Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή Μελέτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή Μελέτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αυγή Μελέτη, Ο καύσωνας

Painting by Moise Kisling



«Θε μου τι ζέστη», έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι, διώχνοντας με το χέρι της κάποιο ζουζούνι που προσγειωνόταν στο μπράτσο ή στο φουστάνι της. Η Έμμα ήταν σύζυγος βουλευτή, μεγαλωμένη μ’ ένα χρυσό κουτάλι στο στόμα. Εκπληκτικής ομορφιάς, με επιδερμίδα αλαβάστρινη, μακριές βλεφαρίδες και όλη τη συλλογή του Hermes από φουλάρια να κοσμούν την κρεβατοκαμάρά της πεταμένα σε διάφορες μεριές. Ένα τέτοιο φουλάρι φορούσε και τώρα στο λαιμό της. Απαλό κίτρινο με καταπράσινους φοίνικες και μια ζωηρόχρωμη μπανανιά μέσα σε μια γλάστρα. Η Έμμα δεν υπολόγιζε τα χρήματα όταν ήταν να ξοδέψει για τον καλλωπισμό της.

 

«Μια γυναίκα βουλευτή οφείλει να δείχνει το δρόμο της αξιοπρέπειας στους ψηφοφόρους του συζύγου της. Και η αξιοπρέπεια περνά από ένα φουλάρι Hermes», συνήθιζε να λέει σε όσους την έψεγαν για τα έξοδα που έκανε.

 

Κατέβαινε το δρόμο αργά, νοιώθωντας ότι βρισκόταν μέσα σε ένα  καμίνι και οι φλόγες την έτρωγαν. Έβγαλε από το τσαντάκι της μια στρογγυλή χρυσαφένια θήκη πούδρας και άρχισε να πουδράρει τη μύτη της. Η ζέστη έλιωνε το μακιγιάζ της, κι ας είχε στοιχίσει ένα σωρό χρήματα. Ο καύσωνας, που είχε χτυπήσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα τις ακτές, έκανε την Έμμα σχεδόν να πονά σωματικά. Είχε γεννηθεί σε λάθος τόπο, γιατί η χώρα της ήταν μια από τις πιο ζεστές χώρες της Μεσογειακής λεκάνης.

 

«Έπρεπε να είχα γεννηθεί στις Άλπεις», μονολογούσε στον καθρέπτη της ή όταν έπαιρνε στην κουζίνα το πρωινό μαζί με την υπηρεσία της, τη Φλωρεντία. «Σε οποιαδήποτε βόρεια χώρα, ακόμα και στην Αλάσκα», αναστέναζε ξανά και ξανά. Η Φλωρεντία την κοιτούσε βαθιά στα μάτια σα να κατανοούσε πλήρως τη δυστυχία της και αναστέναζε κι εκείνη. «Θα έρθετε κυρία να σας τρίψω;» Η Έμμα την ακολουθούσε σαν υπνωτισμένη, λίγο τρίψιμο θα της έκανε καλό, θα ξεχνούσε πόσο υπέφερε, γιατί είναι πραγματικό βάσανο να ζεις μέσα σε καύσωνες, ανάμεσα σε ανθρώπους που ιδρώνουν και αδέσποτα σκυλιά που γαυγίζουν αποχαυνωμένα μέσα στους καυτούς δρόμους της πόλης. Κι εκείνα τα ταξί! Φούρνοι της κολάσεως. Οι περισσότεροι οδηγοί αρνούνταν να ανοίξουν το κλιματιστικό λόγω των εξωφρενικών αυξήσεων στις τιμές της βενζίνης που είχε επιβάλει η κυβέρνηση –κι ανάμεσά τους κι ο άντρας της.

 

Ένας τέτοιος οδηγός την είχε εκνευρίσει σήμερα το πρωί, παροτρύνοντας την να χρησιμοποιήσει τη βεντάλια της, γιατί εκείνος αρνούνταν να ανοίξει τον κλιματισμό. «Είναι χαλασμένος», της είπε ξερά. Η Έμμα δε χρησιμοποιούσε βεντάλιες. Όποτε έβλεπε γυναίκα να χρησιμοποιεί βεντάλια, μόρφαζε απαξιωτικά. «Δεν έχω βεντάλια, κύριε!» του είχε απαντήσει πιο ξερά εκείνη. «Ανοίξτε, σας παρακαλώ, τον κλιματισμό, ξέρω ότι λειτουργεί. Λέτε ψέματα»

 

«Γιατί λέω ψέματα;»

«Γιατί όλοι οι οδηγοί λέτε ψέματα».

«Δεν υπάρχει κλιματισμός. Θέλετε να σας κατεβάσω μήπως;»

«Προχώρα, σε παρακαλώ». Η φωνή της  ήταν αυστηρή. Θα του έδειχνε ποιος είχε το πάνω χέρι.

 

Μετά από δέκα λεπτά ο οδηγός τράβηξε χειρόφρενο. Όσο η Έμμα λαγοκοιμόταν στο πίσω κάθισμα, εξαντλημένη από τη φρικτή ζέστη, την είχε οδηγήσει στο πιο ψηλό σημείο του λόφου που δέσποζε στο κέντρο της πόλης.. Εκεί ακριβώς όπου ο ήλιος χτυπούσε αλύπητα.

 

«Κατεβείτε, κυρία. Αν δεν κατεβείτε, θα έρθω πίσω και θα σας βγάλω με το ζόρι. Αν με αναφέρετε, ξέρω ποια είστε. Θα σας βρω εύκολα. Γυναίκες σαν κι εσάς πρέπει να εξαφανίζονται από την κοινωνία».

 

Αναγκάστηκε να κατέβει το λόφο με τα πόδια. Ποτέ δεν τα είχε χρησιμοποιήσει τόσο πολύ. Τα ακριβά της παπούτσια μάτωσαν τα δάχτυλά της. Ο ιδρώτας έρεε άφθονος στην πλάτη της, στην κοιλιά της, πίσω απ’ τ’ αυτιά της, ανάμεσα στα μαλλιά της. Δυο τεράστιοι λεκέδες σχηματίσθηκαν στα πλευρά της από πάνω μέχρι κάτω. Το φουλάρι την έπνιγε. Το τέντωνε συνεχώς προς τα κάτω μέχρι που το τράβηξε απότομα από το λαιμό της και το πέταξε πίσω της, στραπατσαρισμένο και μούσκεμα. Σιχάθηκε τον ίδιο της τον εαυτό. 

 

 

 

 

 

Το διήγημα «Ο καύσωνας» της Αυγής Μελέτη (γνωστής και ως Regina Bou, γεν. 1970) δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά της «Η κοιλιά», «Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα», «Μεταμεσονύκτια μπισκότα», «Η έμπνευση», «Η σφαίρα του Πουανκαρέ», «Η παντόφλα» και «Σεπτέμβρης». Πληροφορίες για τη συγγραφέα μπορείτε να βρείτε εδώ.

 

Αυγή Μελέτη, Σεπτέμβρης

Frida Kahlo, Portrait of Natasha Gelman, 1943

 

«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απόμακρη και απούσα. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Αισθανόμουν τη μοναξιά της απομόνωσης, που καθώς ενηλικιωνόμουν με έκανε έναν μελαγχολικό νεαρό άντρα, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στις ονειροπολήσεις και στο γράψιμο. Γράφοντας ανακάλυψα πως μπορούσα επιτέλους να ακούσω φωνές μέσα στο άδειο κεφάλι μου. Γιατί το κεφάλι μου ήταν ένα μέρος άδειο και τρομακτικά ήσυχο. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του. Τη σιωπή που έχει ένας βυθός που δεν τελειώνει ποτέ.

 

Τα δέντρα είχαν τη μυστική ζωή τους που κανένας μας δεν μπορούσε να αντιληφθεί. Η ακινησία τους παλλόταν σαν καλοτεντωμένη χορδή κάθε φορά που ανοιγοκλείναμε τα μάτια μας. Και οι ρίζες τους προχωρούσαν και βάθαιναν μέσα στο έδαφος, προκαλώντας τριγμούς στα μεσημέρια μας, τριγμούς που ήμασταν ανίκανοι να τους αισθανθούμε. Εκτός από την Κόκοσκα που ένοιωθε και καταλάβαινε τα πάντα. Η ίδια έλεγε πως έτσι είχε γεννηθεί. Με περισσότερα αγγεία από ό,τι οι άλλοι οι άνθρωποι, με περισσότερα νεύρα στο ευαίσθητο κεφάλι της. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Ήταν μια καταδίκη. Κόκοσκα, θα κατανοείς τα ακατανόητα, θα αντιλαμβάνεσαι τα ανύπαρκτα και θα βλέπεις τα αόρατα. Η μητέρα μου ορκιζόταν πως κάποιος της είχε ψιθυρίσει αυτά ακριβώς τα λόγια στο αυτί τη στιγμή που την ακουμπούσαν προσεκτικά μέσα στην πρώτη μωρουδιακή κούνια της, και πως ήταν αδύνατον να ξεχάσει το κόκκινο χρώμα στα ξύλινα κάγκελα γύρω από το βρεφικό της κεφάλι.

 

Καθώς μεγάλωνα και την έβλεπα να κάθεται πετρωμένη και αμίλητη δίπλα στο παράθυρο του υπνοδωματίου της, δεν θυμάμαι αν είχα προσπαθήσει ποτέ να την πλησιάσω. Δεν μπορούσα καν να έχω τέτοιες αναμνήσεις. Η εικόνα της, να στέκεται έτσι, μου προκαλούσε έναν τρομερό φόβο. Δεν γυρνούσε να με κοιτάξει, δεν ανάσαινε, τα βλέφαρά της δεν κουνιόνταν. Το πιο τρομακτικό για μένα τότε ήταν να καταλάβω αυτή την ακινησία. Ήξερα ότι δεν κοιτούσε πουθενά, δεν αφουγκραζόταν κάτι, δε σκεφτόταν τίποτα. Η Κόκοσκα απλώς έπαυε να υπάρχει. Και γι’ αυτό υπήρχε περισσότερο από ποτέ. Το σώμα της, σταθερό και στητό καθώς καθόταν στην ψάθινη πολυθρόνα, γινόταν το σημείο όπου ό,τι υπήρχε κάτω από το χώμα, στα έγκατα του σπιτιού, και ό,τι υπήρχε πάνω και πέρα από τον ουρανό που το φώτιζε, ενώνονταν μέσα της, μεταμορφώνοντάς την σε ένα πλάσμα δαιμονικό για μένα. Καθώς την κοιτούσα, το στομάχι μου σφιγγόταν και τα βλέφαρά μου σταματούσαν να σαλεύουν. Ήταν σαν να μου μετέδιδε την ακινησία της. Ήθελα να πω σιγά το όνομά της ή να πω «μαμά, είμαι εδώ» απαλά, για να μην την τρομάξω. Αλλά ούτε αυτό μπορούσα να κάνω. Ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν την ίδια μου τη μητέρα. Συναισθανόμενος τη δίνη που στροβιλιζόταν στο στήθος της, καταπίνοντας το σώμα της απ’ έξω προς τα μέσα, δεν ήξερα αν έπρεπε να λυπηθώ γι’ αυτή τη μελαγχολία ή να την αγνοήσω. Όπως έκανε πολλές φορές και η ίδια για μένα, αδιαφορώντας αν υπάρχω, πού βρίσκομαι ή αν ζω.

 

«Το Σεπτέμβριο μπορούμε να γράψουμε τις ωραιότερες ιστορίες, το γνώριζες αυτό;» μου έλεγε καθώς έκανε τις δουλειές του σπιτιού κάποιες φορές. Όχι, δεν το γνώριζα. «Γιατί συμβαίνει αυτό;» τη ρωτούσα, πραγματικά απορημένος με το πόρισμά της. Οι ερωτήσεις μου ήταν ενοχλητικές. Ανασήκωνε τους γερούς της ώμους και κουνούσε το κεφάλι της ως δείγμα εκνευρισμού. «Αν θέλεις πάντα να μαθαίνεις το γιατί, δε θα κατανοήσεις ποτέ σου τίποτα.»

 

Σεπτέμβρη πέθανε και ο Άλμα. Ο Άλμα φορούσε πάντα κάλτσες στο χρώμα του ροδιού και διάβαζε Γερμανική λογοτεχνία. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο. Με αποκαλούσε «μικρό παπαγαλάκι» στα γαλλικά. «Πτι πεγοκέ, θα πας στο πεγίπτεγο να μου φέγεις τσιγάγα;» «Πτι πεγοκέ, τι λέει η εφημεγίδα σήμεγα;» Για να τον ευχαριστήσω, μιμούμουν τα κρωξίματα του παπαγάλου, κι αυτός γελούσε. «Είσαι ένα πολύ καλό παιδί». Τα δάχτυλά του χάιδευαν τρυφερά το κεφάλι μου. Η Κόκοσκα δυσφορούσε. «Αυτό το παιδί κάνει συνεχώς ηλιθιότητες», έλεγε στον καθρέφτη καθώς ανεβοκατέβαζε με μανία τη βούρτσα ανάμεσα στα μαλλιά της. «Κόκοσκα», σοβάρευε απότομα καθώς έγερνε το σώμα της κοντά στον καθρέφτη, «εσύ το έκανες αυτό το παιδί, μην το ξεχνάς. Και το αγαπάς.»

 

Υπήρχαν διαστήματα στα οποία η Κόκοσκα γινόταν διαχυτική μαζί μου. Με περιποιούνταν τότε από το πρωί ως το βράδυ, με ρωτούσε συνεχώς πώς περνάω, τι πιστεύω για εκείνο, τι πιστεύω για το άλλο. «Είσαι καλά, αγαπημένο μου παιδί, μήπως το παρακάνω;»

 

Ναι, το παρακάνεις, ήθελα να της πω, γιατί ασφυκτιούσα. Δεν ήμουν συνηθισμένος σε τόσες περιποιήσεις εκ μέρους της, ούτε σε τέτοιο ενδιαφέρον. Πρέπει να μείνεις όπως είσαι Κόκοσκα, δε σε ξέρω όταν προσποιείσαι μια άλλη. Κι εκείνη σα να άκουγε τι σκεφτόμουν μέσα στο κεφάλι μου, σταματούσε ξαφνικά να είναι μια καλή και τρυφερή μητέρα και ξαναγύριζε στον κόσμο της. «Ο κόσμος της Κόκοσκα» έλεγε ο Άλμα, εισπνέοντας με απόλαυση τον καπνό του τσιγάρου του. Καθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι της κουζίνας και μου έδινε στα κρυφά να καπνίσω κι εγώ. «Ξέγεις με τι μοιάζει η μαμά σου;» με ρωτούσε. Απαντούσα πως δεν ξέρω, αν και ήξερα. Η μητέρα μου ήταν ένα δέντρο. Φυτεμένο μες στο σπίτι. Τα κλαδιά της χτυπούσαν στους τοίχους και οι ρίζες της φύτρωναν κάτω από τα τσιμέντα. Περνούσε τη βούρτσα μέσα από τα μαλλιά της, καθισμένη στην τουαλέτα της και τα φύλλα της χοροπηδούσαν τριγύρω σαν τρελά.

 

«Με τι μοιάζει λοιπόν η μαμά μου, Άλμα;» Με διέταζε τότε να κλείσω τα μάτια μου. «Δες και πες μου κι εμένα», έλεγε χαμογελώντας. Έκλεινα τα βλέφαρά μου. Αλλόκοτα χρώματα μπλέκονταν το ένα με το άλλο σε ένα μοτίβο δίχως καμία συνοχή και καθαρότητα. Μέσα από το σκοτεινό βάθος ξεπρόβαλλε σιγά σιγά η μητέρα μου. Μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε, ώσπου η μορφή της καταλάμβανε το κέντρο του οράματός μου. Αν πίεζα λίγο τα μάτια μου, μπορούσα να δω τα φυλλαράκια να φυτρώνουν στα χέρια της, στο λαιμό της, στο πρόσωπό της. Κάτω από τα πόδια της υπήρχε ένα βροντερό ποτάμι που απειλούσε να τη ρουφήξει. Η εικόνα αυτή με ευχαριστούσε πολύ, δίχως να ξέρω από πού πηγάζει αυτή η ευχαρίστηση. Πλημμύριζα από ανεξήγητη λατρεία, μια λατρεία που είχε περισσότερο ως αντικείμενο εμένα, παρά τη μητέρα μου. Ήταν οι μόνες στιγμές που ένοιωθα γαλήνη με τον εαυτό μου. Και ήθελα να βλέπω και να ξαναβλέπω τη μητέρα μου να αιωρείται στο κενό, πάνω από το νερό που φαινόταν να βράζει. Κι εγώ να ησυχάζω επιτέλους και να μη φοβάμαι.

 

-Τι βλέπεις λοιπόν; επέμενε ο Άλμα.

 

- Περίεργα σύννεφα, νομίζω.

 

- Λες ψέματα μικγέ. Η μαμά σου δεν είναι σύννεφο.

 

 

 

 

 

Το διήγημα «Σεπτέμβρης» της Αυγής Μελέτη (γνωστής και ως Regina Bou, γεν. 1970) δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά της «Η κοιλιά», «Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα», «Μεταμεσονύκτια μπισκότα», «Η έμπνευση», «Η σφαίρα του Πουανκαρέ» και «Η παντόφλα» . Πληροφορίες για τη συγγραφέα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Αυγή Μελέτη, Η παντόφλα

Photo by Muriel McDonald

 

Πάντως, πολλές φορές αυτο-οριζόμαστε δίχως να γνωρίζουμε τέλεια την ουσία  του ορισμού που επιλέγουμε. Εμένα αυτό κάποιες φορές με έκανε δυστυχή. Και όχι μόνο εμένα. Αλλά και τους γύρω μου. Και δεν ξέρω αν κάποιοι ορισμοί όντως είναι κάτι άλλο πέρα από ορισμοί. Αν δεν είναι, τότε αυτο-οριζόμαστε με κάτι που καν δεν υπάρχει. Κάνω όλο αυτόν τον πρόλογο γιατί θα ήθελα να συνεχίσω με αυτό για το οποίο ξεκίνησα να μιλάω προηγουμένως και κάποιοι από εσάς με στραβοκοιτάξατε, δηλαδή το ότι είμαι μια παντόφλα. Η  παντόφλα έχει έναν συγκεκριμένο ορισμό που της το δίνουν το σχήμα, το υλικό κι η χρήση της. Δεν είστε παντόφλα, κύριε, μου είπε ένας ανόητος. Οι παντόφλες δε μιλούν. Και που το ξέρετε εσείς, κύριε; Τις έχετε ακούσει ποτέ να μη μιλούν; 

 

Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε το ακριβές νοητικό περιεχόμενο της ερώτησής μου και τη λεπτή διαφορά που δείχνει, ξεκάθαρα νομίζω, η αντιστροφή της.

 

Οι παντόφλες, κύριε, δεν έχουν μάτια, δεν έχουν στόμα και μύτη, ούτε αναπνέουν, συνέχισε εκείνος ο ανόητος με μεγαλύτερη  ειρωνεία κι επιμονή. Είμαι εξελιγμένο μοντέλο, κύριέ μου, του αντέτεινα. Ποιος εμποδίζει μια παντόφλα να εξελιχθεί; Με εννοείτε; Όχι μόνο έχω συγκεκριμένο ορισμό αλλά μπορώ και να τον επεκτείνω. Ο ορισμός πλέον δε με ορίζει αλλά τον ορίζω. Όχι, για σκεφτείτε το λίγο αυτό. Δεν το βρίσκετε μεγαλοφυές; Όχι, μου απάντησε ο κάπρος, λέτε γελοία πράγματα. Αν είστε παντόφλα, ελάτε να σας φορέσω. Τα πόδια μου κρυώνουν. Ελάτε λοιπόν.  Ξεχνάτε, κύριε, του είπα  με περιφρόνηση -την οποία ελπίζω ότι είχε την ελάχιστη απαιτούμενη οξυδέρκεια για να διακρίνει-, ότι οι παντόφλες δεν «έρχονται» για να τις φορέσουν. Μια παντόφλα δεν περπατάει προς το πόδι της. Το πόδι περπατάει προς αυτήν. Ελάτε λοιπόν εσείς. Φορέστε με. Δοκιμάστε με. Ο κρετίνος με κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. Συγχύστηκε και έκατσε ξανά στη θέση του απλώς, κουνώντας το χονδροειδές κεφάλι του δήθεν προς επίφαση της δικής μου βλακείας κι όχι της δικής του. Οι άνθρωποι του είδους του αντιδρούν με παρόμοιες πρωτόγονες αντανακλαστικές νοητικές κινήσεις, τις οποίες μόνο οι ίδιοι κατανοούν μέσα στον κόσμο των ακατανόητων νοημάτων τους.

 

Έλεγα λοιπόν ότι είμαι μια παντόφλα και ότι οι παντόφλες έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο ορισμό, ο οποίος περικλείεται στη χρήση και τη μορφή τους. Βάσει των υπαρχουσών μορφών μιας παντόφλας αλλά και βάσει της περιορισμένης χρήσης τους, φυσικά και δεν είμαι παντόφλα. Με τα μάτια ενός ηλίθιου πάντα. Όμως, όπως είπα και παραπάνω, τι είναι αυτό που θα με εμποδίσει να επεκτείνω τον ίδιο τον ορισμό μου; Είμαι μια παντόφλα 1,82 με χέρια και πόδια. Μια παντόφλα που περπατάει και τρώει. Και όποιος θέλει να με φορέσει δεν έχει παρά να ψάξει για το ζευγάρι μου. Μπορεί να φοριέμαι με διαφορετικό τρόπο αλλά αυτό αλλάζει σε τίποτα τον αυτο-ορισμό μου; Όχι. Και όσες αντιρρήσεις και να έχετε εσείς, εγώ απλώς γελώ μαζί τους.

 




Το διήγημα «Η παντόφλα» της Αυγής Μελέτη (γνωστής και ως Regina Bou, γεν. 1970) δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά της «Η κοιλιά», «Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα», «Μεταμεσονύκτια μπισκότα», «Η έμπνευση» και «Η σφαίρα του Πουανκαρέ». Πληροφορίες για τη συγγραφέα μπορείτε να βρείτε εδώ. 

Αυγή Μελέτη, Η σφαίρα του Πουανκαρέ

Ξύπνησα μέσα σε μια παλιά παιδική μου φωτογραφία. Η αίσθηση ήταν παράξενη ακόμη και για μένα που όλη μου η ζωή είχε υπάρξει ως σημείο διακλάδωσης μιας ασυνήθιστης ροής γεγονότων, τα οποία με σημάδεψαν τόσο ώστε να καταλήξω να ξεχάσω ποιος είμαι. Ο γιατρός μου υποστήριζε πως είναι εξαιρετικά σπάνιο για έναν ασθενή με αμνησία να μη θέλει να μάθει ποιος ήταν και ακόμη πιο σπάνιο να μην αισθάνεται καμία θλίψη ή αγωνία για τις χαμένες αναμνήσεις του. Κατά περίεργο τρόπο αισθανόμουν πολύ νηφάλιος και μάλλον ευτυχισμένος θα έλεγα. Είχα αποφασίσει να είμαι κανένας καθώς και να μην αφήσω κανέναν να προσπαθήσει να με πείσει ότι ήμουν κάποιος με ένα κάποιο παρελθόν το οποίο δεν είχε καμία σχέση με εμένα πια. Δε με ενδιέφερε το παρελθόν μου, δε με ενδιέφερε το μέλλον μου. Μου αρκούσε που ρουφούσα μικρές στιγμές παρόντος και ας ήταν άδειες. Ήταν η ίδια ευχάριστη αίσθηση που μου έδινε το καλαμάκι πάνω στις άδειες φούσκες του αναψυκτικού μου. Συνήθιζα να πίνω ένα αναψυκτικό κάθε απόγευμα και ήταν μέσα σε δευτερόλεπτα ενός τέτοιου απογεύματος που ανοιγόκλεισα τα μάτια και από το δωμάτιο του θεραπευτηρίου βρέθηκα μέσα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. Μαζί με άλλα τρία παιδιά που δε γνώριζα. Αποτελούσαμε τα μέλη μιας μικρής παιδικής ορχήστρας. Το ένα από τα παιδιά ξελαρυγγιαζόταν στο τραγούδι, τα άλλα δυο έπαιζαν κάτι αστείες κιθαρούλες και εγώ μια ολόλευκη τρομπέτα. Αποφάσισα να τα ρωτήσω αν με γνώριζαν αλλά με αγνόησαν επιδεικτικά. Χρειάστηκε να επαναλάβω την ερώτηση άλλες τρεις φορές για να καταλάβω πως δε με αγνοούσαν. Δε με έβλεπαν. Μόνο εγώ μπορούσα να βλέπω και τους τρεις τους και δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως εκείνοι μπορούσαν να δουν τίποτα άλλο πέρα από τον εαυτό τους και ας έμοιαζαν να κοιτούν ο ένας τον άλλον. Υπήρχε κάποιο αόρατο παραπέτασμα ανάμεσά μας, κάτι που μας χώριζε αλλά δε μας άφηνε να απομακρυνθούμε μεταξύ μας. Διαπίστωσα πως μπορούσα άνετα να κουνήσω τα χέρια και τα πόδια μου και έκανα μια βόλτα από τη μία άκρη της φωτογραφίας στην άλλη. Με εξέπληξαν οι περιορισμένες διαστάσεις, σίγουρα κάτι δε θα είχα κάνει καλά. Ξαναέκανα τις ίδιες κινήσεις, κατευθύνθηκα από τη μία άκρη στην άλλη. Αυτό ήταν. Μόνο δυο άκρες σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Οι τρεις άγνωστοι φίλοι μου εξακολουθούσαν να μη με βλέπουν. Μου έδιναν την αίσθηση πως δε γνώριζαν καν που βρίσκονται. Ήταν πολύ πιθανόν να ήμουν ο μόνος που γνώριζε που βρισκόμασταν αλλά όχι για ποιο λόγο ήμασταν εκεί. Για αυτούς ο κόσμος τριγύρω, η παλιά αποθήκη πίσω μας, το άγνωστο φως μπροστά μας, όλα είχαν διαστάσεις, βάθος και πλάτος που μπορούσαν να τα αγγίξουν με τα χέρια τους και να βουτήξουν ξένοιαστοι και αδιάφοροι μέσα σε αυτά. Η άγνοια μπορεί να γίνει πηγή ευτυχίας, το να είσαι ξένοιαστος είναι μια μορφή ευτυχίας. Τους άκουγα να σέρνουν επίτηδες τα πόδια τους για να δημιουργήσουν μικρά σύννεφα σκόνης στο δρόμο και τους έβλεπα να επεξεργάζονται με ανία τα μουσικά τους όργανα ή να παίζουν με τα κουμπιά της ζακέτας τους, τόσο προσηλωμένοι σαν να έκρυβαν εκείνα τα κουμπιά το μυστικό της ύπαρξής τους.

 

Η ταυτότητα του φωτογράφου άρχισε να με βασανίζει. Ποιος μπορεί να μας είχε τραβήξει αυτή τη φωτογραφία, γιατί μας είχε διαλέξει και για ποιο λόγο; Δεν ήταν σχολική, ούτε οικογενειακή φωτογραφία. Ήταν η φωτογραφία τεσσάρων φίλων ή τεσσάρων αγνώστων μεταξύ τους παιδιών. Παρατήρησα προσεκτικά τη λευκή τρομπέτα που κρατούσα στα χέρια μου. Ίσως αυτό το μουσικό όργανο να γνώριζε περισσότερα από ό,τι γνώριζα εγώ. Έφερα προσεκτικά τη μία της άκρη μπροστά από το δεξί μου μάτι, μισόκλεισα το αριστερό, την ανασήκωσα σα τηλεσκόπιο και κοίταξα μέσα της. Ένα εκτυφλωτικό φως εισέβαλε από το άλλο άκρο της και χτύπησε το ανοιχτό μου μάτι. Ξαφνιάστηκα και έχασα την ισορροπία μου για λίγο αλλά γρήγορα επανέκτησα τη σταθερότητα του σώματός μου, ήξερα πως να στέκομαι αλύγιστος και άκαμπτος και πως να προσδίδω σοβαρότητα στη στάση μου. Νομίζω πως αυτό είναι κάτι που θυμάμαι, αλλά ίσως να είναι και μια απάτη της μνήμης μου, ένα αποτέλεσμα του παιχνιδιού που αυτή η φωτογραφία αποφάσισε να παίξει μαζί μου. Κατέβασα την τρομπέτα στη μύτη μου, είχα αποφασίσει να χρησιμοποιήσω όλες τις αισθήσεις μου. Μύριζε κάτι γνώριμο και κάτι άγνωστο μαζί. Αυτή η διπλή μυρωδιά με σάστισε περισσότερο από κάθε τι. Πίεσα τον εαυτό μου να ξαναγυρίσει στο θεραπευτήριο, αλλά ήταν αδύνατον. Αν ο γιατρός περνούσε σε λίγο από το θάλαμό μου θα ήξερε πώς να με επαναφέρει στο δωμάτιο, φτάνει να άκουγα τα βήματά του ή τον ήχο της φωνής του, αλλά ως τότε δε μπορούσα να κάνω και πολλά παρά μόνο να περιμένω και να ευελπιστώ πως θα περάσει σύντομα.

 

Η μυρωδιά της τρομπέτας, ναι η μυρωδιά της τρομπέτας. Είχα κολλήσει. Και ήξερα ξαφνικά με βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε τίποτα το σημαντικότερο στη ζωή μου ως τότε, από τις μυρωδιές. Οσμίστηκα καινούρια τσόχα και κάτι ακόμη, μια μυρωδιά που δεν είχα ξαναμυρίσει ποτέ στη ζωή μου και δεν ήξερα πως να τη χαρακτηρίσω ή πού να την κατατάξω. Δεν μπορούσα να ανακαλέσω τίποτα παρόμοιο οσφρητικά στη μνήμη μου. Στην αδύνατη ούτως ή άλλως μνήμη μου. Την έβαλα μπροστά στο στόμα μου, κρατώντας τη όμως σε μια απόσταση και φύσηξα δυνατά στο εσωτερικό της, σα να ήθελα να την καθαρίσω από τη σκόνη.

 

Και τότε ήταν που κατάλαβα πως δεν μπορούσα όντως να κινηθώ ούτε εκατοστό εμπρός, ούτε πίσω, παρά μόνο αριστερά και δεξιά. Ήταν σα να προσέκρουα σε ένα συμπαγές κενό όταν προσπαθούσα να κινηθώ μπροστά και πίσω. Τα πόδια μου δεν υπάκουαν. Μπορούσα να διασχίσω κατά μήκος το χώρο στη φωτογραφία, σα να περπατώ σε μια νοητή ευθεία, αλλά δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω καμία άλλη ευθεία. Οι δύο άκρες δεν είχαν κανένα απολύτως βάθος και αυτή η έλλειψη βάθους καταργούσε όλες τις ευθείες πλην μίας. Η αδυναμία μου να επικοινωνήσω με τα άλλα τρία παιδιά έγινε πιο βασανιστική τώρα, ειδικά όταν τα έβλεπα να κινούνται όπως θέλουν δίχως κανένα περιορισμό. Άραγε συνέβαινε το ίδιο και με εκείνα; Ήμουν εγώ η εικόνα της ελεύθερης κίνησης για αυτά; Μήπως το καθένα βρισκόταν στο δικό του ξεχωριστό πλαίσιο δίχως καμία πραγματική επικοινωνία το ένα με το άλλο; Μήπως και αυτά μπορούσαν να κάνουν τις ίδιες ακριβώς κινήσεις με εμένα αλλά εγώ έβλεπα κάτι άλλο; Μπορεί κάποιος να ήθελε να παίξει μαζί μας στήνοντας παραμορφωτικούς καθρέφτες που δεν αλλοίωναν τη μορφή αλλά τις διαστάσεις. Όλα αυτά ήταν πολύ μπερδεμένα για κάποιον άνθρωπο σαν εμένα, έναν άνθρωπο με απώλεια μνήμης. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι παρότι είχα φυσήξει την τρομπέτα δεν υπήρξε κανένας ήχος. Είχα την αίσθηση της όρασης, της αφής, της όσφρησης, αλλά είχα χάσει αυτήν της ακοής; Ή δεν υπήρχε αυτή η αίσθηση εκεί που βρισκόμουν; Η σκέψη αυτή ήταν αρκετή για να μου προκαλέσει έναν τρόμο που παρόμοιο δεν είχα ξανανιώσει. Σαν αυτή η έλλειψη της ακοής και του ήχου να σηματοδοτούσε την κατάβασή μου σε έναν κόσμο όπου η ακοή δεν ήταν απαραίτητη. Δεν μπορούσα να φανταστώ κάτι πιο τρομακτικό από αυτό. Ένας κόσμος δίχως ήχους, η απόλυτη ακινησία, μια σήραγγα που με οδηγούσε σε ένα δωμάτιο όπου τα πάντα ήταν αλλοιωμένα από την επιβολή μιας αφύσικης τεράστιας σιωπής. Τα μουσικά όργανα στα παιδικά χέρια μας ήταν η μεγαλύτερη ειρωνεία.

 

Όλα έμοιαζαν να επιπλέουν σε μια φούσκα νερού δίχως νερό. Μαζί τους και εγώ. Κυρίως εγώ.

 

Ο ωκεανός. Ένας τεράστιος βουβός ωκεανός.

 

Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να εισπνεύσω το θαλασσινό νερό. Ο γιατρός θα τα εύρισκε ενδιαφέροντα όλα αυτά όταν θα τελείωναν και θα μπορούσα να του τα διηγηθώ. Ή μπορεί και να εξοργιζόταν. Οι γιατροί συνηθίζουν να εκνευρίζονται εύκολα με τους ασθενείς και τις φαντασιώσεις τους. Σίγουρα θα νόμιζε πως όλο αυτό το είχα στήσει με το μυαλό μου. Και δεν ήξερα πώς να τον πείσω για το αντίθετο. Και τι δε θα έδινα να θυμηθώ πού βρίσκεται το κουδουνάκι της νοσοκόμας.

 

 

 

H Logotexnia21 ευχαριστεί την Αυγή Μελέτη (Regina Bou) για την αποστολή του διηγήματος «Η σφαίρα του Πουανκαρέ». Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά της  «Η κοιλιά», «Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα», «Μεταμεσονύκτια μπισκότα» και «Η έμπνευση». Πληροφορίες για τη συγγραφέα βρίσκετε εδώ.

Αυγή Μελέτη (Regina Bou), Η έμπνευση

Phto by dimitri_c

 

Του άρεσαν οι βροχερές μέρες, ειδικά όταν ήταν μαύρες, κατάμαυρες σαν την μαύρη του μοίρα. Σήκωσε το κεφάλι του και ρούφηξε τη μύτη του. Τα σύννεφα κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν πέτρες έτοιμες να πέσουν στο κεφάλι του, έδειχναν δυσοίωνα ακριβώς όπως τα ήθελε. Έκλεισε την ομπρέλα του και ανέβηκε ράθυμα τα σκαλιά. Το υποκατάστημα της Τράπεζας Ευφάνταστων Βασανιστηρίων και Τιμωριών (ΤΕΒΤ) είχε ξεκινήσει την καθημερινή λειτουργία του. Η κεντρική βιτρό πόρτα είχε ανοίξει τα μεγαλειώδη φύλλα της διάπλατα ώστε να εξυπηρετηθεί πιο γρήγορα η ουρά των ανθρώπων που όλο και μεγάλωνε. Σε πέντε μόλις λεπτά προστέθηκαν πίσω του δέκα άτομα. Ξαναρούφηξε τη μύτη του και  κοίταξε την τεράστια μαρμάρινη προθήκη πάνω από τα γκισέ με τα σκαλιστά ορειχάλκινα νούμερα των ταμείων. Το δικό του, με τη μεγαλύτερη αναμονή, είχε το νούμερο 12. Ήταν ένα νούμερο, εντελώς αδιάφορο, δεν μπορούσε να το σκεφτεί ούτε ως τυχερό, ούτε ως άτυχο.

 

Ο υπάλληλος πίσω από το γκισέ ήταν δυσκίνητος σα σαλιγκάρι. Κουνούσε αργά και προς τα εμπρός το μικρό κεφάλι του, σαν κάτι να του έσφιγγε το λαιμό, όταν ένας πελάτης παρουσιάζονταν μπροστά του. Ψιθύριζε με χαμηλή φωνή τις ερωτήσεις του, ανοιγοκλείνοντας απαλά το στόμα του και ύστερα με εκνευριστικά αργές κινήσεις  έδινε την αίτηση για τις απαραίτητες υπογραφές. Φορούσε μια θεόρατη καφέ γούνα που έκανε το κεφάλι του να μοιάζει ακόμη μικρότερο από ό,τι ήταν και τα μάτια του αφύσικα μεγάλα. Υπήρχε ψύχος μέσα στην τράπεζα και μάλιστα τσουχτερό αφού η πολιτική λιτότητας η οποία είχε επιβληθεί από την κυβέρνηση δεν επέτρεπε πολυτέλειες και η θέρμανση της αίθουσας συναλλαγών θεωρούνταν κάτι παραπάνω από πολυτέλεια. Κανείς δε θα πάθαινε τίποτα αν έμπαινε στην κατάψυξη για λίγη ωρίτσα.  Οι μόνες αίθουσες που διέθεταν θέρμανση ήταν το γραφείο του διευθυντή και των ανώτερων στελεχών.  Οι περισσότεροι υπάλληλοι ήταν ντυμένοι βαριά, έχοντας μάθει να αντιμετωπίζουν με αυτόν τον τρόπο το αφόρητο κρύο. Ο υπάλληλος του 12 μπορεί να φορούσε και δύο γούνες. Αυτό εξηγούσε το δυσανάλογα μικρό του κεφάλι.

 

Η ίδρυσή του ΤΕΒΤ βασίζονταν σε μια πραγματικά καινοτόμο ιδέα που παρόμοιά της δεν είχε συλληφθεί ποτέ. Τα τελευταία χρόνια μετά την τρομερή οικονομική κρίση που χτύπησε τη χώρα, οι αρχές βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα καινούριο φαινόμενο που δεν ήξεραν πώς ακριβώς να χειριστούν. Όλες οι φυλακές γέμισαν πάρα πολύ γρήγορα με έγκλειστους που χρωστούσαν χρήματα είτε στο κράτος, είτε στις τράπεζες, είτε και στα δύο. Και συνέχισαν να γεμίζουν αδιάκοπα. Και να ξαναγεμίζουν. Μέχρι που έφτασαν στο σημείο να τοποθετούν κρεβάτια στα γραφεία των διευθυντών και μέσα στους θαλάμους των φυλάκων. Μερικοί φυλακισμένοι ξάπλωναν για να κοιμηθούν στα σκαλιά, άλλοι μέσα στα μαγειρεία, κάτω από τους πάγκους με τις κουτάλες ή πάνω σε αυτούς, άλλοι στις τουαλέτες, μερικοί στους διαδρόμους και υπήρχαν και οι πιο τολμηροί που δεν τους ενδιάφερε αν θα κοιμηθούν ακόμη κι έξω στο προαύλιο, όπου στήθηκαν ειδικές σκηνές για αυτό το λόγο. Πολύ γρήγορα οι σκηνές καβάλησαν η μία την άλλη και οι μικροσυμπλοκές ανάμεσα στους φυλακισμένους για μια χαμένη κάλτσα ή για μια αναποδογυρισμένη κατσαρόλα έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Οι διευθυντές έδειξαν έναν έκδηλο εκνευρισμό και οι φύλακες έγιναν περισσότερο, από ό,τι έπρεπε, εκφραστικοί στην αυστηρότητα που όφειλαν να επιδείξουν. Ήταν προφανές ότι κάτι έπρεπε να γίνει, όχι μόνο για τον κίνδυνο γενικευμένων ταραχών αλλά κυρίως για τον τρομερό κίνδυνο να μην μπορούν να τιμωρηθούν πλέον και άλλοι πολίτες οι οποίοι όφειλαν χρήματα στις κρατικές ή τραπεζικές υπηρεσίες.

 

Αυτή η απειλή της ατιμωρησίας θορύβησε εντόνως την κεντρική διοίκηση των κεντρικών υπουργείων, κάνοντας τους κεντρικούς ιθύνοντες να κλειστούν σε συσκέψεις προσπαθώντας να βρουν γρήγορα μια κοινά αποδεκτή λύση. Τι θα συνέβαινε αν στον επόμενο οφειλέτη ανακοινωνόταν το εξής : «Λυπούμαστε αλλά αδυνατούμε να σας φυλακίσουμε καθώς όλες οι φυλακές είναι γεμάτες» ; Μόνο και μόνο αυτή η καθόλου μακρινή πιθανότητα αρκούσε για να προκαλέσει κύματα πανικού και ρίγη τρόμου στις ανώτερες βαθμίδες της χώρας. Αποφασίσθηκε γρήγορα να προβούν σε μια ριζοσπαστική ενέργεια: Το ΤΕΒΤ άνοιξε και εγκαινιάστηκε με θερμούς χαιρετισμούς και ανακούφιση από όλες τις κεντρικές εξουσίες.

 

Η ιδέα ήταν πολύ απλή, όπως άλλωστε απλές είναι όλες οι καλές ιδέες : Όποιοι προσέρχονταν οικειοθελώς στα γραφεία της τράπεζας, καθημερινά από τις εννέα το πρωί ως τις τρείς το μεσημέρι για να προτείνουν έναν πρωτότυπο τρόπο τιμωρίας τους, θα έμπαιναν στην ειδική κλήρωση στο τέλος κάθε εβδομάδας. Δέκα από τις πιο ευφάνταστες προτεινόμενες τιμωρίες θα κέρδιζαν την πλήρη απαλλαγή του εμπνευστή τους από όλα τα χρέη του. Οι υπόλοιποι θα έπρεπε απλώς ή να υποστούν τις τιμωρίες που οι ίδιοι είχαν καταθέσει ως προτάσεις ή αν το ήθελαν θα μπορούσαν να κόψουν το λαιμό τους και να βρουν τρόπο να ξεπληρώσουν τις οφειλές τους, γιατί οι οφειλές είναι πάντα οφειλές. Εάν αρνούνταν να κάνουν είτε το ένα είτε το άλλο, τότε τους περίμενε δημόσια χλεύη, μια χλεύη για την οποία είχαν ήδη υπογράψει. Η ρήτρα επιβολής ποινών νούμερο 188 από τις 232 το έλεγε ξεκάθαρα: «Όστις αρνηθή να συμμορφωθεί προς τας υποχρεώσεις αι οποίαι εκπορεύονται του υπογεγραμμένου συμβολαίου, θα εξευτελίζεται μέσω δημοσίας χλεύης. Το είδος της χλεύης θα καθορίζεται επί τόπου υπό των παρισταμένων θεατών».

 

Η αντιπολίτευση αντέδρασε έντονα στη βουλή για αυτά τα απάνθρωπα και παράνομα μέτρα, όπως τα χαρακτήρισε, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως όποια αντίδραση ήταν ανώφελη καθώς στίφη οφειλετών έσπευσαν από το πρώτο λεπτό της ανακοίνωσης, να καταθέσουν με πραγματική λαχτάρα τις ιδέες τους. Τέτοια κοσμοσυρροή σε τράπεζα ήταν πρωτοφανής. Και όσο περνούσαν οι μέρες, η προσέλευση του κόσμου αυξάνονταν με γοργούς ρυθμούς. Το ΤΕΒΤ είχε κερδίσει τους πάντες αστραπιαία, πλημμυρίζοντας την πόλη αλλά και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με διαφημίσεις και αφίσες που καλούσαν όσους χρωστούσαν χρήματα να περάσουν μια επίσκεψη το συντομότερο δυνατόν. «Φίλε οφειλέτη χρωστάς;  Κινδυνεύεις να πληρώσεις βαριά πρόστιμα, να σε βάλουν στη φυλακή ή να χάσεις το σπίτι σου; Υπήρξες λίγο ανόητος, παραδέξου το, αλλά η ανοησία είναι ανθρώπινη αδυναμία και εμείς καταλαβαίνουμε τις ανθρώπινες αδυναμίες καλύτερα από τον καθένα. ΤΕΒΤ! Η τράπεζα που βρέθηκε δίπλα σου για να σε βοηθήσει! Θα κάνεις πως δε τη βλέπεις; Έλα τώρα κιόλας και μοιράσου μαζί μας τις ιδέες σου για την τιμωρία που σου αξίζει. Από τιμωρούμενος γίνε τιμωρός του εαυτού σου και γλύτωσε! Οι δέκα καλύτερες προτάσεις κάθε εβδομάδα κερδίζουν ολική απαλλαγή των χρεών του εμπνευστή τους! Σε περιμένουμε 9-3 κάθε ημέρα για όλη την εβδομάδα εκτός Κυριακής. Τις Κυριακές και ο θεοί αναπαύθηκαν."

 

Όταν ήρθε η σειρά του αναστέναξε βαθιά.. Προχώρησε στο γκισέ και χαιρέτισε τον υπάλληλο-ασβό τυπικά. «Μια αίτηση παρακαλώ» είπε καθαρίζοντας το λαιμό του. Το κρύο ήταν όντως κρύο εκεί μέσα.

 

 

 

H Logotexnia21 ευχαριστεί πολύ την Αυγή Μελέτη (Regina Bou) για την αποστολή του διηγήματος «Η έμπνευση». Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά της  «Η κοιλιά», «Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα» και «Μεταμεσονύκτια μπισκότα». Πληροφορίες για τη συγγραφέα βρίσκετε εδώ.

Αυγή Μελέτη (Regina Bou), Μεταμεσονύχτια μπισκότα

Foto by Michal Zacharzewski


Κάθε βράδυ περιμένω μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας. Βλέπει στον δρόμο. Είναι ένα παράθυρο που παρακολουθεί όλη την κίνηση της οδού Έλδων και είναι τόσο χαμηλό ώστε πολλοί άνθρωποι το χαϊδεύουν άθελά τους όταν στέκονται εκεί για λίγο, φτιάχνοντας το παπούτσι τους ή μιλώντας στο κινητό τους. Είμαι μισή ώρα εδώ και ακόμη δεν έχει περάσει. Μισή ώρα καθυστέρηση. Αισθάνομαι νευρική. Συνήθως δεν αργεί. Το ρολόι με την πράσινη κουκουβάγια μωρό δείχνει δύο και μισή μετά τα μεσάνυχτα. Αν περάσει λίγη ακόμη ώρα θα πρέπει να κλάψω. Όποιος νομίζει ότι είναι εύκολο, μπορεί μόνο να το νομίζει. Οι άνθρωποι πολλά νομίζουν αλλά λίγα δοκιμάζουν. Εγώ δοκιμάζω πολλά. Δε φοβάμαι εύκολα αλλά πιστεύω πως δεν έχω και πολύ μυαλό. Ο συνδυασμός αυτός δε με ενοχλεί όσο ενοχλεί τη Λωένια αλλά δεν έχω χρόνο να σκέφτομαι τι θέλει η Λωένια. Καλά θα έκανε να είχε βρει κάποιον και να είχε ξεκουμπιστεί από το σπίτι μου. Η Λωένια καταλαμβάνει το χώρο μου και τρώει την ψυχή μου. Ψάχνω με τα μάτια μου μες στο σκοτάδι και τραβώ το σκαμπώ μου πιο κοντά στο παράθυρο. Είμαι κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες. Κανείς δεν μπορεί να με δει, όχι ότι κυκλοφορεί και κανένας τέτοια ώρα, αλλά εγώ μπορώ να δω πολύ καλά τα πάντα καθώς η κουρτίνα έχει λεπτή πλέξη σε τετραγωνάκια, σαν επιτραπέζιο παιχνίδι. Θα μπορούσα να περιμένω όλο το βράδυ εδώ, όμως νοιώθω κουρασμένη. Δεν υπάρχουν πολλά αυτοκίνητα έξω. Το αυτοκίνητο του γιατρού είναι παρκαρισμένο απέναντι από την πόρτα μου. Ένα μεγάλο τζιπ με δερμάτινα καθίσματα και ηλιοροφή. Όταν με είχε βγάλει έξω για φαγητό έσκισα κατά λάθος το δέρμα της καρέκλας με την καρφίτσα της ζώνης μου. Είχε χλωμιάσει αλλά κατάφερε να χαμογελάσει ευγενικά και να μου πει πως δεν πειράζει, να μην ανησυχώ, σιγά το πράγμα. Αλλά δεν ξαναβγήκαμε μαζί. Ήταν ένα ήσυχο βράδυ, στο εστιατόριο κοιτούσαμε σιωπηλοί ο ένας τον άλλον. Ήμουν πιο σιωπηλή από εκείνον και αυτό τον εξουθένωσε. Μου μίλησε για τη θεραπεία μου και μου εξήγησε σε πόσο καλό σημείο βρισκόμουν πια και πόσο χαρούμενος ήταν για μένα. Μου εξήγησε πως δε βγάζει όλους τους ασθενείς του για φαγητό αλλά πως εμένα με συμπαθούσε ίσως λίγο παραπάνω από τους άλλους. Ήμουν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω Αρκάτη; Τον είχα κοιτάξει αμίλητη και συνέχισα να τρώω το φαγητό μου. Γέμισα το στόμα μου με μια μεγάλη μπουκιά μοσχαράκι μανιτάρια με σος Γούρστερ και όταν κατάπια του είπα: « Η γεύση είναι θεϊκή. Μου αρέσει πολύ το μοσχαράκι μαγειρεμένο έτσι». Ήταν από τις μεγαλύτερες φράσεις μου εκείνο το βράδυ.

 

Ένας θόρυβος μόλις ακούστηκε από τον επάνω όροφο. Κάτι έπεσε πάνω στο πάτωμα και είμαι σίγουρη πως ήταν το ραβδί της Κλου. Τη λέω Κλου γιατί μου θυμίζει ένα κουκλάκι που είχα μικρή. Ένα σατανικό κουκλάκι μέσα στο οποίο πίστευα ότι κατοικούσε ο ίδιος ο διάβολος ή κάποιο κακό πνεύμα. Η Κλου είναι κομψή και ευγενική. Φοράει πάντα πανάκριβα καπέλα και μοντέρνες εσάρπες με διάφορες παραστάσεις, σε μια από αυτές υπήρχε σκιτσαρισμένο το σύμπλεγμα δυο γυμνών αντρών. Τα πόδια του ενός μπλέκονταν με τα πόδια του άλλου και τα κεφάλια τους ακουμπούσαν σε μια συνομωτική στάση σαν ο ένας να ψιθύριζε κάτι στο αυτί του άλλου. Το είχα κοιτάξει με μεγάλη προσήλωση όταν το είχα πρωτοδεί και η Κλου είχε ξεσπάσει σε γέλια : « Μα τω Θεώ χρυσό μου, δεν έχεις ξαναδεί γυμνό άντρα;» Και μετά έσκυψε προς το μέρος μου μουρμουρίζοντας μια αισχρή λέξη που με είχε ταράξει. Η Κλου όταν δεν την ακούει κανείς βρίζει με τη μεγαλύτερη δεξιοτεχνία που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Εφευρίσκει καινούριες βρισιές ή εμπλουτίζει τις παλιές και το κάνει με τον φυσικότερο τρόπο. Πολλές φορές τα απογεύματα, όταν οι επισκέψεις της σταματούν, την ακούω να λέει διάφορες βωμολοχίες με τον ίδιο τρόπο που σου λέει «Καλημέρα χρυσό μου». Απευθύνεται στις ηλεκτρικές συσκευές της, στους τοίχους, στα πορσελάνινα διακοσμητικά, στα καπέλα της και στα σταχτοδοχεία. Ως και στον εαυτό της. «Κλου είσαι μεγάλη πόρνη» «Κλου τον παίρνεις» «Κλου γαμήσου» λέει στο ειδωλό της καθώς βάζει κραγιόν στον καθρέφτη. Όταν της πέφτει το μπαστούνι την ακούω να αγκομαχά καθώς σκύβει να το πιάσει. Η Κλου κουτσαίνει από το αριστερό της πόδι, δεν ξέρω αν γεννήθηκε έτσι ή αν το έπαθε από κάποια ασθένεια και δεν την έχω ρωτήσει, δε με ενδιαφέρει και πολύ. Έχει την ηλικία που θα είχε η γιαγιά μου αν ζούσε. Αρχαία.

 

Πρέπει να περιμένω για λίγο ακόμη. Είμαι σίγουρη πως θα περάσει κι ας έχει καθυστερήσει. Πάντα περνάει. Αν ήταν καλοκαίρι θα άνοιγα το παράθυρο και αυτό θα έκανε την προσμονή ευκολότερη. Μπορεί να έχει μπλέξει σε κάποιον καυγά ή να έχει ξεχαστεί ψάχνοντας για φαγητό. Δεν είναι πάντα εύκολο εκεί έξω. Σήμερα του έχω κρατήσει δύο μεγάλα μπισκότα. Με γεύση και σχήμα κοτόπουλου. Τρελαίνομαι να βλέπω πόσο ευχαριστιέται όταν με βλέπει πίσω από το παράθυρο. Η Λεώνια πιστεύει πως δεν έχω θεραπευθεί και πως ο γιατρός του ρετιρέ δεν έκανε απολύτως τίποτα, είναι ένας γιατρός άχρηστος, ήθελε μόνο να κοιμηθεί μαζί μου. Μια μέρα της είπα πως δε χρειάζομαι καμία θεραπεία, πως είμαι καλύτερα από ό,τι εκείνη αλλά θύμωσε τόσο πολύ που με χτύπησε με ένα βιβλίο στο πρόσωπο. Και δε μου μιλούσε για ένα μήνα. Και παρόλο που δεν τη συμπαθώ καθόλου, άρχισε να μου λείπει. Τη Λεώνια τη βλέπω μόνο εγώ. Αυτό ξέχασα να το πω. Η Κλου μια μέρα που κατέβαζα τα σκουπίδια μου ψιθύρισε στο αυτί πως η Λεώνια είναι μια βρωμιάρα που μόνο οι γάτοι γυρίζουν να την κοιτάξουν κι αυτό μόνο και μόνο επειδή τους ταϊζει. Εκείνη τη στιγμή κατέβηκε και η Όλγα, η φοιτήτρια χημείας του τέταρτου. «Καλημέρα Όλγα, ω σε ευχαριστώ πολύ γλυκιά μου, είναι Hermes το αγόρασα πριν 2 χρόνια στο Παρίσι, να δώσεις τους χαιρετισμούς μου στη μαμά σου, είσαι χάρμα οφθαλμών σήμερα, καλημέρα αγάπη μου καλημέρα!». «Γεια σου Κλου σε ευχαριστώ» είπε η Όλγα και αγνοώντας με βγήκε έξω με μικρά χοροπηδηχτά βηματάκια. Η Όλγα με κάνει να ντρέπομαι. Όταν τη βλέπω αισθάνομαι άσχημη και άχαρη παρόλο που ο γιατρός λέει πως είμαι πραγματική οπτασία. Είναι πάντα νέα, πάντα χαρούμενη, πάντα ντυμένη με τα πιο όμορφα ρούχα. Και έχει το σωστό ύφος που μια τέτοια κοπέλα θα έπρεπε να έχει. Συγκαταβατική απλότητα. Προς όλους. Μόνο εγώ φαίνεται πως την εξαγριώνω. Δε μου μιλάει ποτέ. Η Λεώνια είναι βέβαιη πως η Όλγα θέλει να κοιμηθεί με τον γιατρό αλλά αυτός για κάποιον ανεξήγητο λόγο δε θέλει. Η αμηχανία μου όταν τη βλέπω λειτουργεί για αυτήν σαν κόκκινο πανί. «Όλγα» τη ρώτησα μια μέρα «δε με συμπαθείς;» «Άντε γαμήσου τρελλάρα» ήταν το μόνο που μου είπε. Από τότε την αποφεύγω και η ντροπή μου απέναντί της έχει μεγαλώσει.

 

Τακτοποιώ καλύτερα τα μπισκότα στο πιατάκι. Τα έχω βάλει αντικριστά. Δυο κοτοπουλάκια που κοιτούν το ένα το άλλο. Με διασκεδάζει να τα βλέπω. Ψωνίζω μπισκότα μια φορά την εβδομάδα. Διαφορετική γεύση κάθε φορά. Κοτόπουλο, Μοσχάρι, χοιρινό, ψάρι. Τα αγαπημένα του είναι τα τελευταία αλλά αυτή η εβδομάδα ήταν η εβδομάδα του κοτόπουλου. Στο πατρικό μου σπίτι τρώγαμε κοτόπουλο κάθε Πέμπτη. Κοτόπουλο στη σχάρα με τηγανητές πατάτες, κοτόπουλο στην κατσαρόλα με λαζάνια, κοτόπουλο με κρέμα γάλακτος, κοτόπουλο με κάρυ και σταφίδες, κοτόπουλο στο φούρνο με ζωμό μπύρας. Παίρνω το κουτί πάνω από το τραπεζάκι και το μυρίζω. Όπως πάντα μια πολύ έντονη μυρωδιά σα λιωμένα σκουπίδια μου χτυπά τη μύτη. Αηδιαστική για μένα. Βάζω το χέρι μου μέσα και παίρνω ένα. Το κόβω σιγά με τα δόντια μου και το μασάω αργά. Δε θα ήταν τόσο άσχημο αν δεν είχε αυτή τη μυρωδιά.


Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται δύο ακόμα διηγήματα της Αυγής Μελέτη (με το ψευδώνυμο Regina Bou):  Η κοιλιά και Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα. Πληροφορίες για τη συγγραφέα βρίσκετε εδώ.