάτι.

[...]
 
Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν Μάλινα που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις πότλατς σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη. 
 
Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971, ως πρώτο από έναν κύκλο μυθιστορημάτων με τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου». 
 
Για το Μάλινα, η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν  σχολίασε σε μία συνέντευξή της: «Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: Ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται. Αυτή η αλήθεια κατά κανόνα αποκρύπτεται και μόνο στην περίπτωση κάποιας αιματηρής πράξης μιλούν οι εφημερίδες γι’ αυτή. Το θηλυκό Εγώ στο βιβλίο μου διαρκώς δολοφονείται με πολλούς “τρόπους θανάτου”. Όμως κανένας δεν ρωτά πού αρχίζει η θανάτωση αυτή».
 
Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1926 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Έκανε σπουδές φιλοσοφίας, ψυχολογίας και γερμανικής φιλολογίας, ενώ το 1950 ολοκλήρωσε τη διατριβή της με αντικείμενο την κριτική πρόσληψη της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ. Για την πρώτη της ποιητική συλλογή (Ο δανεισμένος χρόνος) της απονεμήθηκε το Βραβείο της Γκρούπας 47 (1953), ενώ ακολούθησαν και άλλες διακρίσεις, με σημαντικότερες το Βραβείο Γερμανών Κριτικών (1961) για την πρώτη της συλλογή διηγημάτων (Το τριακοστό έτος) και λίγο αργότερα το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ (1964) και το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1968) για το σύνολο του έργου της. Τα τελευταία έργα της που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν το μυθιστόρημα Μάλινα (1971) και η συλλογή διηγημάτων Ταυτόχρονα (1972). Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζούσε στη Ρώμη, πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1973 στο νοσοκομείο όπου είχε διακομιστεί στις 27 Σεπτεμβρίου με σοβαρά εγκαύματα. Μετά τον θάνατό της δημοσιεύτηκε η αλληλογραφία της με τον ποιητή Πάουλ Τσέλαν και τον συγγραφέα Μαξ Φρις.
 
Ένα ακόμη απόσπασμα του μυθιστορήματος Μάλινα μπορείτε να διαβάσετε στην bookpress.
 
Την Εισαγωγή και το Επίμετρο του μεταφραστή για τη συγκεκριμένη έκδοση μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ αντίστοιχα. 

Volker Braun, Αυτό που πραγματικά θέλουμε

 
Επειδή ο Χόρχε, λερωμένος, κουρασμένος, παραμονεύοντας ακόμα στην Αβενίδα Ατλάντικα, οι συναλλαγές ήταν κανονισμένες, άπλωσε το ελεύθερο χέρι του (τικ ήτανε) σ’ έναν περαστικό, σαν πεινασμένη γλώσσα ή σαν ταυτότητα της άχρηστης, επικίνδυνης ύπαρξής του, εκείνος, αντί να λοξοδρομήσει πάνω στα λεπτά μυτερά του παπούτσια, τον κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό και τον τσουβάλιασε κι αυτόν και το μικρό κουλό του: ο Μπόρχες κράτησε σφιχτά, έτσι όπως τον είχε πιασμένο, μέσα σ’ ένα περίσσεμα ανυπακοής! και λίγο μεθυσμένος από την μπίρα που είχε πιει στα γρήγορα στην μπαράκα*, τον λεχρίτη από το λεπτό μελαμψό του μπράτσο και τον οδήγησε, μετά από μια ανταλλαγή λέξεων: πώς λέγεσαι, πόσων χρονών είσαι, σχεδόν βίαια διασχίζοντας το οδόστρωμα, κατευθείαν στην είσοδο ενός σπιτιού και πέρασε τον ζόρικο νεαρό μπροστά από τον θυρωρό βάζοντάς τον μέσα στο φωτεινό ασανσέρ που γλιστρούσε στον τελευταίο όροφο. 
     Ο Μπόρχες, περνώντας πολλές σιδερένιες πόρτες, έσπρωξε το αγόρι μέσα στο ατελιέ του. Άφησε το τηλέφωνο να χτυπάει (όλος ο κόσμος είχε πληροφορηθεί την παρουσία του)· ο ίδιος αφιερώθηκε στον φοβισμένο επισκέπτη του. Μιγάς, αινιγματικό, έμπειρο πρόσωπο, τα μπρατσάκια με μεγάλα χέρια γωνιώδη, τα γόνατα πληγιασμένα, καλυμμένα με κακάδι. Το κοντομάνικο μπλουζάκι κρεμόταν έξω από το παντελόνι, τα αθλητικά παπούτσια σκισμένα. Δεν ξέρεις από τρόπους, ρώτησε ο Μπόρχες και προσπέρασε την ερώτηση, έπρεπε να παραθέσει μια αιτία γι’ αυτήν. Έφαγες. Πλύσου, είπε και άνοιξε στον τύπο την πόρτα του μπάνιου και ο Χόρχε, ανασφαλής για τις προθέσεις του γέρου, έβγαλε τα ρούχα του προκλητικά αργά. Ο Μπόρχες έφτιαξε τη θερμοκρασία του νερού κι έριξε μέσα ένα αιθέριο έλαιο, που το χτύπησε να κάνει αφρό. Πλύσου, διέταξε, από την κορφή ώς τα νύχια. Ο Χόρχε ακολούθησε απρόθυμα την οδηγία, έκανε ντους με κρύο νερό κι έπρεπε να τριφτεί με μια μεγάλη απαλή πετσέτα, που του πέταξε ο κύριος πάνω στους ώμους του. Ύστερα ο Μπόρχες τού έφερε ρούχα, το γέρικο μικροκαμωμένο κορμί του ταίριαζε με του αγοριού κι εκείνο έπρεπε να χωρέσει στο παντελόνι και στο μπουφάν, παλεύοντας με τα δάκρυά του από ντροπή. Αυτές οι προετοιμασίες τού προξενούσαν δυσαρέσκεια· και για ποιο λόγο γίνονταν; Ο Μπόρχες, εντούτοις, έβαλε αυτόν, που μεμιάς είχε γίνει ντροπαλός, σ’ ένα μικρό δίχως παράθυρα δωμάτιο, έβγαλε ποτήρια και πιάτα κι ετοίμασε ένα λιτό απογευματινό, προτρέποντάς τον αυστηρά να φάει. Τότε ανακάλυψε, μέσα στη χούφτα τού Χόρχε, που άρα κατά τη διάρκεια όλων των διαδικασιών δεν την είχε ανοίξει, ένα ξυραφάκι και ο Χόρχε, πιασμένος στα πράσα, απαθής, χαμογέλασε γαλίφικα.
     Εκείνη τη στιγμή έγινε σαφές στον Μπόρχες ότι δεν θα ξαπόστελνε το θήραμά του ξανά, ούτε σήμερα ούτε αύριο. Ελόγου του έπρεπε να μοιραστεί το διαμέρισμα με το τέρας. Πιάστηκαν στην παγίδα και οι δύο· εξαιτίας των αντανακλαστικών τους είχαν πέσει μέσα· αόρατος ο ένας για τον άλλον. Τους χώριζαν εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια, ήταν συγκαιρινοί. Δεν μπορούσε (σκέφτηκε με επιείκεια ο Μπόρχες) να αλλάζει κανείς διαρκώς δρόμο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βγάλει τη νύχτα. 
     Έδειξε στον νεαρό μια θέση να κοιμηθεί και ο ίδιος πήγε να ξαπλώσει στην κάμαρά του. Ο Χόρχε υπέμενε τις αβέβαιες καταστάσεις κι έψαξε για τα πράγματά του αλλά δεν τα βρήκε στη σάλα. Σκόνταψε πάνω σε σωρούς από βιβλία, δίσκους σερβιρίσματος, σε μια ραφιέρα, πάνω στην οποία θρόιζε το ριζόχαρτο. Για ποιον λόγο ήταν εδώ; Δεν συνήθιζε να υποτάσσεται στη θέληση του οποιουδήποτε. Άλλους, μεγαλύτερους, τους κυριαρχούσε αυτό το πάθος· όταν ήταν σουρωμένοι τα πάντα ήταν αδιάφορα γι’ αυτούς, μαστουρωμένοι το έκαναν αυτό. Στην παραλία, στο πόστο 8, ένας άντρας τού πρόσφερε χρήματα, όλο και περισσότερα, μέχρι που εκείνος δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί. Ήταν ένας τρόπος να βγάζει χρήματα χωρίς να δεσμεύεται. Με κλεψιές ή με συνάλλαγμα κέρδιζε πιο μελετημένα, πιο τολμηρά τα ρέις του. Είχε κανείς τον έλεγχο της κατάστασης. –Κύλησε, μέσα στις μαλακές πιτζάμες, πάνω στο κλινάρι· έπρεπε να τις βγάλει, του ανήκαν; Άχρηστες ερωτήσεις. Ο γιακάς μύριζε απροσδιόριστα γλυκά, τέντωσε τον λαιμό του προς τα έξω. Πού να κατουρήσει; Έπρεπε να κατουρήσει. Φοβήθηκε όμως πως ο κύριος μπορεί ν’ άκουγε την αδεξιότητά του. Για λεφτά δεν είχε γίνει λόγος, τον είχε εξαπατήσει; Ελόγου του αδιαφορούσε παντελώς για το αν του την είχαν φέρει, αν τον είχαν εκμεταλλευτεί. Αύριο, το χάραμα, θ’ αποσπάσει με τη βία την έξοδό του· σκέφτηκε οργισμένος μέχρι που τον κατέβαλε ο ύπνος.

[...]



Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου

 
* Ταβέρνα, εστιατόριο, καπηλειό (σ.τ.μ).




Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την τρίτη και τελευταία ιστορία της σπονδυλωτής νουβέλας Αυτό που πραγματικά θέλουμε του Φόλκερ Μπράουν, που κυκλοφόρησε τον Μάιο από τις εκδόσεις Έναστρον σε μετάφραση Σούλας Ζαχαροπούλου. Οι τρεις ιστορίες φέρουν τους τίτλους «Αυτό που πραγματικά θέλουμε», «Έτσι έχουν τα πράγματα» και «Τι έρχεται;» και εκτυλίσσονται αντίστοιχα στην Ιταλία, τη Σιβηρία και τις φαβέλες της Βραζιλίας.

Στο «Σημείωμα της μεταφράστριας» διαβάζουμε μεταξύ άλλων: 
«Αν και οι τρεις ιστορίες διαδραματίζονται σε διαφορετικό τόπο και χρόνο συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους εάν τις δούμε υπό το πρίσμα της αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης υποκειμένου-κοινωνίας. Το υποκείμενο εντάσσεται σε μια κοινωνική πραγματικότητα, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, είναι απόρροια αυτής της εξέλιξης και καλείται να δώσει τη δική του απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα της εποχής του. Κοινό σημείο και των τριών ιστοριών είναι το ερώτημα αν αυτό που ζούμε είναι όντως αυτό που πραγματικά θέλουμε, αν είναι αυτό που πραγματικά αξίζει να ζούμε. Το ερώτημα τίθεται επανειλημμένως, σχεδόν βασανιστικά, και ενδεχομένως να τεθεί από τον καθένα μας μετά την ανάγνωση αυτού του μικρού αλλά ιδιαίτερα επίκαιρου και ανήσυχου βιβλίου. Στο τέλος μένει να δούμε και να αναλογιστούμε τι έρχεται…»

Από το «Σημείωμα της μεταφράστριας» αντλούμε και τις παρακάτω βιογραφικές πληροφορίες για τον Φόλκερ Μπράουν: 
«Ο Φόλκερ Μπράουν γεννήθηκε στη Δρέσδη στις 7 Μαΐου τού 1939. Ο πατέρας του πέθανε τις τελευταίες ημέρες του πολέμου αφήνοντας πίσω του τους πέντε γιους και τη γυναίκα του. Ο Μπράουν μεγάλωσε μέσα στα χωράφια και στα ερείπια, όπως ο ίδιος περιγράφει στο τελευταίο του βιβλίο. Έμαθε τι είναι δουλειά, απομακρύνοντας ερείπια μετά τη λήξη του πολέμου. Αργότερα εργάστηκε σε τυπογραφείο και σε υπαίθριες και υπόγειες εξορύξεις. Οι εμπειρίες που απέκτησε εκεί είναι φανερό ότι επηρέασαν τη γλώσσα των γραπτών του. Σπούδασε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, εποχή που ουσιαστικά ξεκίνησε να ασχολείται με τη συγγραφή. Αρχικά έγινε γνωστός ως ποιητής και δραματουργός. Μαζί με τον Χάινερ Μύλλερ ανήκε στους κορυφαίους της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας [...]
     Έγραψε πολλά ποιήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα. Tο 2015 έγραψε και το Demos, Die Griechen/Die Putzfrauen [Δήμος, οι Έλληνες/οι καθαρίστριες] που είχε ως θέμα την πολυτάραχη περίοδο του 2012-2015 στην Ελλάδα. Το θεατρικό αυτό έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ τον Απρίλιο του 2016. [...]
     Στα χρόνια τής ΓΛΔ στάθηκε κριτικά απέναντι στις επιλογές του κυβερνώντος κόμματος [Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας/SED], μέλος του οποίου ήταν και ο ίδιος. Πολεμήθηκε για την κριτική του αυτή στάση, ακόμη και αν ποτέ δεν αποζήτησε τις καπιταλιστικές σχέσεις ως εναλλακτική οικονομική-πολιτική λύση. Αντιθέτως ανήκε σε εκείνους που αναζητούσαν και επεδίωκαν έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης του σοσιαλισμού στη ΓΛΔ. [...] Εξίσου κριτικά στέκεται ο συγγραφέας μέχρι σήμερα απέναντι στην αδικία και στη βαρβαρότητα που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εποχή».
 

Fernando Iwasaki, Επικήδεια προίκα

Photo by Yannis Kalogeropoulos

 
[...]

ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ


Κάθε φορά που έχει πανσέληνο κλείνω τα παράθυρα του σπιτιού γιατί ο πατέρας του Μεντόθα είναι λυκάνθρωπος κι εγώ δεν θέλω να μπει στο δωμάτιο μου. Κανονικά δεν θα έπρεπε να φοβάμαι γιατί ο μπαμπάς του Σαλαζάρ είναι ο Μπάτμαν και αυτήν την ώρα θα πρέπει να φυλάει τους δρόμους, όμως κλείνω το παράθυρο μου για σιγουριά γιατί ο Μερίνο λέει ότι ο μπαμπάς του είναι ο Τζόκερ και ο Τζόκερ την έχει φυλαγμένη στο μπαμπά του Σαλαζάρ.
  Όλοι οι μπαμπάδες των φίλων μου είναι υπερήρωες ή διάσημοι κακοποιοί εκτός από τον πατέρα μου που επιμένει να λέει ότι αυτός πουλάει μόνο ασφάλειες και να μην πιστεύω αυτές τις ανοησίες. Δεν είναι όμως ανοησίες γιατί τις προάλλες ο Γκόμεθ μου είπε ότι ο μπαμπάς του ήταν ο Ταρζάν και μου έδειξε το μαχαίρι του, όλο βουτηγμένο σε αίμα λεοπάρδαλης.
  Εμένα θα μου άρεσε ο μπαμπάς μου να ήταν κάποιος, δεν υπάρχει όμως κανένας ήρωας που να φοράει γραβάτα και καρό σακάκι. Αν ήμουν γιος του Κόναν, του Skywalker ή του Spiderman, κανένας δεν θα με ξαναχτυπούσε στο διάλειμμα. Γι’ αυτό άρχισα να σκέφτομαι ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου.
  Μια μέρα τον πήρε ο ύπνος διαβάζοντας την εφημερίδα του και τον είδα φαρδύ πλατύ στον καναπέ, με τα μουστάκια του σαν αυτά που είχαν οι σωματοφύλακες  και τα χλωμά του χέρια, λευκά σαν το μάρμαρο του τραπεζιού. Έτρεξα τότε στην κουζίνα και πήρα το χασαπομάχαιρο που κόβουμε το κρέας. Από το παράθυρο έμπαιναν το φως του φεγγαριού και τα ουρλιαχτά του μπαμπά του Μεντόθα, ο πατέρας μου όμως φώναζε πιο δυνατά και έμοιαζε πραγματικός πειρατής. Ας φυλάγονται ο Μερίνο, ο Σαλαζάρ και ο Γκόμεθ γιατί τώρα είμαι ο γιος του Κάπτεν Χουκ.


[...]

ΤΟ ΚΟΥΤΑΒΙ


Αύριο είναι Σάββατο και πρέπει να βγω να αγοράσω άλλο κουτάβι για τη μικρή. Της λείπει τόσο ο έξω κόσμος! Τρελαίνομαι να βλέπω πώς τα αγκαλιάζει και τα γεμίζει φιλιά, γλύφοντάς τα σαν να ήταν ζαχαρωτά. Μεγαλώνοντας θα ανακαλύψει νέα παιχνίδια και θα της είναι ευκολότερο να τα κυνηγήσει, να πέσει πάνω τους, να κυλιστεί μαζί τους στο γρασίδι. Και τα κουτάβια την αγαπούν, παρά την αδεξιότητά τους.
  Τι θα κάνω όταν μεγαλώσει; Τα κουτάβια δεν την διασκεδάζουν πια τόσο κι εκείνη έχει ανάγκη από ψυχαγωγία. Έχω σκοπό να της αγοράσω ένα πιο δυνατό: ένα μπόξερ, ένα μαστίφ, ένα γερμανικό ποιμενικό. Ένα που να την κρατάει απασχολημένη έτσι ώστε να μην το ξανασκάσει.
  Πάλι καλά που όταν το έσκασε την βρήκα κοιμισμένη και μπόρεσα να της το πάρω χωρίς να την ξυπνήσω· αν συνηθίσει τα μωρά δεν θα θέλει άλλο κουτάβι.

 
[...]

ΤΟ ΩΡΟΣΚΟΠΙΟ


Πριν πυροβολήσω αντήχησε στο νου μου εκείνο το κατηγορηματικό μήνυμα που διάβασα στην εφημερίδα: «Προσοχή με άτομο του οικογενειακού σας περιβάλλοντος που έχει βάλει σκοπό να καταστρέψει όλα τα σχέδια σας». Ξαφνικά εκείνη έκανε αναστροφή και χωρίς να προλάβω ν’ αντιδράσω μου κάρφωσε το μαχαίρι στην καρδιά. Δεν έπρεπε να της είχα δανείσει ποτέ την εφημερίδα. Ήταν κι εκείνη Ταύρος.  
 
 
[...]


Μετάφραση από τα Ισπανικά: Νάνσυ Αγγελή






Οι 3 παραπάνω ιστορίες είναι από τη συλλογή μικρομυθοπλασίας του Περουβιανού συγγραφέα Φερνάντο Ιγουασάκι Επικήδεια προίκα, η οποία κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2024 από τις εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή.
 
Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης αναφέρεται: «Οι σύντομες αυτές ιστορίες, συχνά αναμνήσεις και βιώματα από τις τρομακτικές αφηγήσεις της θρησκόληπτης γιαγιάς του περουβιανού συγγραφέα οι οποίες σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια, αναβιώνουν σε μεγάλο βαθμό τα ήθη και τα τελετουργικά της γενέτειράς του, Λίμα. Πρόκειται, σύμφωνα με τους μελετητές του, για μια σχολαστική εργασία διάσωσης και ανάκτησης εκείνων των ιστοριών που είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο στην κοινωνία. Τα περισσότερα από αυτά τα ανέκδοτα επεισόδια έχουν μυθικό ή φανταστικό χαρακτήρα, αλλά ο επιδέξιος συγγραφέας τα παντρεύει παιγνιωδώς με ένα πλήθος από αναφορές στη λαϊκή κουλτούρα, τη γοτθική λογοτεχνία ή την ιστορία των θρησκειών και των πολιτισμών, δημιουργώντας ένα άκρως πρωτότυπο και διασκεδαστικό κράμα λογοτεχνίας τρόμου και ιστοριογραφίας, μια ανθολογία από σαρκαστικά και αιρετικά "άνθη του κακού"».

Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι του Γιάννη Καλογερόπουλου.
 

Χ. Χάτεφ, ένα ποίημα (شعری از ح. هاتف)

  

 

 

 ●

هر جا باشم          کورم
 و تیر              در تعادلِ ابلیس می زنم
 

شاهد باش
               اگر نور چشم
م نیستی
 
 
●
 
όπου κι αν είμαι            είμαι τυφλός
και βέλη                        στην ισορροπία ρίχνω του Διαβόλου
 
 
μάρτυρας να 'σαι
                            αν δεν είσαι των ματιών μου το φως 


 
Μετάφραση από τα Περσικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης / ترجمه یونانی: الکساندروس کیپریوتیس
 
 
 
Το παραπάνω ποίημα του Χ. Χάτεφ (γεν. 1980) είναι από την ποιητική συλλογή του زحل / Κρόνος που κυκλοφόρησε το 2013 από τον εκδοτικό οίκο Αβανεβέστ και μεταφράζεται εδώ στα Ελληνικά για πρώτη φορά με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μετάφρασης.
Τα ποιήματα του βιβλίου δημοσιεύονται ως επί το πλείστον χωρίς τίτλους, οι οποίοι δίνονται στα περιεχόμενα στο τέλος του. Οι περισσότεροι τίτλοι των ποιημάτων του Χ. Χάτεφ είναι στίχοι άλλων Ιρανών ποιητών. Το παραπάνω ποίημα φέρει ως τίτλο έναν στίχο του Μολαβί, του γνωστού ως Ρουμί (1207-1273): «
بعد از آن ابلیس  پیشم باد بود» / «Κατόπιν τούτου ο Διάβολος εν συγκρίσει μ' εμένα άνεμος ήταν».
Ο Χ. Χάτεφ είναι ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας και ζει στην Τεχεράνη. Διαβάστε εδώ δύο ακόμη ποιήματά του που έχουν δημοσιευτεί στη Logotexnia21.

Jenny Erpenbeck, Καιρός

[...]
 
   Έξι μήνες αργότερα ο άντρας της είναι στο σπίτι όταν μια γυναίκα παραδίδει δυο μεγάλες κούτες.
   Έκλαιγε, λέει εκείνος, της έδωσα ένα χαρτομάντιλο.
   Μέχρι που μπαίνει το φθινόπωρο οι κούτες είναι στο γραφείο της Καταρίνα.
   Όταν έρχεται η καθαρίστρια, η Καταρίνα τις βάζει πάνω στον καναπέ, κι όταν το δωμάτιο είναι καθαρό, τις βάζει πάλι πίσω στο πάτωμα. Όταν πρέπει να βάλει τη σκάλα για τη βιβλιοθήκη, τις σπρώχνει στην άκρη. Στη βιβλιοθήκη της δεν υπάρχει χώρος για δυο μεγάλες κούτες. Το κελάρι είχε πλημμυρίσει εκείνες τις μέρες. Μήπως να τις βγάλει απλώς, έτσι όπως είναι, στα σκουπίδια; Ανοίγει την πάνω κούτα και κοιτάζει μέσα της. Ύστερα την ξανακλείνει.

Ο Καιρός, ο Θεός της Ευτυχούς Στιγμής, έχει, έτσι λέγεται, μπροστά στο μέτωπό του έναν βόστρυχο, μόνο από κει μπορείς να τον κρατήσεις. Μόλις όμως περάσει ο Θεός με τα φτερωτά πόδια του από μπροστά σου, σου δείχνει τη φαλακρή πίσω πλευρά του κρανίου του, γυαλιστερή είναι κείνη και τίποτα πάνω της δεν πιάνεται με χέρια. Ήταν άραγε ευτυχής η στιγμή, τότε που εκείνη, δεκαεννιάχρονο κορίτσι, συνάντησε τον Χανς; Μια μέρα αρχές Νοεμβρίου κάθεται στο πάτωμα κι αρχίζει να κοιτάζει, φύλλο φύλλο, ντοσιέ ντοσιέ, το περιεχόμενο της πρώτης, ύστερα της δεύτερης κούτας. Κατά βάθος είναι ένα πεδίο με συντρίμμια. Οι παλιότερες σημειώσεις είναι απ’ το ’86, οι νεότερες απ’ το ’92. Γράμματα βρίσκει και αντίγραφα γραμμάτων, σημειώματα, λίστες για ψώνια, ετήσια ημερολόγια, φωτογραφίες και αρνητικά φωτογραφιών, καρτ ποστάλ, κολάζ, πού και πού κάποιο άρθρο εφημερίδας. Ένα κομμάτι ζάχαρη απ’ το καφέ Κράντσλερ θρυμματίζεται στα χέρια της. Αποξηραμένα φύλλα πέφτουν μέσ’ από σελίδες, φωτογραφίες διαβατηρίου πιασμένες με συνδετήρες σε σελίδες, σ’ ένα σπιρτόκουτο υπάρχει μια τούφα μαλλιά.

Έχει κι αυτή μια βαλίτσα με γράμματα, αντίγραφα γραμμάτων και αναμνηστικά, εφήμερα τα περισσότερα απ’ αυτά, όπως λέγονται στη γλώσσα των αρχείων. Έχει τα ημερολόγιά της και τις ατζέντες της. Την επόμενη μέρα ανεβαίνει στη σκάλα της βιβλιοθήκης και κατεβάζει τη βαλίτσα απ’ το πάνω πάνω ράφι, γεμάτη σκόνη είναι, απ’ έξω και μέσα. Πριν από πολύ καιρό τα χαρτιά, εκείνα απ’ τις κούτες του κι εκείνα απ’ τη βαλίτσα της, έκαναν διάλογο μεταξύ τους. Τώρα κάνουν διάλογο με τον χρόνο. Μέσα σε μια τέτοια βαλίτσα, μέσα σε μια τέτοια κούτα, τέλος, αρχή και μέση, βρίσκονται αδιάφορα το ένα για το άλλο μες στη σκόνη των δεκαετιών, βρίσκονται εκείνα που γράφτηκαν για να εξαπατήσουν και εκείνα που θεωρούνταν αλήθεια, εκείνα που αποσιωπήθηκαν κι εκείνα που περιγράφτηκαν, όλα εκείνα βρίσκονται, είτε το θέλουν είτε όχι, διπλωμένα καλά το ένα μέσα στ’ άλλο, βρίσκονται εκείνα που αντιφάσκουν με τον εαυτό τους, ο θυμός που βουβάθηκε όπως και η αγάπη που βουβάθηκε βρίσκονται μαζί μέσα σ’ έναν φάκελο, μέσα στο ίδιο και το αυτό ντοσιέ, τα ξεχασμένα είναι το ίδιο κιτρινισμένα και τσαλακωμένα με κείνα που έχουν μείνει, αμυδρά ή και πολύ καλά, στη μνήμη ακόμα. Η Καταρίνα, ενώ τα χέρια της σκονίζονται κι εκείνα διατρέχοντας τα παλιά ντοσιέ, σκέφτεται άθελά της τον πατέρα της, όπως εμφανιζόταν πάντοτε σαν μάγος στα γενέθλιά της όταν ήταν παιδί. Μια ολόκληρη τράπουλα την πετούσε στον αέρα κι ύστερα απ’ τα χαρτιά που αιωρούνταν διάλεγε εκείνο το ένα που είχε διαλέξει προηγουμένως αυτή ή κάποιο απ’ τ’ άλλα παιδιά.
 
[...]
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ Καιρός, που κυκλοφορεί στα Ελληνικά
από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη, όπως και τα προηγούμενα μυθιστορήματά της.
Με το μυθιστόρημα Καιρός η συγγραφέας και ο μεταφραστής της στα Αγγλικά, Μίχαελ Χόφμαν, απέσπασαν το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2024.
Με τη μετάφραση του μυθιστορήματος στα Τουρκικά απέσπασε και η Ρέγκαϊπ Μιναρέτσι το Βραβείο Μετάφρασης Talât Sait Halman 2023 από το Ίδρυμα Πολιτισμού και Τεχνών της Κωνσταντινούπολης. 
Διαβάστε εδώ ένα κείμενο του Αλέξανδρου Κυπριώτη για το μυθιστόρημα, εδώ την κριτική του Νίκου Μπακουνάκη, εδώ την κριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου και εδώ την κριτική της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου. 
Ακούστε εδώ (από το 40΄50΄΄) την κριτική του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη για το μυθιστόρημα.
Δείτε στη βιβλιοnet ποια άλλα βιβλία της συγγραφέως κυκλοφορούν στα Ελληνικά.
 
 

Leta Semadeni, Ταμανγκούρ

Leta Semadeni, Ταμανγκούρ

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
1
 
Είναι μεσημέρι, οι καμπάνες χτυπούν, οι δρόμοι έχουν ήδη αδειάσει. Από τις χαραμάδες κάτω απ’ τα πόδια αναβλύζει η πίσσα. Το παιδί σκύβει, μαζεύει λίγη από τη μαύρη μάζα με τον δείκτη, τον κουνά γρήγορα πέρα-δώθε στον αέρα να κρυώσει η πίσσα, τον χώνει μες στο στόμα και αρχίζει να μασουλάει, ενώ προχωράει στο απότομο ανηφορικό σοκάκι με βήματα γοργά, κεφάλι κατεβασμένο και συνεπαρμένο ακόμη από το τέλος μιας ιστορίας που τους διάβασε ο δάσκαλος: Σφιχταγκαλιασμένα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι πλέουν σ’ ένα πλοίο φορτωμένο με σανό, ενώ το χρυσοκόκκινο φεγγάρι έχει απλώσει τη λαμπερή ουρά του πάνω στο ποτάμι.
   Η πίσσα στο στόμα του έχει επικίνδυνη γεύση.
   Το ένα του αυτί, το οποίο παραμένει διαθέσιμο για τους εξωτερικούς θορύβους, ακούει να πλησιάζουν μικρά βήματα, κι όταν τα βήματα περνούν μπροστά απ’ αυτό το ακόμη διαθέσιμο αυτί του, το στόμα, με καταδική του αυτόνομη βούληση λέει: Καλημέρα.
   Μόνο όταν δεν επιστρέφει κανένας χαιρετισμός, το παιδί απελευθερώνεται αστραπιαία από την ιστορία με το κόκκινο φεγγάρι, ισιώνει τα γυαλιά πάνω στη μύτη του και ακολουθεί με το βλέμμα τα βήματα.
   Λίγο παρακάτω στο απότομο σοκάκι βαδίζει μια κατσίκα στο χρώμα της σκουριάς με μια μαύρη λωρίδα στη ράχη. Γυρίζει το κεφάλι και κοιτά λες και θέλει να ζητήσει συγγνώμη για την αγένεια.
 
Μερικές φορές ο παππούς έλεγε στη γιαγιά: Είσαι σαν τις κατσίκες, πολύ πιστή και αφοσιωμένη, από τη μία, μόλις όμως μυρίσεις κανένα μυρωδάτο χορτάρι, δεν σε κρατάει τίποτα.
   Λίγο αργότερα το παιδί κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και τρώει σούπα με τη γιαγιά. Κάθε τόσο η γριά αφήνει το κουτάλι στο πιάτο και κοιτάζει το ταβάνι.
   Η τρίτη καρέκλα στο τραπέζι είναι άδεια. Ο παππούς είναι στο Ταμανγκούρ.
   Μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας γέρνει τα κλαδιά της η κουφοξυλιά. Είναι κιόλας γεμάτη ρώγες.

Τη στιγμή που ένας κυνηγός γίνεται δεκτός στο Ταμανγκούρ, χάνει αυτόματα είκοσι ένα γραμμάρια σωματικού βάρους, καθώς η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα προκειμένου να επιστρέψει εκεί όπου κατοικούσε προηγουμένως.
   Η ψυχή είναι πλάσμα της συνήθειας, λέει η γιαγιά· είναι δυνατή, παρότι ζυγίζει μονάχα λίγα γραμμάρια, και κάνει πάντοτε το δικό της.
   Μπορεί να πάει οπουδήποτε όποτε το θελήσει. Με τα είκοσι ένα της γραμμάρια βρίσκει εύκολα ένα μέρος για να ξαποστάσει και να βγάλει τη γιαγιά απ’ την καθημερινή της ρουτίνα. Τσακώνεται με την ψυχή, τη μαλώνει: Είσαι ένα τίποτα, της λέει, ένα άθλιο σωρούλι! Τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μ’ ένα τέτοιο άθλιο σωρούλι;
 
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Τέο Βότσος 
 
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι το πρώτο κεφάλαιο από το μυθιστόρημα της Λέτα Σεμάντενι Ταμανγκούρ που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2023 από τις εκδόσεις Loggia  σε μετάφραση Τέο Βότσου και είναι το πρώτο βιβλίο της Σεμάντενι που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
H Λέτα Σεμάντενι (1944, Σκουόλ, Ένγκαντιν) σπούδασε γλώσσες στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Κατά διαστήματα έζησε κι εργάστηκε στη Λατινική Αμερική, στο Παρίσι, στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη. Η Σεμάντενι γράφει ποίηση, είτε στα ραιτορομανικά είτε στα γερμανικά. Για το Ταμανγκούρ, το πρώτο της μυθιστόρημα, που έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, τιμήθηκε το 2016 με το Ελβετικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Για το σύνολο του έργου της της απονεμήθηκε το 2023 το Grand Prix Suisse de Littérature (Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας της Ελβετικής Συνομοσπονδίας).
 
Στο Δελτίο Τύπου των εκδόσεων Loggia αναφέρεται: Αφότου το παιδί ήρθε να μείνει μόνιμα με τους παππούδες του, για πολύ καιρό αρνούνταν να μιλήσει. Είναι τα πρώτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού. Εντελώς ξαφνικά, πριν από έναν χρόνο, «την κοπάνησε ο δειλός», λέει η γιαγιά, για το Ταμανγκούρ, τον παράδεισο των κυνηγών. «Κάποιοι άντρες», λέει, «έχουν κλέψει τον χρόνο μου, ο παππούς, αντιθέτως, μου τον έχει επιστρέψει διπλάσιο και τριπλάσιο». Το παιδί φοβάται λίγο την Έλζα, που κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς έγινε ζευγάρι με τον Έλβις. «Έβγαλα το παντελόνι με την κουτάλα από το ζεματιστό νερό, είχε γίνει σκληρό σαν σανίδα μες στη χύτρα. Ένα αναμνηστικό. Ένα ενθύμιο», λέει με ενθουσιασμό η Έλζα. Πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που το έκανε αυτό, κάποιος μεγάλος λεκές; Επειδή γι’ άλλη μια φορά ταξίδευε, ενώ την ίδια στιγμή κρατούσε στο χέρι ένα παγωτό σμέουρο που έσταζε; Ή είχε προηγηθεί στο πάρκο ένα ραντεβού, για το οποίο ο Έλβις δεν έπρεπε να γνωρίζει, διότι το παντελόνι ήταν δικό του δώρο; «Ευτυχώς, κάποια πράγματα μπορείς απλά να τα βράσεις μέχρι να εξαφανιστούν ή να τα διαγράψεις», λέει η Έλζα. «Ναι», συμφωνεί η γιαγιά, «ένα τσέλο όμως δεν χωράει σε μια χύτρα ταχύτητας», κλείνει τα μάτια και αναστενάζει, «συνήθως, η μνήμη απέχει πολύ από την αλήθεια, χαρίζει όμως ευτυχία, αρκεί να μπορείς πού και πού να διαγράφεις κάτι. Ή να το βράζεις ώσπου να εξαφανιστεί».
 
Σήμερα, 26 Ιουνίου 2024 στις 8 μ.μ. η συγγραφέας Λέτα Σεμάντενι συνομιλεί με τον μεταφραστή της Τέο Βότσο στο Μεγάλο Αρσενάλι, στο πλαίσιο του Φεβστιβάλ Βιβλίου Χανίων, κατά την περιοδεία της στην Ελλάδα. Προηγήθηκε μία παρουσίαση βιβλίου στις 22 Ιουνίου στο βιβλιοπωλείο Literature House με εισήγηση της συγγραφέως Ιωάννας Μπουραζοπούλου και μία παρουσίαση στις 20 Ιουνίου στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Γκαίτε στη Θεσσαλονίκη με εισήγηση της συγγραφέως Αλεξάνδρας Μητσιάλη.
 
Διαβάστε τις κριτικές που έχουν ήδη γραφτεί για το μυθιστόρημα της Σεμάντενι: Του Γιάννη Δρούγου στο Ποντίκι,  της Αλεξάνδρας Μητσιάλη στο BOOKPRESS και του Μιχάλη Μοδινού στο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ.
 

Georg Büchner, Πένα και νυστέρι

 




 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
21. Στη μνηστή του, Μίνα 
[Γκίσεν, γύρω στις 9-12 Μαρτίου 1834.]
 
Εδώ δεν έχει βουνά με ελεύθερη θέα. Λόφοι πίσω από λόφους και φαρδιές κοιλάδες, μια κούφια μετριότητα στα πάντα· δεν μπορώ να συνηθίσω αυτή τη φύση, και η πόλη είναι ανυπόφορη. Είναι άνοιξη σ’ εμάς, μπορώ να αντικαθιστώ το μπουκέτο σου με τις βιολέτες εσαεί, είναι αθάνατο όπως ο Λάμα. Μικρό μου, τι κάνει λοιπόν η καλή πόλη του Στρασβούργου; συμβαίνουν τόσα πράγματα εκεί και εσύ δεν λες λέξη γι’ αυτά. Je baise les petites mains, en goûtant les souvenirs doux de Strasbourg. – 
     “Prouve-moi que tu m’aimes encore beaucoup en me donnant bientôt des nouvelles”. Κι εγώ σε άφησα να περιμένεις! Τις τελευταίες μέρες παίρνω συνέχεια την πένα στο χέρι, αλλά δεν μπόρεσα να γράψω ούτε λέξη. Μελέτησα την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης. Ένιωσα συντετριμμένος από το φρικτό φαταλισμό της ιστορίας. Βλέπω στην ανθρώπινη φύση μια αποκρουστική ομοιότητα, μια αδυσώπητη βία στην ανθρώπινη κατάσταση, μοιρασμένη σε όλους και σε κανέναν. Το άτομο αφρός στο κύμα μόνο, το μεγαλείο μια απλή σύμπτωση, η κυριαρχία της ιδιοφυΐας ένα κουκλοθέατρο, μια γελοία πάλη εναντίον ενός ατσάλινου νόμου, να τον αναγνωρίσεις αυτόν το νόμο είναι το υπέρτατο επίτευγμα, να τον εξουσιάσεις αδύνατον. Δεν προτίθεμαι πια να σκύβω το κεφάλι μπροστά στα άλογα των παρελάσεων και στους πυλώνες της ιστορίας. Έμαθα τα μάτια μου στο αίμα. Μα δεν είμαι λεπίδα γκιλοτίνας εγώ. Το πρέπει είναι μια από τις κατάρες με τις οποίες βαφτίστηκε ο άνθρωπος. Η φράση: Οι ταραχές αναγκαστικά θα έρθουν, μα αλίμονο σ’ αυτόν που θα τις φέρει, − είναι ανατριχιαστική. Τι είναι αυτό μέσα μας που ψεύδεται, που δολοφονεί, που κλέβει; Δεν θέλω να συνεχίσω τούτη τη σκέψη. Να μπορούσα να ακουμπήσω μόνο αυτήν την κρύα και βασανισμένη καρδιά στο στήθος σου! Ο Μπ. θα σε έχει καθησυχάσει για την κατάστασή μου, του έγραψα. Καταριέμαι την υγεία μου. Ψηνόμουν, ο πυρετός με σκέπαζε με φιλιά και μ’ αγκάλιαζε σαν μπράτσο ερωμένης. Το σκοτάδι έπεφτε πάνω μου σαν σύννεφο, η καρδιά μου φούσκωνε από απέραντη νοσταλγία, αστέρια έσκιζαν τη σκοτεινιά, και χέρια και χείλη έσκυβαν από πάνω μου. Και τώρα; Και γενικότερα; Δεν νιώθω ούτε στιγμή την ηδονή του πόνου και της λαχτάρας. Από τότε που πέρασα τη γέφυρα του Ρήνου είμαι διαλυμένος, δεν βγαίνει κανένα συναίσθημα από μέσα μου. Είμαι ένα αυτόματο· μου έχουν πάρει την ψυχή. Το Πάσχα είναι πλέον η μοναδική μου παρηγοριά· στο Λαντάου έχω συγγενείς, την πρόσκλησή τους και την άδεια να τους επισκεφτώ. Έχω κάνει το ταξίδι χιλιάδες φορές πια και δεν θα κουραστώ. – Με ρωτάς: με λαχτάρησες; Το λες λαχτάρα εσύ όταν ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει μόνο σε ένα σημείο και τον έχουν ξεριζώσει απ’ αυτό, και το μόνο που του μένει μετά είναι να αισθάνεται τη δυστυχία του; Απάντησέ μου όμως. Είναι τόσο κρύα τα χείλη μου; […] – Αυτό το γράμμα είναι ένας κυκεώνας: θα σε παρηγορήσω με ένα άλλο.


35. Στον Γκούτσκο  
Στρασβούργο, [Μάρτιος 1835]
 
Αξιότιμε! 
Ενδεχομένως να έχετε πληροφορηθεί την αναχώρησή μου από το Ντάρμσταντ μέσω ενός εντάλματος σύλληψης στη Φρανκφούρτερ Ζουρνάλ. Είναι λίγες μέρες που βρίσκομαι εδώ· δε ξέρω αν θα μείνω, αυτό εξαρτάται από διάφορες συνθήκες. Το χειρόγραφό μου θα έχει ήδη πάρει τον δρόμο του κρυφά από χέρι σε χέρι. 
     Το μέλλον μου είναι τόσο προβληματικό που αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον και για μένα τον ίδιο, κι αυτό λέει πολλά. Δεν μπορώ εύκολα να πάρω την απόφαση να καταφύγω σε ήπια αυτοκτονία μέσω της εργασίας· ελπίζω να μπορέσω να παρατείνω την τεμπελιά μου τουλάχιστον για ένα τρίμηνο ακόμα, και ύστερα θα πάρω λίγο χαρτζιλίκι είτε απ’ τους Ιησουίτες που υπηρετούν την Μαρία είτε από τους Σαιν-Σιμονιστές που υπηρετούν την femme libre ή θα πεθάνω μαζί με την αγαπημένη μου. Θα δούμε. Ίσως να είμαι κι εγώ εκεί, όταν ο καθεδρικός φορέσει πάλι το σκούφο των Γιακωβίνων. Τι λέτε γι’ αυτό; Αστειεύομαι βέβαια. Πρέπει όμως να δείτε μόνος σας τι μπορεί να κάνει ένας Γερμανός όταν πεινάει. Ήθελα όλο το έθνος να ήταν σαν κι εμένα. Μακάρι να έχουμε και μια κακή χρονιά, για να ευδοκιμήσει μόνο η κάνναβη για τα κανναβόσκοινα! Αυτό θα είχε πλάκα – θα τα υφαίναμε όλα μαζί φτιάχνοντας έναν βόα σφιγκτήρα. Ο Δαντόν μου είναι για την ώρα μια μεταξωτή κλωστή και η μούσα μου ένας μεταμφιεσμένος Σαμψών.


42. Στον Γκούτσκο 
[Στρασβούργο]
 
[…] Ολόκληρη η επανάσταση χωρίστηκε κιόλας σε φιλελεύθερους και απολυταρχικούς, και πρέπει να περάσει στα χέρια των αγράμματων και των φτωχών· το μοναδικό επαναστατικό στοιχείο στον κόσμο είναι η σχέση μεταξύ φτωχών και πλούσιων, μόνο η πείνα μπορεί να γίνει η θεά της ελευθερίας και μόνο ένας Μωυσής που θα κάθιζε στο σβέρκο μας τις επτά πληγές της Αιγύπτου, θα μπορούσε να γίνει Μεσσίας. Παχύντε τους αγρότες και η επανάσταση θα πάθει αποπληξία. Ένα κοτόπουλο στην κατσαρόλα του κάθε αγρότη θα ξεπαστρέψει τον γαλατικό κόκορα. […]


59. Στον Γκούτσκο 
[Στρασβούργο, αρχές Ιουνίου 1836]
 
Αγαπητέ φίλε!
 [...] Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, δεν μου φαίνεται ότι εσείς και οι φίλοι σας έχετε πάρει και τον πιο έξυπνο δρόμο. Να αναμορφωθεί η κοινωνία με ιδέες, από την τάξη των μορφωμένων; Αδύνατον! Η εποχή μας είναι καθαρά υλιστική, εάν είχατε όντως αναλάβει πολιτική δράση με πιο άμεσο τρόπο, θα είχατε φτάσει σύντομα στο σημείο όπου η μεταρρύθμιση θα είχε σταματήσει από μόνη της. Δεν πρόκειται ποτέ να γεφυρώσετε το χάσμα μεταξύ των μορφωμένων και των αμόρφωτων. 
     Είμαι πεπεισμένος ότι όσα κι αν ορέγεται η μορφωμένη και ευημερούσα μειοψηφία να της παραχωρήσει η εξουσία, δεν θα θελήσει ποτέ να παραιτηθεί από την αιχμηρή της στάση απέναντι στην τάξη των πολλών. Και η τάξη των πολλών; Γι’ αυτήν υπάρχουν μόνο δύο μοχλοί, η υλική εξαθλίωση και ο θρησκευτικός φανατισμός. Όποιο κόμμα καταλάβει πώς λειτουργούν αυτοί οι μοχλοί, θα νικήσει. H εποχή μας χρειάζεται σίδερο και ψωμί– και μετά ένα σταυρό ή κάτι τέτοιο. Πιστεύω πως στα κοινωνικά ζητήματα πρέπει κανείς να ξεκινά από μια απόλυτη αρχή δικαίου, να επιδιώκει τη διαμόρφωση μιας νέας πνευματικότητας στο λαό και να στέλνει στο διάολο την απαθή μοντέρνα κοινωνία. Προς τι ένα πράγμα σαν κι αυτό να κυκλοφορεί μεταξύ ουρανού και γης; Ολόκληρη η ζωή της αποτελείται από προσπάθειες να γλιτώσει από την πιο απαίσια πλήξη. Ας πεθάνει, αυτό είναι το μόνο καινούργιο πράγμα που μπορεί να βιώσει πια. […]


67. Στον Βίλχελμ Μπύχνερ 
 
Ζυρίχη, τέλη Νοεμβρίου 1836.
 
[…] Τη μέρα κάθομαι με το νυστέρι και τη νύχτα με τα βιβλία […]
 
 
 
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Μαρία Ρούσσου
Εισαγωγή, επιμέλεια: Ευγενία Τζιρτζιλάκη


 
Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο Γκέοργκ Μπύχνερ, Πένα και νυστέρι. Οι επιστολές και μια επαναστατική προκήρυξη σε μετάφραση Μαρίας Ρούσσου, επιμέλεια, εισαγωγή και σχόλια Ευγενίας Τζιρτζιλάκη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μέδουσα τον Οκτώβριο του 2023 και ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία του συγγραφέα, που αποτελεί ανεπανάληπτη μορφή για τα γερμανικά γράμματα και σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις σπουδαιότερες σύγχρονες γερμανόφωνες συγγραφείς, όπως η Τζέννυ Έρπενμπεκ, αναφέρεται στον Μπύχνερ στο τελευταίο της μυθιστόρημα, Kairos (2021), υπογραμμίζοντας έτσι την επιδραστικότητά του.
Στο ελληνικό κοινό ο Γκέοργκ Μπύχνερ ίσως είναι περισσότερο γνωστός από τα θεατρικά έργα του Ο θάνατος του Δαντόν και Βόυτσεκ που έχουν ανέβει αρκετές φορές σε θεατρικές σκηνές. Μάλιστα, Ο θάνατος του Δαντόν, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1835, μετά την απόφαση του εκδότη του να αναθέσει στον μυθιστοριογράφο και δραματουργό Karl Gutzkow να αλλάξει το πρωτότυπο κείμενο του Μπύχνερ σε περισσότερα από εκατό σημεία, για να περάσει το κείμενο από τη λογοκρισία. Αργότερα ο Karl Gutzkow θα έγραφε ότι ο πραγματικός Δαντόν του Μπύχνερ δεν δημοσιεύθηκε και πως ό,τι βγήκε στο φως ήταν «τα πενιχρά κατάλοιπα, τα χαλάσματα μίας ερήμωσης».
Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης αναφέρεται: Ο Georg Büchner (1813-1837), παρότι έγραψε λιγότερες από τριακόσιες σελίδες και πέθανε πριν να κλείσει τα είκοσι τέσσερά του χρόνια, χάραξε ένα ανεξίτηλο σημάδι σε πολλά πεδία ‒ της σκέψης, της τέχνης, της επιστήμης. Ανάμεσα στους επαναστάτες του καιρού του ήταν ένας φιλόσοφος, ανάμεσα στους επιστήμονες ήταν επαναστάτης, ανάμεσα στους φιλοσόφους ήταν καλλιτέχνης, ανάμεσα στους καλλιτέχνες υπήρξε η περίπτωση όπου το ταλέντο συναντάει την προσωπική τόλμη. Στην παρούσα έκδοση για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά η επιστολογραφία του Μπύχνερ, μαζί με το μόνο γνωστό του πολιτικό κείμενο, το οποίο έγραψε υπό πίεση και διανεμήθηκε παράνομα. Πρόθεση της παρούσας έκδοσης είναι να ανοίξει ένας χώρος διαλόγου με έναν άνθρωπο που αναρωτήθηκε στο παρελθόν για πράγματα που μας αφορούν και σήμερα: Πώς αλλάζει αυτός ο κόσμος; Tι είναι τέχνη; Πώς μπορούν να συναντηθούν τέχνη και πολιτική με τρόπο όχι στείρα στρατευμένο αλλά  γόνιμα αλληλοτροφοδοτούμενο; Ποια είναι η θέση του καλλιτέχνη ως ενεργού υποκειμένου σε μια εποχή πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης και ποιος ρόλος της τέχνης στην επανεξέταση και συνδιαμόρφωση της πραγματικότητας;
Δείτε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και ποια άλλα βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά.