Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΝΑ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΝΑ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Juan Mayorga, Η χελώνα του Δαρβίνου


















[Αποσπάσματα]

Βράδυ, στο γραφείο του Καθηγητή, πλήθος από βιβλία και χαρτιά. Ο Καθηγητής εργάζεται με μοναδική συντροφιά ένα χάμστερ σε κλουβί. Μπαίνει η Μπέτι και πλησιάζει τον Καθηγητή.

Καθηγητής: Τι συμβαίνει, Μπέτι; Σου ζήτησα το βραδινό; Δεν θυμάμαι να σ’ το ζήτησα.

Μπέτι: Είναι εδώ κάποια που θέλει να σε δει.

Καθηγητής: Φοιτήτρια που ζητάει συστατική επιστολή για υποτροφία; Πτυχιούχος που φιλοδοξεί να αναλάβω τη διατριβή της; Δημοσιογράφος που θέλει να μου πάρει συνέντευξη για το τελευταίο μου βιβλίο;

Μπέτι: Δεν νομίζω να θέλει υποτροφία. Είναι μεγάλη γυναίκα.

Καθηγητής: Θα της είπες ότι δεν μπορώ να τη δεχτώ.

Μπέτι:Τη λυπήθηκα.

Καθηγητής: Κι εμένα; Εμένα δεν με λυπάσαι; Έχω να τελειώσω τρία άρθρα, δύο προλόγους, τη διάλεξη για το συνέδριο στο Τόκιο και τα δοκίμια του τρίτου τόμου της Ιστορίας της σύγχρονης Ευρώπης. 

Μπέτι: Δεν μπορείς να τη δεις πέντε λεπτά; Τρία λεπτά…; Είναι γριούλα…

Καθηγητής: Είσαι υπερβολικά καλή, Μπέτι. Ένα λεπτό. Για χάρη σου το κάνω.

Φεύγει η Μπέτι. Σε λίγο μπαίνει η Χάριετ, μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Χάριετ: Καλησπέρα.

Καθηγητής: Καλησπέρα.

Χάριετ: Ξέρω ότι είστε πολύ απασχολημένος.

Καθηγητής: Έχω, όντως, πολλή δουλειά, κυρία.

Χάριετ: Ρόμπινσον, Χάριετ Ρόμπινσον.

Καθηγητής:  Λοιπόν, κυρία Ρόμπινσον…

Χάριετ: Μπορείτε να με λέτε Χάριετ.

Καθηγητής: Εντάξει, Χάριετ. Θέλατε να με δείτε. Με είδατε αρκετά;

Χάριετ: Διάβασα τους δύο τόμους της Ιστορίας της σύγχρονης Ευρώπης.

Καθηγητής: Ώστε τους διαβάσατε.

Χάριετ: Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη.

Καθηγητής: Δεν έχει σημασία, Χάριετ, το σημαντικό είναι ότι τους διαβάσατε, παρότι δεν τους αγοράσατε. Καθίστε. Η Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης είναι η Καπέλα Σιστίνα μου, η Ενάτη Συμφωνία μου, το Έβερέστ μου. Αυτό είναι το δοκίμιο του τρίτου τόμου. Βγαίνει τον Μάιο.

Χάριετ: Είναι… τεράστιος.

Καθηγητής: Πραγματικά, είναι μοναδικό έργο.

Χάριετ: Eίναι εντυπωσιακό, ναι, κύριε. Αν και…

Καθηγητής: Αν και; Αν και τι;

Χάριετ: Το κεφάλαιο 27, «Η υπόθεση Ντρέιφους».

Καθηγητής: Ξέρω ποιο είναι το κεφάλαιο 27. Τι τρέχει με αυτό το κεφάλαιο;

Χάριετ: Με όλο τον σεβασμό, δεν έγινε έτσι.

Καθηγητής: Τόνοι στοιχείων πιστοποιούν αυτό το κεφάλαιο. Πώς δεν έγινε έτσι;

Χάριετ: Με όλο τον σεβασμό, όχι.

Καθηγητής: Κι εσείς πώς το ξέρετε, κυρία μου;

Χάριετ: Ήμουν εκεί, στο Παρίσι, όταν τα έβαλαν με τον δύστυχο τον λοχαγό Ντρέιφους.

Καθηγητής: Ήσασταν εκεί; (Γελάει) Με συγχωρείτε, κυρία μου, ξέρω πως δεν φταίτε εσείς, φταίνε οι υπουργοί Παιδείας ο ένας μετά τον άλλον, αυτοί κατάφεραν να είναι ο κόσμος ανιστόρητος. Ο κόσμος μπερδεύει τον Καρλομάγνο με τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο κόσμος νομίζει ότι ο Γκαριμπάλντι ήταν ποδηλάτης. Ο κόσμος δεν ξέρει μια ημερομηνία. Κυρία Ρόμπινσον, η υπόθεση Ντρέιφους ξέσπασε το 1894.

Χάριετ: Στις 10 Οκτωβρίου, εκείνη την ημέρα συλλαμβάνουν τον λοχαγό, όχι στις 13. Το θέμα είναι ότι δεν το ανακοινώνουν μέχρι τις 13 γιατί φοβούνται ότι…

Καθηγητής: Θα μου επιτρέψετε, Χάριετ, όπως βλέπετε πνίγομαι. Όμως, αν μου γράψετε εδώ το τηλέφωνό σας, θα σας κλείσει ένα ραντεβού η γυναίκα μου και θα συνεχίσουμε αυτή την ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Χάριετ: Γράφετε ότι τα τελευταία λόγια του στο δικαστήριο είναι: «Αγαπώ τη…»

Καθηγητής: «Αγαπώ τη Γαλλία. Είμαι αθώος».

Χάριετ: Όχι. Ο Ντρέιφους δεν λέει αυτό, ούτε τίποτε άλλο. Δεν μπορεί να μιλήσει από τους λυγμούς. Επίσης, βρήκα ανακρίβειες στο κεφάλαιο 74.

Καθηγητής: Στη «μάχη του Βερντέν»;

Χάριετ: Τα χαρακώματα δεν ήταν όπως τα περιγράφετε.

Καθηγητής: Αυτό παραπάει. Με ποιο δικαίωμα το λέτε αυτό;

Χάριετ: Με το δικαίωμα που μου δίνει το ότι ήμουν εκεί.

Καθηγητής: Ώστε ήσασταν εκεί. Τώρα θα μου πείτε ότι ήσασταν παρούσα και στον βομβαρδισμό της Γκερνίκα.

Χάριετ: Είμαι στη φωτογραφία, κάτω από το άλογο που έχει ανοιχτό το στόμα.

Καθηγητής:Από πού το σκάσατε; Ποια στο διάολο είστε;

Χάριετ: Είμαι η χελώνα του Δαρβίνου.

Καθηγητής: Ορίστε;

Χάριετ: Ο Κάρολος μου έφτιαξε ένα σκίτσο, μπορείτε να το δείτε στο έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου Περί της Καταγωγής των Ειδών, αν και βέβαια έχω αλλάξει λίγο, όταν ανέβηκα στο πλοίο ήμουν 28 Μαΐων, δηλαδή πρέπει να γεννήθηκα το 1808, δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς την ημέρα, εμένα μου αρέσει η 28η Μαρτίου, μου φαίνεται καλή, γιορτάζω τα γενέθλιά μου στις 28 Μαρτίου. Τα πρώτα είκοσι οκτώ χρόνια μου ήταν φαγητό και σεξ χωρίς να με απασχολεί τίποτε άλλο, αλλά όλα άλλαξαν όταν αποβιβάστηκαν στο νησί εκείνοι οι Άγγλοι. Εγώ δεν είχα ξαναδεί Άγγλο, δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο, μου φάνηκαν πολύ περίεργοι, οι άνθρωποι, με έτρωγε η περιέργεια, ανέβηκα να ρίξω μια ματιά και όταν το πήρα χαμπάρι ήμασταν πια στ’ ανοιχτά. Μόλις με ανακάλυψε, ο καπετάνιος Φιτζ Ρόι είπε: «Με τούτο το ζωντανό βγάζουμε σούπα για όλο το πλήρωμα», αλλά ο Κάρολος δεν συμφώνησε, με πήρε στην καμπίνα του και μ’ έβαλε σε μια λεκάνη. «Μην ανησυχείς, Χάρι». Χάρι, καλά ακούσατε, ο μεγαλύτερος φυσιοδίφης στην Ιστορία και δεν ήξερε να ξεχωρίσει την αρσενική χελώνα από τη θηλυκή, αν και η αλήθεια είναι πως δεν είναι τόσο εύκολο πράγμα όπως μ’ εσάς. Το θέμα είναι ότι ο Κάρολος με φώναζε Χάρι και μπερδεύτηκα, δεν ήξερα τι πρέπει να μου αρέσει, κατέληξα στο Χάριετ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ένας Σκωτσέζος αλεξιπτωτιστής…

Καθηγητής: Αρκετά!

(Σιωπή)

Καθηγητής: Κυρία Ρόμπινσον, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία σας, προσπαθώ να κάνω υπομονή. Ξέρω ότι όλοι θα βρεθούμε σε αυτή τη θέση: γεροντική άνοια, Αλτσχάιμερ… Είναι λυπηρό, αλλά δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Έχω έναν ξάδελφο που είναι ψυχίατρος, θα σας δώσει η γυναίκα μου το τηλέφωνό του. Και τώρα, αν μου επιτρέπετε…

Χάριετ: Με περνάτε για καμιά τρελή γριά. Δεν πιστεύετε ότι είμαι η χελώνα του Δαρβίνου.

Καθηγητής: Δεν είστε χελώνα, κυρία μου, ούτε του Δαρβίνου ούτε κανενός. Βέβαια, το πρόσωπό σας μπορεί να θυμίζει χελώνα, όπως άλλων θυμίζει σκύλο ή μαϊμού. Και έχετε κοντό λαιμό, κι αυτή η καμπούρα ίσως φέρνει στο μυαλό καύκαλο. Εάν στη γειτονιά σας σας φωνάζουν «Χελώνα», οφείλω να ομολογήσω πως είναι πολύ ταιριαστό παρωνύμιο.

Χάριετ: Δεν με πιστεύετε. Τότε, πώς το εξηγείτε αυτό;

Η Χάριετ δείχνει την πλάτη της στον Καθηγητή.

Χάριετ: Μπορείτε να την αγγίξετε.

Ο Καθηγητής ετοιμάζεται να την αγγίξει, αλλά τελικά δεν το κάνει.

Καθηγητής: Πολύ παράξενο, ναι, κάποια σπάνια δερματική ασθένεια, αλλά αυτό δεν σας καθιστά χελώνα. Περπατάτε στα δύο πόδια. Μιλάτε. Διαβάζετε!

Χάριετ: Επειδή εξελίχθηκα.

Καθηγητής: ...;

Χάριετ: Ο Κάρολος προέβλεψε αυτή την πιθανότητα, την αναφέρει στο κεφάλαιο 13: «Σε ακραίες συνθήκες, η ζώσα ουσία μπορεί να εξελιχθεί κατά τρόπο εσπευσμένο». Αυτό το ονόμαζε «ραγδαία επιταχυνόμενη εξέλιξη προκαλούμενη υπό έκτακτα ερεθίσματα». Από δαύτα, έκτακτα ερεθίσματα, εγώ είχα μπόλικα. Πήγα κι ανέβηκα στο καραβάκι και άρχισαν να μου συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Πήγα από ’δώ κι από ’κεί, όπου με πήγαινε η Ιστορία. Είδα τα εγκαίνια του Πύργου του Άιφελ και τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ· είδα τους Γερμανούς να μπαίνουν στο Παρίσι και τους Αμερικανούς να αποβιβάζονται στη Νορμανδία· είδα την Οκτωβριανή Επανάσταση και την Περεστρόικα! Ποτέ δεν σκέφτηκα να τα εκμεταλλευτώ όλα αυτά, αλλά τώρα τελευταία έχω καταλάβει ότι η μνήμη μου αποτελεί κεφάλαιο. Ο κόσμος σκοτώνεται για το παρελθόν, κι εγώ από δαύτο έχω όσο δεν έχει κανείς. Γιατί να μην το προσφέρω σε έναν επαγγελματία με αντάλλαγμα μια μικρή βοήθεια; Πήγα στη βιβλιοθήκη, έψαξα στο τμήμα της Ιστορίας και βρήκα τους δύο τόμους σας, μεγάλους μεγάλους, γεμάτους λάθη. Σκέφτηκα: «Θα μπορούσα να τον βοηθήσω αυτό τον άνθρωπο». Σας προτείνω να γίνετε ο χρονικογράφος μου, αυτός στον οποίο θα τα διηγηθώ όλα. Μπορώ να σας αποκαλύψω πράγματα που δεν θα βρείτε σε κανένα ντοκουμέντο: Τι είπε ο Λένιν στο νεκροκρέβατό του; Από τι πέθανε ο Ιωάννης Παύλος Α΄; Μπορώ να σας το πω εγώ. Με ένα ελάχιστο αντάλλαγμα. Αλλά αν πιστεύετε ότι είμαι μια γριά που τα ’χει χάσει, θα βρω άλλον ιστορικό. Έχω ολόκληρη λίστα.

Καθηγητής: Με ένα ελάχιστο αντάλλαγμα; Τι αντάλλαγμα;

Χάριετ: Θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου.

Καθηγητής:…;

Χάριετ: Θέλω να γυρίσω στα Γκαλάπαγκος και να πεθάνω εκεί. Αλλά χρειάζομαι βοήθεια: δεν έχω χαρτιά και χωρίς χαρτιά δεν μ’ αφήνουν να ταξιδέψω. Η ηλικία μου δεν μου επιτρέπει να πάω κολυμπώντας! Στις 28 Μαρτίου γίνομαι διακοσίων ετών.


[...]


Γιατρός: Χάριετ, θυμάστε πότε και πού σταθήκατε στα δύο πόδια για πρώτη φορά;

Χάριετ (στο μαγνητόφωνο): Τον Απρίλιο του ’37, σ’ ένα χωριό ονόματι Γκερνίκα. Έφτασα στην Ισπανία για να ξεφύγω από την καταστροφή που έβλεπα να ’ρχεται, χωρίς να ξέρω ότι η πρόβα για την καταστροφή γινόταν εκεί, στην Ισπανία. Νόμιζα πως στον πόλεμο του ’14 τα είχα δει όλα, αλλά όχι: είναι ανάγκη να δω και αεροπορικό βομβαρδισμό σε άμαχο πληθυσμό. Μόλις καλύπτεται ο ουρανός από αεροπλάνα, σκέφτομαι: «Δεν θα το κάνουν. Δεν θα ρίξουν βόμβες σε γυναίκες και παιδιά». Το κάνουν. Όποιος προλάβει, σώθηκε! Καταριέμαι τη βραδύτητά μου, που με καταδικάζει να καώ ζωντανή. Λαχταρώ με όλη μου την ψυχή να σταθώ όρθια και ν’ αρχίσω να τρέχω. Και, προς μεγάλη μου έκπληξη, αυτό συμβαίνει. Πονάω εδώ, στους βουβώνες, με καίνε τα πόδια μου, αλλά ο φόβος με ωθεί να προχωρήσω. Στον δρόμο σκοντάφτω σε μια πεθαμένη γριά, φοράω τα ρούχα της και συνεχίζω δίχως να κοιτάξω πίσω. Προχώρα, Χάρι, δίχως να κοιτάξεις πίσω.


[...]


Μετάφραση από τα Ισπανικά: Λένα Κοψαχείλη



Ο Χουάν Μαγιόργκα (Μαδρίτη, 1965) είναι Ισπανός θεατρικός συγγραφέας. Η χελώνα του Δαρβίνου περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Teatro 1989-2014 (Ediciones La Uña Rota, 2014). 
Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα και δείτε ποια έργα του κυκλοφορούν στα Ελληνικά.
Σημαντική σημείωση: Η μεταφράστρια Λένα Κοψαχείλη και η Logotexnia21 πληροφορήθηκαν μετά τη δημοσίευση των παραπάνω μεταφρασμένων αποσπασμάτων ότι το αποκλειστικό δικαίωμα μετάφρασης των έργων του Χουάν Μαγιόργκα στην ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο  το έχει η Μαρία Χατζηεμμανουήλ, όπως αναγράφεται και στον διαδικτυακό τόπο της τελευταίας, solo teatro. Θεωρείται αυτονόητο ότι η δημοσίευση των παραπάνω μεταφρασμένων αποσπασμάτων δεν είχε σκοπό να προσβάλει το δικαίωμα αυτό, αλλά να συμβάλει στη διάδοση του έργου του συγγραφέα Χουάν Μαγιόργκα και ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο υπήρχε παραπομπή και στη σελίδα με τα έργα του συγγραφέα που κυκλοφορούν ήδη στα Ελληνικά.

Cristina Peri Rossi, 2 ποιήματα

  Foto_by_Marcelo Asinelli


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

«Όλα τα μετατρέπεις σε λογοτεχνία»

με κατηγορείς

«Όλα, έρωτες, ταξίδια, βόλτες,

συζητήσεις, όλα τα μετατρέπεις σε

λογοτεχνία»

με κατηγορείς

υπερβάλλεις

μόνο ένα ελάχιστο μέρος

τόσο ελάχιστο που καμιά φορά σκέφτομαι

ότι δεν έχει σημασία

και σε κάθε περίπτωση

είναι καλύτερο από το θάνατο

που όλα τα μετατρέπει σε σκόνη.




ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΙΙ

«Όλα τα μετατρέπεις σε λογοτεχνία»

με κατηγορείς, κλαίγοντας

«όταν σε αφήσω, σίγουρα θα γράψεις

ένα μυθιστόρημα εναντίον μου»

μην υπερβάλλεις, γυναίκα

δεν είναι και για μυθιστόρημα

ίσως για κανένα ποιηματάκι μόνο

που μετά θα το διαβάσω δημοσίως

και κανείς δεν θα καταλάβει ότι ήσουν εσύ.

«Όλα τα μετατρέπεις σε λογοτεχνία»

με κατηγορείς, κλαίγοντας

«όταν σε αφήσω θα γράψεις εναντίον μου»

τότε μη με αφήσεις,

σου λέω, φιλώντας σε στα μάτια.


Μετάφραση από τα Ισπανικά: Λένα Κοψαχείλη


 

 


Cristina_Peri_Rossi

Η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι είναι ποιήτρια, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια από την Ουρουγουάη. Γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο το 1941. Το 1970, τα γεγονότα της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη την ανάγκασαν να καταφύγει στην Ισπανία, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Το ποίημα «Λογαριάζοντας» είναι από την ποιητική συλλογή Habitación dehotel (Δωμάτιο ξενοδοχείου). Από την ίδια ποιητική συλλογή δημοσιεύονται στις σελίδες της Logotexnia21 τα ποιήματα «Η νύχτα», «Σπίτι μου είναι η γραφή» και «Λογαριάζοντας», όπως επίσης και το διήγημα Η επίδραση του φωτός στα ψάρια, όλα σε μετάφραση της Λένας Κοψαχείλη.


Cristina Peri Rossi, ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΝΤΑΣ

 Foto_by_Belovodchenko Anton


Λαμβάνοντας υπόψη και λογαριάζοντας

τη σταδιακή τήξη των θαλασσών

το φαινόμενο του θερμοκηπίου

την ταχεία εξαφάνιση των ειδών

τη θηριώδη πείνα στην Αφρική και το aids

τους θρησκευτικούς πολέμους στην Ανατολή

τις χιλιάδες δολοφονημένες γυναίκες

από τους πιο κοντινούς τους άντρες

την έξαρση του καρκίνου

τον αγκτηριασμό των κοριτσιών

την αύξηση της τιμής του πετρελαίου

τον σεξουαλικό τουρισμό στην Ταϊλάνδη

τα πολυάριθμα ατιμώρητα βασανιστήρια

την πολυπληθή ομάδα σκληρών δικτατόρων

και ήπιων δικτατόρων

το εμπόριο όπλων

το εμπόριο οργάνων

το εμπόριο λευκής σαρκός

τις σφαγές τις γενοκτονίες

τους βιασμούς και τα αυτοκινητικά δυστυχήματα

το γεγονός ότι εσύ κι εγώ δεν κάνουμε πια έρωτα

είναι απλούστατα άσχετο.

Μετάφραση από τα Ισπανικά: Λένα Κοψαχείλη



Cristina_Peri_Rossi

Η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι είναι ποιήτρια, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια από την Ουρουγουάη. Γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο το 1941. Το 1970, τα γεγονότα της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη την ανάγκασαν να καταφύγει στην Ισπανία, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Το ποίημα «Λογαριάζοντας» είναι από την ποιητική συλλογή Habitación de hotel (Δωμάτιο ξενοδοχείου). Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται άλλα Δύο ποιήματα από την ίδια ποιητική συλλογή και το διήγημα Η επίδραση του φωτός στα ψάρια, σε μετάφραση της Λένας Κοψαχείλη.


© Logotexnia 21 + Cristina Peri Rossi + Lena Kopsacheili

Marta Traba, Το κτήριο

Street Portraiture

Πέρασα λίγη ώρα μπροστά στην καντίνα για να δω πώς στην ευχή έβαζαν το κομμένο κρέας στην αρέπα*, τι σάλτσα πρόσθεταν και τι έκαναν για να μην τρέξει όλο στο μανίκι. Πού και πού, η γυναίκα που έφτιαχνε τις αρέπα με κοιτούσε λοξά κι εγώ παρέμενα ατάραχος, χωμένος στη σκαλωσιά που ανεβοκατέβαινε, από μια οικοδομή. Όταν είδα ότι όλα είναι υπό έλεγχο, πήγα και ζήτησα την αρέπα μου με σις κεμπάπ, νιώθοντας πως όλες αυτές οι μικρές πράξεις ήταν κερδισμένα εκατοστά στην πόλη, απώλεια του φόβου, αυτό, τέλος πάντων, που με οδηγούσε στην κατάσταση απόλυτου ελέγχου που επιδίωκα. Κάποια στιγμή η πόλη θα γινόταν δική μου, δίχως απόκρυφους φόβους ούτε κρυφές ανησυχίες. Ήσυχα, σαν να ζούσα πάντοτε εκεί και να μπορούσα ακόμα και να τη γυρίσω με τα πόδια, αν έπρεπε, όπως έκαναν τόσες φορές οι μαύροι από το Χάρλεμ. Με την αρέπα στο χέρι, τυλιγμένη ως τη μέση με ένα ασημόχαρτο που συγκρατούσε το ζουμί της, κατευθύνθηκα προς το πεζούλι που είχα μελετήσει διεξοδικά προηγουμένως, ενώ μια ευεργετική ζέστη ανέβαινε στο μπράτσο μου. Στην άλλη μεριά του δρόμου ανοιγόταν κάτι σαν πλατεΐτσα, αρκετά ψηλή, με ένα πεζούλι όπου διάφοροι άνθρωποι έτρωγαν το μεσημεριανό τους. Στις δύο πλευρές της πλατεΐτσας υψώνονταν δύο ορμητικοί πίδακες νερού που ξανάπεφταν στην επιφάνεια των σιντριβανιών, και καθώς ανέβαινε στην πλατεία το κελάρυσμα του νερού εξουδετέρωνε κάπως τον θόρυβο των αυτοκινήτων που κινούνταν με ταχύτητα στην Παρκ Άβενιου. Ο κόσμος απολάμβανε την ηλιόλουστη μέρα, χωρίς ούτε ένα σύννεφο, που σε έκανε να ξεχνάς τα πρώτα κρύα. Μια κοπέλα είχε βγάλει το μάλλινο παλτό της και λιαζόταν φορώντας μόνο ένα ελαφρύ μπλουζάκι, όπου διαγράφονταν οι ρόγες της.

Παρατηρούσα ακούραστα τους ανθρώπους, λες και η μοναδική και ουσιαστική δουλειά μου στον κόσμο ήταν να κοιτάζω τους άλλους. Προσπαθούσα να αποδιώξω αυτή την αίσθηση ηδονοβλεψία που κρυβόταν κάτω από αυτή την εξονυχιστική έρευνα με τα μάτια και ήμουν απλώς ευτυχισμένος συλλογιζόμενος τι θα μπορούσε να κάνει ή να είναι αυτός ο κόσμος σε άλλο πλανήτη. Σε όλους τους έβρισκα συναρπαστικές εμμονές, που τους προσέδιδαν μια έντονα κλειστή φύση. Κοντά μου κάθισε ένας μαύρος, ανεβαίνοντας σβέλτα στο πεζούλι για να σταθεί στο μέσον του σιντριβανιού, έβαλε το τρανζίστορ ανάμεσα στα πόδια του και άρχισε να ανοίγει μεθοδικά το ασημόχαρτο του χάμπουργκέρ του. Από το τρανζίστορ δεν έβγαινε μουσική, ούτε και ειδήσεις, ή τουλάχιστον ήταν αδύνατον να καταλάβεις τι άκουγε, από τη μεριά μου. Έγερνε προς το τρανζίστορ μασώντας και χαμογελώντας, και ο θόρυβος που έβγαζε το μηχάνημα γύριζε γύρω από το κεφάλι του σαν κασκόλ. Ούτε εκείνος ούτε τα κορίτσια που κάθονταν από την άλλη μεριά, ρουφώντας απορροφημένα ένα καλαμάκι βαλμένο σε ένα χάρτινο ποτήρι, ενδιαφέρονταν έστω και στο ελάχιστο για το τι γίνεται γύρω τους. Πάντα υπήρχε κάτι μπροστά τους, μπροστά στο οπτικό τους πεδίο, που δεν ήταν φυσικά ο πίδακας νερού που ανέβαινε και έπεφτε και πιτσιλούσε, αλλά ίσως κάτι πιο πέρα, που δεν μπορούσα να δω ούτε να φανταστώ, γιατί δεν μπορούσα να αποκόψω το βλέμμα του κόσμου που καθόταν στο πεζούλι. Λίγο πιο πέρα από τον μαύρο καθόταν μια γριά που, κρίνοντας από την απίστευτη βραδύτητα των κινήσεών της, πρέπει να ήταν εκατό χρόνων. Έβγαζε κάτι ξεροκόμματα από μια πλαστική σακούλα και τα έφερνε στο στόμα της, αλλά πλησιάζοντας μια σχισμή δίχως δόντια άλλαζε γνώμη, και ξαναέβαζε αργά τα ξεροκόμματα στην τσάντα. Η κίνηση αυτή επαναλήφθηκε τόσες φορές που κόντευε να με πάρει ο ύπνος. Το σις κεμπάπ είχε ένα βουνό καυτερό, και όπως έκαιγε το στομάχι μου και έπεφτε ο μεσημεριανός ήλιος από πάνω, σκέφτηκα τι ωραία που θα ήταν να βουτήξω στα σιντριβάνια ή τουλάχιστον να ξαπλώσω στο πεζούλι, όμως όλοι κάθονταν κόσμια, πράγμα το οποίο έθετε πλέον έναν κανόνα που δείλιαζα να παραβλέψω. Κοίταξα κατά το κτήριο, προς τα επάνω, και ο τεράστιος γυάλινος τοίχος, που ακτινοβολούσε κατά τόπους, με τα μπρούτζινα παραλληλόγραμμα γύρω γύρω, μου φάνηκε σαν ένα γιγαντιαίο φυλακτό, κάτι το τέλειο και υπερπροστατευτικό που εξηγούσε, κατά κάποιον τρόπο, την ηρεμία του κόσμου που καθόταν στην πλατεΐτσα. Από τον γυάλινο τοίχο εκκινούσε μια απόλυτη ασφάλεια, καθώς και ο ορισμός ενός πράγματος που δεν μπορούσα να προσδιορίσω αλλά παρ’ όλα αυτά μου επιβαλλόταν. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα από την κάθετη γραμμή που είχε καρφώσει το φως στον μενεξεδένιο ουρανό. Ένα πνιχτό γελάκι του μαύρου με επανέφερε στην πραγματικότητα. Η γριά, κρεμασμένη σαν τσιγκέλι πάνω στο πεζούλι, είχε βγάλει τη μία κάλτσα και πολεμούσε να βγάλει και την άλλη. Έβαλε διστακτικά το γυμνό πόδι της στο σιντριβάνι, και έκανε κάτι σαν γουργούρισμα. Το πόδι της ήταν σκελετός σαν αυτόν που έχουν στα σχολεία στο μάθημα ανατομίας, που πάντα εμφανιζόταν στο ντουλάπι κάποιου κοριτσιού, για να τις τρομάξει. Τώρα αυτό το εξίσου χαλαρό και δίχως αφέντη πόδι αναπαυόταν, ταλαντευόμενο, στο νερό του σιντριβανιού, και σύντομα του έκανε παρέα και το άλλο κομμάτι του σκελετού. Κατάλαβα ότι ο κόσμος παρακολουθούσε και ότι δημιουργούνταν μια επικίνδυνη προσδοκία. Από μια πόρτα του κτηρίου βγήκε ένας θυρωρός με σιρίτια, σταμάτησε από μακριά κοιτώντας προς το μέρος της γριάς, και έβγαλε τα γάντια του σαν να ετοιμαζόταν για κάτι. Ο κόσμος περίμενε. Η γριά κοίταξε προς τον μαύρο, γουργούρισε ξανά και είπε κάτι σαν «ζέστη». Πέρασε μια βρόμικη κάλτσα στο καταχαραγμένο προσωπάκι της. Ο μαύρος τής πέταξε από μακριά ένα χάρτινο ποτήρι με αναψυκτικό, με τέτοια ευστοχία ώστε έπεσε δίπλα στη γριά. Αυτή το κοίταξε κάπως ξαφνιασμένη, φοβούμενη τυχόν επίθεση, αλλά κατάλαβε ότι ήταν φιλική κίνηση, και με πολύ κόπο άρπαξε το ποτήρι και το έβαλε στη δίχως δόντια τρύπα. Το πίεζε ανάμεσα στις δυο αποστεωμένες σιαγόνες και το έσπρωχνε απαλά με το χέρι. Όταν κουραζόταν κατέβαζε το χέρι, και το ποτήρι έμενε κολλημένο στο κενό του στόματος, ισορροπώντας επισφαλώς. Μόλις πέρασε το πρώτο κύμα ανησυχίας, ο κόσμος έπαψε να ενδιαφέρεται για τη γριά και άρχισε ξανά να παρατηρεί σημεία χαμένα στο πουθενά. Κοίταξα ξανά προς τα επάνω, το κτήριο, και μου φάνηκε πως φλεγόταν και κουνιόταν. Στον μενεξεδένιο ουρανό σχηματιζόταν ένα αλλόκοτο συννεφάκι, σαν νύχι.

Ένα τεράστιο μαύρο αυτοκίνητο, με φιμέ τζάμια, σταμάτησε ακριβώς δίπλα στις σκάλες απ’ όπου ανέβαινες στην πλατεΐτσα και εν ριπή οφθαλμού βγήκε από το αυτοκίνητο μια κοπέλα με λυτά κυματιστά μαλλιά, και ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά σφίγγοντας μια πράσινη ζακέτα και με τα δυο χέρια στο στήθος της. Καθώς περνούσε τρέχοντας από την άλλη μεριά του σιντριβανιού, κοίταξε προς το μέρος μου και η έκφρασή της με συγκλόνισε· το πρόσωπό της ήταν άσπρο, αλλοιωμένο, πρόσωπο νεκρής, ωστόσο δέσποζε ο βίαιος μορφασμός του σφιγμένου στόματος. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να φωνάζει καθώς έτρεχε προς την πόρτα του κτηρίου, κάποιοι εμφανίζονταν μπροστά της και χανόταν στην πόρτα που ανοιγόκλεινε, αλλά όλα έγιναν σιωπηλά, ενώ ο γάργαρος ήχος του σιντριβανιού δημιουργούσε μια φρικτή πλάνη. Λίγα λεπτά μετά την κοπέλα σταμάτησε, πίσω από το σκούρο αυτοκίνητο που είχε μείνει εκεί περιμένοντάς την, ένα ασθενοφόρο, με έναν συνεχή και διαπεραστικό θόρυβο. Παρότι είχε σταματήσει, η σειρήνα εξακολουθούσε να ηχεί και ο κόκκινος γλόμπος στο καπό γύριζε γρήγορα βγάζοντας εναλλασσόμενες δέσμες φωτός, που έσκιζαν την πλατεία. Από μακριά ακούστηκε κι άλλη σειρήνα να ουρλιάζει, και ένα δεύτερο ασθενοφόρο χώθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανάμεσα στα κίτρινα ταξί που κάλυπταν τη λεωφόρο σαν αστραφτερή γλυκιά κρέμα, και σταμάτησε απότομα πίσω από το προηγούμενο. Πρόσεξα ότι ο κόσμος είχε σταματήσει να τρώει, ορισμένοι μάζευαν με προσοχή τα χαρτιά τους και τα έκαναν ασημόχρωμες μπαλίτσες που τις κρατούσαν σφιχτά στο χέρι, ενώ σηκώνονταν για να φύγουν. Σε λίγα λεπτά το πεζούλι άδειασε, εκτός από τον μαύρο, που συνέχισε να ακούει το μουγκρητό του τρανζίστορ του σαν να μη συνέβαινε τίποτα, και τη γριά, που φαινόταν να έχει αποκοιμηθεί, καθώς το ποτήρι ξεκολλούσε σιγά σιγά από το στόμα της. Μετά η πλατεία απέκτησε άλλο ρυθμό, σαν κάποιος να γύριζε ταινία και τίποτε από όσα συνέβησαν να μην ήταν βέβαιο· οι πόρτες του κτηρίου άνοιξαν, ενώ από κάθε ασθενοφόρο έβγαινε γρήγορα ένα φορείο, τα έβαζαν μέσα και σχεδόν αμέσως τα ξανάβγαζαν με κάποιον ξαπλωμένο επάνω. Από το πεζούλι ήταν αδύνατον να μάθεις περί τίνος επρόκειτο, και όλα φαίνονταν υπερβολικά εξωπραγματικά και ιλιγγιώδη. Ο μαύρος είπε «σκατά», πέρασε τα πόδια του πάνω από το πεζούλι και με ένα σάλτο βρέθηκε κάτω, στο πεζοδρόμιο. Μου φάνηκε πως κάποιος κοιτούσε προς το μέρος όπου καθόμουν με μίσος. Πραγματικά είχα μείνει μόνος, αν εξαιρέσουμε τη γριά που δεν μετρούσε, τους ηθοποιούς της τραγωδίας και το κτήριο, απόμακρο και απειλητικό. Κοίταξα ως το τέρμα, επίτηδες, νιώθοντας ότι καταπατούσα έναν κανόνα του οποίου τη βαρύτητα δεν μπορούσα να αντιληφθώ με σαφήνεια. Η κοπέλα με το πράσινο πανωφόρι μπήκε με ένα από τα φορεία στο πίσω μέρος ενός ασθενοφόρου. Ο μαύρος οδηγός του τεράστιου αυτοκινήτου της βγήκε στο πεζοδρόμιο και κοίταξε προς τα ασθενοφόρα, ελαφρά αποπροσανατολισμένος. Τα ασθενοφόρα ξεκίνησαν κάνοντας έναν φριχτό θόρυβο, και το αυτοκίνητο παρέμεινε σταθμευμένο, στην άκρη του δρόμου σαν φέρετρο. Σκέφτηκα ότι αν καθόμουν στο πεζούλι της πλατεΐτσας θα μπορούσα, ίσως, να δω μυριάδες πράγματα αλλά την ίδια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου η, ξεκάθαρη, ιδέα ότι η άπληστη αδιακρισία θα τιμωρούνταν και ότι θα ήταν καλύτερα να περπατούσα στον δρόμο παριστάνοντας τον αδιάφορο, προστατευμένος στην απέραντη ανωνυμία.


Μετάφραση από τα Ισπανικά: Λένα Κοψαχείλη

* (Σ.τ.Μ.) Ψημένη ζύμη από αλεύρι καλαμποκιού, διαδεδομένη σε κάποιες χώρες της Λατινικής Αμερικής.


Marta Traba H Μάρτα Τράμπα (Μπουένος Άιρες, 1930 – Μαδρίτη, 1983), κριτικός τέχνης και συγγραφέας, πρωτοεμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας τη δεκαετία του ’50 με την ποιητική συλλογή Historia natural de la alegría [Φυσική ιστορία της χαράς], μολονότι το υπόλοιπο συγγραφικό έργο της αποτελείται από δοκίμια, μυθιστορήματα και διηγήματα, καθώς και αναρίθμητα άρθρα με θέμα την ιστορία και την κριτική τέχνης. Έζησε στο Παρίσι, στην Μπογκοτά, στη Βενεζουέλα, στο Πουέρτο Ρίκο, στην Ουρουγουάη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Το κτήριο» ανήκει στη συλλογή διηγημάτων De la mañana a la noche: cuentos norteamericanos [Από το πρωί ως το βράδυ: βορειοαμερικανικά διηγήματα], που γράφτηκε το 1982, κατά τη διαμονή της στις ΗΠΑ, αλλά εκδόθηκε μετά τον θάνατό της. Πέθανε σε ηλικία 53 ετών, σε αεροπορικό δυστύχημα στην Ισπανία. Άλλα έργα της είναι Las ceremonias del verano [Οι τελετές του καλοκαιριού](1966), Los laberintos insolados [Οι ηλιόλουστοι λαβύρινθοι](1967), Así pasó [Έτσι έγινε] (1968), La jugada del día sexto [Το παιχνίδι της έκτης ημέρας] (1969). Βιβλία της Μάρτα Τράμπα δεν κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Julio Cortázar, Γράμμα σε μια δεσποινίδα στο Παρίσι

Vintage Envelope 3 by Billy Alexander

Αντρέ, εγώ δεν ήθελα να έρθω να μείνω στο διαμέρισμά σου στην οδό Σουιπάτσα. Όχι τόσο για τα κουνελάκια, μάλλον επειδή με θλίβει να εισέρχομαι σε μια τάξη κλειστή, εγκαθιδρυμένη ως τα πιο λεπτά πέπλα του αέρα, αυτά που στο σπίτι σου διατηρούν τη μουσική της λεβάντας, το φτερούγισμα μιας πουδριέρας σε σχήμα κύκνου, το παιχνίδι του βιολιού και της βιόλας στο κουαρτέτο του Ραρά.rabbit_1 Με πικραίνει να μπαίνω σε έναν χώρο όπου κάποιος που ζει ωραία έχει τακτοποιήσει τα πάντα σαν μια ορατή επανάληψη της ψυχής του, εδώ τα βιβλία (από τη μια μεριά τα ισπανικά, από την άλλη τα γαλλικά και τα αγγλικά), εκεί οι πράσινες μαξιλάρες, σε αυτή τη συγκεκριμένη θέση στο τραπεζάκι το κρυστάλλινο τασάκι που μοιάζει με κομμένη σαπουνόφουσκα, και πάντα ένα άρωμα, ένας ήχος, φυτά που μεγαλώνουν, μια φωτογραφία του πεθαμένου φίλου, τελετουργικό δίσκων με τσάι και λαβίδες για τη ζάχαρη… Αχ, αγαπητή Αντρέ, πόσο δύσκολα αντιστέκεσαι, μολονότι το αποδέχεσαι με πλήρη υποταγή του ίδιου του είναι σου, στη σχολαστική τάξη που εγκαθιστά μια γυναίκα στην ανάλαφρη κατοικία της. Πόσο ένοχος νιώθεις όταν παίρνεις ένα μεταλλικό κυπελλάκι και το βάζεις στην άλλη άκρη του τραπεζιού, το βάζεις εκεί μόνο και μόνο επειδή έφερες τα αγγλικά λεξικά σου, και πρέπει να βρίσκονται σε αυτή τη μεριά, σε απόσταση που φτάνει το χέρι. rabbit_2Το να μετακινήσεις αυτό το κυπελλάκι ισοδυναμεί με ένα φριχτό αναπάντεχο κόκκινο εν μέσω μιας μετατόνισης του Οζενφάν, λες και ξαφνικά οι χορδές όλων των κοντραμπάσων έσπασαν συγχρόνως με την ίδια τρομακτική καμτσικιά στην πιο ήσυχη στιγμή μιας συμφωνίας του Μότσαρτ. Μετακινώντας αυτό το κυπελλάκι αλλάζει το παιχνίδι των σχέσεων όλου του σπιτιού, κάθε αντικειμένου με το άλλο, κάθε λεπτού της ψυχής του με την ψυχή ολόκληρη του σπιτιού και της απούσας ενοίκου του. Κι εγώ δεν μπορώ να πλησιάσω τα δάχτυλα σε ένα βιβλίο, να σφίξω ίσα ίσα τον κώνο φωτός μιας λάμπας, να ανοίξω το μουσικό κουτί, δίχως να περάσει μια αίσθηση προσβολής και επίπληξης μπροστά από τα μάτια μου σαν ένα σμήνος σπουργίτια.

rabbit_3Ξέρεις γιατί ήρθα στο σπίτι σου, στο ήσυχο σαλόνι σου του μεσημεριού επισκέπτης. Όλα φαίνονται τόσο φυσιολογικά, όπως πάντα όταν δεν είναι γνωστή η αλήθεια. Εσύ έφυγες για το Παρίσι, εγώ έμεινα στο διαμέρισμα στην οδό Σουιπάτσα, καταστρώσαμε ένα απλό και ικανοποιητικό σχέδιο αμοιβαίας συγκατοίκησης ώσπου ο Σεπτέμβρης να σε ξαναφέρει στο Μπουένος Άιρες κι εμένα να με στείλει σε κάποιο άλλο σπίτι όπου ίσως… Αλλά δεν σου γράφω γι’ αυτό, ο λόγος που σου στέλνω αυτό το γράμμα είναι τα κουνελάκια, νομίζω ότι το σωστό είναι να το μάθεις· rabbit_4και επειδή μου αρέσει να γράφω γράμματα, και ίσως επειδή βρέχει…

Μετακόμισα την περασμένη Παρασκευή, στις πέντε το απόγευμα, εν μέσω παραζάλης και πλήξης. Έχω κλείσει τόσες βαλίτσες στη ζωή μου, έχω περάσει τόσες ώρες ετοιμάζοντας αποσκευές που δεν πήγαιναν πουθενά, ώστε η Παρασκευή ήταν μια μέρα γεμάτη σκιές και λουριά, γιατί εγώ όταν βλέπω τα λουριά των βαλιτσών είναι σαν να βλέπω σκιές, κομμάτια από μαστίγιο που με χτυπάνε έμμεσα, με τον πιο ανεπαίσθητο και φριχτό τρόπο. Όμως έφτιαξα τις βαλίτσες, ειδοποίησα την υπηρέτριά σου ότι επρόκειτο να εγκατασταθώ και μπήκα στο ασανσέρ. Ακριβώς μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου ένιωσα ότι επρόκειτο να ξεράσω ένα κουνελάκι. rabbit_5Δεν σου το είχα εξηγήσει ποτέ πριν, μη νομίσεις ότι ήταν λόγω ανειλικρίνειας, αλλά φυσικά δεν μπορεί κανείς να βαλθεί να εξηγεί στον κόσμο ότι πού και πού ξερνάει ένα κουνελάκι. Όπως πάντα, μου συνέβη ενώ ήμουν μόνος, κρατούσα μυστικό το γεγονός όπως κρατούνται τόσες αποδείξεις αυτού που συμβαίνει (ή που κάνει κάποιος να συμβεί) σε απόλυτα προσωπικές στιγμές. Μη μου το προσάπτεις, Αντρέ, μη μου το προσάπτεις. Πού και πού μου συμβαίνει να ξερνάω ένα κουνελάκι. Δεν είναι λόγος αυτό για να μη μένω σε οποιοδήποτε σπίτι, δεν είναι λόγος για να ντρέπεται κανείς και να είναι απομονωμένος και να rabbit_3τραβάει τον δρόμο του σιωπώντας.

Όταν νιώθω ότι πρόκειται να ξεράσω ένα κουνελάκι, βάζω δυο δάχτυλα στο στόμα σαν ανοιχτή λαβίδα και περιμένω να νιώσω στον λάρυγγα τη χλιαρή χνουδωτή μπάλα που ανεβαίνει σαν το ανθρακικό της γκαζόζας. Όλο αυτό είναι γρήγορο και καθαρό, περνάει μέσα σε μια πολύ σύντομη στιγμή. Βγάζω τα δάχτυλα από το στόμα και μαζί τους φέρνω κρατώντας το από τα αυτιά ένα άσπρο κουνελάκι. Το κουνελάκι φαίνεται ευχαριστημένο, είναι ένα κουνελάκι φυσιολογικό και τέλειο, μόνο που είναι πολύ μικρό, μικρό σαν σοκολατένιο κουνελάκι αλλά άσπρο και κουνελάκι με τα όλα του. Το βάζω στην παλάμη του χεριού μου, στρώνω το χνούδι του χαϊδεύοντάς το με τα δάχτυλα, το κουνελάκι φαίνεται ικανοποιημένο που γεννήθηκε και αναδεύεται και κολλάει τη μουσούδα του στο δέρμα μου, κουνώντας τη με αυτό το ήσυχο και γαργαλιστικό τσιμπολόγημα της μουσούδας ενός κουνελιού στο δέρμα ενός χεριού. Ψάχνει να φάει και τότε εγώ (μιλάω για όταν συνέβαινε αυτό στο σπίτι μου στα περίχωρα) το πηγαίνω στο μπαλκόνι και το βrabbit_5άζω στη μεγάλη γλάστρα όπου μεγαλώνει το τριφύλλι που έχω σπείρει από πριν. Το κουνελάκι σηκώνει όρθια τα αυτιά του, τυλίγει ένα τρυφερό τριφύλλι με μια γρήγορη περιστροφή της μουσούδας, κι εγώ ξέρω ότι μπορώ να το αφήσω και να φύγω, να συνεχίσω για κάμποσο μια ζωή διόλου διαφορετική από εκείνη τόσων και τόσων που αγοράζουν τα κουνελάκια τους στις αγροικίες.

Μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου, Αντρέ, σαν μια ένδειξη του πώς θα ήταν η ζωή μου στο σπίτι σου, κατάλαβα ότι θα ξερνούσα ένα κουνελάκι. Αμέσως ένιωσα φόβο (ή ήταν έκπληξη; Όχι, φόβος για την ίδια έκπληξη, ίσως) γιατί προτού φύγω από το σπίτι μου, μόλις δυο μέρες πριν, είχα ξεράσει ένα κουνελάκι και ήμουν σίγουρος για έναν rabbit_8μήνα, για πέντε εβδομάδες, μπορεί και έξι με λίγη τύχη. Κοίταξε, εγώ είχα λύσει πλήρως το πρόβλημα με τα κουνελάκια. Έσπερνα τριφύλλι στο μπαλκόνι του άλλου σπιτιού μου, ξερνούσα ένα κουνελάκι, το έβαζα στο τριφύλλι και μετά από έναν μήνα, όταν υποψιαζόμουν ότι από στιγμή σε στιγμή… τότε χάριζα το κουνελάκι που είχε πια μεγαλώσει στην κυρία Ντε Μολίνα, που θεωρούσε πως πρόκειται για κάποιο χόμπι και δεν έλεγε τίποτα. Ήδη σε μια άλλη γλάστρα μεγάλωνε τρυφερό και ωραίο τριφύλλι, εγώ περίμενα δίχως ανησυχία τη μέρα που το γαργάλημα μιας χνουδωτής μπάλας που ανέβαινε μου έκλεινε τον λάρυγγα, και το καινούργιο κουνελάκι επαναλάμβανε από εκείνη την ώρα τη ζωή rabbit_6και τις συνήθειες του προηγούμενου. Οι συνήθειες, Αντρέ, είναι συγκεκριμένες μορφές του ρυθμού, είναι η αναλογία του ρυθμού που μας βοηθά να ζούμε. Δεν ήταν τόσο τρομερό να ξερνάω κουνελάκια από τη στιγμή που είχε μπει στον αμετάβλητο κύκλο, στη σειρά. Θα θέλεις να μάθεις γιατί τόσος κόπος, γιατί όλο αυτό το τριφύλλι και η κυρία Ντε Μολίνα. Θα ήταν προτιμότερο να σκότωνα αμέσως το κουνελάκι και… Αχ, θα ‘πρεπε να ξεράσεις μόνο ένα, να το πάρεις με τα δάχτυλα rabbit_5και να το βάλεις στο ανοιχτό χέρι σου, προσκολλημένο ακόμη επάνω σου με την ίδια την πράξη, με την άφατη αύρα της εγγύτητάς σου μόλις διαρρηγμένη. Ένας μήνας αφήνει τόσα πίσω του· ένας μήνας είναι μέγεθος, μακρύ τρίχωμα, σάλτοι, άγρια μάτια, μεγάλη διαφορά. rabbit_1Αντρέ, ένας μήνας είναι ένα κουνέλι, μας κάνει στ’ αλήθεια ένα κουνέλι· αλλά το πρώτο λεπτό, όταν η χλιαρή μπαλίτσα που αναδεύεται καλύπτει μια αναφαίρετη παρουσία… Όπως ένα ποίημα στα πρώτα λεπτά, ο καρπός μιας νύχτας στην Ιδουμαία: τόσο δικό σου όσο ο εαυτός σου… και μετά τόσο κανένας, τόσο αποκομμένο και απόμακρο στον απλό άσπρο κόσμο του σε μέγεθος επιστολής.

Αποφάσισα, με όλα αυτά, να σκοτώσω το κουνελάκι αμέσως μόλις γεννιόταν. Θα έμενα τέσσερις μήνες στο σπίτι σου: τέσσερις –ίσως, με λίγη τύχη, τρεις– κουταλιές οινόπνευμα στη μουσούδα. rabbit_7(Ξέρεις ότι η συμπόνια επιτρέπει να σκοτώσεις ακαριαία ένα κουνελάκι δίνοντάς του να πιει μια κουταλιά οινόπνευμα; Το κρέας του μετά έχει καλύτερη γεύση, λένε, αν και εγώ… Τρεις ή τέσσερις κουταλιές οινόπνευμα, μετά στην τουαλέτα ή όλα τα απορρίμματα μαζεμένα σε ένα κουτί).

rabbit_7Καθώς περνούσα τον τρίτο όροφο, το κουνελάκι κινούνταν στο ανοιχτό χέρι μου. Η Σάρα περίμενε επάνω για να με βοηθήσει να βάλω τις βαλίτσες… Πώς να της εξηγήσω ότι μια ιδιοτροπία, ένα μαγαζί με ζώα; Τύλιξα το κουνελάκι στο μαντίλι μου, το έβαλα στην τσέπη του πανωφοριού μου, αφήνοντας το πανωφόρι μου ανοιχτό για να μην το ζουλήξω. Μόλις που κουνιόταν. Η ελάχιστη συνείδησή του θα πρέπει να του αποκάλυπτε σημαντικά γεγονότα: ότι η ζωή είναι μια κίνηση προς τα πάνω με ένα τελικό πάτημα κουμπιού και ότι είναι επίσης ένα χαμηλό ταβάνι, άσπρο, προστατευτικό και με άρωμα λεβάντας, στο βάθος ενός χλιαρού φρέατος.rabbit_4

Η Σάρα δεν είδε τίποτα, τη σαγήνευε πάρα πολύ το επίμοχθο πρόβλημα προσαρμογής του αισθήματός της περί τάξης στη βαλίτσα-ντουλάπα μου, στα χαρτιά μου και στον εκνευρισμό μου απέναντι στις διεξοδικές εξηγήσεις της όπου αφθονούσε η έκφραση «για παράδειγμα». rabbit_2Μόλις μπόρεσα κλείστηκα στο μπάνιο· να το σκοτώσω τώρα. Ένα λεπτό στρώμα ζέστης περιέβαλλε το μαντίλι, το κουνελάκι ήταν κάτασπρο και νομίζω πιο όμορφο από τα άλλα. Δεν με κοιτούσε, απλώς αναδευόταν και ήταν ευχαριστημένο, το οποίο ήταν ο χειρότερος τρόπος να με κοιτάζει. Το έκλεισα στο άδειο ντουλαπάκι για τα φάρμακα και επέστρεψα για να βγάλω τα πράγματα από τις βαλίτσες, αποπροσανατολισμένος αλλά όχι δυστυχής, όχι ένοχος, όχι σαπουνίζοντας rabbit_1τα χέρια μου για να διώξω από πάνω τους μια τελευταία σύσπαση.

Κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να το σκοτώσω. Αλλά εκείνη τη νύχτα ξέρασα ένα μαύρο κουνελάκι.

Και δύο μέρες μετά έναrabbit_8άσπρο. Και την τέταρτη νύχτα ένα γκρι κουνελάκι.

Σίγουρα θα λατρεύεις την ωραία ντουλάπα της κρεβατοκάμαράς σου, με τη μεγάλη πόρτα που ανοίγει γενναιόδωρα, τα άδεια ράφια σε αναμονή των ρούχων μου. Τώρα τα έχω εκεί. Εκεί μέσα. Η αλήθεια είναι ότι φαίνεται απίστευτο· ούτε η Σάρα δεν θα το πίστευε. rabbit_5Διότι η Σάρα δεν υποψιάζεται τίποτα, και το ότι δεν υποψιάζεται τίποτα οφείλεται στο φριχτό έργο μου, ένα έργο που παρασύρει τις μέρες μου και τις νύχτες μου αμέσως μόλις πέσει το κιγκλίδωμα και καίγομαι εσωτερικά και σκληραίνω όπως αυτός ο αστερίας που έχεις βάλει επάνω στην μπανιέρα και που σε κάθε μπάνιο είναι σαν να σου γεμίζειrabbit_8 το σώμα με αλάτι και καμτσικιές ήλιου και δυνατούς ψιθύρους από τα βάθη.

Την ημέρα κοιμούνται. Είναι δέκα. Την ημέρα κοιμούνται. Με την πόρτα κλειστή, η ντουλάπα είναι μια ημερήσια νύχτα μονάχα για εκείνα, εκεί κοιμούνται τη rabbit_2νύχτα τους με γαλήνια υπακοή. Παίρνω τα κλειδιά της κρεβατοκάμαρας μαζί μου όταν φεύγω για τη δουλειά. Η Σάρα προφανώς νομίζει ότι αμφιβάλλω για την τιμιότητά της και με κοιτάζει δύσπιστα, κάθε πρωί φαίνεται ότι είναι έτοιμη να μου πει κάτι, αλλά τελικά δεν λέει τίποτα και εγώ είμαι πολύ ευχαριστημένος. (rabbit_1Όταν τακτοποιεί την κρεβατοκάμαρα, από τις εννιά ως τις δέκα, κάνω θόρυβο στο σαλόνι, βάζω έναν δίσκο του Μπένι Κάρτερ που πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα, και καθώς η Σάρα αγαπάει επίσης τα σαέτα και τα πασοδόμπλε, η ντουλάπα φαίνεται ήσυχη και σχεδόν είναι, γιατί για τα κουνελάκια συνεχίζεται η νύχτα και η ανάπαυση).

Η δική τους ημέρα ξεκινάει εκείνη την ώρα μετά το δείπνο, όταν η rabbit_7Σάρα φέρνει τον δίσκο με ένα μικρό κουδούνισμα της λαβίδας για τη ζάχαρη, μου εύχεται καληνύχτα –ναι, μου το εύχεται, Αντρέ, αυτό που με πικραίνει περισσότερο είναι ότι μου εύχεται καληνύχτα– και κλείνεται στο δωμάτιό της και ξαφνικά είμαι μόνος μου, μόνος με την καταραμένη ντουλάπα, μόνος με το καθήκον μου και τη λύπη μου.rabbit_5

Τα αφήνω να βγουν, να ορμήσουν σβέλτα στον χώρο του σαλονιού, μυρίζοντας με ζωηράδα το τριφύλλι που έκρυβαν οι τσέπες μου και που τώρα rabbit_3σχηματίζει στο χαλί εφήμερες μπορντούρες που αυτά αλλάζουν, μετακινούν, αποτελειώνουν στο λεπτό. Τρώνε καλά, ήσυχα και σωστά, μέχρι εκείνο το λεπτό δεν έχω τίποτα να πω, rabbit_1τα κοιτάζω απλώς από τον καναπέ, με ένα άχρηστο βιβλίο στο χέρι –εγώ που ήθελα να διαβάσω όλο τον Ζιροντού σου, Αντρέ, και την ιστορία της Αργεντινής του Λόπες που έχεις στο κάτω ράφι–· και τρώνε όλο το τριφύλλι.

Είναι δέκα. Σχεδόν όλα άσπρα. Σηκώνουν το ζεστό κεφάλι τους rabbit_7προς τις λάμπες του σαλονιού, τους τρεις ακίνητους ήλιους της ημέρας τους, αυτά που αγαπούν το φως γιατί η νύχτα τους δεν έχει φεγγάρι ούτε αστέρια ούτε φανάρια. Κοιτάζουν τον τριπλό ήλιο τους και είναι ευχαριστημένα. Τότε χοροπηδάνε στο χαλί, στις καρέκλες, δέκα μικρές πιτσιλιές μετακινούνται σαν κινούμενος αστερισμός από το ένα μέρος στο άλλο, ενώ εγώ θα ήθελα να τα βλέπω ήσυχα, να τα βλέπω στα πόδια μου και ήσυχα –σε ένα βαθμό το όνειρο κάθε θεού, Αντρέ, το απραγματοποίητο όνειρο των θεών–, όχι να τρυπώνουν πίσω από το πορτρέτο του rabbit_2Μιγέλ δε Ουναμούνο, τριγύρω από το ανοιχτό πράσινο βάζο, μέσα στο μαύρο κοίλωμα του σεκρετέρ, πάντοτε λιγότερα από δέκα, πάντοτε έξι ή οκτώ κι εγώ να αναρωτιέμαι πού να βρίσκονται τα δύο που λείπουν, και αν η Σάρα σηκωνόταν για κάποιο λόγο, και η προεδρία του Ριβαδάβια που ήθελα να διαβάσω στην ιστορία του Λόπες.rabbit_4

Δεν ξέρω πώς αντέχω, Αντρέ. Θυμάσαι ότι ήρθα στο σπίτι σου για να ξεκουραστώ. Δεν φταίω εγώ αν πού και πού ξερνάω ένα κουνελάκι, αν αυτή η μετακόμιση με άλλαξε και εσωτερικά –δεν είναι ονοματοκρατία, δεν είναι μαγεία, απλώς τα πράγματα δεν rabbit_1μπορούν να μεταβάλλονται έτσι ξαφνικά, ενίοτε τα πράγματα αλλάζουν απότομα και ενώ περίμενες το χαστούκι από τα δεξιά–. Έτσι, Αντρέ, ή αλλιώς, αλλά πάντα έτσι.

Είναι νύχτα τώρα που σου γράφω. Είναι τρεις το απόγευμα, αλλά σου γράφω ενώ είναι νύχτα για εκείνα. rabbit_3Την ημέρα κοιμούνται. Τι ανακούφιση είναι αυτό το γραφείο, γεμάτο φωνές, εντολές, γραφομηχανές Royal, αντιπροέδρους και πολύγραφους! Τι ανακούφιση, τι ηρεμία, τι τρόμος, Αντρέ! Τώρα μου τηλεφωνούν, είναι οι φίλοι που ανησυχούν για τις μοναχικές νύχτες μου, είναι ο Λουίς που με προσκαλεί για περίπατο ή ο Χόρχε που μου επιφυλάσσει ένα κονσέρτο. Σχεδόν δεν τολμώ να τους πω όχι, επινοώ μακροσκελείς rabbit_5και ανεπαρκείς ιστορίες για αδιαθεσία, μεταφράσεις που έχουν μείνει πίσω, υπεκφυγές. Και όταν επιστρέφω και μπαίνω στο ασανσέρ –εκείνο το κομμάτι, μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου– τρέφω από νύχτα σε νύχτα αθεράπευτα τη φρούδα ελπίδα rabbit_2ότι δεν είναι αλήθεια.

Κάνω ό,τι μπορώ για να μη χαλάσουν τα πράγματά σου. Έχουν ροκανίσει λιγάκι τα βιβλία στο κάτω ράφι, θα τα βρεις καλυμμένα για να μην το πάρει είδηση η Σάρα. Σου άρεσε πολύ εκείνο το πορτατίφ με την πορσελάνινη φούσκα που είναι γεμάτη πεταλούδες και αρχαίους ιππότες; Μόλις που φαίνεται το κομματάκι που λείπει, όλη νύχτα το έφτιαχνα με έναν ειδικό στόκο rabbit_5που μου πούλησαν σε ένα αγγλικό κατάστημα –ξέρεις ότι τα αγγλικά καταστήματα έχουν τους καλύτερους στόκους– και τώρα κάθομαι δίπλα για να μην το ξαναφτάσει κανένα με τα πόδια του (είναι σχεδόν όμορφο να βλέπεις πόσο τους αρέσει να στέκονται στα πίσω πόδια τους, νοσταλγία για τη μακρινή ανθρώπινη φύση, ίσως μίμηση του θεού τους που βαδίζει και τα κοιτάζει σκυθρωπός· επιπλέον θα έχεις προσέξει –στην παιδική ηλικία σου, ίσως– ότι μπορείς να αφήσεις ένα κουνελάκι τιμωρία στον τοίχο, και θα μείνει εκεί, με τα πόδια ακουμπισμένα και πολύ ήσυχο ώρες ολόκληρες).rabbit_6

rabbit_4Στις πέντε το πρωί (κοιμήθηκα λίγο, ξαπλωμένος στον πράσινο καναπέ και ξυπνώντας με κάθε βελούδινη κίνηση, με κάθε κουδούνισμα) τα βάζω στην ντουλάπα και καθαρίζω. Γι’ αυτό η Σάρα τα βρίσκει όλα εντάξει, αν και μερικές φορές έχω δει μια συγκρατημένη έκπληξη, μια παύση για να κοιτάξει ένα αντικείμενο, ένα ελαφρύ ξεθώριασμα στο χαλί, και πάλι την επιθυμία να με ρωτήσει κάτι, αλλά εγώ σφυρίζω τις συμφωνικές παραλλαγές του Φρανκ, έτσι που δεν ρωτάει τίποτα. rabbit_7Για ποιο λόγο να σου διηγηθώ, Αντρέ, τις ασήμαντες αναποδιές αυτής της σιωπηλής και φυτικής χαραυγής, που περπατώ μισοκοιμισμένος μαζεύοντας υπολείμματα τριφυλλιού, σκόρπια φύλλα, λευκά χνούδια, σκοντάφτοντας στα έπιπλα, τρελαμένος από την αϋπνία, και ο Ζιντ μου που μένει πίσω, ο Τρουαγιά που δεν έχω μεταφράσει, και οι απαντήσεις σε μια δεσποινίδα μακριά που θα αναρωτιέται ήδη αν… γιατί να το συνεχίσω όλο αυτό, γιατί να συνεχίσω αυτό το γράμμα που γράφω μεταξύ τηλεφωνημάτων και συνεντεύξεων.

Αντρέ, αγαπητή Αντρέ, η παρηγοριά μου είναι ότι είναι δέκα και δεν έχει άλλα. Πριν από δεκαπέντε μέρες κρατούσα στην παλάμη του χεριού μου ένα τελευταίο κουνελάκι, έπειτα rabbit_2τίποτα, μόνο τα δέκα που είναι μαζί μου, η ημερήσια νύχτα τους και μεγαλώνουν, τη μια άσχημα και να τους βγαίνει το μακρύ τρίχωμα, την άλλη έφηβα και γεμάτα επείγουσες ανάγκες και ιδιοτροπίες, να πηδάνε στην προτομή του Αντίνοου (ο Αντίνοος δεν είναι αυτός ο νεαρός που κοιτάζει στα τυφλά;) ή να χάνονται στο σαλόνι όπου οι κινήσεις τους προκαλούν εκκωφαντικούς θορύβους, τόσο που πρέπει να τα βγάλω από ‘κεί από φόβο μην τα ακούσει η Σάρα και μου εμφανιστεί τρομοκρατημένη, ενδεχομένως με το νυχτικό –γιατί έτσι πρέπει να είναι η Σάρα, με νυχτικό– και τότε… Μόνο δέκα, σκέψου αυτή τη μικρή χαρά που έχω μέσα σε όλα αυτά, την αυξανόμενη ηρεμία με την οποία περνάω κατά την επιστροφή τα άκαμπτα ταβάνια του πρώτου και του δεύτερου ορόφου.rabbit_8

Διέκοψα αυτό το γράμμα γιατί έπρεπε να παραστώ σε μια σύσκεψη. Το συνεχίζω, εδώ στο σπίτι σου, Αντρέ, υπό ένα σιωπηλό γκρίζο φως της αυγής. rabbit_5Είναι πράγματι η επόμενη μέρα, Αντρέ; Για σένα, ένα λευκό κομμάτι στη σελίδα θα είναι το διάλειμμα, η γέφυρα που ενώνει το γράμμα μου του χθες με το γράμμα μου του σήμερα. Πρέπει να σου πω ότι σ’ αυτό το διάλειμμα όλα διαλύθηκαν, εκεί που εσύ βλέπεις την άνετη γέφυρα rabbit_7εγώ ακούω να σπάζει με ορμή το όριο του νερού, για μένα αυτή η μεριά του χαρτιού, αυτή η μεριά του γράμματός μου δεν συνεχίζει την ηρεμία με την οποία σου έγραφα όταν το άφησα για να παραστώ σε μια σύσκεψη. Στην κυβική νύχτα τους χωρίς θλίψη κοιμούνται έντεκα κουνελάκια· μπορεί τώρα κιόλας, αλλά όχι, όχι τώρα. rabbit_6Στο ασανσέρ, αργότερα, ή μπαίνοντας· δεν έχει πια σημασία πού, αν το πότε είναι τώρα, αν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε τώρα από όσα μου μένουν.

rabbit_1Φτάνει πια, αυτό το έγραψα επειδή με ενδιαφέρει να σου αποδείξω ότι δεν έφταιγα τόσο για την αναπόφευκτη καταστροφή του σπιτιού σου. Θα αφήσω εδώ αυτό το γράμμα να σε περιμένει, θα ήταν αισχρό να σου το φέρει ο ταχυδρόμος ένα ωραίο πρωί στο Παρίσι. Χθες το βράδυ γύρισα από την άλλη πλευρά τα βιβλία στο δεύτερο ράφι· έφταναν ήδη εκεί, στεκόμενα στα πίσω πόδια τους ή πηδώντας, ροκάνισαν τις ράχες για να ακονίσουν τα δόντια τους –όχι από πείνα, έχουν το τριφύλλι που τους αγοράζω και το φυλάω στα συρτάρια του γραφείου–. Έσκισαν τις κουρτίνες, τα υφάσματα στις πολυθρόνες, το γύρω γύρω στην αυτοπροσωπογραφία του Αουγκούστο Τόρες, γέμισαν χνούδια το χαλί και επίσης φώναζαν, μαζεύτηκαν σε κύκλο κάτω από το φως της λάμπας, σε κύκλο και σαν να με rabbit_4λατρεύουν και ξαφνικά φώναζαν, φώναζαν έτσι που δεν ήξερα ότι φωνάζουν τα κουνέλια.

Προσπάθησα μάταια να βγάλω τα χνούδια που καταστρέφουν το χαλί, να ισιώσω τις άκρες του σκισμένου υφάσματος, να τα ξανακλείσω στην ντουλάπα. Η μέρα προχωράει, όπου να’ ναι μπορεί να σηκωθεί η Σάρα. Είναι σχεδόν παράξενο που δεν με νοιάζει η Σάρα. rabbit_8Είναι σχεδόν παράξενο που δεν με νοιάζει που τα βλέπω να χοροπηδάνε ψάχνοντας κάτι για να παίξουν. Δεν έφταιξα τόσο πολύ, θα δεις όταν έρθεις ότι πολλές από τις ζημιές επιδιορθώθηκαν μια χαρά με τον στόκο που αγόρασα από ένα αγγλικό κατάστημα, έκανα ό,τι μπορούσα για να μη σου προκαλέσω μπελά… Όσο για μένα, από τα δέκα ως τα έντεκα υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα. Κοίταξε: τα δέκα ήταν εντάξει, με μια ντουλάπα, τριφύλλι και ελπίδα, πολλά μπορούν να γίνουν. Με τα έντεκα, όχι πια, γιατί όταν λες έντεκα είναι σίγουρα δώδεκα, Αντρέ, δώδεκα που θα γίνουν δεκατρία. Τότε έρχεται το ξημέρωμα και μια παγερή μοναξιά στην οποία χωράνε η χαρά, οι αναμνήσεις, εσύ και ίσως άλλα τόσα. rabbit_2Είναι αυτό το μπαλκόνι επάνω από τη Σουιπάτσα γεμάτο από την αυγή, τους πρώτους ήχους της πόλης. Δεν νομίζω πως θα τους είναι δύσκολο να μαζέψουν έντεκα κουνελάκια σκορπισμένα στο λιθόστρωτο, ίσως να μην τα προσέξουν καν, απασχολημένοι με το άλλο πτώμα που πρέπει να το μαζέψουν γρήγορα, προτού περάσουν οι πρώτοι μαθητές.rabbit_8


Μετάφραση από τα Ισπανικά: Λένα Κοψαχείλη


Julio_Cortazar Ο Χούλιο Κορτάσαρ γεννήθηκε στις Βρυξέλλες στις 26 Αυγούστου 1914 –ενώ τα γερμανικά στρατεύματα καταλάμβαναν την πόλη– από Αργεντινούς γονείς. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες. Το 1951 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως μεταφραστής και έζησε ως το τέλος της ζωής του, το 1984. Έγραψε ποίηση, θεατρικά, μυθιστορήματα, όπως Rayuella, (1963), Libro de Manuel (1973) κ.ά., αλλά και πλείστες συλλογές διηγημάτων, όπως El final del juego (1956), Las armas secretas (1959), Historias de cronopios y de famas (1962), Todos los fuegos el fuego (1966) κ.ά. Τα έργα του κινούνται κυρίως στον κόσμο του φανταστικού και μυστηριώδους, το οποίο πίστευε ότι «βρίσκεται μέσα σ’ εμάς τους ίδιους, σε αυτό που ονομάζεται ψυχή και που ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφία καταφέρνουν να εξηγήσουν παρά μόνο με έναν τρόπο πρωτόγονο και υποτυπώδη» (“El sentimiento de lo fantástico”, διάλεξη του Julio Cortázar). Το παραπάνω διήγημα ανήκει στη συλλογή Bestiario (1951). Στα ελληνικά κυκλοφορούν: Το κουτσό, Το βιβλίο του Μανουέλ, Όλες οι φωτιές η φωτιά, Ιστορίες των κρονόπιο και των φάμα, Οκτάεδρο, Αξολότλ και άλλα διηγήματα, Τα βραβεία, Κυνηγός, Μπρέντα Ρότσα, τόσο βίαια γλυκιά.