Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

David Roas, Das Kapital


Υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή
που είναι πιο σημαντικά από τα χρήματα!
Όμως είναι τόσο ακριβά!

Groucho Marx
 
 
Τα χείλη της δεσποινίδας που με εξυπηρετεί πίσω από το γκισέ της Swiss Air μόλις άρθρωσαν τη λέξη που τόσο φοβόμουν. Μία φορά έφτασα κι εγώ στο αεροδρόμιο νωρίς και το αεροπλάνο είναι γεμάτο. Η υπάλληλος, συμπαθέστατη, απολογείται (Désolée, monsieur), μου δίνει μια κάρτα επιβίβασης χωρίς συγκεκριμένη θέση και μου ζητά να κατευθυνθώ προς την έξοδο Α8. Εκεί, οι συνάδελφοί της θα προσπαθήσουν να βρουν λύση. Ξέρω πως πρέπει να εμπιστευτώ την ελβετική αποτελεσματικότητα, αλλά, δεδομένου του έμφυτου πεσιμισμού μου, κάτι μου λέει πως η μέρα δεν μου επιφυλάσσει τίποτα καλό.
  Διώχνω από το νου μου αυτές τις σκέψεις και προχωρώ, ακολουθώντας τις οδηγίες της συμπαθητικής υπαλλήλου, προς την έξοδο Α8. Περνώ χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τους ελέγχους, πλησιάζω στο γκισέ της εταιρείας και, αφού εξηγήσω το πρόβλημά μου στους δύο υπαλλήλους, μου ζητούν να καθίσω και να περιμένω. Φαίνεται πως δεν είμαι ο μόνος με το ίδιο ζήτημα. Ένα ζευγάρι με κοιτάζει και μου χαμογελά σαν να μου λέει «Ναι, κι εμάς μας συνέβη το ίδιο». Ανοίγω το σακίδιό μου, βγάζω ένα βιβλίο και βυθίζομαι στην ανάγνωση για να ξεχάσω την αναμονή.
  Μετά από λίγη ώρα που σε μένα φάνηκε αιώνας, ένας από τους υπαλλήλους της Swiss Air που με εξυπηρέτησαν προηγουμένως με πλησιάζει και μου δίνει μια νέα κάρτα επιβίβασης. Ελέγχοντάς την, εκπλήσσομαι για δεύτερη φορά: θέση business. Βέβαιος ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, σηκώνομαι γρήγορα για να το επισημάνω. Εκείνοι, χωρίς να χάσουν την ευγένειά τους, με έναν μάλλον συγκαταβατικό τόνο, μου λένε να μην ανησυχώ: δεν έχει γίνει κανένα μπέρδεμα· είναι συνηθισμένη πρακτική να μεταφέρουν έναν επιβάτη Β θέσης (έτσι ειπωμένο ακούγεται χάλια) στην Α.
  Μπαίνοντας στο αεροπλάνο, δεν μπορώ να συγκρατήσω το ρίγος που με διαπερνά. Ένας νέος κόσμος  —ναι, το παραδέχομαι, είναι η πρώτη μου φορά— ανοίγεται μπροστά μου. Νευρικός σαν μικρό παιδί παραμονή Πρωτοχρονιάς, κατευθύνομαι στη θέση που μου έχουν δώσει. Ένα τεράστιο, γκρι, δερμάτινο κάθισμα με περιμένει· κουρνιάζω βγάζοντας έναν ελαφρύ γρυλισμό ευχαρίστησης. Συνειδητοποιώ, σχεδόν δακρύζοντας, πως μπορώ να απλώσω τα πόδια μου με απόλυτη άνεση.
  Πριν την απογείωση, μια αεροσυνοδός μοιράζει με πλατύ χαμόγελο εφημερίδες, σοκολατάκια και νερό (η συνηθισμένη μπλε στολή της μου φαίνεται πιο καλοραμμένη και κομψή από ποτέ). Μια αποθαρρυντική σκέψη περνά αμέσως απ’ το μυαλό μου: «Εμένα αποκλείεται να μου δώσουν τίποτα απ’ αυτά, αφού δεν πλήρωσα το αντίστοιχο ποσό». Κάνω λάθος (για άλλη μία φορά) και παραλαμβάνω ευγνώμων τα ίδια δώρα με τους συνεπιβάτες μου. Τρώω το σοκολατάκι, ανοίγω το μπουκάλι με το νερό. Μου φαίνεται πεντανόστιμο. «Νερό πρώτης τάξης», λέω στον εαυτό μου, κάνοντας ένα εύκολο αστειάκι.
  Το αεροπλάνο απογειώνεται απαλά και με άνεση. Λίγα λεπτά αργότερα σταθεροποιείται, και η συμπαθής αεροσυνοδός αρχίζει να σερβίρει το δείπνο. Κι άλλες εκπλήξεις: η πέστροφα είναι εξαιρετική, το κρασί ένα εκπληκτικό Mosel (250 cc), και το σοκολατένιο επιδόρπιο υπέροχο (η αεροσυνοδός, βλέποντάς με να το απολαμβάνω, μου φέρνει και δεύτερο πιάτο ενώ μου κλείνει το μάτι). Ακόμη και ο καφές αποδεικνύεται εκλεκτός. Όλα αυτά συνοδεύονται από μεταλλικά μαχαιροπίρουνα (κοιτάζω διακριτικά γύρω μου για τίποτα σημιτικές θεότητες, καθώς μας προσφέρουν το αεροπλάνο στο πιάτο∙ όμως οι φόβοι μου είναι ανυπόστατοι).
  Σηκώνομαι και πάω στο μπάνιο. Πριν επιστρέψω στη θέση μου, νιώθω μια ασυγκράτητη επιθυμία να κοιτάξω πίσω από την κουρτίνα που τράβηξε, όπως συνηθίζεται, μετά την απογείωση η αεροσυνοδός, για να απομονώσει την πρώτη θέση. Κάτι που στις προηγούμενες πτήσεις πάντα βίωνα από την οικονομική ως προσβολή. Η περιέργειά μου, ωστόσο, δεν πηγάζει από αίσθημα συγκυριακής ανωτερότητας προς τους επιβάτες εκείνου του τμήματος, αλλά από ζήτημα προοπτικής. Με άλλα λόγια, θέλω απλώς να δω πώς είναι η θέα από την άλλη πλευρά αυτού του ελαφρού μεν, αδιάβατου δε, υφασμάτινου συνόρου.
  Παραμερίζω λίγο την κουρτίνα και βγάζω το κεφάλι μου. Το θέαμα που απλώνεται μπροστά μου είναι φρικτό: οι επιβάτες τραντάζονται άγρια κρατώντας σφιχτά τα μπράτσα των καθισμάτων, κάποιοι προσεύχονται, άλλοι φωνάζουν, το προσωπικό στο πίσω μέρος δεν μπορεί να κρύψει τον πανικό του… Οι δυνατές αναταράξεις ανοίγουν ντουλαπάκια, βαλίτσες, αντικείμενα και ρούχα πέφτουν πάνω στους έντρομους επιβάτες.
  Κι εκεί συνειδητοποιώ ότι εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα. Κοιτάζω πίσω μου και επιβεβαιώνω πως στην πρώτη θέση όλα είναι ήρεμα, όπως στην αρχή: οι συνεπιβάτες μου έχουν τελειώσει το δείπνο τους, κάποιοι διαβάζουν, άλλοι συζητούν χαλαρά, ορισμένοι κοιμούνται κιόλας. Η αεροσυνοδός, στο μεταξύ, σερβίρει καφέ με το γαλήνιο χαμόγελό της.
  Ξαναβγάζω το κεφάλι μου στην άλλη πλευρά της κουρτίνας: το ίδιο ανατριχιαστικό θέαμα. Οι επιβάτες εξακολουθούν να φωνάζουν, πολλοί κλαίνε υστερικά, μια γυναίκα αγκαλιάζει απελπισμένα το μωρό της. Οι αναταράξεις είναι τόσο ισχυρές που φοβάμαι πως το αεροπλάνο δεν θα μπορέσει να τις ξεπεράσει.
  Έντρομος, είμαι έτοιμος να μιλήσω στον άντρα που κάθεται πιο κοντά στη θέση μου, όταν νιώθω μια ελαφριά πίεση στο αριστερό μου μπράτσο. Είναι η αεροσυνοδός. Σαν να είμαι μικρό παιδί που έκανε κάποια αταξία, μου κάνει έναν συμπαθητικό μορφασμό επίπληξης, με παίρνει από το χέρι και, αφού κλείσει απαλά την κουρτίνα, με συνοδεύει μέχρι τη θέση μου.
  Πριν καθίσω, τη ρωτώ αν μπορεί να μου φέρει ένα ουίσκι. Χωρίς να πει λέξη, παίρνει ένα μπουκάλι από το μεταλλικό καροτσάκι, σερβίρει μια γενναιόδωρη δόση σκωτσέζικου υγρού και μου δίνει το ποτήρι με εκείνο το πλατύ, εξαίσιο, καταπραϋντικό χαμόγελο.
  Κουρνιασμένος στο απαλό, γκρι, δερμάτινο κάθισμά μου, αφήνομαι στη μεθυστική γεύση της βύνης, προσποιούμενος πως σκέφτομαι την επανάσταση.
 
 
 
 
 
Το παραπάνω διήγημα του Νταβίντ Ρόας με τον γερμανικό τίτλο 
«Das Kapital» [«Το κεφάλαιο»] συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία ισπανόγλωσσου διηγήματος Επανεγγραφές του τέρατος σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή και Τιτίκας Αποστολάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία
    Όπως αναφέρει στον Πρόλογο της έκδοσης ο ένας από τους δύο ανθολόγους, ο Γιάννης Μαρκόπουλος (Μεταδιδακτορικός ερευνητής και εντεταλμένος διδάσκων Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ), 
«η ανθολογία περιλαμβάνει αποκλειστικά συγγραφείς που συγκαταλέγονται στους βασικότερους εκπροσώπους του ισπανικού φανταστικού και θέτουν το ζήτημα της παραβίασης των ορίων του πραγματικού στο επίκεντρο του έργου τους», ενώ τα δώδεκα διηγήματα της ανθολογίας είναι γραμμένα από έξι Ισπανούς και έξι Ισπανίδες συγγραφείς. 
    Η ανθολογία αποτελείται από δύο ενότητες, τις «Ασυνέχειες», από την οποία είναι και το διήγημα του Νταβίντ Ρόας  «Das Kapital» και τις «Επανεγγραφές του τέρατος», που έδωσε και τον τίτλο σε όλη την ανθολογία. Στην πρώτη ενότητα πέντε συγγραφείς με τα κείμενά τους «διερευνούν νέους τύπους ρωγμών, υιοθετούν εναλλακτικές στρατηγικές υπονόμευσης των εδραιωμένων ορίων και εστιάζουν σε ανοίκειες μεταβολές στο επίπεδο του χωροχρόνου, του φύλου, της γλώσσας, της αφηγηματικής φωνής». Στη δεύτερη ενότητα επτά συγγραφείς «επαναπροσεγγίζουν παραδοσιακά θέματα και μορφές της λογοτεχνίας του φανταστικού, όπως το φάντασμα, το ζόμπι και ο βρικόλακας, μέσα από σύγχρονες οπτικές, πρωτότυπους τρόπους αναπαράστασης και σαφείς κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις».
    Ο δεύτερος ανθολόγος της έκδοσης, ο Νταβίντ Ρόας, ο οποίος εκτός από συγγραφέας είναι και κριτικός λογοτεχνίας, ειδικευμένος στη φανταστική λογοτεχνία, και διδάσκει επίσης Θεωρία της Λογοτεχνίας και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Universitat Autonoma de Barcelona, υπογράφει και την Εισαγωγή της ανθολογίας, η οποία φέρει τον τίτλο «Πέρα απ' το πραγματικό: Το φανταστικό στο σύγχρονο ισπανικό διήγημα».

Γιάννης Δρούγος, Παραμύθια



Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς

   Μετά μεγάλωσα, μεγάλωσαν οι νύχτες και μαζί μεγάλωσαν κι οι γονείς μου κι αρρώστησαν κι έμεινα δίπλα τους να τους διαβάζω παραμύθια με αίσιο τέλος. Ο ουρανός δεν χωρούσε άλλες αλήθειες κι έκλεισε τα σύνορά του κι έμεινα στη γη με το κεφάλι σκυφτό να βλέπω πού πατάω και να μετράω πόσα βήματα απέμεναν ώσπου να φτάσω στη θάλασσα να βαφτίσω παλιό ό,τι άφησα πίσω. Κι εκεί στα πρώτα νερά με περίμενε η εκδίκηση μ’ ένα μαχαίρι και μου ’πε να κόψουμε στα δυο την άμμο: μισή ζωή μισή θάνατος. Μα πώς κόβεται στα δυο το απέραντο, τη ρώτησα κι απάντησε ο ουρανός απλώνοντας μια κόκκινη σημαία σαν τετράγωνο ήλιο που έφτασε η φλόγα του ως τα χαρακώματα κι έληξε ο πόλεμος. Κι εκεί οι δικοί μου γίνανε πάλι παιδιά, πριν καν γνωριστούν, πάνω στην άμμο έχτιζε ο καθένας με τ’ ακροδάχτυλά του μια ζωή προορισμένη να ρημάξει κι έναν κήπο που θ’ άνθιζε με το άναρχο κλάμα των άστρων. Κι είπα. Τότε. Είπα. Σκέφτηκα. Είπα. Να ρίξω δίχτυα στ’ ανοιχτά να ψαρέψω μελλούμενα κι ένστικτα κούφια που ενωθήκανε και γεννήσανε ένα σπίτι από φύκια.

   Για χρόνια συνομιλούσα με τους επισκέπτες της νύχτας και τους ανέλυα τα παραμύθια για τον κόσμο που δεν με χωρούσε γιατί ήτανε βαριά η κληρονομιά των δέντρων. Τι να μοιραστώ και τι να μοιραστώ από το ψέμα που ’βρεχε άδικο σε τρύπια στέγη και τ’ άδικό του πότιζε τους τοίχους, τον ύπνο, τα λερωμένα σεντόνια και τα γυαλιστερά κειμήλια. Για χρόνια παραμύθιαζα το δέρμα μου μη μου το φάει η σκουριά κι έμεινα σώμα μισό με ένα γάντζο για χέρι να κατεβάζω τ’ αστέρια να ρίχνω το ασήμι τους σε καινούργια παραμύθια.

   Τώρα πια δεν μου ανήκει τίποτα. Τώρα πια δε μου ’χει μείνει ούτε μια χούφτα χώμα ν’ αποχαιρετήσω την αγάπη που μου μάθανε να δίνω. Τώρα πια είμαι ένα στόμα τάφος με σταυρό κεντημένο τρεις συλλαβές και μισή καταραμένη προσευχή. Τώρα πια διαβάζω παραμύθια χωρίς λαλιά σε γερασμένα παιδιά που το παρόν τους σκαλίζει ρίζες και γυρισμούς γιατί τελειώνει ο χρόνος. Τώρα πια γράφω παραμύθια με τ’ αριστερό. Τώρα πια δεν κοιμάμαι. Γιατί χόρτασα ύπνο. 

   Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. 



Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», 
«Η κόκκινη ομπρέλα», 
«Δέντρο» και «post it».

Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι έργο της Käthe Kollwitz (1867-1945) του 1921.

Γιάννης Δρούγος, post it


Χαρτάκια. Παντού μικρά κίτρινα χαρτάκια post it που τα κολλάς για να σου υπενθυμίζουν τη ζωή σου.
 
Ν α  θ υ μ η θ ώ.
 
Ν α  μ η ν  ξ ε χ ά σ ω να θυμηθώ: Γενέθλια, γιορτές, επετείους, ονόματα, ημερομηνία δόσης δανείου, νοίκι, ρεύμα, ασφάλιστρα αυτοκινήτου. Τελειώνουν τα ζυμαρικά στο ντουλάπι, τελείωσε το λάδι, τελείωσε το χαρτί υγείας. Ο μήνας έχει 15 κι έχω ξεμείνει πάλι.
 
Σήμερα ξύπνησα στραβά, αγαπημένο μου ημερολόγιο. Όλα μου φαίνονται βουνό. Τα μικρά, τα καθημερινά, τα ασήμαντα. Τίποτα δε μπορώ ν’ αντιμετωπίσω. Σηκώθηκα και στάθηκα στη μέση του σαλονιού, λες κι είχα χάσει τον προσανατολισμό μου, ένα πράγμα. Έφτιαξα καφέ, άναψα τσιγάρο, έσβησα τσιγάρο, μπήκα για ένα κρύο ντους, να πέσει κρύο νερό στο κεφάλι μου να συνέλθω. Να θυμηθώ. Τι πρόβλημα έχω; Πού έχω να πάω; Κοιτάζω τα post it με τη σειρά. Α, βέβαια. Κυριακή 15 Απριλίου, να πάω να δω τον ξάδερφό μου τον Αλέκο στα Μέγαρα, έχει τα γενέθλιά του σήμερα. Τα πρώτα του γενέθλια μετά το χωρισμό του. Πρέπει να πάω, οφείλω να είμαι δίπλα του.
   Μαγικά τα κίτρινα χαρτάκια! Μου υπενθυμίζουν πόσο καλός άνθρωπος μπορώ να γίνω προσφέροντας αλληλεγγύη και συμπαράσταση την κατάλληλη ώρα και μέρα!
 
Είμαι κουρασμένος, αγαπητό μου ημερολόγιο. Εξουθενωμένος. Αλλού πατάω κι αλλού βρίσκομαι. Παντού γύρω μου βλέμματα, βήματα και λέξεις που σέρνονται βαριά. Στέλνουμε ατελείωτα μηνύματα χωρίς αποστολέα σε ανύπαρκτο παραλήπτη. Χωρίς λόγο. Έτσι, για να ξορκίσουμε την αθλιότητα του εαυτού μας.
 
Ανοίγω λίγο τηλεόραση και παίζουν διαφημίσεις. Τηλεοπτικά σποτ μιας ζωής σ’ έναν άλλο πλανήτη: άνθρωποι ξεκούραστοι, ανέμελοι, χαμογελαστοί, όμορφοι, με καθαρά ρούχα και μαλακά κρεβάτια. Οικογένειες αγαπημένες γύρω απ’ το τραπέζι γευματίζουν μαζί και τα μούτρα τους στάζουν ευδαιμονία και αγάπη. Ήρωες χωρίς προβλήματα, αφού για κάθε τους πρόβλημα υπάρχει το κατάλληλο προϊόν να τους δώσει άμεσα τη λύση. Παλιότερα είχα γράψει σ’ ένα post it να θυμηθώ να μη βλέπω διαφημίσεις γιατί μου σκαλίζουν πληγές και με φέρνουν αντιμέτωπο με τη μιζέρια μου. Αλλά μου αρέσει κιόλας να παίρνω μάτι τις ξένες ζωές, με κάνει να θυμώνω και να ’χω ένα λόγο να παλεύω, μα έλα, που με πιάνει τα ήσυχα βράδια το παράπονο, γιατί να μην έχω το ένα τέταρτο της ζωής των άλλων, γαμώ την τύχη μου την άτυχη.
   Οι ήρωες των διαφημίσεων δεν έχουνε κατάθλιψη, δεν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μια έξωση στο κοντινό μέλλον, η γκόμενά τους δεν τους παράτησε στα πρώτα οικονομικά ζόρια, δεν έχουνε ρέστα και λάθη να μετρήσουνε, δεν έχουν ανάγκη ν αποδείξουνε τίποτα σε κανέναν, δεν ψάχνουν να βρούνε δικαιολογίες, δεν φοβούνται να δούνε το είδωλό τους στον καθρέφτη, δεν τους κυβερνάνε άχρηστοι, δεν μονολογούνε μες στ’ άγρια χαράματα, δεν έχουνε τύψεις για τίποτα, δεν επιτρέπουνε στις βρισιές να εξουσιάζουν τις προσευχές τους, δεν μπερδεύουνε τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα, δεν βάζουνε τα όνειρά τους στη ναφθαλίνη, δεν κάνουν εκπτώσεις στα συναισθήματα, δεν κουβαλάνε στους ώμους κληρονομιά οικογενειακών σταυρών, δεν τους έχει στοιχειώσει μια σύγκρουση τρένων, δεν έχουνε νεκρούς να τους κλαίνε εις τους αιώνας των αιώνων. Έχουν τέλειες μέρες και νύχτες, τέλειες οικογένειες, τέλεια σπίτια και δόντια που αστράφτουνε!
 
Επιθυμώ διακαώς, αγαπημένο μου ημερολόγιο, να χιμήξω να μπω μες στην οθόνη της τηλεόρασης, ν’ αρπάξω μια απ’ αυτές τις ηλίθιες, αυτάρεσκες καλλονές που πίνουνε μια γουλιά καφέ κι έπειτα χαμογελάνε σαν να βιώνουνε το πρώτο οργασμικό ρίγος, ν’ αρπάξω απ’ το σβέρκο κι εκείνους τους οικογενειάρχες των δευτερολέπτων που ταΐζουνε στο στόμα τη σύζυγο και τα παιδιά τους φρυγανιές με φρέσκο βούτυρο κι ακριβή μαρμελάδα, ανταλλάσσοντας ενθουσιώδεις καλημέρες και φιλαρέσκειες, να τους μπουκώσω το στόμα με χαρτάκια post it, να τους πνίξω, να τους σκοτώσω με μικρές σημειώσεις της άνοστης κι αποτυχημένης ζωής μου.
 
 
 
 
 
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness»,
«Η κόκκινη ομπρέλα» και «Δέντρο».
 
 
 
 
 
 
 





Fernando Iwasaki, Επικήδεια προίκα

Photo by Yannis Kalogeropoulos

 
[...]

ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ


Κάθε φορά που έχει πανσέληνο κλείνω τα παράθυρα του σπιτιού γιατί ο πατέρας του Μεντόθα είναι λυκάνθρωπος κι εγώ δεν θέλω να μπει στο δωμάτιο μου. Κανονικά δεν θα έπρεπε να φοβάμαι γιατί ο μπαμπάς του Σαλαζάρ είναι ο Μπάτμαν και αυτήν την ώρα θα πρέπει να φυλάει τους δρόμους, όμως κλείνω το παράθυρο μου για σιγουριά γιατί ο Μερίνο λέει ότι ο μπαμπάς του είναι ο Τζόκερ και ο Τζόκερ την έχει φυλαγμένη στο μπαμπά του Σαλαζάρ.
  Όλοι οι μπαμπάδες των φίλων μου είναι υπερήρωες ή διάσημοι κακοποιοί εκτός από τον πατέρα μου που επιμένει να λέει ότι αυτός πουλάει μόνο ασφάλειες και να μην πιστεύω αυτές τις ανοησίες. Δεν είναι όμως ανοησίες γιατί τις προάλλες ο Γκόμεθ μου είπε ότι ο μπαμπάς του ήταν ο Ταρζάν και μου έδειξε το μαχαίρι του, όλο βουτηγμένο σε αίμα λεοπάρδαλης.
  Εμένα θα μου άρεσε ο μπαμπάς μου να ήταν κάποιος, δεν υπάρχει όμως κανένας ήρωας που να φοράει γραβάτα και καρό σακάκι. Αν ήμουν γιος του Κόναν, του Skywalker ή του Spiderman, κανένας δεν θα με ξαναχτυπούσε στο διάλειμμα. Γι’ αυτό άρχισα να σκέφτομαι ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου.
  Μια μέρα τον πήρε ο ύπνος διαβάζοντας την εφημερίδα του και τον είδα φαρδύ πλατύ στον καναπέ, με τα μουστάκια του σαν αυτά που είχαν οι σωματοφύλακες  και τα χλωμά του χέρια, λευκά σαν το μάρμαρο του τραπεζιού. Έτρεξα τότε στην κουζίνα και πήρα το χασαπομάχαιρο που κόβουμε το κρέας. Από το παράθυρο έμπαιναν το φως του φεγγαριού και τα ουρλιαχτά του μπαμπά του Μεντόθα, ο πατέρας μου όμως φώναζε πιο δυνατά και έμοιαζε πραγματικός πειρατής. Ας φυλάγονται ο Μερίνο, ο Σαλαζάρ και ο Γκόμεθ γιατί τώρα είμαι ο γιος του Κάπτεν Χουκ.


[...]

ΤΟ ΚΟΥΤΑΒΙ


Αύριο είναι Σάββατο και πρέπει να βγω να αγοράσω άλλο κουτάβι για τη μικρή. Της λείπει τόσο ο έξω κόσμος! Τρελαίνομαι να βλέπω πώς τα αγκαλιάζει και τα γεμίζει φιλιά, γλύφοντάς τα σαν να ήταν ζαχαρωτά. Μεγαλώνοντας θα ανακαλύψει νέα παιχνίδια και θα της είναι ευκολότερο να τα κυνηγήσει, να πέσει πάνω τους, να κυλιστεί μαζί τους στο γρασίδι. Και τα κουτάβια την αγαπούν, παρά την αδεξιότητά τους.
  Τι θα κάνω όταν μεγαλώσει; Τα κουτάβια δεν την διασκεδάζουν πια τόσο κι εκείνη έχει ανάγκη από ψυχαγωγία. Έχω σκοπό να της αγοράσω ένα πιο δυνατό: ένα μπόξερ, ένα μαστίφ, ένα γερμανικό ποιμενικό. Ένα που να την κρατάει απασχολημένη έτσι ώστε να μην το ξανασκάσει.
  Πάλι καλά που όταν το έσκασε την βρήκα κοιμισμένη και μπόρεσα να της το πάρω χωρίς να την ξυπνήσω· αν συνηθίσει τα μωρά δεν θα θέλει άλλο κουτάβι.

 
[...]

ΤΟ ΩΡΟΣΚΟΠΙΟ


Πριν πυροβολήσω αντήχησε στο νου μου εκείνο το κατηγορηματικό μήνυμα που διάβασα στην εφημερίδα: «Προσοχή με άτομο του οικογενειακού σας περιβάλλοντος που έχει βάλει σκοπό να καταστρέψει όλα τα σχέδια σας». Ξαφνικά εκείνη έκανε αναστροφή και χωρίς να προλάβω ν’ αντιδράσω μου κάρφωσε το μαχαίρι στην καρδιά. Δεν έπρεπε να της είχα δανείσει ποτέ την εφημερίδα. Ήταν κι εκείνη Ταύρος.  
 
 
[...]


Μετάφραση από τα Ισπανικά: Νάνσυ Αγγελή






Οι 3 παραπάνω ιστορίες είναι από τη συλλογή μικρομυθοπλασίας του Περουβιανού συγγραφέα Φερνάντο Ιγουασάκι Επικήδεια προίκα, η οποία κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2024 από τις εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή.
 
Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης αναφέρεται: «Οι σύντομες αυτές ιστορίες, συχνά αναμνήσεις και βιώματα από τις τρομακτικές αφηγήσεις της θρησκόληπτης γιαγιάς του περουβιανού συγγραφέα οι οποίες σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια, αναβιώνουν σε μεγάλο βαθμό τα ήθη και τα τελετουργικά της γενέτειράς του, Λίμα. Πρόκειται, σύμφωνα με τους μελετητές του, για μια σχολαστική εργασία διάσωσης και ανάκτησης εκείνων των ιστοριών που είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο στην κοινωνία. Τα περισσότερα από αυτά τα ανέκδοτα επεισόδια έχουν μυθικό ή φανταστικό χαρακτήρα, αλλά ο επιδέξιος συγγραφέας τα παντρεύει παιγνιωδώς με ένα πλήθος από αναφορές στη λαϊκή κουλτούρα, τη γοτθική λογοτεχνία ή την ιστορία των θρησκειών και των πολιτισμών, δημιουργώντας ένα άκρως πρωτότυπο και διασκεδαστικό κράμα λογοτεχνίας τρόμου και ιστοριογραφίας, μια ανθολογία από σαρκαστικά και αιρετικά "άνθη του κακού"».

Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι του Γιάννη Καλογερόπουλου.
 

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Επικράτειες




 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[...]
  
[Το σαρκικό περίβλημα]
 
Έχουν περάσει ώρες αρκετές που ο Χάρης Φαμέλης είναι σκυμμένος πάνω από τη μελέτη του Βίλχελμ Γκεντς και τελικά οι προσπάθειές του ανταμείβονται. Απ’ ό,τι φαίνεται ο επιφανής νευρολόγος κούραρε τον Μέτσγκερ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατά τα οποία ο τελευταίος μπαινόβγαινε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Φράιμπουργκ. Στις σημειώσεις του Γκεντς εντοπίζει το παρακάτω απόσπασμα: «Φεβρουάριος 1956: Εδώ επιβάλλεται να αναφερθεί ένα βίωμα που, όσο κι αν μοιάζει παθολογικό, απαντά συχνά σε περιπτώσεις κλειστοφοβίας και παράνοιας. Ο ασθενής δρ Ελίας Μέτσγκερ, ετών 49, είχε, κατά την κρίση μου, ένα σημαντικό επεισόδιο πανικού με έντονο αίσθημα δυσφορίας, δύσπνοιας και πνιγμονής. Ο ασθενής ένιωθε ότι ασφυκτιά μέσα στο σώμα του, ότι, παραθέτω τα λόγια του: “πνιγόμουν από το ίδιο μου το σαρκικό περίβλημα, σαν να με είχε εγκλωβίσει μια κάψουλα από την οποία αδυνατούσα να απαλλαγώ”. Σημειώνω ότι ένα σύνηθες σύμπτωμα τέτοιου είδους επεισοδίων είναι η έντονη αποπροσωποποίηση, το αίσθημα του ασθενούς ότι δεν είναι ο εαυτός του. Επισημαίνω ότι στην περίπτωση του δρος Μέτσγκερ συνέβη το ακριβώς αντίθετο: έντονη προσωποποίηση και απόλυτος, ασφυκτικός εγκλεισμός στο σώμα».
    Όσο μικρά και αποσπασματικά κι αν είναι τα θραύσματα από τη ζωή του Μέτσγκερ έχουν τη δύναμη να του προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης αλλά και τη διάθεση να θέλει να τον διαβάζει ξανά και ξανά. Οι κινήσεις του είναι αυτοματοποιημένες: Κλείνει τον δερματόδετο τόμο με τη μελέτη του Γκεντς και ανοίγει το μικρό βιβλίο του Μέτσγκερ. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πηγαίνει στις τελευταίες σελίδες και διαβάζει το επίμετρο.
    Εκεί, πέρα από τα λίγα βιογραφικά στοιχεία, υπάρχουν συγκεντρωμένες προσωπικές σημειώσεις του ίδιου του συγγραφέα. Κατά τη σταχυολόγηση που έλαβε χώρα βρέθηκαν αποσπάσματα μάλλον ημερολογιακού χαρακτήρα. Σε κάποιο σημείο ο Μέτσγκερ αναφέρεται σε ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό. Είναι καλοκαίρι του 1932, δύο περίπου χρόνια πριν υποστεί την πρώτη μεγάλη κρίση της υγείας του. Ειδικευόμενος γιατρός τότε, έχει τη συνήθεια να διασχίζει το μεγάλο πάρκο της πόλης, το Στάατσ-γκάρτεν, για να πηγαίνει από το σπίτι του στην κλινική. Ο εικοσιτετράχρονος Μέτσγκερ δέχεται αιφνίδια επίθεση από τέσσερα ή πέντε άτομα, όλα τους ανήλικα, παιδιά. Ο λόγος αυτής της ειδεχθούς πράξης δεν αποσαφηνίζεται ποτέ, αν και κατά την εκτίμησή του δεν ήταν η ληστεία, αλλά ένα ιδιότροπο καπρίτσιο. «Μερικές φορές πληγώνουμε κάποιον μόνο και μόνο για να διασκεδάσουμε την πλήξη μας. O πόνος του γίνεται ευθύς παιχνίδι και το σώμα του κούκλα που μπορούμε ανά πάσα στιγμή να αποσυναρμολογήσουμε, να καταστρέψουμε», σημειώνει, ενώ λίγες αράδες πιο κάτω περιγράφει συνοπτικά όσα βίωσε. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σχεδόν πάντα χρησιμοποιεί το δεύτερο πρόσωπο όταν αναφέρεται στον εαυτό του: «Αύγουστος, 1932: Εκείνο το πρωινό έχει πέσει πυκνή ομίχλη και δύσκολα μπορείς να διακρίνεις τις θολές φιγούρες που σε πλησιάζουν με γρήγορους βηματισμούς. Μια μεγάλη πέτρα εκσφενδονίζεται από το πουθενά και σε χτυπά στο μέτωπο. Πέφτεις κάτω με το κεφάλι μες στα αίματα. Γύρω σου, μέσα σου ομίχλη. Χωρίς να το καταλάβεις βρίσκεσαι κυκλωμένος από άγρια γέλια και χάχανα. Ένα τσούρμο μικρών ανθρώπων σε περιπαίζει. Τι θέλουν αυτά τα παιδιά από εσένα, ποιος είναι ο σκοπός τους; Νιώθεις τα μικροσκοπικά τους χέρια να ψάχνουν τις τσέπες σου, να σου βγάζουν τα παπούτσια, να σε γδύνουν. Δέχεσαι μια δυνατή κλωτσιά στην κοιλιά. Κυλιέσαι μες στις λάσπες. Μια τσιριχτή φωνή φτύνει ακατάληπτες λέξεις. Φωνάζεις από πόνο, από φόβο, κι επιχειρείς να σηκωθείς, να αντιδράσεις, όμως κάποιος ή κάποιοι, βαστάζοντας πέτρες, σε χτυπούν στο κεφάλι. Μία φορά, άλλη μία κι έπειτα άλλη μία. Βυθίζεσαι στο σκοτάδι. Σαν ανοίγεις τα μάτια είσαι ολομόναχος στο πάρκο, τραυματισμένος, με ρούχα σκισμένα κι ανυπόδητος. Νιώθεις την υγρασία του αίματος στο κρανίο σου. Καταφέρνεις να σηκωθείς κι αρχίζεις να περπατάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει. Τα βρύα σχίζουν τους εκτεθειμένους μηρούς σου και οι αιχμηρές πέτρες προξενούν αφόρητο πόνο στις γυμνές σου πατούσες. Είναι μέρα ακόμα, ο ήλιος χάσκει ανάμεσα στα δέντρα». Η διήγησή του σταματά απότομα, όμως σε κάποιο άλλο τετράδιο επανέρχεται στο περιστατικό στο Στάατσ-γκάρντεν, δηλώνοντας την πεποίθησή πως αποτέλεσε σημείο καμπής, «το γεγονός που σηματοδότησε την οριστική μεταστροφή της μοίρας, την απαρχή της Οδύσσειάς μου». 
 
[...]



 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη νουβέλα «Επικράτειες», η οποία ανοίγει το Α΄ μέρος του ομώνυμου βιβλίου του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2024 από τις εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Το Α΄ μέρος κλείνει με το διήγημα
«Μουσική για αεροδρόμια», ενώ το Β΄ μέρος αποτελείται από τη νουβέλα «Το νησί στον χάρτη» και το διήγημα «Μαχαιρωμένη διάρκεια».
 
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Επικράτειες αναφέρεται:  
 
Ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο σχισμένο στα δύο. Οι μεγαφωνικές ριπές οικογενειακών καυγάδων και μια πόλη που αργά και βασανιστικά συρρικνώνεται, όπως ένα άρρωστο σώμα. Ένα μυστηριώδες σημείο στον χάρτη, ένα αινιγματικό νησί που μπορεί και να μην υπάρχει. Αεροπλάνα που δεν πετούν για μήνες και στις μηχανές τους φωλιάζουν πουλιά. Μια μπαλκονόπορτα που ανοίγει και βγάζει στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Ένα ατέρμονο ταξίδι με ένα τρένο που διασχίζει τη μία σήραγγα μετά την άλλη. 
 
Συγγραφέας και αναγνώστης ξεκινούν παράλληλα ταξίδια, πραγματοποιώντας μια κατάβαση στο παράδοξο της αέναης αναχώρησης και των απρόσιτων στο διηνεκές προορισμών. Σε αυτή τη διαδρομή η λογοτεχνία χαιρετίζεται ως η μόνη προσβάσιμη επικράτεια, έστω και αν αποτελεί έναν τόπο που υφίσταται αποκλειστικά και μόνο στο μυαλό των ταξιδιωτών-συνεπιβατών.
 
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ. Οι πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες φιλοξενήθηκαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα. Το 2012 ίδρυσε το Πρότυπο Κέντρο Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch. Υπό την αιγίδα του δημιουργήθηκαν εννέα χρόνια αργότερα οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία, στις οποίες  κυκλοφόρησε και η πεζογραφική συλλογή του Είδωλα. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε και το 2024 η μελέτη του Το Μαμούθ και ο Αναβάτης, η οποία αποτελεί δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές.
 
Στη Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Είδωλα, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
 
Δύο κριτικές για το προηγούμενο βιβλίο του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη  μπορείτε να διαβάσετε στο into my books... του Γιάννη Δρούγου και στο ΝΟ14ΜΕ του Γιάννη Καλογερόπουλου.
 

Γιάννης Δρούγος, Δέντρο

Photo by JillWellington from Freerange Stock

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Το υποσχέθηκα στα παιδιά. Όλο το αναβάλλαμε τα τελευταία δύο τρία χρόνια μέσα στον πανικό του covid και τον πανικό των εφημεριών στο νοσοκομείο. Πού χρόνος; Δεν είχα γιορτές ούτε αργίες, άλλωστε δεν δώσαμε όρκο στον Ιπποκράτη για να ’μαστε αραχτοί, να κόβουμε βόλτες, να στολίζουμε σπίτι και δέντρα εν καιρώ υγειονομικού πολέμου. Η θέση μας είναι κοντά στους ανθρώπους, δίπλα στους ασθενείς μας που περιμένουν από εμάς να κάνουμε ένα μικρό θαύμα, που αυτή είναι η δουλειά μας, ή το λειτούργημά μας όπως πολλοί το αποκαλούν. Στα μάτια των ασθενών είμαστε θαυματοποιοί που μετατρέπουμε το φόβο τους σε ελπίδα, τους επουλώνουμε τις πληγές, τα τραύματα, τις ραγισμένες καρδιές, πασχίζουμε να κρατήσουμε στη ζωή τη ζωή που δείχνει να τους αποχαιρετά. Κι εσύ, Έλλη μου, μου λες συχνά, να μάθω να λέω όχι, να μην ξεχνάω ότι είμαι κι εγώ άνθρωπος, να μειώσω τις τακτικές μου εμφανίσεις στα συνέδρια αλλά κι αυτά δουλειά μου είναι. Ήταν. Είναι.

Και στα παιδιά να μάθω να λέω όχι. Παιδιά είναι, σου είπα, τους το έταξα για φέτος και το περιμένουν, είμαι λίγο πιο χαλαρός οπότε θα γίνει. Δεν κοστίζει τίποτα παρά μονάχα λίγο χρόνο. Την απόφαση την έχω πάρει προ πολλού και περίμενα να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, ο τόπος, ο τρόπος.
    Ξέρεις, η χαρά συνοδεύεται από μια ή πολλές κατοπινές λύπες. Τη μια μέρα αντικρίζουμε το φως, παίρνουμε τα πάνω μας, αναθαρρεύουμε κι εκεί που είμαστε έτοιμοι να το πλησιάσουμε, την αμέσως επόμενη μέρα το σκοτάδι υπενθυμίζει την παρουσία του και μας τυλίγει στα πλοκάμια του, ώσπου να ’ρθει η ώρα που θα του ξεφύγουμε και θα γυρεύουμε χαραμάδες φωτός, για νέα αρχή και ισορροπία. Ήμουν αυτό που λέμε η ψυχή της παρέας στον εργασιακό χώρο, έδινα κουράγιο στους συναδέλφους, όταν εκείνοι το είχαν χάσει και είχαν περάσει με το ένα πόδι στην απέναντι όχθη, ταλαιπωρημένοι και άυπνοι για μέρες ολόκληρες απ’ τις ατέλειωτες εφημερίες. Τους ενθάρρυνα ότι θα τα καταφέρουμε, όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε, ότι τα δύσκολα θα φτάσουν σε ένα κάποιο τέλος, ότι θα αντέξουμε, οφείλουμε να αντέξουμε για εμάς τους ίδιους, για τους ασθενείς μας και τις οικογένειές μας. Έβγαζα πυρετώδη λογύδρια πίσω από τη μάσκα προστασίας –και την άλλη τη μάσκα, του πρωταγωνιστή–,  ίδρωνα, πνιγόμουν, στέγνωνε ο λαιμός μου, στην καρδιά μου πέφτανε απανωτοί κεραυνοί κι εκείνη έτρεχε πανικόβλητη να γλιτώσει, έφευγε από τη θέση της και κατέβαινε στο στομάχι και στα πόδια, ανέβαινε σαν αλλοπαρμένη στο λαιμό και στο κεφάλι. Ήμουν ολόκληρος μια καρδιά σε σεισμό πολλών ρίχτερ, προκειμένου να σωθούμε και να σώσουμε. Το όφειλα. Να σώσω εκατοντάδες για χάρη του ενός.
    Μου παραπονιόσουν, Έλλη, ότι έκανα το νοσοκομείο σπίτι μου, ότι ξέχασα τις υποχρεώσεις μου και όλα πέσανε πάνω σου και δεν αντέχεις και πάλι τα ’παιρνες πίσω γιατί ήξερες πως δεν είχα άλλη επιλογή. (Κι όμως, καλή μου, είχα, αλλά δεν ήταν ακόμα η στιγμή.) Σε έπαιρνα αγκαλιά και σου ’λεγα πως όλα θα φτιάξουν, όλα πάλι θα μπουν σε μια κανονική ροή και κοιμόσουν μετά κι εγώ ξαγρυπνούσα, ακούγοντας την ανάσα σου άλλοτε ήρεμη κι άλλοτε βαριά, κι ερχόταν στο νου μου εκείνη η ανάσα που πάντα μου φέρνει ομίχλη και βροχή στα μάτια και με καταδίκασε στο παγωμένο κελί των ενοχών. Σου κρατούσα μυστικό. Τόσα χρόνια περπατούσα πλάι σου κουβαλώντας στα πόδια βαριές αλυσίδες κατάδικου που μου έγδερναν λίγο λίγο το δέρμα, ώσπου μπήκαν πιο μέσα κι άρχισαν να μου γδέρνουν τη σάρκα κι η τοξική τους σκουριά κύλησε απ’ άκρη σ’ άκρη στο αίμα μου. Σε έπιανα κάποιες φορές να με κοιτάς εξεταστικά, δεν ρωτούσες τίποτα, δεν θα σου έλεγα τίποτα, θα το ’ριχνα στην κούραση ως συνήθως.
    Κάτω απ’ το δέντρο της αυλής μας, ο πατέρας μου, τότε, με βλοσυρό βλέμμα μου είπε κοφτά να ξεχάσω αυτό που συνέβη, πως το θέμα έκλεισε, πως αυτά είναι ρουτίνα στη δουλειά μας, άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά πάνω σε χειρουργικά τραπέζια και θαλάμους νοσηλείας, δεν είμαστε θεοί, πως είμαι ακόμα νέος στη δουλειά και θα το συνηθίσω. Τι να συνηθίσω; Πώς συνηθίζεται ο θάνατος από λάθος, πώς συνεχίζεται η ζωή όταν η ζωή μπροστά σου κι εξαιτίας σου χάνεται και βυθίζει στο πένθος άλλες ζωές; Αυτά του είπα χαμηλόφωνα –ενώ ήθελα να του ουρλιάξω κατάμουτρα– από φόβο μη μας ακούσει η μάνα μου κι εσύ, Έλλη, που μπαινοβγαίνατε εκνευριστικά κεφάτες, ανυποψίαστες και όμορφες σερβίροντας το φαγητό. (Ακόμα θυμάμαι ότι είχες μαγειρέψει τα πρώτα σου γεμιστά. Ήμασταν ένα μήνα πριν το γάμο μας, θα ενώναμε τις τραπεζικές μας καταθέσεις, τα πτυχία μας και τον δυνατό μας έρωτα, αναμφισβήτητα.)  Ταφόπλακα, είπε με συγκρατημένη οργή ο πατέρας, μόλις ξαναφύγατε για να φέρετε το επιδόρπιο αργότερα. Βάλε ταφόπλακα και στάσου στο ύψος σου, μην σε πάρει χαμπάρι κανείς, κακομοίρη μου. Στη δουλειά μας δεν χωράνε δράματα, θρήνοι, ευαισθησίες και αναλύσεις. Να μπορούσα να τον σκοτώσω εκείνη την ώρα, να τον πνίξω και να πεθάνω κι εγώ. Έγνεψα συγκαταβατικά και μίσησα τον πατέρα μου, την ωμότητά του, την ιδιότητά του, τη μορφή του. Και κυρίως μίσησα αυτό που έγινα, για να μη χαλάσω το γόητρο της οικογενειακής παράδοσης. Κάτω απ’ το δέντρο μας, έβαλα ταφόπλακα ή έτσι προσποιήθηκα. Ήμουν ένοχος και βαθιά παντοτινά συντετριμμένος, με συσσωρευμένο ανέκφραστο πόνο. Ύστερα, Έλλη, παντρευτήκαμε, ήρθαν τα παιδιά, ήμουν ένας ευτυχισμένος ένοχος που παρέπαιε στην άκρη του γκρεμού.
    Σου τα εξηγώ όλα αυτά γιατί πρέπει να ξέρεις ότι βάσανο μεγαλύτερο απ’ αυτό που έζησα δεν υπάρχει κι ότι κατέρρευσα πια, στοιχειωμένος από εκείνη την τελευταία αναπνοή.

Ήταν ένα παιδί, Έλλη. Ένα παιδί στην εφηβεία. Δεν κατάφερα να το σώσω και μπήκε ολόκληρο μέσα μου, ολοκλήρωσε την εφηβεία του, ενηλικιώθηκε και κουβαλάω εμένα κι εκείνο μαζί με τις κραυγές της μάνας του την ώρα ανακοίνωσης του θανάτου του. Εγώ είμαι εγώ μαζί μ’ έναν έφηβο που τις νύχτες φανταζόμουν πώς θα ήταν σήμερα αν ζούσε, αν ήμουν ικανότερος. Πλάθω συχνά τη μορφή του κι όλο τη χάνω μέσα στην ομίχλη των τύψεων, τον κουβαλάω και ζυγίζω τόνους! Σ' ένα κόσμο από στάχτη παρίστανα την αναμμένη φλόγα. Σβήνω, Έλλη. Έσβησα. Έχω ήδη πεθάνει και κοιμάσαι δίπλα στο φάντασμά μου. Σε ξεγέλασα όπως τους ξεγέλασα όλους. Σε εξαπάτησα όλες τις φορές που κάναμε έρωτα, όταν σου απαντούσα με θέρμη στους όρκους ότι θα γεράσουμε μαζί, όταν ονειρευόμασταν το μεγάλωμα των παιδιών μας, το μέλλον τους, το μέλλον μας. Δεν υπάρχει μέλλον, πια το ξέρεις. Σε εξαπάτησα ακόμα και την περασμένη Κυριακή στη βόλτα μας στην Πλάκα, όταν μέσα στον κόσμο, λες και ήσουν ερωτευμένο κοριτσόπουλο, με άρπαξες απ’ το σβέρκο και με φίλησες με πάθος και φώναξες «σ’ αγαπώ» κι εγώ σου απάντησα «σ' αγαπώ κι εγώ πολύ, πολύ, πολύύύύύ...»

Δεν σου ζητώ να με συγχωρέσεις, να προσπαθήσεις να με καταλάβεις σου ζητώ.
    Ήρθε η ώρα. Φέτος θα γίνει, Τώρα θα γίνει. Το υποσχέθηκα στα παιδιά. Το δέντρο της αυλής μας θα στολιστεί με τα πιο λαμπερά φωτάκια και τα ωραιότερα στολίδια του κόσμου. Το δέντρο κάτω απ’ το οποίο συμφώνησα –μάταια– να ξεχάσω, θα φωτιστεί, θα φωταγωγήσει, θα γίνει η απελευθέρωσή μου κι η δική σου οδύνη. Θα φοράω το χακί πουκάμισο που μου έκανες δώρο πέρσι στα γενέθλιά μου, στην αριστερή του τσέπη θα βρεις αυτό το γράμμα.
    Θα είμαι ένα παλιό στολίδι κρεμασμένο στο δέντρο μας. Κι όταν περάσουν οι γιορτές –προς Θεού μην ξεστολίσεις πριν τις 10 Γενάρη– θα μπω στο κουτί με τα υπόλοιπα στολίδια και μετά θα μπούμε στο πατάρι της σοφίτας.
    Σε λίγο, τελειώνοντας αυτές τις γραμμές, θα βγω να περάσω τα λαμπάκια, έχει αέρα σήμερα αλλά θα τα καταφέρω. Θα κρεμάσω με χοντρό σύρμα κόκκινες και ασημένιες μπάλες, μικρούς και μεγάλους αγιοβασίληδες, τις στιγμές μας, τις χαρές μας, τις ενοχές μου και εμένα!
    Πες στον Άλκη και στη Φωτεινή μας ότι το δέντρο μας θα είναι πάντα στη θέση του να ρίχνει το ίσκιο του, να τους ψιθυρίζει, να τους ξεκουράζει στον κορμό του. Η ψυχή μου, Έλλη, θα είναι ένα φύλλο ανάλαφρο απαλλαγμένο από ενοχές που μετά από πολλά χρόνια θα γεννήσει φύλλα της αθωότητας.
 
 
 
Το παραπάνω διήγημα του Γιάννη Δρούγου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2022 στην εφημερίδα του πολιτιστικού συλλόγου «Ο Πηλέας» του Πλατυστόμου Φθιώτιδας.
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός»,  «Ανεπίδοτο»,  «Sense of forgiveness» και
«Η κόκκινη ομπρέλα».

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Είδωλα

Το είδωλο

Photo by Iannis Kalogeropoulos
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[...]
 
Μια άλλη στιγμή τον βρίσκουμε μόνο του στο σπίτι, πέρα από τους θορύβους και τις αναθυμιάσεις του κόσμου. Η υπερδιέγερση κι ο ενθουσιασμός έχουν δώσει τη σκυτάλη σε μια εξαντλητική θλίψη. Τον βλέπουμε να στέκεται μπροστά από τον καθρέφτη και να κοιτάζει το πρόσωπό του. Ο ανήσυχος μαγνητισμός μπροστά στην αντανάκλαση της εικόνας του δεν καταδεικνύει μόνο τον γνωστό ναρκισσισμό του ή ένα αίσθημα αυτοθαυμασμού –είσαι ερωτευμένος με τη σκέψη σου, αυτά τα λόγια έχουν εντυπωθεί στη μνήμη, τα λόγια της–, αλλά υπαινίσσεται μια περιφρόνηση του εγώ, μια αντινομική σχέση με τον εαυτό του. Εγωιστής, εγωπαθής, εγωστρεφής, δεν έχει σημασία. Το ουσιώδες είναι ότι ως εσωτερικότητα, ο εαυτός αποτελεί καταφύγιο, αλλά ταυτόχρονα και μια φυλακή από την οποία αδυνατεί να αποδράσει. Ενώπιον εαυτού κρίνεται ένοχος και για αυτό το λόγο εντειχίζεται εντός του. Πόσο τραγική μα συνάμα γελοία φαντάζει αυτή η συνθήκη, σύμφωνη ωστόσο με την ευτραπελία της ζωής! Για όσα του συμβαίνουν εκείνος έχει την ευθύνη, αυτό είναι μια αυταπόδειχτη αλήθεια. Είναι ένα παράξενο κράμα ανθρώπου αυτός ο πνευματικός δανδής: ιδεολόγος μα ταυτόχρονα αμοραλιστής, από τη μία δημιουργικός, από την άλλη καταστροφικός, συναισθηματικά ψυχρός αλλά και ψυχρά ελκυστικός. Αν η ζωή του ήταν ένα βιβλίο, αυτός θα ήταν ο πιο ποταπός του αναγνώστης. Στα βιβλία όμως ό,τι γράφεται, ακυρώνεται, ξεγράφεται. Σε τελική ανάλυση ένας συγγραφέας μπορεί να πετάξει στα σκουπίδια κάτι που δεν του αρέσει ή δεν του φαίνεται τελειοποιημένο. Στη ζωή δε συμβαίνει το ίδιο: ό,τι ζει κανείς δεν υπάρχει τρόπος να το διορθώσει, να το εξαγνίσει ή να το πετάξει. Θα ήθελε πολύ να σβήσει τα κακώς κείμενα, να επαναδιατυπώσει, να επανασχεδιάσει το κεφάλαιο που αφορά στην Αρετή. Η αγάπη του για αυτή τη γυναίκα είναι όλα αυτά τα σκορπίσματα στο χώρο και το χρόνο: δρόμοι και σπίτια, γέλια και σιωπές, κραυγές και στεναγμοί, στάσεις κι αποστάσεις, διαχύσεις και συμπλοκές. Φαντάζεται το πρόσωπό της και αρνείται να δεχτεί πως αυτό το πρόσωπο θα θολώσει σιγά-σιγά στη μνήμη. Και η μνήμη, σκέφτεται, δεν είναι οπτική ιδιότητα, όσο κι αν μερικές φορές ξεγελιέται και νομίζει ότι ακόμα βλέπει κάτι που δεν είναι μπροστά στα μάτια του, κάτι που του παρουσιάζεται τυλιγμένο σε μια αχλή, σαν τη θαμπή μορφή της νοσταλγίας του ενίοτε.
    Ο έρωτάς μου πάει σκυφτός… –τον βλέπουμε μπροστά από τον υπολογιστή να γράφει. Σκουντουφλάει όπως ο θύτης μετά το φόνο. Κι ο έρωτάς του αδυνατεί να δεχτεί πως ίσως κάποια στιγμή δυσκολευτεί να θυμηθεί το σώμα της ή τα σημάδια που αποδεικνύουν την ταυτότητά της, καθώς ο χρόνος ρέει ασταμάτητα κι όλα οδεύουν σταθερά προς τον οριστικό αφανισμό τους. Καθώς όλα περνούν και χάνονται δίχως να αφήνουν ίχνη.
    Πριν το παρελθόν γίνει παρελθόν, θυμάται να της ψιθυρίζει στο αυτί λόγια μουσικά, λέξεις αρθρωμένες στη δική του γλώσσα: Χωρίς παίδεμα δεν πας πουθενά, ούτε μέσα σου (αυτό ήταν το φραγμέντο του). Το να μπαίνεις στον κόπο να σκύβεις πάνω από την ύπαρξη του άλλου, το να προσπαθείς να του κάνεις πιο ανάλαφρη την πτώση, να του δημιουργήσεις μια ψευδαίσθηση, έστω, ελαφρότητας απέναντι στην αμείλικτη βαρυτική έλξη, δεν είναι κάτι απλό, ούτε κι εύκολο, καθότι ο καθένας ήδη κουβαλά το βάρος της δικής του ύπαρξης. Του άρεσε να διαβάζει την εκστατική προσήλωση στη λάμψη των ματιών της. Η αφοσίωση απαιτεί μόχθο, απαιτεί υπομονή και παίδεμα. Όμως τίποτα δε γνωρίζεις πραγματικά αν δεν κοιτάς το βάθος, το βάραθρο, την άβυσσο της ύπαρξης που ριγεί δίπλα σου ακριβώς όπως κοιτάς ή σα να κοιτάς τη δική σου. Ο εαυτός είναι η μόνη πραγματικότητα εν τέλει. Ωστόσο, τελείως ιδεοληπτικά, μπορείς να ταυτιστείς τόσο με κάποιον έτσι ώστε να γίνετε ένα είδος μυθικού τέρατος, μια χίμαιρα έξω από τον χρόνο, μια χρυσή βροχή στο τίποτα.
    Όταν σταμάτησε να μιλά, εκείνη άρχισε να περιπλανιέται με τα νύχια της στο στήθος και την κοιλιά του κι αυτός ένιωθε σιγά-σιγά τον χρόνο να λιώνει, να γίνεται μια μάζα ρευστή, λάβα που έρεε στο κορμί του σαν το πυρακτωμένο της χάδι, σχηματίζοντας νοερά στο δέρμα σχήματα και κύκλους φανταστικούς, στο φλογερό κέντρο των οποίων κατέληξαν αναπόφευκτα τα δάκτυλά της και τότε, ναι, άκουσε στο σκοτάδι το αχνό και περιπαιχτικό της γέλιο πριν σκύψει για να αντλήσει με το στόμα της αργά τον πόθο του, πριν νιώσει αίφνης την ανάσα του να κόβεται και την πραγματικότητα να εκρήγνυται σα βεγγαλικό μες στο κεφάλι του.
    Χωρίς παίδεμα δεν πας πουθενά ούτε μέσα σου, –του υπενθύμιζε στιγμές τα δικά του λόγια– ωστόσο o σατανισμός του οξύμωρου τον περιγέλασε καθώς αποδείχτηκε πως εκείνος δεν παιδεύτηκε καθόλου. Το όμορφο παρουσιαστικό του, η εγωκεντρική του οξύνοια, η υπερβολική του αυτοπεποίθηση καθώς και μια ενδόμυχη ροπή προς το απαγορευμένο προκαλούσαν συνεχώς την ηδονοθήρα φύση του να εκφραστεί. Ασκούσε μια μαγνητική έλξη στις φιλομαθείς φοιτήτριές του, κυρίως σε αυτές που είχαν λυγερή κορμοστασιά και αφελείς σκέψεις, οι οποίες, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από μεριάς του, παρουσιάζονταν σχεδόν πάντα πρόθυμες να προσφέρουν τη σφριγηλή τους σάρκα για τις οχείες μιας νύχτας.
    Προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη στάση του, ο ανήσυχος νους του καθηγητή αναζητεί ένα ηθικό –τουλάχιστον θεωρητικά– υπόβαθρο. Και καθώς το γράψιμο τον βοηθά να «τακτοποιεί» τις σκέψεις του, στο προσωπικό του σημειωματάριο κάνει λόγο για τον «ρομαντικό ιδεαλισμό», μια έννοια που ο ίδιος έχει εφεύρει. Το παν για τον ρομαντικό ιδεαλισμό είναι η μονογαμία, τονίζει. Η ιδέα, αυτή καθ’ αυτή, που πραγματεύεται ωστόσο αφορά στην έλλειψη. Η ουσία της απιστίας είναι η μυστικοπάθεια, διότι η απιστία γίνεται εν κρυπτώ, είναι λάθρα, ηθικά επιλήψιμη, «παράνομη». Σε κάποιο άλλο σημείο αναφέρει πως η κυρίαρχη αντίληψη για την απιστία είναι λανθασμένη. Δεν ψάχνει κανείς κάποιον άλλον επειδή θέλει να φύγει από τον/την σύντροφό του. Το κάνει επειδή θέλει να φύγει από το άτομο που έχει γίνει αυτός. Δεν είναι ότι επιθυμεί να βρει κάποιον άλλον. Απλώς επιθυμεί να βρει έναν άλλον εαυτό. Η αντίληψη αυτή έχει παγιωθεί σε πολλές σχέσεις. Ορισμένοι, όπως ο υποφαινόμενος, προσπαθούν να συνδυάσουν δυο ειδών αξίες. Σε μια σχέση επιθυμούν να έχουν τόσο την άγκυρα όσο και τα κύματα, τόσο τη σταθερότητα και την ασφάλεια όσο και την ελευθερία και την αυτονομία. Αυτό όμως είναι το δύσκολο πάντρεμα: το να νιώθεις ότι ανήκεις κάπου και ταυτόχρονα ότι είσαι ελεύθερος. Παρά, λοιπόν, την όποια του ροπή προς το μεγαλόπνοο και την αλήθεια, η θητεία του στη σχολή της ματαιοδοξίας και της υποκρισίας ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να ανακαλύψει νέες συγκινήσεις. Δυστυχώς όμως το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. Και από την άλλη πόσο καιρό μπορεί να ζει κανείς σχισματικά και λαθραία;
 
[...]
 
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη νουβέλα «Το είδωλο», η οποία ανοίγει το βιβλίο του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη Είδωλα, που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις περικείμενο βιβλία και περιλαμβάνει επίσης τα διηγήματα «Ρωγμές», «Ομοιώματα» και «Θαμπός καθρέπτης».
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. Έχει επίσης συγγράψει το πόνημα Το μαμούθ και ο αναβάτης. Δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές (περικείμενο, 2021) και είναι ιδρυτής του Πρότυπου Κέντρου Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch! Τα πρώτα του λογοτεχνικά έργα Ξεπλένοντας και Άυπνος κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα το 2008 και 2011 αντίστοιχα.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται:  
Μια νουβέλα και τέσσερα διηγήματα για τα σπασμένα κάτοπτρα και τους θολούς αντικατοπτρισμούς.
Για τις αδιόρατες μάσκες, τις ραμμένες από την κρυφή βελόνα της απελπισίας.
Για τις μοναχικές περιδιαβάσεις στα πεζοδρόμια της θλίψης και της πόλης.
Για τη σχεδόν ανεπαίσθητη αλλά βίαιη έκφραση περιφρόνησης ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό ή ενάντια σε όλα αυτά που αποτελούν την πραγματικότητά μας.
Για την αμφίσημη μορφή του ανθρώπου που υπήρξαμε και που βρίσκεται πλέον σε άπειρη απόσταση μακριά μας.
Για τις στατικές εικόνες των ειδώλων μας, τα σύμβολα της αδυναμίας μας.
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Δρούγου για τα Είδωλα στο into my books... 
Η logotexnia21 ευχαριστεί θερμά τον Γιάννη Καλογερόπουλο για την παραχώρηση της φωτογραφίας που κοσμεί την ανάρτηση.

Γιάννης Δρούγος, Η κόκκινη ομπρέλα

 
«Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἴνα εἰσέλθω ἐν αὐτῶ·  λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, φωτοδότα καὶ σῶσον μέ», θυμήθηκε κι ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της και της έκοψε την ανάσα. Κοίταξε φευγαλέα τη μέρα που έπαιρνε να δύει κι ύστερα επέστρεψε το βλέμμα στη φωτογραφία. Χάιδεψε με τον αντίχειρα το τζάμι της κορνίζας ακριβώς πάνω στα χαμογελαστά χείλη.

«Θυμάσαι, αγάπη μου; Ύμνους, αντί για παραμύθια. Η Μεγάλη Εβδομάδα, τα Άγια Πάθη, τα Πάθη όλου του κόσμου, έλεγες.  Τόσες Μεγάλες Εβδομάδες, τόσες Αναστάσεις που περίμενα μάταια να επιστρέψεις. Άκουγα βήματα έξω απ’ το σπίτι μας, νύχτα Μεγάλου Σαββάτου μετά την Ανάσταση και πεταγόμουν νομίζοντας ότι γύρισες. Έπειτα κουράστηκα, αποδέχτηκα ότι εδώ είναι το σπίτι σου, μωρό μου, κάτω από αυτές τις πέτρες που παρήγγειλα απ’ το νησί μας, να σου στολίσουν τον κήπο σου. Γιορτές και καθημερινές έρχομαι να σου κάνω παρέα να μη νιώθεις μόνος και ξεχασμένος. Σήμερα έφερα ομπρέλα, είπαν ότι θα βρέξει, έχω μαζί μου την ομπρέλα να την ανοίξω, μη μου βραχείς. Τι έλεγα; Τελευταία, συχνά, όλο και πιο συχνά, το παθαίνω. Ξεκινάω να πω κάτι και μονίμως καταλήγω να λέω κάτι άλλο. Χάνω τον ειρμό μου, θολώνει το μυαλό μου. Μη με παρεξηγείς. Είναι που έχω τόσα να σου λέω, είναι που μιλάω μονάχα εγώ, είναι που μου λείπεις τόσο πολύ, που θέλω να αρχίσω να ουρλιάζω στα καλά καθούμενα, είναι που δεν με συγχωρώ που εγώ ζω ακόμα, είναι που χάθηκε η σειρά των αποχωρήσεων, είναι που δεν θέλω να μιλάω σε κανέναν άλλο έτσι όπως μονάχα σε σένα μπορώ να μιλάω, ανοιχτά, γιατί μόνο εσύ με καταλαβαίνεις απόλυτα, ενώ όλοι οι άλλοι προσποιούνται και γνέφουν συγκαταβατικά δήθεν ότι με καταλαβαίνουν, ενώ δεν καταλαβαίνουν τίποτα, γιατί με αγνοούν, γιατί σκέφτονται τα δικά τους: τη γιορτή που θα τους βρει όλους μαζί, τις βόλτες, τα γέλια, τη θεραπεία της λύπης, τα καινούργια ρούχα, το καινούργιο κινητό, ακίνητο, αυτοκίνητο, τα σχέδια για τις επόμενες γιορτές. Δίψα και διάθεση για ζωή δεν λέγεται αυτό; Τους μισώ , δεν σ’ το κρύβω. Γιατί έχουν όσα δεν έχω. Γιατί εγώ, παιδί μου, τα έχασα όλα όταν σ’ έχασα. Μόλις θυμήθηκα αυτό το σημαντικό που ήθελα απ’ την αρχή να σου πω. Τα έχω τακτοποιήσει όλα και είμαι έτοιμη να έρθω μαζί σου, να είμαστε ξανά μαζί, όπως πριν το κακό. Με τα μάτια και τα χέρια ενωμένα. Να σε κρατήσω ξανά, όπως την πρώτη φορά που σε κράτησα στα χέρια μου σαν ακριβό κρύσταλλο με αγάπη».

Γέρνει το κεφάλι της στο σταυρό. Κάτι ψιθυρίζει. Αρχίζει να βρέχει. Ανοίγει την κόκκινη ομπρέλα πάνω απ’ το μνήμα. Κλείνει τα μάτια και αφήνει τις σταγόνες να τρέξουν στα μαλλιά και στο πρόσωπό της. Όταν λίγα λεπτά μετά τα ξανανοίγει, το τοπίο γύρω της έχει αλλάξει, έχει ομίχλη, έχει νύχτα. Ακούγεται ο ήχος του παλμογράφου. Ακούγεται μια πόρτα που ανοίγει και μαλακά βήματα. Η ομίχλη διαλύεται. Διακρίνει στο χέρι της μια σειρά σωληνώσεις πάνω στο δέρμα. Κι ένα χέρι αντρικό ν’ αγγίζει το δικό της και να ψηλαφεί τους χάρτες των φλεβών. Δ ά χ τ υ λ α  που μπλέκονται και πλέκουν λαχτάρα, ζωή, επιστροφή και Ανάσταση.

«Είμαι εδώ», ακούγεται η φωνή του σαν ψαλμός. 
 
 
 
 
 Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός»,  «Ανεπίδοτο» και «Sense of forgiveness».
 

Αλέξανδρος Κ., Τα μάτια του αρχίζουν να τρέχουνε

Photo by NO14ME

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Στον Τάκη, τη Μύριαμ και τη Γιασμίν


ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ | ΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΕΝΟ ΤΑΒΑΝΙ | ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ | ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΕΙ ΟΤΙ ΠΟΝΑΕΙ | δεν μπορώ να σηκωθώ | ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ | ΒΛΕΠΕΙ ΤΟ | ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ | το ξέρω το παιδί αυτό | του ιστορικού | αναπνέει | ΘΕΛΕΙ Ν’ ΑΠΛΩΣΕΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ | δεν μπορώ να κουνηθώ | ΓΥΡΙΖΕΙ | ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΙ | πού είμαστε; | ΞΕΡΟΚΑΤΑ | πού ’ν’ η Μαρία; | πού είν’ ο Παύλος; | μαζί τρέχαμε | μούσκεμα είμαι | έχω κατουρηθεί | βρομάω | ΕΔΩ ΟΛΟΙ ΒΡΟΜΑΝΕ | πώς βρεθήκαμε εδώ; | ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ | η κοπελιά της συντονιστικής | με την ωραία μάσκα | πού είναι η Μαρία; | κάποιος μπροστά μας έπεσε | ΓΥΡΙΖΕΙ | ούρλιαξε κι ύστερα | ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟ | πού ’ν’ ο Παύλος; | του κρατούσα το χέρι | γιατί τρέχαμε; | ΞΕΡΟΚΑΤΑΠΙΝΕΙ | τα γουρούνια είχαν φύγει | ο Άγγελος | ΞΕΡΟΚΑ | ούρλιαξε πρώτος | κι έπεσε | ο Κώστας | κι ο ψηλός της γερμανικής | κάποιος φώναξε | μας ρίχνουν | ρίχνουν με νταρτ γκανς | έπιασα το χέρι του Παύλου | ΞΕΡΟΚΑΤΑ | αρχίσαμε να τρέχουμε | πού ’ν’ η Μαρία; | ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ | ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ | θα πεθάνω | ΤΡΕΧΟΥΝΕ | μαμά | ΚΛΑΨΟΥΡ | μαμά | Η ΚΟΙΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΝΤΑΖΕΤΑΙ | ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ | ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ | ΟΙ ΩΜΟΙ ΤΟΥ ΤΡΑΝΤΑΖΟΝΤΑΙ | ΤΡΑΝΤΑΖΕΤΑΙ | ΤΡΑΝΤΑΖΕΤΑΙ 





Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για τη στήλη Μικρή κλίμακα του ηλεκτρονικού περιοδικού λόγου και τέχνης χάρτης, έπειτα από πρόσκληση της Δήμητρας Ι. Χρηστοδούλου, που την επιμελείται, και δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2021 στο 28ο τεύχος του. Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι του ΝΟ14ΜΕ.
 
Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής, ενώ το 2021 ίδρυσε και τον εκδοτικό οίκο η βαλίτσα. Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στο blog Logotexnia21 ως Αλέξανδρος Κ. τον Δεκέμβριο του 2009. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μ' ένα καλό ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων και το 2019 η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα από τις εκδόσεις Σκαρίφημα. Την ίδια χρονιά ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη η θεατρική παράσταση Γκλόρυ Ντάιηζ βασισμένη σε κείμενά του, σε σκηνοθεσία Κλαίρης Χριστοπούλου. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Διατηρεί τον ιστότοπο valitsa.org, όπου υπάρχουν δεσμοί για όλες τις δημοσιεύσεις, συνεργασίες και δραστηριότητές του.