Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Billy Myles, Η αγάπη μου είναι


The Deep Blue Sea - Acrylic on Canvas by Edward Ohanessian


 

Η αγάπη μου, αγάπη μου, είναι βουνού πλαγιά,


τόσο ατράνταχτη, τόσο ατράνταχτη που την παλίρροια κάνει καλά.


Η αγάπη μου για σένα είναι βουνού πλαγιά,


ορθώνεται τόσο ατράνταχτη που την παλίρροια κάνει καλά,


γι’ αυτό η αγάπη μου, αγάπη μου, είναι βουνού πλαγιά.




 

Η αγάπη μου, αγάπη μου, είναι ωκεανού βουητό,


τόσο δυνατό, τόσο δυνατό που να μου φύγεις δεν μπορώ.


Η αγάπη μου για σένα είναι ωκεανού βουητό,


έχει γίνει τόσο δυνατό που να μου φύγεις δεν μπορώ,


γι’ αυτό η αγάπη μου, αγάπη μου, είναι ωκεανού βουητό.




 

Η αγάπη μου πιο πολύ απ’ το για πάντα θα κρατά


και τελειωμό δεν έχει όπως του χρόνου οι νόμοι.


Ίσαμ’ ενενήντα εννέα χρόνια κι από το ποτέ μετά


μες στην καρδιά μου θα ’σαι κομμάτι μου ακόμη.




 

Γιατί, αγάπη μου,


η αγάπη μου είναι θάλασσα γαλάζια και βαθιά,


τόσο βαθιά, τόσο βαθιά που δεν θα λευτερωθώ ποτέ ξανά.


Η αγάπη μου για σένα είναι θάλασσα γαλάζια και βαθιά,


έχει γίνει τόσο δυνατή που δεν θα λευτερωθώ ποτέ ξανά


και γι’ αυτό η αγάπη μου, αγάπη μου, είναι θάλασσα γαλάζια και βαθιά.




 

Ω, η αγάπη μου, αγάπη μου, η αγάπη μου, αγάπη μου, είναι θάλασσα γαλάζια και βαθιά.




 

 

Μετάφραση από τα Αγγλικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

 

 

 

 

Πρώτη εκτέλεση:  Little Willie John

 


 

Την ανάρτηση κοσμεί το έργο του Edward Ohanessian "The Deep Blue Sea", Acrylic on Canvas, 120 cm X 120 cm.

Tennessee Williams, Το τραμ με το όνομα «ΠΟΘΟΣ»

1310237_PR_Desire_Marmarinos_3_2

[…]

ΜΠΛΑΝΣ: Το ξέρω, Στέλλα—θα με κατακρίνεις, δεν υπάρχει περίπτωση, σίγουρα θα με κατακρίνεις—αλλά πριν το κάνεις—λάβε υπόψη σου κάτι—εσύ ήσουν αυτή που έφυγε! Εγώ έμεινα πίσω και πολέμησα! Ήρθες στη Νέα Ορλεάνη και φρόντισες το μέλλον σου! Εγώ έμεινα στο Μπελ Ρεβ και έκανα ό,τι μπορούσα για να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη! Δεν το λέω τώρα για να κατακρίνω εσένα, αλλά όλα τα βάρη έπεσαν πάνω στους δικούς μου ώμους.

ΣΤΕΛΛΑ: Τι άλλο να έκανα, Μπλανς; Έπρεπε να φτιάξω τη ζωή μου. [Η Μπλανς αρχίζει να τρέμει πάλι από την ένταση.]

ΜΠΛΑΝΣ: Ναι, ξέρω, ξέρω, πώς δεν ξέρω. Εσύ είσαι όμως αυτή που εγκατέλειψε το Μπελ Ρεβ, όχι εγώ! Εγώ έμεινα και πάλεψα γι’ αυτό, πληγώθηκα, έδωσα το αίμα μου, κόντεψα να αφήσω την τελευταία μου πνοή για το Μπελ Ρεβ!

ΣΤΕΛΛΑ: Να λείπουν οι εκρήξεις υστερίας. Γιατί δε μου λες τι έγινε; Τι εννοείς πάλεψες και πληγώθηκες; Τι ακριβώς—

ΜΠΛΑΝΣ: Την ξέρω πολύ καλά αυτή τη συμπεριφορά! Λες και δεν το ‘ξερα πώς θα το ‘παιρνες έτσι ακριβώς!

ΣΤΕΛΛΑ: Θα το ‘παιρνα—ποιο;—πες μου σε παρακαλώ!

ΜΠΛΑΝΣ  [αργά]: Την απώλεια—την απώλεια...

ΣΤΕΛΛΑ: Τι έγινε; Το Μπελ Ρεβ; Χάσαμε το Μπελ Ρεβ; Όχι!

ΜΠΛΑΝΣ: Ναι, Στέλλα.

[Τα βλέμματα τους παγώνουν, η μία πάνω στην άλλη, κι ανάμεσά τους ο κίτρινος καρώ μουσαμάς του τραπεζιού. Η Μπλανς συγκατανεύει κουνώντας αργά το κεφάλι, ενώ η Στέλλα χαμηλώνει το βλέμμα προς τα χέρια της που είναι σταυρωμένα πάνω στο τραπέζι. Η μουσική του «τζαζ πιάνου» δυναμώνει. Η Μπλανς ακουμπάει το μέτωπο της με το μαντήλι.]

ΣΤΕΛΛΑ: Μα πώς χάθηκε; Τι συνέβη;

ΜΠΛΑΝΣ [πετάγεται σαν ελατήριο]: Καλή είσαι κι εσύ να με ρωτάς εμένα πώς χάθηκε!

ΣΤΕΛΛΑ: Μπλανς!

ΜΠΛΑΝΣ: Καλή είσαι κι εσύ να κάθεσαι και να με κατηγορείς ότι φταίω εγώ!

ΣΤΕΛΛΑ: Μπλανς!

ΜΠΛΑΝΣ: Εγώ, εγώ, εγώ που έβαλα μπροστά το πρόσωπο μου, το σώμα μου και δέχτηκα όλα τα χτυπήματα! Όλους αυτούς τους θανάτους! Η μεγάλη παρέλαση για το νεκροταφείο! Ο πατέρας, η μητέρα! Η Μάργκαρετ, με αυτόν τον απαίσιο τρόπο! Να πρηστεί τόσο, δε χωρούσε να μπει σε φέρετρο! Και να πρέπει να την κάψουν στο τέλος, σα να ΄τανε κανένα σκουπίδι! Εσύ, Στέλλα, ερχόσουν σπίτι μόνο για να παρευρίσκεσαι στις κηδείες. Οι κηδείες είναι όμορφο πράγμα. Όχι σαν τους θανάτους—καμία σχέση. Οι κηδείες είναι ήσυχες, οι θάνατοι όμως—δεν είναι πάντα έτσι. Άλλες φορές η ανάσα τούς γδέρνει το λαρύγγι, άλλες φορές κροταλίζει μέσα τους, και είναι φορές που μέχρι πετάγονται και σ’ ουρλιάζουν: «κράτα με, μη με αφήνεις να φύγω!» Μέχρι και οι γέροι το λένε πολλές φορές: «Μη με αφήνεις!» Λες και έχεις εσύ τη δύναμη να τους εμποδίσεις! Οι κηδείες όμως είναι ήσυχες, με ωραία λουλούδια. Ααα, και να μη μιλήσω για εκείνα τα υπέροχα κουτιά που τους αμπαλάρουν μέσα! Κι όμως αν δεν είσαι εκεί, πάνω στο κρεβάτι τους τη στιγμή που ουρλιάζουν: «Κράτα με!» δεν μπορείς να υποψιαστείς τι πόλεμο κάνουν για να πάρουν μία ανάσα, το αίμα. Εσύ ούτε στους εφιάλτες σου δεν τα ΄χεις δει, αυτά εγώ όμως τα είχα μπροστά στα μάτια μου! Στα μάτια μου! Στα μάτια! Και τώρα κάθεσαι εκεί και με το βλέμμα σου μου λες πως άφησα τον τόπο να χαθεί! Πού στην κόλαση νομίζεις ότι βρέθηκαν όλα αυτά τα λεφτά για να εξοφληθούν τόσες αρρώστιες, τόσοι θάνατοι; Ο θάνατος είναι είδος πολυτελείας, δεσποινίς Στέλλα! Και της εξαδέλφης μας της Τζέσι αμέσως μετά της Μάργκαρετ, εκεί να έβλεπες! Τι να πω, ούτε να είχε κατασκηνώσει στο κατώφλι μας ο Χάρων!... Στέλλα. Είχε στήσει το στρατηγείο του στο Μπελ Ρεβ! Αγάπη—έτσι ακριβώς μου γλίστρησε μέσα από τα χέρια! Μήπως μας άφησε κανείς τους περιουσία; Ή έστω ένα σεντ ασφάλεια; Μόνο η καημένη η Τζέσι—εκατό δολάρια για το φέρετρό της. Αυτό, Στέλλα! Τίποτα άλλο! Κι εγώ με τον οικτρό μισθό της δασκάλας. Ναι, έτσι, ωραία είναι να με κατηγορείς! Γιατί όχι; Μια χαρά κάθεσαι εκεί και με κοιτάς και σκέφτεσαι πως άφησα το σπίτι να χαθεί! Εγώ άφησα το σπίτι να χαθεί; Εσύ πού ήσουν! Στο κρεβάτι με τον—πολωνέζο σου!

ΣΤΕΛΛΑ [πετάγεται]: Μπλανς! Mην κουνιέσαι! Φτάνει! [Κάνει να φύγει.]

ΜΠΛΑΝΣ: Πού πας;

ΣΤΕΛΛΑ: Στο μπάνιο να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου.

ΜΠΛΑΝΣ: Αχ, Στέλλα μου, Στέλλα, εσύ κλαις!

ΣΤΕΛΛΑ: Και τι; Απορείς;

ΜΠΛΑΝΣ: Συγνώμη—εγώ δεν ήθελα να—

[Ήχος από αντρικές φωνές. Η Στέλλα μπαίνει στο μπάνιο, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Όταν εμφανίζονται στον δρόμο οι άντρες και η Μπλανς συνειδητοποιεί πως πρέπει να είναι ο Στάνλεϊ που επιστρέφει, κινείται αβέβαια από την πόρτα του μπάνιου προς το μπουντουάρ, κοιτώντας αγχωμένα την είσοδο. Μπαίνει ο Στάνλεϊ και από πίσω του ο Στηβ και ο Μιτς.]

[…]



Μετάφραση από τα Αγγλικά: Αντώνης Γαλέος



Το παραπάνω απόσπασμα από το θεατρικό έργο Το τραμ με το όνομα «Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς είναι από τη νέα μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, για την παράσταση του έργου σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού που παίζεται από τις 2 Φεβρουαρίου έως την 1η Απριλίου 2018 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Στο σημείωμα του σκηνοθέτη διαβάζουμε: “Ας δούμε τι πραγματικά μπορεί να συμβεί όταν αυτά τα αλύτρωτα πρόσωπα από το θρυλικό «tram named «desire»», το θρυλικό τραμ με την ονομασία «Πόθος», συναντηθούν με κάποια άλλα αλύτρωτα, πιο κοντινά μας, ηθοποιούς αυτή τη φορά, σε μια εξίσου σκληρή εποχή κατάρρευσης πρώην ονείρων, σε κάποιαν άλλη γειτονιά που κι αυτή ξέρει από ισορροπίες που αναπτύσσονται δύσκολες κοντά στα νερά - είτε πρόκειται για λιμάνι, είτε πρόκειται για ένα ποτάμι μυθικό που γέννησε απ’ τα νερά τον πόνο και τα οριστικά τραγούδια των νέγρων”.


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Σκηνικά- Κοστούμια: Εύα Νάθενα  
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Διεύθυνση Παραγωγής: Ρένα Ανδρεαδάκη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Ηλιάνα Καλαδάμη, Μαριλένα Κατρανίδου

Παίζουν: Μαρία Ναυπλιώτου, Χάρης Φραγκούλης, Θεοδώρα Τζήμου, Άγγελος Τριανταφύλλου, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αdrian Frieling


Miranda July, Το κοινόχρηστο αίθριο

 

Μετράει, ακόμα κι αν έγινε ενώ ήταν αναίσθητος. Μετράει διπλά γιατί το μυαλό συχνά κάνει λάθη, ερωτεύεται τον λάθος άνθρωπο. Αλλά κάτω εκεί, στο πηγάδι, που δεν υπάρχει φως, μόνο νερό ηλικίας χιλιάδων χρόνων, ένας άνδρας δεν έχει λόγο να κάνει λάθη. Ο Θεός λέει κάν’ το και το κάνεις. Αγάπησέ την, και αυτό είναι. Είναι ο γείτονάς μου. Είναι Κορεάτικης καταγωγής. Το όνομά του είναι Βίνσεντ Τσανγκ. Δεν ξέρει μεθόδους αυτοάμυνας. Όταν λες τη λέξη «Κορεάτης» ορισμένοι άνθρωποι αμέσως σκέφτονται τον καθηγητή αυτοάμυνας του Τσάκι Τσαν, τον μεγάλο δάσκαλο Κιμ Τζιν Παλ. Εγώ σκέφτομαι τον Βίνσεντ.

 

Ποιο είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που σας συνέβη ποτέ; Έχει να κάνει με αυτοκίνητο; Ήταν σε σκάφος; Το έκανε κάποιο ζώο; Αν απαντήσατε ναι σε κάποια από αυτές τις ερωτήσεις, δεν εκπλήσσομαι. Τα τρακαρίσματα, τα ναυάγια και τα ζώα είναι πολύ τρομακτικά πράγματα. Γιατί δεν κάνετε τη χάρη στον εαυτό σας να κρατηθείτε μακριά τους;

 

Ο Βίνσεντ έχει μια σύζυγο που τη λένε Έλενα. Είναι Ελληνίδα με ξανθά μαλλιά. Βαμμένα. Είχα σκοπό να είμαι ευγενική και να μην αναφέρω ότι είναι βαμμένα, αλλά πραγματικά δεν νομίζω ότι τη νοιάζει ποιος το ξέρει και ποιος όχι. Βασικά νομίζω ότι το στυλ βαμμένο με τις ρίζες να φαίνονται ήταν ο αρχικός της στόχος. Φαντάσου να ήμασταν κολλητές. Φαντάσου, ας πούμε, να δανειζόμουν ένα ρούχο της και μετά να μου έλεγε: Σου πάει καλύτερα, κράτα το. Φαντάσου να με έπαιρνε τηλέφωνο κλαίγοντας και να έπρεπε να πάω από κει, να την παρηγορήσω στην κουζίνα, και να προσπαθούσε ο Βίνσεντ να μπει μέσα κι εμείς να του λέγαμε: Μην ανακατεύεσαι, αυτά είναι γυναικεία θέματα! Είχα δει κάτι τέτοιο να συμβαίνει στην τηλεόραση. Δύο γυναίκες μιλούσαν για κάτι κλεμμένα εσώρουχα και ένας άνδρας μπήκε μέσα και του είπαν: Μην ανακατεύεσαι, αυτά είναι γυναικεία θέματα! Ένας λόγος που εγώ και η Έλενα δεν θα γίνουμε ποτέ κολλητές είναι το ότι εγώ έχω σχεδόν το μισό της ύψος. Οι άνθρωποι τείνουν να συναναστρέφονται ανθρώπους του ίδιου ύψους, γιατί είναι πιο ξεκούραστο για τον αυχένα τους. Εκτός αν πρόκειται για ερωτική σχέση. Σ΄ αυτή την περίπτωση η διαφορά θεωρείται σέξυ. Σημαίνει: είμαι διατεθειμένος να φτάσω πολύ ψηλά για σένα, ή να πέσω πολύ χαμηλά.

 

Αν είσαι λυπημένος, ρώτα τον εαυτό σου γιατί. Μετά τηλεφώνησε σε κάποιον, και πες την απάντηση. Αν δεν γνωρίζεις κανέναν, πάρε τις πληροφορίες και πες το στον υπάλληλο ή την υπάλληλο που θα το σηκώσει. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι οι υπάλληλοι στις πληροφορίες είναι υποχρεωμένοι να σε ακούσουν, έτσι λέει ο νόμος. Επίσης, ο ταχυδρόμος δεν επιτρέπεται να μπει στο σπίτι σου, αλλά μπορείς να του μιλήσεις ενώ βρίσκεστε σε δημόσιο χώρο έως και για τέσσερα λεπτά ή μέχρι να θελήσει να φύγει, όποιο συμβεί πρώτο.

 

Ο Βίνσεντ ήταν στο κοινόχρηστο αίθριο. Θα σας πω γι΄ αυτό το αίθριο. Είναι κοινόχρηστο. Όταν μετακόμισα, ο σπιτονοικοκύρης μού είπε ότι το αίθριο είναι κοινό και για το κάτω και για το πάνω διαμέρισμα. Εγώ είμαι στο πάνω. Μου είπε: Μην ντρέπεσαι να το χρησιμοποιείς, στο κάτω κάτω το ίδιο νοίκι μ’ αυτούς πληρώνεις. Αυτό που σίγουρα δεν ξέρω είναι αν το είχε πει στον Βίνσεντ και στην Έλενα ότι είναι κοινόχρηστο το αίθριο. Προσπάθησα να επισημάνω και τη δική μου ιδιοκτησία αφήνοντας πότε πότε κάτι δικό μου εκεί, όπως τα παπούτσια μου, ή μια άλλη φορά ένα πασχαλινό διακοσμητικό αυγό. Επίσης προσπαθώ να περνώ τον ίδιο ακριβώς χρόνο στο αίθριο όσο κι εκείνοι. Έτσι ξέρω ότι ο καθένας παίρνει αυτό που πληρώνει. Κάθε φορά που τους βλέπω εκεί έξω, κάνω ένα σημαδάκι στο ημερολόγιό μου. Την επόμενη φορά που το αίθριο είναι άδειο, πάω και κάθομαι εγώ εκεί. Και τότε σβήνω το σημάδι. Μερικές φορές μένω πίσω και έτσι στο τέλος του μήνα χρειάζεται να κάθομαι πολλές ώρες για να αναπληρώσω.

 

Ο Βίνσεντ ήταν στο κοινόχρηστο αίθριο. Θα σας πω για τον Βίνσεντ. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του Νέου Άνδρα. Ίσως να έχετε διαβάσει το άρθρο για τον Νέο Άνδρα στο Cosmopolitan του περασμένου μήνα. Ο Νέος Άνδρας είναι σε επαφή με τα συναισθήματά του περισσότερο και από τις γυναίκες, και ο Νέος Άνδρας κλαίει. Ο Νέος Άνδρας θέλει να κάνει παιδιά, λαχταρά να γεννήσει, γι’ αυτό μερικές φορές όταν κλαίει είναι γιατί ακριβώς δεν μπορεί: δεν υπάρχει δίοδος για το μωρό. Ο Νέος Άνδρας μόνο δίνει και δίνει και δίνει. Έτσι είναι και ο Βίνσεντ. Μια φορά τον είδα να κάνει μασάζ στην Έλενα στο κοινόχρηστο αίθριο. Πράγμα κάπως ειρωνικό γιατί ο Βίνσεντ είναι αυτός που χρειάζεται μασάζ. Πάσχει από μια ελαφρά μορφή επιληψίας. Ο σπιτονοικοκύρης μού το είπε όταν μετακόμισα, έτσι προληπτικά. Ο Νέος Άνδρας είναι κάπως ευάλωτος και επίσης ο Βίνσεντ είναι καλλιτεχνικός διευθυντής, που είναι πολύ χαρακτηριστικό επάγγελμα Νέου Άνδρα. Μου το είπε αυτό μια μέρα που βγαίναμε ταυτόχρονα από το κτίριο. Είναι καλλιτεχνικός διευθυντής ενός περιοδικού με το όνομα Ρίσκο. Αυτή είναι μια ασυνήθιστη σύμπτωση, γιατί εγώ είμαι υπεύθυνη σε ένα τυπογραφείο και καμιά φορά τυπώνουμε περιοδικά, δεν τυπώνουμε το Ρίσκο, αλλά ένα περιοδικό με παρόμοιο όνομα, το Θετικό. Βασικά είναι περισσότερο κάτι σαν φυλλάδιο, και είναι για ανθρώπους που είναι θετικοί. Στον ιό του Έιτζ.

 

Είσαι θυμωμένος; Χτύπα ένα μαξιλάρι. Ήταν ικανοποιητικό; Ούτε κατά διάνοια. Στις μέρες μας οι άνθρωποι είναι πολύ θυμωμένοι για να μείνουν στο χτύπημα. Αυτό που θα μπορούσες να δοκιμάσεις είναι το μαχαίρωμα. Πάρε ένα παλιό μαξιλάρι και ρίξ’ το στο γκαζόν. Μαχαίρωσέ το με ένα μεγάλο μυτερό μαχαίρι. Ξανά και ξανά και ξανά. Μαχαίρωσέ το τόσο δυνατά, που η μύτη του μαχαιριού να καρφώθεί στο έδαφος. Μαχαίρωσέ το μέχρι να εξαφανιστεί και εσύ να έχεις μείνει να μαχαιρώνεις τη γη ξανά και ξανά, σαν να θέλεις να τη σκοτώσεις που γυρίζει, σαν να θέλεις να πάρεις εκδίκηση που είσαι αναγκασμένος να ζεις πάνω σε αυτόν τον πλανήτη κάθε μέρα, μόνος.

 

Ο Βίνσεντ ήταν στο κοινόχρηστο αίθριο. Είχα μείνει πολύ πίσω στη χρήση του αιθρίου και με άγχωσε λίγο που τον είδα εκεί. Και τότε μου ήρθε η ιδέα. Μπορούσα να καθίσω μαζί του. Φόρεσα μια βερμούδα, γυαλιά ηλίου και αντηλιακό. Παρόλο που ήταν Οκτώβρης αισθανόμουν πολύ καλοκαιρινή, είχα ένα πολύ καλοκαιρινό σκηνικό στο μυαλό μου. Στην πραγματικότητα όμως φυσούσε και αναγκάστηκα να γυρίσω να πάρω ένα φούτερ. Μερικά λεπτά αργότερα γύρισα να πάρω και παντελόνι. Τελικά κάθισα σε μια καρέκλα δίπλα στον Βίνσεντ στο κοινόχρηστο αίθριο και παρατηρούσα το αντηλιακό να λεκιάζει το ύφασμα του παντελονιού μου. Είπε ότι πάντα του άρεσε η μυρωδιά του αντηλιακού. Αυτός ήταν ένας πολύ κομψός τρόπος να δείξει ότι αντιλαμβάνεται την κατάστασή μου. Ένας άνδρας με χάρη, αυτός είναι ο Νέος Άνδρας. Τον ρώτησα πώς πάνε τα πράγματα στο Ρίσκο και μου είπε μια αστεία ιστορία για ένα τυπογραφικό. Επειδή είμαστε στην ίδια δουλειά, δεν χρειάστηκε να μου εξηγήσει ότι όταν εμείς λέμε «τυπογραφικό» εννοούμε «τυπογραφικό λάθος». Εάν είχε έρθει έξω και η Έλενα θα έπρεπε να σταματήσουμε να μιλάμε την αργκό των τυπογραφείων, ώστε να μπορεί να μας καταλαβαίνει, αλλά δεν ήρθε έξω γιατί ήταν ακόμα στη δουλειά. Είναι βοηθός παθολόγου, πράγμα που μπορεί απλά να σημαίνει νοσοκόμα, ή και όχι.

 

Έκανα στον Βίνσεντ περισσότερες ερωτήσεις και οι απαντήσεις του γίνονταν όλο και πιο μακροσκελείς, μέχρι που μπήκε σε αυτόματο πιλότο και δεν χρειαζόταν να ρωτάω πια, απλώς ρητόρευε. Ήταν εντελώς απροσδόκητο, σαν να βρίσκεσαι ξαφνικά στη δουλειά το Σαββατοκύριακο. Τι έκανα εκεί; Πού ήταν οι δικές μου Διακοπές στη Ρώμη; Ο δικός μου Αμερικανός στο Παρίσι; Αυτό ήταν μια από τα ίδια, ένας Αμερικανός στην Αμερική. Τελικά σταμάτησε και κοίταξε με μισόκλειστα μάτια τον ουρανό κι εγώ υπέθεσα ότι κατασκεύαζε στο μυαλό του την τέλεια ερώτηση για μένα, μια φανταστική ερώτηση της οποίας θα έπρεπε να φανώ αντάξια, αντλώντας όλες μου τις γνώσεις για τον εαυτό μου, τη μυθολογία και αυτή τη μαύρη γη. Αλλά έκανε μια παύση μόνο και μόνο για να δώσει έμφαση σε αυτό που έλεγε, ότι το σχέδιο του εξωφύλλου δεν ήταν δικό του λάθος, και μετά επιτέλους με ρώτησε κάτι: με ρώτησε, αν νόμιζα ότι ήταν δικό του το λάθος, ξέρεις, με βάση όλα αυτά που μου είχε μόλις πει. Κοίταξα τον ουρανό για να δω πώς θα ένιωθα. Υποκρίθηκα ότι έκανα μια παύση προτού του πω για το κρυφό αίσθημα χαράς που κρύβω στα στήθη μου, περιμένοντας, περιμένοντας, περιμένοντας κάποιον να προσέξει ότι σηκώνομαι κάθε πρωί χωρίς να έχω φαινομενικά καμιά προσδοκία από τη ζωή, αλλά παρ’ όλα αυτά σηκώνομαι, μόνο και μόνο επειδή έχω αυτή την κρυφή χαρά στα στήθη μου, την αγάπη του Θεού.

 

Χαμήλωσα τα μάτια μου από τον ουρανό κοίταξα τα δικά του και είπα, δεν φταις εσύ. Τον συγχώρεσα για το εξώφυλλο και για όλα τα άλλα. Που δεν ήταν ακόμα ο Νέος Άνδρας. Μετά βυθιστήκαμε στη σιωπή. Δεν μου έκανε άλλες ερωτήσεις. Ένιωθα ακόμα χαρούμενη που καθόμουν εκεί δίπλα του, αλλά αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο επειδή έχω πολύ, πολύ χαμηλές προσδοκίες από τους περισσότερους ανθρώπους, κι εκείνος μόλις είχε γίνει ένας από αυτούς, τους περισσότερους ανθρώπους.

 

Τότε έγειρε μπροστά. Με μια απότομη κίνηση έσκυψε μπροστά σε μια στάση απάνθρωπη για το σώμα του κι έμεινε εκεί. Δεν θύμιζε ούτε τους περισσότερους ανθρώπους ούτε τον Νέο Άνδρα. Ήταν μάλλον κάτι που θα έκανε ένας μεγάλος άνδρας, ένας μεγάλος σε ηλικία άνδρας. Είπα Βίνσεντ, Βίνσεντ. Φώναξα Βίνσεντ Τσανγκ! Αλλά εκείνος έμενε σκυμμένος μπροστά, αμίλητος, με το στήθος σχεδόν στα γόνατα. Γονάτισα μπροστά του και κοίταξα ίσια στα μάτια του. Και τότε σκέφτηκα ότι το Cosmopolitan ίσως και να έκανε λάθος. Ίσως να μην υπάρχει Νέος Άνδρας. Ίσως υπάρχουν μόνο οι ζωντανοί και οι νεκροί και αυτοί που είναι ζωντανοί δικαιούνται ο ένας τον άλλο και είναι ίσοι ο ένας με τον άλλο. Έσπρωξα τους ώμους του πίσω, για να ακουμπήσει η πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας. Τράβηξα τα μαλλιά του από το πρόσωπό του. Έβαλα το χέρι μου κάτω από τη μύτη του και αισθάνθηκα απαλές, ρυθμικές αναπνοές. Πίεσα τα χείλη μου στο αυτί του και ψιθύρισα πάλι. Δε φταις εσύ. Ίσως αυτό να ήταν το μόνο που πραγματικά ήθελα να πω σε κάποιον και να ακούσω από κάποιον.

 

Τράβηξα την καρέκλα μου και έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο του. Και παρόλο που ήμουν αληθινά φοβισμένη από αυτήν την κρίση επιληψίας, κοιμήθηκα. Γιατί έκανα κάτι τόσο επικίνδυνο και ανάρμοστο; Θα ήθελα να πιστεύω ότι δεν ήταν επιλογή μου, ότι μου επιβλήθηκε. Κοιμήθηκα και ονειρεύτηκα ότι ο Βίνσεντ περνούσε αργά τα χέρια του μέσα από το πουκάμισό μου καθώς φιλιόμασταν. Καταλάβαινα ότι τα στήθη μου ήταν μικρά από τον τρόπο που είχαν κυρτώσει οι παλάμες του. Τα μεγαλύτερα στήθη θα χρειάζονταν μια λιγότερο οξεία γωνία. Τα κρατούσε σαν να τα ποθούσε από καιρό και ξαφνικά είδα τα πράγματα όπως ήταν στ΄ αλήθεια. Με αγαπούσε. Καιγόταν για μένα. Αυτή η περίπλοκη, φλογερή ύπαρξη ήταν δική μου. Κράτησα το καυτό του πρόσωπο και έκανα τη δύσκολη ερώτηση.

 

- Τι θα γίνει με την Έλενα;

- Όλα θα πάνε καλά, γιατί εργάζεται στον ιατρικό τομέα. Είναι αναγκασμένοι να κάνουν ό,τι είναι καλό για την υγεία.

- Σωστά, ο όρκος του Ιπποκράτη.

- Θα στεναχωρηθεί, αλλά δεν θα μας δημιουργήσει προβλήματα, λόγω του όρκου.

- Θα φέρεις τα πράγματά σου στο διαμέρισμά μου;

- Όχι. Πρέπει να συνεχίσω να ζω με την Έλενα λόγω των δικών μας όρκων.

- Των δικών σας όρκων; Και ο Ιπποκράτης;

- Όλα θα πάνε καλά. Όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτό που έχουμε εμείς.

- Την αγάπησες ποτέ πραγματικά;

- Όχι πραγματικά, όχι.

- Εμένα όμως;

- Ναι.

- Παρόλο που δεν είμαι σέξυ;

- Τι είναι αυτά που λες, τέλειο μου πλάσμα;

- Το βλέπεις ότι είμαι τέλεια;

- Φαίνεται σε ό,τι κι αν κάνεις. Σε χαζεύω όταν κρεμάς τον ποπό σου μέσα στη μπανιέρα για να πλυθείς πριν πας στο κρεβάτι.

- Με έχεις δει να το κάνω;

- Κάθε βράδυ.

- Προληπτικά το κάνω.

- Το ξέρω. Αλλά κανείς δεν θα μπει μέσα σου όταν κοιμάσαι.

- Πώς μπορείς να μου το υποσχεθείς αυτό;

- Αφού σε παρακολουθώ.

- Νόμιζα ότι θα έπρεπε να πεθάνω για να το δω αυτό.

- Από ’δω και στο εξής είμαι δικός σου.

- Ό,τι κι αν γίνει; Ακόμα κι όταν είσαι με την Έλενα και εγώ είμαι απλώς η κοντή από πάνω, ακόμα και τότε θα είμαι δική σου;

- Ναι, θα είναι το μυστικό μας, ακόμα κι αν δεν το ξανασυζητήσουμε ποτέ.

- Δεν το πιστεύω ότι συμβαίνει πραγματικά.

 

Και μετά ήταν εκεί η Έλενα και μας ταρακουνούσε και τους δυο. Αλλά ο Βίνσεντ συνέχιζε να κοιμάται και αναρωτήθηκα αν ήταν νεκρός, κι αν όντως ήταν, αυτά που μου είπε στο όνειρο τα είπε πριν ή αφού πεθάνει, και ποιο από τα δύο θα ήταν πιο αυθεντικό. Επίσης ήμουν εγκληματίας; Θα με συλλάμβαναν για αμέλεια; Ήμουν έτοιμη να ξαναβυθιστώ στο όνειρο όταν η Έλενα φώναξε: Πότε άρχισε η κρίση; Και γιατί, στον πούτσο, κοιμόσουν; Αλλά κοιτούσε τα ζωτικά του σημεία με άκρατο επαγγελματισμό και την επόμενη φορά που με κοίταξε ήξερα ότι δεν θα χρειαζόταν να απαντήσω καμιά από αυτές τις ερωτήσεις, γιατί είχα γίνει με κάποιο τρόπο η βοηθός της, η βοηθός της βοηθού παθολόγου. Μου είπε να τρέξω μέσα στο διαμέρισμα και να της φέρω μια πλαστική τσάντα που θα ήταν πάνω στο ψυγείο. Έτρεξα μέσα ανακουφισμένη κι έκλεισα την πόρτα.

 

Το διαμέρισμά τους ήταν πολύ ήσυχο. Περπάτησα στις μύτες των ποδιών μου διασχίζοντας την κουζίνα και κόλλησα το πρόσωπό μου στο ψυγείο εισπνέοντας όλες τις περίπλοκες μυρωδιές της ζωής τους. Είχαν φωτογραφίες παιδιών κολλημένες στο ψυγείο τους. Είχαν φίλους και οι φίλοι αυτοί είχαν φέρει στη ζωή τους άλλους φίλους. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κρυφοκοιτάξει κάτι τόσο προσωπικό, όσο οι φωτογραφίες αυτών των παιδιών. Ήθελα να απλώσω το χέρι μου και να πιάσω την πλαστική τσάντα που ήταν επάνω στο ψυγείο, αλλά από την άλλη ήθελα να κοιτάξω κι εκείνα τα παιδιά ένα ένα. Το ένα λεγόταν Τρέβορ και είχε πάρτι γενεθλίων αυτό το Σάββατο. Ελάτε! έλεγε η πρόσκληση. Θα περάσουμε τέλεια στον Θαλασσόκοσμο!

 

Θα περάσουμε τέλεια στον Θαλασσόκοσμο! και είχε τη φωτογραφία μιας φάλαινας. Ήταν μια αληθινή φάλαινα, μια φωτογραφία μιας αληθινής φάλαινας. Κοίταξα μέσα στο μικροσκοπικό σοφό μάτι της και αναρωτήθηκα πού να είναι τώρα αυτό το μάτι. Ήταν ζωντανό και κολυμπούσε, είχε πεθάνει ή πέθαινε τώρα, αυτό ακριβώς το δευτερόλεπτο; Όταν μια φάλαινα πεθαίνει, βυθίζεται αργά αργά στον ωκεανό, μια μέρα κρατάει αυτό. Όλα τα άλλα ψάρια τη βλέπουν να βυθίζεται σαν ένα γιγαντιαίο άγαλμα, σαν ένα κτίριο, αλλά αργά αργά. Επικεντρώθηκα ξανά στο μάτι. Προσπάθησα να βυθιστώ μέσα του, μέσα στην αληθινή φάλαινα, στη φάλαινα που πέθαινε, και ψιθύρισα: Δεν φταις εσύ. Η Έλενα μπήκε με θόρυβο από την πίσω πόρτα. Για λίγα δευτερόλεπτα πίεσε τα στήθη της στην πλάτη μου καθώς τεντώθηκε πάνω μου για να φτάσει μια πλαστική σακούλα, και μετά έτρεξε πάλι έξω. Γύρισα και την παρατηρούσα από το παράθυρο. Έκανε στον Βίνσεντ μια ένεση. Εκείνος ξυπνούσε. Εκείνη τον φιλούσε κι εκείνος έτριβε το σβέρκο του. Αναρωτιόμουν τι να θυμόταν. Εκείνη καθόταν στην αγκαλιά του τώρα και είχε τα χέρια της τυλιγμένα γύρω απ’ το λαιμό του. Δεν σήκωσαν τα κεφάλια τους να με κοιτάξουν όταν πέρασα από δίπλα τους.

 

Το ενδιαφέρον με το Θετικό είναι ότι ποτέ δεν αναφέρεται στο Έιτζ. Αν δεν υπήρχαν οι διαφημίσεις των φαρμάκων – Retrovir, Sustiva, Viramune – θα υπέθετες ότι πρόκειται για ένα περιοδικό που είναι αφιερωμένο στον θετικό τρόπο σκέψης, στην αισιοδοξία. Γι’ αυτό τον λόγο είναι το αγαπημένο μου περιοδικό. Όλα τα άλλα είναι φτιαγμένα για να σε ρίχνουν ψυχολογικά, αλλά οι εκδότες στο Θετικό καταλαβαίνουν ότι η ζωή σε έχει ήδη ρίξει ξανά και ξανά, και δεν χρειάζεται να αποτύχεις και σε ένα κουίζ με τίτλο «Είσαι σέξυ ή έτσι κι έτσι;» Το Θετικό δημοσιεύει λίστες με συμβουλές για να νιώσεις καλύτερα, σαν να είναι μυστικά της κουζίνας σε περιοδικό μαγειρικής. Φαίνονται εύκολες να τις γράψεις, αλλά αυτή είναι η ψευδαίσθηση κάθε καλής συμβουλής. Η κοινή λογική και η αλήθεια πρέπει να δίνουν την αίσθηση του ανυπόγραφου, σαν να έχουν γραφτεί από μόνες τους. Βασικά είναι πολύ δύσκολο να γράψεις κάτι που θα κάνει έναν άνθρωπο που πάσχει από ανίατη ασθένεια να νιώσει καλύτερα. Και το Θετικό έχει κανόνες, δεν μπορείς να ξεσηκώσεις έτσι απλά τις συμβουλές από τη Βίβλο ή από ένα βιβλίο για το Ζεν. Θέλουν αυθεντικό υλικό. Μέχρι στιγμής καμιά από τις καταχωρήσεις μου δεν έχει γίνει δεκτή, αλλά νομίζω ότι είμαι πολύ κοντά.

 

Έχεις αμφιβολίες για τη ζωή; Αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο; Κοίτα τον ουρανό: είναι για σένα. Κοίτα το πρόσωπο κάθε ανθρώπου που συναντάς στο δρόμο: αυτά τα πρόσωπα είναι για σένα. Και ο ίδιος ο δρόμος και το έδαφος από κάτω του και η πύρινη σφαίρα κάτω από το έδαφος: όλα αυτά είναι για σένα. Είναι τόσο για σένα όσο και για τους άλλους ανθρώπους. Να το θυμάσαι αυτό το πρωί που ξυπνάς και νομίζεις ότι δεν έχεις τίποτα. Στάσου όρθιος και κοίτα την ανατολή. Τώρα δόξασε τον ουρανό και δόξασε το φως που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο κάτω από αυτό τον ουρανό. Δεν πειράζει αν αμφιβάλλεις. Αλλά δόξασε, δόξασε, δόξασε.


Μετάφραση από τα Αγγλικά: Στέφανος Ντρέκος




Το διήγημα «Το κοινόχρηστο αίθριο» της Αμερικανίδας Miranda July (γεν. 1974) είναι από τη συλλογή διηγημάτων No one belongs here more than you και είναι ένα από τα διηγήματα που συμπεριλήφθησαν στην παράσταση Κανείς δεν ανήκει εδώ περισσότερο από σένα της θεατρικής ομάδας Phantom Pain. Δείτε κάποια αποσπάσματα από την παράσταση εδώ. Στις σελίδες της Logotexnias21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματα της Miranda July  «Αυτό το άτομο» και «Ομάδα κολύμβησης», «Ο άνδρας στις σκάλες» όπως επίσης και ένα κείμενο του Γιάννη Αστερή από το πρόγραμμα της παράστασης. Το 2015 κυκλοφόρησε στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος το μυθιστόρημά της Ο πρώτος κακός σε μετάφραση της Χαράς Γιαννακοπούλου. Διαβάστε για τη ζωή και το έργο της πολυτάλαντης Miranda July στη WIKIPEDIA.

Η Logotexnia21 ευχαριστεί πολύ τον Στέφανο Ντρέκο για την άδεια δημοσίευσης των κειμένων της παράστασης.


Donald Barthelme, Σαμπλί

Black Sheep

 

Η γυναίκα μου θέλει σκύλο. Έχει ήδη ένα μωρό. Το μωρό είναι σχεδόν δύο ετών. Η γυναίκα μου λέει πως το μωρό θέλει σκύλο.

 

Η γυναίκα μου θέλει σκύλο εδώ και πολύ καιρό. Εγώ ήμουν αυτός που αναγκάστηκε να της πει πως δεν μπορούσε να τον έχει. Τώρα όμως το μωρό θέλει σκύλο, λέει η γυναίκα μου. Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια. Το μωρό είναι πολύ δεμένο με τη γυναίκα μου. Όλη την ώρα περιφέρονται σφιχταγκαλιασμένοι. Ρωτώ το μωρό, που είναι κορίτσι, «Ποιανού το κορίτσι είσαι; Μήπως είσαι το κορίτσι του μπαμπά;» Το μωρό λέει, «μαμά», και δεν το λέει μόνο μία φορά, το λέει συνέχεια, «μαμά μαμά μαμά». Δεν βλέπω τον λόγο να χαρίσω έναν σκύλο που κοστίζει εκατό δολάρια σε αυτό το αναθεματισμένο μωρό.

 

Το μωρό θέλει σκύλο ράτσας κερν τεριέ, λέει η γυναίκα μου. Αυτή η ράτσα, λέει η γυναίκα μου, είναι πρεσβυτεριανή, σαν την ίδια και το μωρό. Πέρσι το μωρό ήταν βαπτιστής, αφού πήγαινε στο πρόγραμμα «Η ελεύθερη μέρα της μητέρας», στην Πρώτη Βαπτιστική Εκκλησία, δύο φορές την εβδομάδα. Φέτος είναι πρεσβυτεριανό επειδή οι πρεσβυτεριανοί έχουν περισσότερες κούνιες και τσουλήθρες και τέτοια. Πιστεύω πως αυτό είναι κάπως ξεδιάντροπο και το είπα. Η γυναίκα μου ήταν ανέκαθεν μια γνήσια πρεσβυτεριανή και λέει πως δεν υπάρχει πρόβλημα· όταν ήταν παιδί, πήγαινε στην Πρώτη Πρεσβυτεριανή Εκκλησία στο Έβανσβιλ του Ιλινόις. Εγώ δεν πήγαινα στην εκκλησία γιατί ήμουν το μαύρο πρόβατο. Στην οικογένειά μου υπήρχαν πέντε παιδιά και τα αγόρια έπαιρναν εκ περιτροπής τη θέση του μαύρου πρόβατου, με τον μεγάλο αδερφό μου να είναι το μαύρο πρόβατο την περίοδο που του είχαν πάρει το δίπλωμα επειδή οδηγούσε μεθυσμένος ή κάτι τέτοιο και μετά άρχισε να γκριζάρει, ίσως όταν έπιασε δουλειά ή έκανε τη θητεία του, και στο τέλος έγινε άσπρο πρόβατο όταν παντρεύτηκε και απέκτησε κι εγγόνι. Η αδερφή μου δεν ήταν ποτέ το μαύρο πρόβατο επειδή ήταν κορίτσι.

 

Το μωρό μας είναι ένα εξαιρετικό μωρό. Έλεγα στη γυναίκα μου για χρόνια πως δεν γινόταν να κάνει παιδί επειδή παραήταν ακριβό. Ωστόσο σε εξουθενώνουν. Είναι καταπληκτικές στο να σε εξουθενώνουν, ακόμα και αν αυτό παίρνει χρόνια, όπως στην περίπτωσή μας. Τώρα γυροφέρνω το μωρό και το αγκαλιάζω με κάθε ευκαιρία. Λέγεται Τζοάννα. Φορά ένα φορμάκι και λέει «όχι», «μπουκάλι», «άτα» και «μαμά». Είναι πανέμορφη, ιδίως όταν είναι βρεγμένη, όταν έχει κάνει μόλις το μπάνιο της και τα ξανθά της μαλλιά είναι μούσκεμα και είναι τυλιγμένη σε μια μπεζ πετσέτα. Κάθεσαι και τη χαζεύεις. Καμιά φορά, όταν βλέπει τηλεόραση, ξεχνά πως βρίσκεσαι εκεί πέρα. Όταν βλέπει τηλεόραση, μοιάζει αποβλακωμένη. Την προτιμώ όταν είναι βρεγμένη.

 

Αυτό το θέμα με τον σκύλο έχει κάπως παραγίνει. Είπα στη γυναίκα μου, «Κοίτα, έχεις το μωρό, πρέπει να έχουμε και το αναθεματισμένο σκυλί;» Ο σκύλος μάλλον θα δαγκώσει κάποιον ή θα χαθεί. Με βλέπω να περπατώ σε όλη την περιοχή ρωτώντας τους ανθρώπους, «Μήπως είδατε αυτό το καφέ σκυλί;» «Πώς το λένε;» θα με ρωτούν, κι εγώ θα τους κοιτάζω ψυχρά και θα λέω «Μάικλ». Έτσι θέλει να το βγάλει, Μάικλ. Αυτό είναι ένα ηλίθιο όνομα για σκύλο κι εγώ θα πρέπει να ψάχνω αυτό το μάλλον λυσσασμένο ζώο και να λέω στους ανθρώπους, «Μήπως είδατε αυτό το καφέ σκυλί; Τον Μάικλ;» Κάτι τέτοιο αρκεί για να σε κάνει να σκεφτείς το διαζύγιο.

 

Τι θα έκανε το μωρό με τον σκύλο που δεν μπορεί να το κάνει μαζί μου; Τρέλες; Κι εγώ κάνω τρέλες. Πήγα την Τζοάννα στην παιδική χαρά του σχολείου. Ήταν Κυριακή και δεν υπήρχε ψυχή, και κάναμε τρέλες. Εγώ έτρεχα και με ακολουθούσε τρεκλίζοντας, αλλά με καλό ρυθμό. Την κρατούσα καθώς έπεφτε στην τσουλήθρα. Περιφερόταν ψηλαφώντας διάφορους τσιμεντένιους σωλήνες που είχαν βάλει εκεί πέρα. Έπιασε από κάτω ένα φτερό και το κοιτούσε πολλή ώρα. Αγχώθηκα μήπως το φτερό ήταν μολυσμένο, αλλά δεν το έβαλε στο στόμα της. Ύστερα τρέξαμε λίγο ακόμα πάνω στο άδειο, ξεραμένο γήπεδο του σόφτμπολ και μέσα από τη στοά που ενώνει τις προσωρινές ξύλινες τάξεις, οι οποίες χάνουν το κίτρινο χρώμα τους, με το βασικό κτήριο. Μια μέρα η Τζοάννα θα πάει σε αυτό το σχολείο, αν μείνω στην ίδια δουλειά.

 

Είδα μερικά σκυλιά σε ένα κατάστημα με κατοικίδια, που έχει πουλιά, τρωκτικά, ερπετά και σκυλιά, όλα σε άριστη κατάσταση. Μου έδειξαν τα κερν τεριέ. «Έχουν τα προσευχητάρια τους;» ρώτησα. Η υπάλληλος δεν ήξερε τι εννοούσα. Ένα κερν τεριέ κόστιζε περίπου 295 δολάρια μαζί με τα χαρτιά του. Ρώτησα αν έχουν τίποτα εξώγαμα σε καλύτερες τιμές, αλλά κατάλαβα πως αυτό ήταν ανώφελο, άσε που η γυναίκα δεν με συμπάθησε καθόλου, ήμουν βέβαιος.

 

Τι πρόβλημα έχω; Γιατί δεν είμαι ένα πιο φυσιολογικό άτομο, όπως με θέλει η γυναίκα μου; Τα χαράματα ξαγρυπνώ στο γραφείο μου στο δεύτερο όροφο του σπιτιού μας. Το γραφείο βλέπει στον δρόμο. Στις πέντε και μισή το πρωί, όσοι αρέσκονται στο τζόκινγκ βρίσκονται ήδη έξω, μόνοι τους ή κατά ζεύγη, με τελικό σκοπό να σκάνε από υγεία. Πίνω ένα ποτήρι Γκάλο Σαμπλί με ένα παγάκι, καπνίζοντας, ανησυχώντας. Ανησυχώ μήπως το μωρό, όσο είναι βρεγμένο, χώσει ένα κουζινομάχαιρο στην πρίζα. Έχω βάλει εκείνα τα μικρά πλαστικά προστατευτικά σε όλες τις πρίζες, αλλά έχει μάθει πώς να τα βγάζει. Έλεγξα και τα κραγιόνια. Έχουν φτιάξει τα κραγιόνια ασφαλή ακόμα και για φάγωμα – πήρα τηλέφωνο στην έδρα της εταιρείας στην Πενσυλβάνια. Ακόμα και αν φάει ένα ολόκληρο κουτί με κραγιόνια, δεν θα πάθει τίποτα. Αν δεν πάρω καινούργια λάστιχα για το αυτοκίνητο, θα καταφέρω να αγοράσω τον σκύλο.

 

Θυμάμαι τη στιγμή, πριν από τριάντα χρόνια, που βγήκα με τη Μπιούικ της μητέρας του Χέρμαν σε ένα σταροχώραφο, καθώς οδηγούσα στη λεωφόρο Μπομόντ. Υπήρχε άλλο ένα αμάξι στη λωρίδα μου, και δεν το χτύπησα, και δεν με χτύπησε. Θυμάμαι να κόβω το τιμόνι δεξιά και να πέφτω στο χαντάκι και μετά να χτυπώ τον φράκτη και να καταλήγω στο σταροχώραφο και μετά να βγαίνω έξω για να ξυπνήσω τον Χέρμαν και οι δυο μας να πηγαίνουμε να δούμε τι είχαν απογίνει οι δύο χαρούμενοι μέθυσοι στο άλλο αμάξι που βρισκόταν σε χαντάκι στην άλλη πλευρά του δρόμου. Αυτό έγινε όταν ήμουν το μαύρο πρόβατο, πολλά χρόνια πριν. Τα κατάφερα επιδέξια, νομίζω. Σηκώνομαι, συγχαίρω τον εαυτό μου εις μνήμην και μπαίνω στο δωμάτιο για να δω το μωρό.


Μετάφραση από τα Αγγλικά: Γιώργος Λαμπράκος


 

 

Donald Barthelme Το αφήγημα του Αμερικανού συγγραφέα Ντόναλντ Μπάρθελμι (1931 - 1989), «Σαμπλί», δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό The New Yorker, στις 12 Δεκεμβρίου 1983 και συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Forty Stories (1987). Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Ντόναλντ Μπάρθελμι και δείτε σε ποια συλλογικά έργα, που κυκλοφορούν στα Ελληνικά, έχουν συμπεριληφθεί κείμενά του. Τρεις ιστορίες και δεκατρείς αφορισμοί του Ντόναλντ Μπάρθελμι σε μετάφραση του Γιώργου Λαμπράκου συμπεριλαμβάνονται επίσης στο 14ο τεύχος του περιοδικού ΠΟΙΗΤΙΚΗ.


© Γιώργος Λαμπράκος

Miranda July, Ο άνδρας στις σκάλες


Photo by Cathy Kaplan

Ήταν ένας αδιόρατος ήχος, αλλά με ξύπνησε γιατί ήταν ανθρώπινος. Κράτησα την αναπνοή μου και να ’τος, πάλι και πάλι: ήταν βήματα στη σκάλα. Προσπάθησα να ψιθυρίσω, κάποιος ανεβαίνει τη σκάλα, αλλά η αναπνοή μου δίστασε, δεν ήταν αρκετή. Πίεσα τον καρπό του Κέβιν συνθηματικά, τρία σφιξίματα, μετά δύο, μετά τρία. Προσπαθούσα να εφεύρω μια γλώσσα που θα μπορούσε να διαπεράσει τον ύπνο του. Μετά από λίγο όμως συνειδητοποίησα ότι δεν πίεζα τον καρπό του, αλλά τον αέρα. Τόσο φοβισμένη ήμουν. Πίεζα τον αέρα. Κι ο ήχος συνεχιζόταν, ο ήχος του άνδρα που ανέβαινε τις σκάλες. Περπατούσε με τον βραδύτερο δυνατό ρυθμό. Φαινόταν να έχει όλο τον χρόνο του κόσμου στη διάθεσή του, Χριστέ μου, πόσο χρόνο. Εγώ ποτέ δεν έχω ασχοληθεί τόσο επισταμένα με κάτι. Αυτό είναι το πρόβλημά μου με τη ζωή, την ξεπετάω, σαν να με κυνηγούν. Κάνω βιαστικά ακόμα και τα πράγματα που όλη τους η ουσία είναι να γίνονται αργά, όπως το να πίνεις ένα χαλαρωτικό τσάι. Όταν πίνω χαλαρωτικό τσάι, το ρουφάω τόσο γρήγορα, λες και είμαι σε διαγωνισμό με θέμα ποιος θα πιει πιο γρήγορα χαλαρωτικό τσάι. Ή όταν είμαι, ας πούμε, με μια παρέα για νυχτερινό μπάνιο και κοιτάζουμε όλοι τ’ αστέρια, είμαι η πρώτη που θα πω, είναι τόσο όμορφα εδώ. Και όσο νωρίτερα πεις, είναι τόσο όμορφα εδώ, τόσο πιο γρήγορα μπορείς να πεις και φτάνει τώρα, μούλιασα.

 

Ο άνδρας στις σκάλες αργούσε τόσο πολύ, που ξέχασα τον κίνδυνο για πολλά λεπτά της ώρας και σχεδόν με πήρε ο ύπνος πάλι, μέχρι που ξαναξύπνησα από τον θόρυβο που έκανε μεταφέροντας το κέντρο βάρους του. Θα πέθαινα και η όλη διαδικασία έμοιαζε να διαρκεί αιώνες. Σταμάτησα να προσπαθώ να ειδοποιήσω τον Κέβιν, γιατί ανησυχούσα μήπως έκανε κάποιον ήχο ξυπνώντας, μπορούσε ας πούμε να πει, τι; Ή, τι, αγάπη μου; Ο άνδρας στις σκάλες θα το άκουγε αυτό και θα μάθαινε πόσο ευάλωτοι είμαστε. Θα μάθαινε ότι ο φίλος μου με φωνάζει αγάπη του. Μπορεί ακόμη και να άκουγε την ελαφριά ενόχληση στη φωνή του φίλου μου, την εξάντλησή του μετά τον χθεσινοβραδινό καυγά. Θέλουμε και οι δύο να φαντασιωνόμαστε άλλους ανθρώπους όταν κάνουμε έρωτα, εκείνος όμως θέλει να μου λέει ποιούς, ενώ εγώ όχι. Και γιατί να πω; Είναι δική μου προσωπική υπόθεση. Δεν φταίω εγώ που τον φτιάχνει να μου λέει ποιές φαντασιώνεται. Θέλει να το ανακοινώνει με το που θα τελειώσει, σα μια γάτα που σου προσφέρει σαν δώρο ένα νεκρό πουλί. Ποτέ μου δεν ζήτησα κάτι τέτοιο.

 

Δεν ήθελα ο άνδρας στις σκάλες να τα γνωρίζει όλα αυτά για μας. Αλλά θα τα μάθαινε. Τη στιγμή που θα άναβε τα φώτα και θα τραβούσε το όπλο του, ή το μαχαίρι του, ή τη βαριά του πέτρα, τη στιγμή που θα έφερνε το όπλο στον κρόταφό μου, ή το μαχαίρι στην καρδιά μου, ή τη βαριά πέτρα πάνω από το στήθος μου, θα τα μάθαινε. Θα τα έβλεπε στα μάτια του φίλου μου: κάν’ την ό,τι θες, απλά άσε με να ζήσω. Και στα δικά μου μάτια θα έβλεπε τις λέξεις: ποτέ δεν γνώρισα πραγματικά την αληθινή αγάπη. Θα συνέπασχε μαζί μας, θα μας ένιωθε; Ξέρει πώς είναι; Οι περισσότεροι άνθρωποι ξέρουν. Αισθάνονται εκτός, ότι όλοι οι άλλοι είναι τρελοί ο ένας για τον άλλον, και πως μόνο αυτοί νιώθουν τόσο μόνοι, αλλά δεν είναι έτσι. Γενικά οι άνθρωποι δεν συμπαθούν και πάρα πολύ ο ένας τον άλλο. Αυτό ισχύει και για τους φίλους. Μερικές φορές κάθομαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι και προσπαθώ να αποφασίσω για ποιους από τους φίλους μου νοιάζομαι πραγματικά, και πάντα καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα: για κανέναν τους. Νόμιζα ότι αυτοί ήταν απλώς οι αρχικοί μου φίλοι και ότι οι αληθινοί θα έρθουν αργότερα. Αλλά όχι. Αυτοί είναι οι αληθινοί μου φίλοι. Είναι άνθρωποι με δουλειές στο πεδίο των ενδιαφερόντων τους. Η πιο παλιά μου φίλη, η Μέριλιν, αγαπάει το τραγούδι και είναι υπεύθυνη εγγραφών σε ένα μουσικό σχολείο μεγάλου κύρους. Είναι καλή δουλειά, αλλά όχι τόσο καλή όσο το να ανοίγεις απλώς το στόμα σου και να τραγουδάς. Λα. Πάντα πίστευα ότι κάποια στιγμή θα γινόμουν φίλη με μια επαγγελματία τραγουδίστρια. Μια τραγουδίστρια της τζαζ. Μια καλή φίλη που θα ήταν τραγουδίστρια τζαζ και ριψοκίνδυνη, αλλά προσεκτική οδηγός. Αυτό είχα μάλλον φανταστεί για μένα. Επίσης φανταζόμουν φίλους που θα με λάτρευαν. Οι τωρινοί μου φίλοι νομίζουν ότι είμαι βάρος. Φαντασιώνομαι ότι ξεκινώ από το μηδέν και κομματιάζω τη μεμβράνη βάρους που με καλύπτει. Νομίζω ότι τώρα το ’χω. Τρία είναι κυρίως τα πράγματα που με καθιστούν βάρος:

 

Δεν ανταποδίδω τηλεφωνήματα.

Το παίζω ταπεινή.

Έχω δυσανάλογη ποσότητα ενοχής γι’ αυτά τα δύο πράγματα, το οποίο με κάνει δυσάρεστη στην παρέα.

 

Δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο να ανταποδίδω τα τηλεφωνήματα που λαμβάνω και να είμαι πιο αυθεντικά ταπεινή, αλλά είναι πολύ αργά για τους συγκεκριμένους φίλους. Δεν θα μπορούσαν να δουν ότι δεν είμαι πια βάρος, ό,τι κι αν κάνω. Χρειάζομαι ολόφρεσκους ανθρώπους που να με συσχετίζουν με τη διασκέδαση. Αυτό είναι το δεύτερο πρόβλημά μου: ποτέ δεν είμαι ικανοποιημένη με αυτά που έχω. Κάτι που πάει χέρι-χέρι με το πρώτο μου πρόβλημα: τη βιασύνη. Ίσως να μην πάνε ακριβώς χέρι-χέρι, αλλά να είναι τα χέρια του ίδιου τέρατος. Ίσως να είναι τα δικά μου χέρια. Εγώ είμαι το τέρας.

Ήμουν ερωτευμένη με τον Κέβιν δεκατρία χρόνια προτού αρχίσει να με συμπαθεί κι εκείνος. Στην αρχή δεν ενδιαφερόταν, γιατί ήμουν παιδί. Εγώ ήμουν δώδεκα κι εκείνος εικοσιπέντε. Από τη στιγμή που έγινα δεκαοχτώ χρειάστηκε να περάσουν άλλα επτά χρόνια για να καταφέρει να με δει σαν πραγματικό ενήλικα και όχι σαν μαθήτριά του. Στο πρώτο μας ραντεβού φόρεσα ένα φόρεμα που είχα αγοράσει όταν ήμουν δεκαεπτά χρονών ειδικά για την περίσταση. Ήταν εκτός μόδας πλέον. Στον δρόμο για το εστιατόριο σταματήσαμε σε ένα βενζινάδικο. Έμεινα καθισμένη στο αυτοκίνητο παρατηρώντας ένα αγόρι να μας καθαρίζει το παρμπρίζ, ενώ ο Κέβιν πλήρωνε τη βενζίνη. Χρησιμοποιούσε το σφουγγάρι με μια ευγενική ακρίβεια που σε έκανε να καταλάβεις ότι αυτή δεν ήταν απλά μια δουλειά μέσα στο πεδίο των ενδιαφερόντων του, ήταν αυτό ακριβώς που πάντα ήθελε. Λα. Καθώς φεύγαμε από το βενζινάδικο, κοίταξα μέσα από το πεντακάθαρο τζάμι μου το αγόρι και σκέφτηκα: Μάλλον με αυτόν θα έπρεπε να είμαι.

 

Ο άνδρας στις σκάλες έχει σταματήσει για τόση πολλή ώρα που σχεδόν αναρωτιέμαι μήπως έχει κάποιο πρόβλημα. Μήπως, ας πούμε, είναι ανάπηρος ή πολύ γέρος. Ή ίσως και να είναι απλώς πολύ κουρασμένος. Ίσως και να τους έχει ήδη σκοτώσει όλους στο τετράγωνο και να έχει εξαντληθεί. Κάποιες στιγμές μπορώ σχεδόν να τον δω να στηρίζεται στην κουπαστή με τα μάτια του να ξεψαχνίζουν το σκοτάδι. Και τα δικά μου μάτια είναι ανοιχτά. Ο Κέβιν κοιμάται, είναι τόσο μακριά και πάντα μακριά θα είναι. Η σιωπή κρατάει κι άλλο, και ακόμα περισσότερο, μέχρι που αρχίζω να αναρωτιέμαι αν ο άνδρας είναι όντως εκεί. Ο μόνος ήχος είναι η αναπνοή του Κέβιν. Για φαντάσου να περνούσα την υπόλοιπη ζωή μου ξαπλωμένη σε αυτό το κρεβάτι να ακούω τον Κέβιν να αναπνέει. Αλλά να. Ένα δυνατό και γνώριμο τρίξιμο ακούγεται από τις σκάλες και αυτό που αισθάνομαι είναι ανατριχιαστική ανακούφιση. Είναι πραγματικά εκεί, είναι στις σκάλες, και πλησιάζει με τον δικό του αργό τρόπο, που σου κόβει την ανάσα. Εάν θα ζούσα να δω το ξημέρωμα, δεν θα ξεχνούσα ποτέ αυτό το μάθημα επιμονής.

 

Σήκωσα τα σκεπάσματα και κατέβηκα από το κρεβάτι. Φορούσα μόνο ένα μπλουζάκι και δεν φόρεσα παντελόνι, γιατί και ποιος νοιάζεται. Ίσως να είναι κι εκείνος ημίγυμνος, ίσως να είναι ακέφαλος και καλυμμένος με αίμα. Στάθηκα στον διάδρομο της σκάλας, στο κεφαλόσκαλο. Ήταν πιο σκοτεινά εκεί απ’ ό,τι στην κρεβατοκάμαρα και αισθανόμουν τυφλή. Στεκόμουν εκεί και περίμενα να πεθάνω ή να συνηθίσουν τα μάτια μου το σκοτάδι, όποιο συνέβαινε πρώτο. Δεν έβλεπα ακόμα τίποτα, αλλά τον άκουσα ν’ αναπνέει, ήταν ακριβώς μπροστά μου. Έγειρα προς το μέρος του, μπορούσα να νιώσω την ανάσα του, να μυρίσω την ξινίλα του στόματός του. Δεν ήταν καλό αυτό, δεν ήταν καλός εκείνος, δεν είχε καλές προθέσεις. Στεκόμουν εκεί και στεκόταν κι αυτός εκεί. Εξέπνευσε τον πικρό αέρα που κάνει τις γυναίκες να αμφιβάλλουν για τα πάντα κι εγώ τον εισέπνευσα, όπως έκανα πάντα. Εξέπνευσα τη σκόνη μου, τις στάχτες όλων αυτών που είχα καταστρέψει με την αμφιβολία κι εκείνος τη ρούφηξε στα πνευμόνια του. Τα μάτια μου είχαν αρχίσει να συνηθίζουν το σκοτάδι και είδα έναν άνδρα, έναν συνηθισμένο άνδρα, έναν ξένο. Κοιτούσαμε ο ένας στα μάτια του άλλου και ξαφνικά έγινα έξαλλη. Ψιθύρισα φύγε. Βγες έξω. Βγες έξω από το σπίτι μου.

_________

 

Αφού φύγαμε από το βενζινάδικο, πήγαμε σε ένα εστιατόριο που ο Κέβιν φαντάστηκε ότι θα μου άρεσε. Αλλά εγώ ακόμη σκεφτόμουν το αγόρι με το σφουγγάρι και έκανα συστηματικά το αντίθετο από ό,τι ήθελε ο Κέβιν. Δεν παρήγγειλα ούτε επιδόρπιο, ούτε κρασί, μόνο μια μικρή σαλάτα, για την οποία παραπονέθηκα. Αλλά δεν το έβαλε κάτω. Έκανε αστεία, ηλίθια αστεία στο αυτοκίνητο στη διαδρομή για το σπίτι μου. Ατσάλωσα τον εαυτό μου ενάντια στο γέλιο. Προτιμούσα να πεθάνω παρά να γελάσω. Δεν γέλασα. Δεν γέλασα. Αλλά πέθανα. Πέθανα.

 

 

Μετάφραση από τα Αγγλικά: Στέφανος Ντρέκος



MirandaJuly Το διήγημα «Ο άνδρας στις σκάλες» της Αμερικανίδας Miranda July (γεν. 1974) είναι από τη συλλογή διηγημάτων No one belongs here more than you και είναι ένα από τα διηγήματα που συμπεριλήφθησαν στην παράσταση Κανείς δεν ανήκει εδώ περισσότερο από σένα της θεατρικής ομάδας Phantom Pain, τα οποία είναι και τα μοναδικά κείμενα της Miranda July που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά. Δείτε κάποια αποσπάσματα από την παράσταση εδώ. Διαβάστε για τη ζωή και το έργο της πολυτάλαντης Miranda July στη WIKIPEDIA.

Στις σελίδες της Logotexnias21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματα της Miranda July  «Αυτό το άτομο» και «Ομάδα κολύμβησης», όπως επίσης και ένα κείμενο του Γιάννη Αστερή από το πρόγραμμα της παράστασης. Η Logotexnia21 ευχαριστεί πολύ τον Στέφανο Ντρέκο για την άδεια δημοσίευσης των κειμένων της παράστασης.

Emily Dickinson, Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου

 Photo by Richard Susanto 

Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου

γιατί αυτό θα ’ταν ζωή

και η ζωή μου είν’ εκεί

ακίνητη στο ράφι.

 

Ο νεωκόρος κρατάει το κλειδί

φυλάγοντας τη ζωή μας,

την πορσελάνη του,

σαν μια κούπα, ξεχασμένη

 

από την οικοδέσποινα, σπασμένη

ή πολυκαιρινή.

Μια πιο καινούργια τώρα

άλλη εκείνη προτιμά.

 

Δεν μπορώ να πεθάνω μαζί σου

γιατί ο ένας πρέπει να περιμένει

του άλλου να κλείσει τα μάτια, -

εσύ δεν θα μπορούσες.

 

Κι εγώ πώς θα στεκόμουν

βλέποντάς σε λίγο λίγο να παγώνεις,

χωρίς να έχω δικαίωμα να παγώσω κι εγώ,

προνόμιο μόνο του θανάτου;

 

Ούτε θα μπορούσα ν’ αναστηθώ μαζί σου,

γιατί το πρόσωπό σου

θα υποκαθιστούσε το Χριστό!

Εκείνη τη νέα Χάρη

 

λαμπερή και ξένη

στο νοσταλγικό μου μάτι,

εκτός αν ήσουνα εσύ

αυτός που άστραψε πλάι μου.

 

Θα μας δικάζανε – αλλά πώς;

Γιατί υπηρέτησες τους ουρανούς – ξέρεις,

ή τουλάχιστον το ζήτησες·

εγώ δεν θα μπορούσα.

 

Γιατί θα διαπότιζες το βλέμμα μου

κι εγώ δεν θα είχα μάτια πια

για τη μίζερη τελειότητα

σαν αυτή του Παραδείσου.

 

Κι αν χανόσουνα, εγώ θα υπήρχα,

μόλο που τ’ όνομά μου

ηχούσε εκκωφαντικά

στην ουράνια δόξα.

 

Κι αν σωζόσουνα, εγώ θα ήμουν

καταδικασμένη να υπάρχω

εκεί που δεν ήσουν εσύ.

Αυτή μου η ύπαρξη

θα ήταν και η κόλασή μου.

 

Έτσι πρέπει να μείνουμε χωρισμένοι,

εσύ εκεί, εγώ εδώ,

με μόνο την πόρτα μισάνοιχτη

στους ωκεανούς και την Προσευχή,

αυτήν τη χλωμή στήριξη.

Απελπισία!

 

(1862)

 

Μετάφραση από τα Αγγλικά: Αγγελική Σιδηρά

 

 EmilyDickinson

Το ποίημα της Αμερικανίδας ποιήτριας Emily Dickinson (1830-1886) «Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου» σε μετάφραση της ποιήτριας Αγγελικής Σιδηρά συμπεριλαμβάνεται στο εξαντλημένο πλέον βιβλίο Έμιλυ Ντίκινσον, Ποιήματα (εκδόσεις Ερμείας 1996). Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Έμιλυ Ντίκινσον και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Αφορμή για αυτή τη δημοσίευση ήταν η μελοποίηση 3 στροφών του συγκεκριμένου ποιήματος από τον Σταύρο Δάλκο, ο οποίος συμπεριέλαβε το τραγούδι στον πρώτο του δίσκο, με τον γενικό τίτλο «Σαν όλα αυτά που φύγανε». 

Η πρώτη γνωριμία με τον δίσκο του Σταύρου Δάλκου έγινε εδώ.

Miranda July, Ομάδα κολύμβησης


 

Αυτή είναι η ιστορία που δεν σου έλεγα όταν τα είχαμε. Ρωτούσες και ξαναρωτούσες συνέχεια, και οι υποθέσεις σου ήταν ιδιαίτερα ζωηρές και συγκεκριμένες. Το Μπελβεντέρε είναι σαν τη Νεβάδα, όπου η πορνεία είναι νόμιμη; Πέρασα όλη τη χρονιά γυμνή; Με είχαν σπιτώσει; Η πραγματικότητα άρχισε να στερεύει. Και με τον καιρό κατάλαβα πως αν η αλήθεια ήταν τόσο άνοστη, μάλλον δεν θα τα ’χαμε για πολύ ακόμα.

____________________

 

Ποτέ δεν ήθελα να ζήσω στο Μπελβεντέρε, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να ζητήσω λεφτά από τους γονείς μου για να μετακομίσω. Κάθε πρωί ξυπνούσα σοκαρισμένη που θυμόμουνα ότι ζούσα μόνη μου σ’ αυτή την πόλη, που δεν ήτανε καν πόλη, ήταν τόσο μικρή. Μερικά σπίτια κοντά στο βενζινάδικο, και περίπου ένα μίλι πιο κάτω ένα μίνι μάρκετ, αυτό ήταν. Δεν είχα αυτοκίνητο, δεν είχα τηλέφωνο, ήμουν είκοσι δύο, και έγραφα στους γονείς μου κάθε βδομάδα και τους έλεγα ότι δήθεν δούλευα σε ένα πρόγραμμα που το λέγανε Γ.Ν.Ω.Σ.Η. Διαβάζαμε σε νέους που ανήκαν σε «ευπαθείς κοινωνικές ομάδες». Ήταν ένα κυβερνητικό πιλοτικό πρόγραμμα. Ποτέ δεν αποφάσισα τι σήμαιναν τα αρχικά Γ.Ν.Ω.Σ.Η. αλλά κάθε φορά που έγραφα «πιλοτικό πρόγραμμα», ένιωθα περήφανη για την ικανότητά μου να χρησιμοποιώ τέτοιες φράσεις. Ή, ας πούμε, «έγκαιρη παρέμβαση».

 

Η ιστορία δεν θα ’ναι και πολύ μεγάλη, γιατί το καταπληκτικό μ’ αυτή τη χρονιά είναι ότι δε συνέβη σχεδόν τίποτα. Οι κάτοικοι του Μπελβεντέρε νόμιζαν ότι με λένε Μαρία. Δεν είχα πει ποτέ ότι με λένε Μαρία, αλλά κάπως έγινε η αρχή, και μετά μου φαινόταν άθλος το να πω σε όλο τον κόσμο το πραγματικό μου όνομα. Ακόμα κι αν όλος ο κόσμος ήταν τρεις άνθρωποι. Αυτοί οι τρεις άνθρωποι ήταν η Ελίζαμπεθ, η Κέλντα, και ο Τζακ Τζακ. Δεν ξέρω γιατί το Τζακ ήταν διπλό, και δεν είμαι πολύ σίγουρη για το όνομα Κέλντα, αλλά κάπως έτσι ακουγόταν, οπότε αυτόν τον ήχο έβγαζα όταν ήθελα να τη φωνάξω. Αυτούς τους τρεις τούς ήξερα επειδή τους έκανα μαθήματα κολύμβησης. Εδώ είναι το πραγματικό ζουμί της ιστορίας, γιατί, εννοείται, πως κοντά στο Μπελβεντέρε δεν υπήρχε κανένας υδάτινος όγκος, ούτε πισίνα. Μιλούσαν γι’ αυτό στο μίνι μάρκετ μια μέρα, και ο Τζακ Τζακ, που μάλλον έχει πεθάνει τώρα, γιατί ήταν ήδη από τότε πολύ γέρος, έλεγε ότι δεν πειράζει γιατί έτσι κι αλλιώς αυτός και η Κέλντα δεν ήξεραν κολύμπι και το πιθανότερο θα ήταν να πνιγούν. Η Ελίζαμπεθ ήταν ξαδέλφη της Κέλντα, νομίζω. Και η Κέλντα ήταν η γυναίκα του Τζακ Τζακ. Ήταν όλοι τους γύρω στα 80, τουλάχιστον. Η Ελίζαμπεθ έλεγε ότι ένα καλοκαίρι είχε κολυμπήσει πολλές φορές, όταν ήταν κοριτσάκι και είχε επισκεφτεί μια ξαδέλφη της – προφανώς όχι την ξαδέλφη Κέλντα. Ο μόνος λόγος που μπήκα στην κουβέντα ήταν επειδή η Ελίζαμπεθ ισχυριζόταν ότι για να κολυμπήσεις πρέπει να μπορείς να αναπνέεις κάτω από το νερό.

 

Αυτό δεν είναι αλήθεια, φώναξα. Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις που είχα πει φωναχτά εδώ και βδομάδες. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά λες και ζητούσα από κάποιον να βγει μαζί μου ραντεβού. Απλά κρατάς την αναπνοή σου.

 

Η Ελίζαμπεθ έδειξε να εκνευρίζεται, αλλά μετά είπε ότι αστειευόταν.

 

Η Κέλντα είπε ότι φοβόταν να κρατήσει την αναπνοή της γιατί είχε έναν θείο κάποτε που πέθανε επειδή παρακράτησε την αναπνοή του σε έναν διαγωνισμό κρατήματος αναπνοής.

 

Ο Τζακ Τζακ ρώτησε αν όντως το πίστευε αυτό, και η Κέλντα απάντησε, ναι, ναι το πιστεύω, και ο Τζακ Τζακ είπε, ο θείος σου πέθανε από εγκεφαλικό, δεν ξέρω πως σου ’ρχονται αυτές οι ιστορίες, Κέλντα.

 

Μετά σταθήκαμε για λίγο εκεί, στη σιωπή. Με ευχαριστούσε πολύ αυτή η συντροφικότητα και ήλπιζα να συνεχιστεί, κι έτσι έγινε γιατί ο Τζακ Τζακ είπε: Ώστε έχεις κολυμπήσει!

 

Τους είπα για όταν ήμουν στην ομάδα κολύμβησης, στο Λύκειο, και πως είχαμε διαγωνιστεί σε εθνικό επίπεδο, αλλά αποκλειστήκαμε νωρίς από ένα καθολικό σχολείο. Φαίνονταν να ενδιαφέρονται πάρα πολύ για την ιστορία μου. Ούτε καν το είχα σκεφτεί όλο αυτό σαν ίστορια πριν από ’κείνη την ημέρα, αλλά τώρα μπορούσα να δω πως ήταν όντως μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, γεμάτη δράμα, χλωρίνη και άλλα πράγματα για τα οποία η Ελίζαμπεθ, η Κέλντα και ο Τζακ Τζακ είχαν παντελή άγνοια. Η Κέλντα ήταν αυτή που είπε ότι ευχόταν να υπήρχε μία πισίνα στο Μπελβεντέρε, γιατί ήταν προφανώς όλοι πολύ τυχεροί που μία προπονήτρια κολύμβησης ζούσε στην πόλη τους. Δεν είχα πει ότι ήμουν προπονήτρια, αλλά κατάλαβα τι εννοούσε. Ήταν κρίμα.

 

Μετά συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Κοιτούσα τα παπούτσια μου στο καφέ πλαστικό πάτωμα και σκεφτόμουν ότι αυτό το πάτωμα μάλλον δεν έχει πλυθεί εδώ και εκατό χρόνια, και ξαφνικά ένιωσα ότι θα πέθαινα. Αλλά αντί να πεθάνω είπα: Μπορώ να σας μάθω να κολυμπάτε. Και δε χρειαζόμαστε πισίνα.

Βρισκόμασταν δύο φορές την εβδομάδα στο διαμέρισμά μου. Όταν έρχονταν, έβαζα τρία μπωλ με χλιαρό νερό στη σειρά, στο πάτωμα, και ένα τέταρτο μπροστά τους, το μπωλ του προπονητή. Επειδή υποτίθεται ότι κάνει καλό να σνιφάρεις χλιαρό αλατισμένο νερό και επειδή σίγουρα θα σνίφαραν κατά λάθος, έβαζα και αλάτι στο νερό. Τους έδειξα πώς να βάζουνε τη μύτη τους και το στόμα τους στο νερό, και πώς να παίρνουν αναπνοή στο πλάι. Μετά βάλαμε και τα πόδια στο παιχνίδι, και μετά τα χέρια. Παραδέχτηκα ότι αυτές δεν ήταν οι ιδανικές συνθήκες για να μάθουν να κολυμπούν, αλλά τους επισήμανα το ότι ακόμα και οι Ολυμπιακοί κολυμβητές έτσι προπονούνται, όταν δεν έχουν πρόσβαση σε πισίνα. Ναι ναι ναι, αυτό ήταν ψέμα, αλλά το χρειαζόμασταν γιατί ήμασταν τέσσερις άνθρωποι ξαπλωμένοι στο πάτωμα της κουζίνας, κλωτσώντας δυνατά λες και ήμασταν νευριασμένοι, έξω φρενών, λες και ήμασταν απογοητευμένοι και συγχυσμένοι, χωρίς να προσπαθούμε να το κρύψουμε. Η αίσθηση της κολύμβησης έπρεπε να επιβληθεί με σαφείς, δυνατές λέξεις. Η Κέλντα χρειάστηκε αρκετές εβδομάδες για να βάλει το πρόσωπό της στο νερό. Δεν πειράζει, δεν πειράζει, της έλεγα. Θα σε ξεκινήσουμε με σανίδα. Της έδωσα ένα βιβλίο. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να προβάλλεις αντίσταση στο μπωλ, Κέλντα. Είναι το σώμα σου που σου λέει ότι δεν θέλει να πεθάνει. Δεν θέλει, έλεγε εκείνη.

 

Τους έμαθα όλα τα στυλ που ήξερα. Η πεταλούδα ήταν απλά απίθανη, δεν έχεις δει τίποτα παρόμοιο. Νόμιζα ότι το πάτωμα της κουζίνας θα υποχωρούσε και θα γινόταν υγρό και θα έφευγαν μακριά, με τον Τζακ Τζακ να τους οδηγεί. Έδειχνε τρομερό ζήλο. Μετακινούνταν όντως στο πάτωμα, μαζί με το μπωλ. Έκανε γύρους όλο σαματά μέχρι την κρεβατοκάμαρα και πίσω, γέμιζε σκόνη και ιδρώτα, και η Κέλντα τον κοιτούσε με θαυμασμό, κρατώντας το βιβλίο και με τα δυο της χέρια και απλά ακτινοβολούσε. Κολύμπα προς τα ’μένα, της έλεγε, αλλά αυτή φοβόταν πολύ, και η αλήθεια είναι ότι για να κολυμπήσει κανείς στην ξηρά χρειάζεται απίστευτη δύναμη στον κορμό.

 

Ήμουν από αυτούς τους προπονητές που κάθονται στο πλάι της πισίνας αντί να μπουν μέσα, αλλά ήμουν συνεχώς επάνω τους. Εάν μπορώ να το πω, χωρίς να ακουστεί υπερφίαλο, το νερό ήμουν εγώ. Έκανα να πάντα να δουλεύουν. Μιλούσα συνεχώς, σαν δασκάλα αερόμπικ, και σφύριζα με τη σφυρίχτρα ανά συγκεκριμένα διαστήματα θυμίζοντάς τους ότι φτάνουν στην άκρη της πισίνας. Γυρνούσαν όλοι μαζί και πήγαιναν προς την άλλη μεριά. Όποτε η Ελίζαμπεθ ξεχνούσε να χρησιμοποιήσει τα χέρια της φώναζα: Ελίζαμπεθ! Τα πόδια σου είναι πάνω αλλά το κεφάλι σου πάει κάτω! Και έτσι άρχιζε να χτυπάει με μανία τα χέρια της για να ανέβει στην επιφάνεια. Χάρη στην εξαιρετικά λεπτομερή και πρακτική προπονητική μου μέθοδο, όλες οι βουτιές ξεκινούσαν με την τέλεια στάση. Ισορροπούσαν στο γραφείο μου, και με ένα τίναγμα του κορμού κατέληγαν πάνω στο κρεβάτι μου. Το κρεβάτι ήταν μόνο για λόγους ασφαλείας. Εξακολουθούσε να αποτελεί βουτιά, εξακολουθούσε να αποτελεί παραίτηση από την περηφάνια του θηλαστικού και εναγκαλισμό της βαρύτητας. Η Ελίζαμπεθ πρόσθεσε έναν κανόνα, έπρεπε να κάνουμε έναν ήχο κάθε φορά που πέφταμε. Αυτό παραήταν δημιουργικό για τα γούστα μου, αλλά ήμουν ανοιχτή στις καινοτομίες. Ήθελα να είμαι μια δασκάλα που μαθαίνει από τους μαθητές της. Η Κέλντα έκανε τον ήχο που κάνει ένα δέντρο όταν πέφτει, εφ’ όσον το δέντρο αυτό είναι θηλυκό. Η Ελίζαμπεθ έβγαζε «αυθόρμητους ήχους» που ήταν κάθε φορά οι ίδιοι, και ο Τζακ Τζακ έλεγε, Μπόμπα! Στο τέλος του μαθήματος σκουπιζόμασταν και ο Τζακ Τζακ μού έσφιγγε το χέρι. Η Κέλντα και η Ελίζαμπεθ μου άφηναν εκ περιτροπής ένα ζεστό πιάτο, κάτι μαγειρευτό, ή μακαρόνια. Αυτή ήταν η ανταλλαγή κι έτσι δεν χρειάστηκε να βρω άλλη δουλειά.

 

Ήταν μόνο δύο ώρες τη βδομάδα, αλλά όλες οι άλλες ώρες της εβδομάδας αναλώνονταν για αυτές τις δύο. Τρίτη και Πέμπτη πρωί ξυπνούσα και σκεφτόμουν: Έχω μάθημα κολύμβησης. Τα υπόλοιπα πρωινά, ξυπνούσα και σκεφτόμουν: Δεν έχω μάθημα κολύμβησης. Όποτε έβλεπα κάποιον από τους μαθητές μου έξω, ας πούμε στο βενζινάδικο, έλεγα κάτι του τύπου: το κατακόρυφο το δουλεύεις; Και μου απαντούσε: μάλιστα, κυρία προπονήτρια!

 

Το ξέρω ότι σου είναι δύσκολο να με φανταστείς σαν κάποια που την αποκαλούν «προπονήτρια». Είχα μία πολύ διαφορετική ταυτότητα στο Μπελβεντέρε, και γι’ αυτό μου ήταν τόσο δύσκολο να το συζητήσω μαζί σου. Ποτέ δεν είχα αγόρι εκεί. Δεν έκανα καθόλου τέχνη, δεν ήμουν καθόλου καλλιτεχνική. Ήμουν κάτι σαν αθλήτρια. Όχι σαν, ήμουν εντελώς αθλήτρια – ήμουν η προπονήτρια της ομάδας κολύμβησης. Αν πίστευα ότι αυτό θα σου φαινόταν έστω και λίγο ενδιαφέρον θα σ’ το είχα πει πολύ νωρίτερα, και ίσως να τα ’χαμε ακόμα. Έχουν περάσει τρεις ώρες από τότε που σε είδα στο βιβλιοπωλείο με εκείνη τη γυναίκα με το άσπρο παλτό. Υπέροχο άσπρο παλτό. Προφανώς είσαι κιόλας απόλυτα χαρούμενος και ολοκληρωμένος, παρ’ όλο που χωρίσαμε μόλις πριν δύο εβδομάδες. Δεν ήμουν καν σίγουρη ότι είχαμε χωρίσει, μέχρι που σε είδα με εκείνη. Έδειχνες αφάνταστα μακριά από μένα, σαν να ήσουν στην απέναντι όχθη μιας λίμνης. Μια κουκίδα τόσο μικρή που δεν είναι ούτε αρσενική ούτε θηλυκή, ούτε νέα ούτε γερασμένη: απλά χαμογελάει. Ποιος μου λείπει τώρα, απόψε; Η Ελίζαμπεθ, η Κέλντα και ο Τζακ Τζακ. Έχουν πεθάνει, γι’ αυτό μπορώ να είμαι σίγουρη. Αδιανόητα θλιβερό συναίσθημα. Πρέπει να είμαι η πιο θλιμμένη προπονήτρια κολύμβησης όλων των εποχών.

 

Μετάφραση από τα Αγγλικά: Στέφανος Ντρέκος



Για την Miranda July

Miranda July

Μπορεί να ζήσω – από Εκείνον πιο πολύ

Μα Εκείνος πρέπει – παραπάνω –

Γιατί έχω δύναμη για να σκοτώνω,

Κι όχι τη δύναμη – για να πεθάνω –

[Emily Dickinson]

 

Η Miranda July γεννιέται στις 15 Φεβρουαρίου του 1974 από πατέρα Εβραίο και μητέρα προτεστάντισσα, συγγραφείς και οι δύο. Μεγαλώνει μέσα σ’ ένα λεγόμενο New Age περιβάλλον, η δε οικογενειακή επιχείρηση είναι ένας μάλλον διάσημος για το είδος εκδοτικός οίκος με εγχειρίδια αυτοβοήθειας, βιβλία για ανατολικές θρησκείες, παραψυχολογία, σουφισμό, Γιουνγκ, κτλ. Είναι συνεπώς τουλάχιστον εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα κορίτσι που εξ απαλών ονύχων περιδινείται σ’ ένα περιβάλλον τόσο ετερόκλητο και εν δυνάμει καταστροφικό, καταφέρνει να δώσει μορφή στον αγώνα της ν’ αναδυθεί στην επιφάνεια κατά το δυνατόν συμπαγής. Και δεν είναι τυχαίο που προσπαθεί να οικοδομήσει τον εαυτό της χρησιμοποιώντας τόσο διαφορετικά μέσα: συγγραφέας, κινηματογραφίστρια, performance artist, video artist, αλλά και εμπνεύστρια δυναμικών project στο διαδίκτυο τα οποία φιλοξενούνται σε χώρους όπως το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και το Guggenheim.

 

Οι ιστορίες της July μπορούν να διαβαστούν σαν ένα είδος ερωτικών επιστολών οι οποίες δομούνται γύρω απ’ αυτό το εσωτερικό ράγισμα. Οι γυναίκες και οι άντρες ψελλίζουν τις εξομολογήσεις τους γεμάτοι ενοχές – όλη η ζωή του ασεβή είναι μια τύψη, ακούμε στον Ιώβ (κληρονομιά πατρική)· απ’ την άλλη αναζητούν με ακούραστη επιμονή ένα εξωτερικό σημάδι που θα συγκολλήσει τα σπαράγματά τους (κληρονομιά μητρική). Οι ερωτικές επιστολές έχουν σαν σκοπό αυτό που έχουν πάντα οι ερωτικές επιστολές, το πύρωμα, το μοίρασμα, την κατάδυση στον άλλον, ωστόσο είναι ασυνήθιστα επιθετικές: ξεκαθαρίζουν εξαρχής στον παραλήπτη τους ότι αυτό που του προσφέρεται είναι ένας άνθρωπος διαλυμένος, συμφοριασμένος, σχεδόν άυλος, δίχως να αφήνουν περιθώριο για μια ανατροπή της εικόνας ή, έστω, την αφομοίωσή της μέσα στην εικόνα του άλλου. Η July χρησιμοποιεί το bizarre, το λοξοκοίταγμα στις λεπτομέρειες, την παραλλαγή της κοινοτοπίας, τον πλάγιο λόγο, προκειμένου να σμιλέψει τα πρόσωπά της με τέτοιον τρόπο ώστε να φαίνονται με την πρώτη ματιά ευάλωτα, κερματισμένα, απεγνωσμένα για αγάπη. Τα ζωγραφίζει με χέρι ελαφρύ, τα καρφιτσώνει σε εικόνες και σκηνές γνώριμες, οικείες στη Δύση του κέντρου ή της περιφέρειας, για να τα φέρνει αντιμέτωπα με αναπάντεχες ριπές του αλλόκοτου οι οποίες απειλούν κάθε στιγμή να τα γκρεμίσουν. Το χαρακτηριστικό και απολαυστικό χιούμορ της July δίνει αρχικά την εντύπωση ότι πρόκειται γι’ ανθρώπους ας πούμε κανονικούς, ενίοτε λίγο αφελείς, υπερβολικά ευαίσθητους, με μια βαθειά ανάγκη να συνυπάρξουν με κάποιον άλλον (ή κάποιους άλλους). Εάν όμως τους ξανακοιτάξει κανείς με την απαραίτητη δυσπιστία, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα είδος περίτεχνα εγωιστικών πλασμάτων τα οποία –παρότι δεν έχουν συνείδηση του εγωισμού τους– δεν είναι διατεθειμένα να παραχωρήσουν τον οικείο τους εαυτό αμαχητί. Το υλικό που τους ορίζει και τους ωθεί στην αναζήτηση ενός άλλου προσώπου, και που δεν είναι άλλο παρά μια μορφή εσωτερικής αιμορραγίας – ή μοναχικού πόνου, είναι το ίδιο που εμποδίζει την πολυπόθητη συνάντηση: η αιμορραγία είναι ο τρόπος τους ν’ αναπνέουν και άλλον τρόπο δεν γνωρίζουν.

 

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν πρόκειται ασφαλώς για μια σαδιστική προσωπικότητα που έχει σκοπό να παγιδεύσει στη δυστυχία της όποιον βρεθεί στο διάβα της με πρόσχημα τον έρωτα. Το ζήτημα είναι άλλης τάξης και έχει να κάνει με όσα η γενιά μας κληρονόμησε και πασχίζει να διατηρήσει. Εάν δηλαδή το ζήτημα ήταν κάποτε ο ιδεώδης έρωτας μες στον οποίο θα διακινδυνεύσουμε την απώλεια του εαυτού μας, σήμερα έχει αλλάξει τους όρους του, κι αυτό επειδή είχαμε τόσον χρόνο να ακούμε μόνο τον εαυτό μας ώστε η μοναξιά διεκδίκησε και κατοχύρωσε θέση θεμελίου, ρίζωσε τόσο βαθειά μες στα κύτταρά μας ώστε κάθε μυρωδιά που αναδύουμε –όσο λεπτή και καρυκευμένη– παραπέμπει στην οικειότητα του ενός, όχι στο άρωμα των δύο. Ας πούμε ότι ήταν μυρωδιά από λιβάνι, γράφει ο Πεντζίκης, και λίγο παρακάτω: Εξακολουθώ να το πιστεύω και σήμερα, πως αυτές οι τρομακτικές φανερώσεις γίνονται μονάχα στη μοναξιά. Αν δεν το πίστευα, δε θα ’χα κάμει σκοπό της ζωής μου την προσπάθεια να την τσακίσω και να παντρευτώ. Ένας άνθρωπος δίπλα σου αλλάζει την εικόνα του κόσμου που μπορείς να δεις. Οι γυναίκες και οι άντρες της July είναι πιστοί στη σταυροφορία του έρωτα, και παρότι αγαπούν τον συντριμμένο εαυτό τους όσο τίποτε άλλο, έχουν τη γενναιότητα και την ειλικρίνεια ν’ αποζητούν το αναποδογύρισμα του κόσμου τους. Η ματαιότητα της σταυροφορίας τους χτίζεται με συγκινητική επιμέλεια από την Miranda July, και επειδή ο κυνισμός δεν έχει καμία θέση στο έργο της, βλέπουμε πού και πού να φανερώνονται –μέσα απ’ τις ρωγμές– ερωτικά καλέσματα άλλων εποχών, μικρά αλλά ισχυρά και παλλόμενα, σαν αναμνήσεις αμοιβαιότητας.

 

Γιάννης Αστερής

 

Το διήγημα «Ομάδα κολύμβησης» της Αμερικανίδας Miranda July (γεν. 1974) είναι από τη συλλογή διηγημάτων No one belongs here more than you και είναι ένα από τα διηγήματα που συμπεριλήφθησαν στην παράσταση Κανείς δεν ανήκει εδώ περισσότερο από σένα της θεατρικής ομάδας Phantom Pain και που είναι τα μοναδικά κείμενα της Miranda July που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά. Από το πρόγραμμα της παράστασης είναι και το κείμενο του Γιάννη Αστερή. Δείτε κάποια αποσπάσματα από την παράσταση εδώ. Διαβάστε για τη ζωή και το έργο της πολυτάλαντης Miranda July στη WIKIPEDIA.

Στις σελίδες της Logotexnias21 δημοσιεύεται επίσης το διήγημα της Miranda July  «Αυτό το άτομο». Η Logotexnia21 ευχαριστεί πολύ τον Στέφανο Ντρέκο για την άδεια δημοσίευσης των κειμένων της παράστασης.