Αγγελική Σιδηρά, ένα ποίημα

 Käthe Kollwitz, Frau mit totem Kind

 Μετάλλαξη

Το κλάμα που δεν έκλαψα
σε ιδρώτα μεταλλάσσεται.
Σταλάζει απ' τους μυριάδες
πόρους του δέρματός μου.
Κλαίει το σώμα μου.
Κι όσο για την ψυχή μου;
Οι λυγμοί της σκάβουνε
τα σπλάχνα μου. Χτίζουν εντός μου
σταλακτίτες, σταλαγμίτες.

Μεταμορφώνομαι αργά αργά
σε πέτρα.

 

 

Το παραπάνω ποίημα της Αγγελικής Σιδηρά είναι από την τελευταία της ποιητική συλλογή
Οἴμη, λέγουσα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. 
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύεται, εδώ, σε μετάφραση της ποιήτριας Αγγελικής Σιδηρά ένα ποίημα της Emily Dickinson. 
Δείτε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα της Αγγελικής Σιδηρά και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά. 

 

 

 

 

 

 

6ο Εργ@αστήρι Μετάφρασης Online

 Αναγγελία

Θέμα: Μετάφραση σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας
Είδος: Διήγημα
Διάρκεια: 9 εβδομάδες / 36 διδακτικές ώρες
Έναρξη: 17 Ιανουαρίου 2021
Λήξη: 14 Μαρτίου 2021
Ελάχιστος αριθμός συμμετεχόντων/-ουσών: 3 άτομα
Μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων/-ουσών: 8 άτομα
Έναρξη δηλώσεων ενδιαφέροντος: 6 Νοεμβρίου 2020
Λήξη δηλώσεων ενδιαφέροντος: 13 Δεκεμβρίου 2020
Συμμετοχή: Με καταβολή διδάκτρων σε 2 μηνιαίες δόσεις
Διδασκαλία: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Περιεχόμενα Εργ@στηρίου:
  • Μελέτη της εργοβιογραφίας του/της συγγραφέα/-έως
  • Ανάγνωση / ανάλυση του κειμένου
  • Εξέταση / αξιολόγηση του κειμένου στο σύνολο του έργου του/της συγγραφέα/-­έως
  • Σχεδιασμός μεταφραστικής προσέγγισης
  • Προεργασία / προετοιμασία
  • Μετάφραση κειμένου
  • Διόρθωση / επιμέλεια μεταφρασμένου κειμένου
  • Συνήθη λάθη κατανόησης της γερμανικής γλώσσας
  • Συνήθη λάθη στη χρήση της ελληνικής γλώσσας
  • Υποσημειώσεις / σχολιασμός κειμένου
  • Παρουσίαση του/της συγγραφέα/-έως για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό


Κείμενα εργ@σίας:
Ο συνολικός όγκος του/των προς μετάφραση κειμένου/-ων ανά συμμετέχοντα/-ουσα δεν θα είναι μικρότερος των 15 σελίδων και δεν θα υπερβαίνει τις 40 σελίδες. Τον/τη συγγραφέα και τα προς μετάφραση κείμενά του/της επιλέγει αποκλειστικά ο διδάσκων. Κάθε συμμετέχων/-ουσα θα μεταφράσει τουλάχιστον ένα διήγημα που θα του/της ανατεθεί. 


Συνεδρίες:
Οι συνεδρίες θα πραγματοποιούνται 1 φορά την εβδομάδα, αποκλειστικά διαδικτυακά, σε 4 διδακτικές ώρες των 45 λεπτών με ένα διάλειμμα 20 λεπτών. Ως ημέρα συνεδριών προτείνεται η Κυριακή, από τις 17.00 έως τις 20.30. Συνολικά θα πραγματοποιηθούν 9 εβδομαδιαίες συνεδρίες.
Η παρουσία στις διαδικτυακές συνεδρίες και η εκπόνηση των εβδομαδιαίων εργ@σιών, οι οποίες θα αποστέλλονται στον διδάσκοντα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, είναι υποχρεωτικές. 


Στόχοι του Εργ@στηρίου:
Κύριοι στόχοι του 6ου Εργ@στηρίου Μετάφρασης Online είναι τόσο η διδασκαλία και η μετάδοση εμπειρίας στον τομέα της μετάφρασης γερμανόφωνης λογοτεχνίας εκ μέρους του διδάσκοντος όσο και η πρακτική εξάσκηση και εφαρμογή όσων διδάσκονται εκ μέρους των συμμετεχόντων/-ουσών στο πλαίσιο του 6ου Εργ@στηρίου Μετάφρασης Online. Ωστόσο, έναν άλλον απώτερο στόχο αποτελεί η σύνθεση συλλογής μεταφρασμένων διηγημάτων συγκεκριμένου/-ης συγγραφέα/-έως και η προσπάθεια έκδοσης της συγκεκριμένης συλλογής από έναν ελληνικό εκδοτικό οίκο επ’ αμοιβή των μεταφραστών ή/και μεταφραστριών. Την τελική μεταφραστική επιμέλεια της υπό έκδοση συλλογής θα αναλάβει ο διδάσκων. Ο συγκεκριμένος στόχος έκδοσης αποτελεί απώτερο και κοινό στόχο διδάσκοντος και συμμετεχόντων/-ουσών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μονομερή υπόσχεση εκ μέρους του διδάσκοντος. Τα πνευματικά δικαιώματα των μεταφράσεων θα ανήκουν αποκλειστικά στους μεταφραστές ή/και τις μεταφράστριες των διηγημάτων που θα απαρτίζουν τη συλλογή. Ανεξαρτήτως τούτου, σε οποιαδήποτε μελλοντική μεμονωμένη ή/και συνολική δημοσίευση των μεταφρασμένων κειμένων θα πρέπει να αναφέρεται ότι η μετάφρασή τους πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του  6ου Εργ@στηρίου  Μετάφρασης Online.


Προϋποθέσεις συμμετοχής:
  • Οι συμμετέχοντες/-ουσες πρέπει να έχουν επαρκή γνώση της γερμανικής γλώσσας.
  • Είναι απαραίτητη η αποστολή απλού βιογραφικού σημειώματος με την εκδήλωση ενδιαφέροντος.
  • Ο διδάσκων διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει μια δοκιμαστική μετάφραση κειμένου, η έκταση του οποίου δεν θα υπερβαίνει τη μία σελίδα, πριν από την αποδοχή της συμμετοχής του/της ενδιαφερομένου/-ης.
  • Θεωρείται αυτονόητη η εχεμύθεια των συμμετεχόντων/-ουσών όσον αφορά τον/τη συγγραφέα και τα επιλεγμένα προς μετάφραση κείμενά του/της καθ’ όλη τη διάρκεια του Εργ@στηρίου και για έναν μήνα μετά τη λήξη του.
  • Η συμμετοχή του/της ενδιαφερομένου/-ης, μετά την αποδοχή συμμετοχής από τον διδάσκοντα, εξασφαλίζεται μόνο με την εμπρόθεσμη καταβολή των διδάκτρων.


Βεβαίωση παρακολούθησης:
Θα δοθούν βεβαιώσεις για την παρακολούθηση του Εργ@στηρίου. Βεβαίωση Επιτυχούς Παρακολούθησης θα δοθεί σε όσους θα έχουν ολοκληρώσει επαρκώς τη μετάφραση των κειμένων και τις άλλες εργασίες που θα τους έχουν ανατεθεί. Βεβαίωση Επιτυχούς Παρακολούθησης με Εξαιρετική Απόδοση θα δοθεί σε όσους θα έχουν παρουσιάσει ένα εξαιρετικό επίπεδο εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του 6ου Εργ@στηρίου  Μετάφρασης Online.


Βιογραφικό σημείωμα διδάσκοντος:
O Αλέξανδρος Κυπριώτης γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα και σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει μεταφράσει μεταξύ άλλων Τόμας Μανν, Μπότο Στράους, Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, Φραντς Κάφκα, Τζέννυ Έρπενμπεκ, Ερνστ Βάις, Τόμας Μπέρνχαρντ, Μοχαμμάντ Χεμματί, Χανς Έριχ Νόσσακ, Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ και Καταρίνα Μπέντιξεν. Τη διετία 2021-22 θα κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Σκαρίφημα μεταφράσεις του των Αντρέ Καμίνσκι (Kiebitz), Γκερτ Γιόνκε (Geometrischer Heimatroman), Σαμά Μαανί (Teheran Wunderland), Φρίντο Λάμπε (Am Rande der Nacht) κ.ά. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφρασεολογίας. Επί σειρά ετών δίδαξε μετάφραση γερμανόφωνης λογοτεχνίας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας & Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και περιστασιακά στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Λογοτεχνικής Μετάφρασης της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και στο Διαπανεπιστημιακό-Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας του ΕΚΠΑ και του ΑΠΘ. Ως μεταφραστής γερμανόφωνης λογοτεχνίας έχει λάβει υποτροφίες από τη Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών, το Ίδρυμα Τεχνών της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, το Ίδρυμα Ρόμπερτ Μπος, το Γερμανικό Ταμείο  Μεταφραστών, την Αυστριακή Εταιρεία για τη Λογοτεχνία και το Ίδρυμα Ελβετικού Πολιτισμού Pro Helvetia. Η μετάφρασή του του μυθιστορήματος του Ερνστ Βάις Ο αυτόπτης μάρτυρας (Εκδόσεις Σκαρίφημα 2017) τιμήθηκε με το ανώτερο μεταφραστικό έπαθλο του Υπουργείου Παιδείας, Τεχνών και Πολιτισμού της Αυστρίας. Με τον Ιρανό ποιητή και μεταφραστή Μοχαμμάντ Χεμματί ίδρυσε το 2018 το «Εργαστήρι μετάφρασης περσικής και ελληνικής ποίησης εν προόδω» και το 2019 το εν εξελίξει διεθνές πρότζεκτ «Abolish Borders With Words». Έχει γράψει θεατρικά έργα, διηγήματα, μικρά πεζά, παραμύθια και ποιήματα. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Το 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων από τις Εκδόσεις Ίνδικτος. Το 2019 ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Κλαίρης Χριστοπούλου η θεατρική παράσταση Γκλόρυ Νταίηζ, βασισμένη σε κείμενά του, και κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Σκαρίφημα η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα. Τον Νοέμβριο του 2020 τιμήθηκε με μεταφραστικό έπαθλο του Υπουργείου Παιδείας, Τεχνών και Πολιτισμού της Αυστρίας η μετάφρασή του του βιβλίου Τόμας Μπέρνχαρντ, Γεγονότα (Εκδόσεις Εξάντας, 2019).


Πληροφορίες – Δήλωση ενδιαφέροντος:
ergastirimetafrasisonline@gmail.com

Μοχαμμάντ Χεμματί (محمد همتی), Μια φωνή απ’ το Ιράν

Foto by Mohammad Hemati



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Τεχεράνη, 15 Σεπτεμβρίου 2020, 11.11 π.μ. Εδώ και δυο μέρες μόλις έχουμε μετακομίσει σ’ ένα καινούργιο διαμέρισμα. Η Ζάχρα είναι στη δουλειά. Τους ήχους του κλιματιστικού με το νερό τούς έχω συνηθίσει. Τους ακούω όλη μου τη ζωή. Απ’ έξω ακούγονται αυτοκίνητα να κορνάρουν και να φρενάρουν. Αυτά δεν τα έχω συνηθίσει. Στη μικρή την πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα ακούγονταν ακόμα και τα φτερουγίσματα των κουνουπιών. Εδώ όμως τις νύχτες, όταν δεν κορνάρει ή δεν φρενάρει κανένα αυτοκίνητο, ακούγεται και μια άλλη φωνή. Μάλιστα πιο δυνατά απ’ ό,τι στην ήσυχη τη γενέτειρά μου. Λες και τα πιο κακά πνεύματα από τις πιο μακρινές και τις πιο σκοτεινές γωνιές της ιστορίας αυτής της χώρας τα έχουν καλέσει όλα εδώ. Ουρλιάζουν όλο και πιο δυνατά. Τα ουρλιαχτά τους όμως τώρα ακούγονται πιο πολύ ικετευτικά παρά τρομακτικά.

Δεν έχω βρει ακόμα χρόνο, για να τακτοποιήσω το γραφείο μου. Κοιτάζω το βιβλίο που έφερα από την πόλη μου. Στο εξώφυλλο γράφει: Οδυσσέας Ελύτης. Ο μεταφραστής του δεν βρίσκεται πια στον κόσμο αυτό. Ούτε και πρόλαβε να δει τη μετάφρασή του να εκδίδεται. Φερεϊντούν Φαριάντ τον λένε.

Όταν εκδίδονταν οι πρώτες μου μεταφράσεις, δεν ήξερα πόσο βαθιά μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μου η λογοτεχνία και πόσο διαφορετικά θα βλέπω τον κόσμο. Εδώ έχουμε μάθει να εκτιμάμε τα πάντα όταν δεν υπάρχουν πια, ανάμεσα σ’ αυτά και την ελευθερία. Αν ήμουν ανθοπώλης, για παράδειγμα, ίσως να μην μπορούσα να καταλάβω τι είναι η λογοκρισία ή τι ακριβώς σημαίνει όταν κάποιος λέει: τα ποιήματά μου τα πετσοκόψανε. Για πολύ καιρό ήταν μόνο οι συγγραφείς, οι μεταφραστές, οι ποιητές και οι δημοσιογράφοι εκείνοι που μιλούσαν για ελευθερία. Σήμερα όλοι γι’ αυτή μιλούν, για την απουσία της, ακόμα και οι ανθοπώλες. Ναι, ίσως σε μια ελεύθερη χώρα να πουλάνε πιο πολλά λουλούδια. Εν πάση περιπτώσει, πριν εκδοθούν τα ποιήματά μου στην Ελλάδα, έλεγα πάντοτε: τα ποιήματά μου έχουν το δικαίωμα να εκδοθούν σε μια ελεύθερη χώρα. Αν όχι ο ποιητής τους, θα μπορούν τουλάχιστον οι καημένες οι λέξεις του ν’ απολαμβάνουν την ελευθερία. Και χάρη στον Αλέξανδρο Κυπριώτη έγινε αυτό. Κάθε φορά που ξεφυλλίζω το βιβλίο, νιώθω ανάμικτα συναισθήματα, όχι μόνο χαρά, αλλά και φόβο. Φόβο για τις δικές μου τις λέξεις τις ελεύθερες. Είναι κόρες της ανελευθερίας, αλλά είναι ελεύθερες. Είναι παράξενο συναίσθημα αυτό. Τι γίνεται μια ανελεύθερη ύπαρξη όταν ελευθερώνεται; Πιστεύω ότι δύο είδη ανθρώπων τη φοβούνται την ελευθερία, τόσο οι τύραννοι όσο κι οι άνθρωποι που ζούνε κάτω από τυραννικό ζυγό. Κάποιος Ισπανός ποιητής, που το όνομά του δυστυχώς δεν το θυμάμαι, έχει πει κάτι περίπου σαν κι αυτό: Ο μεγαλύτερος φόβος του πουλιού μες στο κλουβί είναι ο φόβος της θέας ενός άδειου κλουβιού.

Παίρνω στα χέρια μου τον τόμο με τα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, τον ανοίγω και διαβάζω: 


Η Μαρία Νεφέλη λέει:

            Η ΝΕΦΕΛΗ

Μέρα τη μέρα ζω – πού ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.
Το ’να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη
και να ’μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη»

Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης
η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

Δεν πα’ να ξενυχτάς – να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους
ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους

Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο
και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός διαιρέτης»
εγώ θα πρέπει να ’μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ ο Νεφεληγερέτης.


        Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και
            μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία.



 
Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 
 
Το παραπάνω κείμενο του Μοχαμμάντ Χεμματί γράφτηκε με αφορμή την επέτειο των 2.500 χρόνων από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και δημοσιεύεται στο Logotexnia21 με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από την κυκλοφορία της πρώτης ποιητικής συλλογή του, με τίτλο η κούνια, στα Περσικά και τα Ελληνικά από τις εκδόσεις Σκαρίφημα στις 13 Νοεμβρίου 2019. Η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής έγινε παρουσία του ποιητή στην Αθήνα λίγες ημέρες αργότερα και μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ.
Το πρωτότυπο ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη αντιγράφηκε από την 5η έκδοση της ποιητικής συλλογής Μαρία Νεφέλη από τις εκδόσεις Ίκαρος, που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1984.
Αριστερά το εξώφυλλο της περσικής έκδοσης, που αναφέρει ο Μοχαμμάντ Χεμματί, με ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη μεταφρασμένα από τον Φερεϊντούν Φαριάντ.
Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Ιρανού ποιητή και μεταφραστή Φερεϊντούν Φαριάντ.

Hans Erich Nossack, Η καταστροφή


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[...]
 
Πάνω απ’ το Αμβούργο υπήρχαν πολυάριθμες φωτεινές ομπρέλες, που ο λαός τις λέει έλατα. Καμιά φορά δέκα, καμιά φορά μόνο μία ή δύο, και όταν κάποια στιγμή δεν έβλεπες καμία έτρεφες την ελπίδα ότι πάει πέρασε· μέχρι που ξαναέριχναν καινούργιες. Πολλές διαλύονταν, ενώ έπεφταν, και φαινόταν λες κι έπεφταν πυρακτωμένες μεταλλικές σταγόνες πάνω στις πόλεις. Αρχικά μπορούσες ν’ ακολουθήσεις εκείνες τις φωτεινές ομπρέλες, μέχρι που σβήνανε στο έδαφος· αργότερα εξαφανίζονταν μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού, που μέσ’ απ’ τη φωτιά της πόλης από κάτω φωτιζότανε κόκκινο. Το σύννεφο καπνού μεγάλωνε από λεπτό σε λεπτό και σιγά σιγά σερνόταν προς την ανατολή. Εγώ δεν πρόσεχα, όπως στις προηγούμενες επιθέσεις, την κατεύθυνση των προβολέων και τις εστίες των αντιαεροπορικών πυρών. Τα φωτεινά ίχνη των μικρών κανονιών τα έβλεπες πολύ αχνά μόνο, και οι οβίδες του βαρέως πυροβολικού εκρήγνυντο παντού. Μόνο όταν η φωτιά ήταν ακριβώς από πάνω μου και τα θραύσματα έφτασαν σφυρίζοντας και κροτώντας στη γη πολύ κοντά μου, μπήκα κάτω απ’ τη στέγη της βεράντας. Κάποια λίγα αεροπλάνα πήραν φωτιά κι έπεφταν σαν μετεωρίτες μες στο σκοτάδι. Αλλά δεν σου προκαλούσε κανένα κυνηγετικό ενδιαφέρον όπως πρωτύτερα. Όπου έπεφταν, η περιοχή φωτιζόταν για κάποια λεπτά. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η σκιά ενός μακρινού ανεμόμυλου μπροστά από ένα τέτοιο άσπρο φως. Το αίσθημα της φρικτής ικανοποίησης για τον εχθρό που χτυπήθηκε δεν εμφανίστηκε. Θυμάμαι ότι με μια τέτοια ευκαιρία κάποιες γυναίκες πάνω στη στέγη του διπλανού σπιτιού άρχισαν να χειροκροτούν, και πώς εγώ τότε όλο θυμό αναλογίστηκα τα λόγια του Οδυσσέα, με τα οποία απαγόρεψε στη γριά τροφό να δείχνει χαρά για τον θάνατο των μνηστήρων:

Χάρου από μέσα σου, γερόντισσα, και βάστα, μη φωνάζεις
δε θέλει ο θεός χαρά να δείχνουμε μπροστά σε σκοτωμένους!*

Αλλά τώρα δεν ήταν πλέον ο καιρός που υπολόγιζες τόσο μικρές διαφορές όπως εκείνη μεταξύ φίλου και εχθρού. Και ξαφνικά τα πάντα καταδύθηκαν στο γαλακτερό φως του κάτω κόσμου. Ένας προβολέας πίσω μου έψαχνε χαμηλά πάνω απ’ το έδαφος. Γύρισα τρομαγμένος, και τότε είδα ότι ακόμη και η φύση είχε εξεγερθεί ενάντια στον ίδιο της τον εαυτό με μίσος. Δύο πεύκα δίχως κορμό είχαν διακόψει την ειρηνική μαγεία της ύπαρξής τους κι είχανε μεταμορφωθεί σε μαύρους λύκους, που λαίμαργοι πηδούσαν να πιάσουν τον μηνίσκο της Σελήνης που αιμορραγούσε και ανέτελλε μπροστά τους. Τα μάτια τους φώτιζαν άσπρα και σάλια έσταζαν από τα στόματά τους που έδειχναν τα δόντια τους.

[...]


Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 
*ΣτΜ: Ομήρου, Οδύσσεια, ραψωδία χ, στ. 411-412, μτφρ. Ιωάννη Κακριδή.
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Χανς Έριχ Νόσσακ Η καταστροφή, που κυκλοφορεί στις 12 Οκτωβρίου 2020 από τις εκδόσεις Σκαρίφημα, το πρώτο κείμενο του συγγραφέα που μεταφράζεται και εκδίδεται στα Ελληνικά. Το δελτίο Τύπου των εκδόσεων αναφέρει:
Η καταστροφή, που γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1943 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1948, αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη μαρτυρία για τους βομβαρδισμούς του Αμβούργου από τους Συμμάχους το καλοκαίρι του ’43, που ήταν γνωστοί με το κωδικό όνομα «Επιχείρηση Γόμορρα». 
Ήδη από τη δεκαετία του ’50 ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ είχε χαρακτηρίσει τον Χανς Έριχ Νόσσακ ως τον σπουδαιότερο Γερμανό συγγραφέα της μεταπολεμικής περιόδου. Παρ’ όλ’ αυτά χρειάστηκε να περάσουν 29 χρόνια από την πρώτη έκδοση της Καταστροφής, για να βαδίσει στην παράδοση του Νόσσακ το ιερό τέρας της γερμανικής χρονικογραφίας, ο Αλεξάντερ Κλούγκε. και να βγει στο φως της δημοσιότητας το δικό του βιβλίο για τον βομβαρδισμό μιας άλλης γερμανικής πόλης, του Χάλμπερσταντ, το 1945.
Ωστόσο, ακόμη και μέχρι το 1997, οι ανελέητοι βομβαρδισμοί γερμανικών πόλεων από τις συμμαχικές δυνάμεις παρέμεναν για τους Γερμανούς συγγραφείς ως επί το πλείστον ένα θέμα ταμπού, γεγονός που ώθησε τον Β. Γκ. Ζέμπαλντ να δώσει έναν κύκλο διαλέξεων στη Ζυρίχη γι’ αυτή την αποσιώπηση. Σε μία από τις διαλέξεις του ο Ζέμπαλντ εξήρε τον Νόσσακ ως τον μοναδικό Γερμανό συγγραφέα της εποχής που διέθετε τη βούληση και το ψυχικό σθένος να καταγράψει τις επιπτώσεις εκείνης της καταστροφικής εκστρατείας.
Ο Χανς Έριχ Νόσσακ (1901-1977) γεννήθηκε και πέθανε στο Αμβούργο. Γόνος εύπορης οικογένειας, προσπάθησε να ανεξαρτητοποιηθεί δουλεύοντας ως ανειδίκευτος εργάτης στην Ιένα. Το 1923 επέστρεψε στο Αμβούργο, παντρεύτηκε, εργάστηκε σε τράπεζα και 10 χρόνια μετά μπήκε στην επιχείρηση του πατέρα του, αναλαμβάνοντας αργότερα τη διεύθυνσή της. Άρχισε να γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα και στη συνέχεια νουβέλες και μυθιστορήματα. Από το ’33 ως το ’45 απαγορευόταν η δημοσίευση γραπτών του. Έχει χαρακτηριστεί ως «ο μεγαλύτερος Γερμανός αφηγητής του φανταστικού μετά τον Κάφκα», ενώ προτιμούσε τις φόρμες του χρονικού, του χρονογραφήματος, της συνέντευξης και των πρακτικών. Έχει επηρεάσει σπουδαίες μορφές όπως τους Αλεξάντερ Κλούγκε, Βόλφγκανγκ Χίλμπιγκ, Βάλτερ Κεμπόβσκι και Β. Γκ. Ζέμπαλντ.

Ingeborg Bachmann, Θα ’ρθει μια μέρα (Αντί εισαγωγής)

Foto by Stephanos Drekos

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Το καλοκαίρι του 1973 η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (25/6/1926-17/10/1973), λίγους μήνες πριν από τον τραγικό θάνατό της, έδωσε μια συνέντευξη στην Γκέρντα Χάλλερ, δημοσιογράφο της Αυστριακής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης (ORF) στη Ρώμη, η οποία εκδόθηκε με τον τίτλο Ein Tag wird kommen. Gespräche in Rom [Θα ’ρθει μια μέρα. Συνομιλίες στη Ρώμη]. 
 
Από αυτή τη συνέντευξη προέρχεται το παρακάτω ηχογραφημένο απόσπασμα. Η μουσική που συνοδεύει το απόσπασμα έχει προστεθεί εκ των υστέρων από τον Andreas H., ο οποίος τη συνέθεσε εμπνευσμένος από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Μπετόβεν.  


Με έχουν ρωτήσει κάποιες φορές γιατί σκέφτομαι ή φαντάζομαι μια ουτοπική χώρα, έναν ουτοπικό κόσμο, στον οποίο όλα θα είναι καλά και στον οποίο όλοι θα είμαστε καλοί. Το ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό, όταν έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με τη στυγερότητα αυτής της καθημερινότητας, μπορεί να είναι παράδοξο, γιατί ό,τι έχουμε είναι ένα τίποτα. Πλούσιος είναι κανείς όταν έχει κάτι που είναι περισσότερο από υλικά πράγματα. Και εγώ δεν πιστεύω σε αυτόν τον υλισμό, σε αυτή την καταναλωτική κοινωνία, σε αυτόν τον καπιταλισμό, σ’ αυτή την κτηνωδία που λαμβάνει χώρα εδώ, σ’ αυτόν τον πλουτισμό των ανθρώπων που δεν έχουν κανένα δικαίωμα να πλουτίζουν από εμάς. Πιστεύω πραγματικά σε κάτι και το ονομάζω «Θα ’ρθει μια μέρα». Και μια μέρα θα έρθει. Ναι, προφανώς δεν θα έρθει, γιατί πάντοτε μας το κατέστρεφαν αυτό, εδώ και τόσα χιλιάδες χρόνια πάντοτε το κατέστρεφαν. Δεν θα έρθει, και παρ’ όλ’ αυτά εγώ το πιστεύω. Γιατί, αν δεν μπορώ πλέον να το πιστεύω, δεν θα μπορώ πλέον και να γράφω.
(Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης)


Το ίδιο απόσπασμα ακούγεται και στα πρώτα 2 λεπτά του αποσπάσματος που ακολουθεί. Είναι ένα απόσπασμα από την 3ωρη εκπομπή «Lange Nacht» («Μεγάλη νύχτα») του Άστριντ Νέτλινγκ, η οποία μεταδόθηκε στις 17 Ιουνίου 2006 στο Γερμανικό Ραδιόφωνο και ήταν αφιερωμένη στην Αυστριακή ποιήτρια. Ωστόσο, κάποια λόγια της Μπάχμαν έχουν κοπεί και στη θέση τους ακούγεται ένας οξύς ήχος. Αυτή η δημιουργική λογοκρισία καθιστά το απόσπασμα ακατανόητο και σχεδόν παραληρηματικό. 




Με έχουν ρωτήσει κάποιες φορές γιατί σκέφτομαι ή φαντάζομαι μια ουτοπική χώρα, έναν ουτοπικό κόσμο, στον οποίο όλα θα είναι καλά και στον οποίο όλοι θα είμαστε καλοί. Το ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό, όταν έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με τη στυγερότητα αυτής της καθημερινότητας, μπορεί να είναι παράδοξο, γιατί ό,τι έχουμε είναι ένα τίποτα. Πλούσιος είναι κανείς όταν έχει κάτι που είναι περισσότερο από υλικά πράγματα. Και εγώ δεν πιστεύω σε αυτόν τον υλισμό, σε αυτή την καταναλωτική κοινωνία, σε αυτόν τον καπιταλισμό, σ’ αυτή την κτηνωδία που λαμβάνει χώρα εδώ, σ’ αυτόν τον πλουτισμό των ανθρώπων που δεν έχουν κανένα δικαίωμα να πλουτίζουν από εμάς. Πιστεύω πραγματικά σε κάτι και το ονομάζω «Θα ’ρθει μια μέρα». Και μια μέρα θα έρθει. Ναι, προφανώς δεν θα έρθει, γιατί πάντοτε μας το κατέστρεφαν αυτό, εδώ και τόσα χιλιάδες χρόνια πάντοτε το κατέστρεφαν. Δεν θα έρθει, και παρ’ όλ’ αυτά εγώ το πιστεύω. Γιατί, αν δεν μπορώ πλέον να το πιστεύω, δεν θα μπορώ πλέον και να γράφω.
(Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης)



Παρενθετικά ας αναφερθεί ότι κάτι ανάλογο προκαλούν και οι κακές μεταφράσεις των ποιημάτων της Μπάχμαν, προξενώντας στον αναγνώστη πολλές φορές το αίσθημα ότι διαβάζει τα γραπτά ενός μυαλού συγκεχυμένου.  Βέβαια, οι προθέσεις  μιας ανεπαρκούς μεταφράστριας ή ενός ανεπαρκούς μεταφραστή μπορεί να μην είναι οι ίδιες με τις προθέσεις του Γερμανικού Ραδιοφώνου, γιατί το Γερμανικό Ραδιόφωνο και ο έμμισθος δημοσιογράφος που έκανε την εκπομπή είχαν σαφέστατα συνείδηση του γεγονότος ότι τόσο η απρόσκοπτη άρθρωση των λόγων της Μπάχμαν όσο και η δημιουργική λογοκρισία τους αποτελούσαν πολιτικές πράξεις διαφορετικών πόλων. Κυρίως αυτό φαίνεται (ή θέλουν) να αγνοούν οι κακοί μεταφραστές και οι κακές μεταφράστριες του έργου δημιουργών όπως η Μπάχμαν. Ωστόσο, ακόμα και όταν η μετάφραση ως διαδικασία στερείται τη συνείδηση της πολιτικής πράξης που αποτελεί και μετατρέπεται σε αυτάρεσκο παιχνίδι λέξεων με απώτερο σκοπό να εντυπωσιάσει με την ακατανοησία του το αναγνωστικό κοινό, το οποίο εκ των προτέρων και υποτιμά, δεν παύει να είναι πολιτική πράξη. Αντιθέτως, εξακολουθεί να αποτελεί πολιτική πράξη, και μάλιστα πιο ύπουλη από τη δημιουργική λογοκρισία του Γερμανικού Ραδιοφώνου. Με δόλο ή εν αγνοία του, αθώος δεν είναι κανένας. 

Το παραπάνω απόσπασμα από τη συνέντευξη της Μπάχμαν, αν και είναι σαφέστατο στη μη λογοκριμένη μορφή του, καλό είναι να το δούμε και σε σχέση με κάποια άλλα αποσπάσματα, στα οποία επανέρχεται η φράση «Θα ’ρθει μια μέρα», από το μυθιστόρημά της Μαλίνα, το οποίο ολοκλήρωσε το 1967 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1989 από τις εκδόσεις Κανάκη σε μετάφραση Ιάκωβου Κοπερτί (με τον ατυχή -κατά τη γνώμη μου- τίτλο Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι εγώ) και προς το παρόν εμφανίζεται ως εξαντλημένο. 

Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα θα δημοσιευθούν σε επόμενη ανάρτηση. 
 
Αλέξανδρος Κυπριώτης
 
 

Το παραπάνω κείμενο αναδημοσιεύεται εδώ από το ιστολόγιο INGEBORG BACHMANN RECOVERED / για την αποκατάσταση του ποιητικού έργου της στα ελληνικά, στο οποίο εξηγούνται και οι λόγοι που προκάλεσαν την ανάγκη δημιουργίας του. 
 
Διαβάστε στις σελίδες της Logotexnia21 όλες τις δημοσιεύσεις για την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν.

Μοχαμμάντ Χεμματί, η κούνια / محمد همتی، گهواره


Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Μοχαμμάντ Χεμματί, η κούνια, στις 22 Νοεμβρίου 2019 στο βιβλιοπωλείο "επί λέξει". 

Ποιήματα στα Ελληνικά διάβασε ο ποιητής και ηθοποιός Σαράντος Ρηγάκος, ενώ την επικοινωνία διευκόλυνε η μεταφράστρια Σούλα Ζαχαροπούλου. 









ُΣτη σελίδα των εκδόσεων Σκαρίφημα διαβάζουμε: 

«Ο Μοχαμμάντ Χεμματί γεννήθηκε το 1979 στο Ιράν, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα ως μεταφραστής γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Τα τελευταία 12 χρόνια έχει μεταφράσει μεταξύ άλλων Γιόζεφ Ροτ, Χανς Φάλλαντα, Μίχαελ Κουμπφμύλλερ και Όιγκεν Ρούγκε. «Η κούνια» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του και εκδίδεται για πρώτη φορά τόσο στα Περσικά όσο και σε ελληνική μετάφραση.

Ο κόσμος αυτού του σύγχρονου Ιρανού ποιητή, βαθιά συνδεδεμένου με την περσική ποιητική παράδοση, είναι γέννημα των κοινωνικών συνθηκών της χώρας του, αλλά καταφέρνει να συμπυκνώνει τα τραύματα, τις άσβεστες ελπίδες και τα όνειρα του ανθρώπου εν γένει, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητας και γεωγραφικών συντεταγμένων. Τα ποιήματα του, γεμάτα λυρικές εικόνες, με απλή γλώσσα και λιτό ύφος, μιλούν κατ’ ευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το ομώνυμο ποίημα αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής του Μοχαμμάντ Χεμματί, «Η κούνια», αποτέλεσε την εναρκτήρια απόπειρα, «Attempt#1», του πρότζεκτ «Abolish Borders With Words» («Καταργούμε τα σύνορα με λέξεις»), το οποίο έχουν αγκαλιάσει πολλοί μεταφραστές και μεταφράστριες ανά τον κόσμο, και έχει ήδη μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες.

Η μετάφραση της ποιητικής συλλογής στα Ελληνικά από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη έγινε σε στενή συνεργασία με τον ποιητή, στο πλαίσιο του «Εργαστηρίου μετάφρασης σύγχρονης περσικής και ελληνικής ποίησης εν προόδω» (35hours.org), το οποίο ίδρυσαν οι δύο ποιητές και μεταφραστές στο «Ευρωπαϊκό συμπόσιο μεταφραστών» στο Στράλεν της Γερμανίας τον Αύγουστο του 2018.

Έπειτα από ένα μεγάλο ταξίδι, οι λέξεις του Μοχαμμάντ Χεμματί κατάφεραν να καταλύσουν τα σύνορα και με όχημα αυτή τη δίγλωσση έκδοση, στην περσική και ελληνική γλώσσα, να φτάσουν στην Αθήνα».

Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη συνέντευξη του Μοχαμμάντ Χεμματί από τον Παναγιώτη Φρούντζο, ένα μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Documento.

Διαβάστε εδώ ένα άρθρο του Αλέξανδρου Κυπριώτη για τη συνεργασία του με τον Μοχαμμάντ Χεμματί, ένα μέρος του οποίου δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο bookpress.gr. 

Δείτε εδώ όλες τις δημοσιεύσεις του Μοχαμμάντ Χεμματί στις σελίδες της Logotexnia21

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Αποσύρετε, παρακαλώ!

Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν με τον Κουρτ Ζάουκε το 1962


Είναι αλήθεια ότι έλειπε μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της εξαιρετικής Αυστριακής ποιήτριας και συγγραφέως Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (1926-1973) στα ελληνικά, όπως είναι αλήθεια ότι δυστυχώς θα συνεχίσει να λείπει, γιατί ο τόμος που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν σερβίρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια παρανοημένη, παραμορφωμένη και εντέλει κακοποιημένη Μπάχμαν. Ως εκ τούτου το καλύτερο θα ήταν να αποσυρθεί από την αγορά όσο το δυνατόν συντομότερα. 

Τα προβλήματα αρχίζουν από την Εισαγωγή, για την οποία έχει επιλεγεί ένα κείμενο της Βρετανίδας Έμμα Γκάρμαν, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2019 στο the Paris Review. Αν και το συγκεκριμένο κείμενο δεν είναι το καταλληλότερο για εισαγωγή στην ελληνική έκδοση απάντων των ποιημάτων της Μπάχμαν, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να παραβλεφθεί, αν δεν άφηνε να φανεί ήδη από την εισαγωγή, την οποία μεταφράζει ο Αλέξανδρος Τσαντίλας από τα αγγλικά φυσικά, μια προχειρότητα που συνοδεύει την όλη έκδοση και μια γενικότερη άγνοια του έργου της Μπάχμαν από όλους όσοι εμπλέκονται σε αυτό το εκδοτικό φιάσκο. 

Έτσι, μαθαίνουμε από την Εισαγωγή ότι η συγγραφέας γνώρισε τον Χέντσε «μέσω της κολλεκτίβας αριστερών συγγραφέων Group 47» (αντί Gruppe 47, Γκρούπα 47, Ομάδα 47 ή έστω Ομάδα του ’47, όπως εμφανίζεται στο χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου, το οποίο μάλλον μεταφράστηκε από την Χ. Π. Γραμματικοπούλου), ότι επίσης έχει γράψει το λιμπρέτο της όπερας Ο πρίγκιπας του Αμβούργου (αντί του Χόμπουργκ, ο τίτλος  εμφανίζεται σωστός στο χρονολόγιο), και το μυθιστόρημα Ο Ιβάν, ο Μάλινα και εγώ (ο Μάλινα, αφού επαναληφθεί σχεδόν δέκα φορές στην εισαγωγή και άλλη μία φορά στο χρονολόγιο, θα γίνει σωστά Μαλίνα στο οπισθόφυλλο της έκδοσης πια, που προφανώς γράφτηκε και διορθώθηκε αργότερα). 

Αυτό που δεν διορθώθηκε ούτε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου είναι μια φράση της Μπάχμαν από μια ομιλία της, που παρατίθεται στην αρχή της Εισαγωγής: «Εάν είχαμε τη λέξη, […] εάν είχαμε γλώσσα, δεν θα είχαμε ανάγκη όπλα». Είναι, πιστεύω, ηλίου φαεινότερο ότι η Μπάχμαν δεν εννοεί «τη λέξη» όταν λέει «das Wort» και ίσως και η Έμμα Γκάρμαν, όταν μετέφραζε τα λόγια της Μπάχμαν στα αγγλικά, να μην εννοούσε «τη λέξη» όταν έγραφε «the word». Όταν η Μπάχμαν λέει «das Wort» εννοεί «τον λόγο» από τη φράση της Αγίας Γραφής «Εν αρχή ην ο λόγος», η οποία στα γερμανικά είναι «Am Anfang war das Wort» και για τον γνώστη των γερμανικών γραμμάτων η φράση αυτή είναι περισσότερο γνωστή από τον Φάουστ του Γκαίτε. Πέραν τούτου η συγκεκριμένη φράση της Μπάχμαν ενδέχεται να παρερμηνευθεί λόγω της ιδιαίτερης αλλά τυπικότατης γερμανικής σύνταξης και μάλιστα ενδέχεται να παρερμηνευθεί και από Γερμανούς αναγνώστες, αν διαβαστεί επιπόλαια. Στο πρωτότυπο έχει ως εξής: «Hätten wir das Wort, hätten wir die Sprache, wir bräuchten die Waffen nicht». Επιπόλαιη ήταν η ανάγνωση της Γκάρμαν, η οποία μετέφρασε: «If we had the word, […] if we had language, we would not need the weapons». Το γελοίο του πράγματος είναι ότι ακόμα και ο αυτόματος μεταφραστής του Google μεταφράζει σωστά στα αγγλικά αυτή τη φράση της Μπάχμαν και αυτό κατά τη γνώμη μου συμβαίνει, γιατί η σύνταξη σε αυτή τη φράση είναι μια τυπικά γερμανική σύνταξη, που δεν επιδέχεται παρερμηνεία, αν διαβαστεί προσεκτικά ή τέλος πάντων όπως αρμόζει να διαβάζονται τα λόγια μιας ποιήτριας του μεγέθους της Μπάχμαν και όχι όπως έχει συνηθίσει να διαβάζει κανείς τους προχειρογραμμένους στίχους κατά φαντασίαν και ατάλαντων ποιητών και ποιητριών που πληρώνουν για την έκδοση των ποιημάτων τους εκδοτικούς οίκους που έχουν στήσει ωραίες και επικερδείς φάμπρικες. Το αποτέλεσμα, λοιπόν, του αυτόματου μεταφραστή στα αγγλικά είναι: «Ιf we had the word, we would have the language, we would not need the weapons», ενώ στα ελληνικά: «Εάν είχαμε τη λέξη, θα είχαμε τη γλώσσα, δεν θα χρειαζόμασταν τα όπλα». Ναι, η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να είναι εκατό τοις εκατό αποτελεσματική, όσον αφορά τη διττή σημασία κάποιων λέξεων, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταφράζει σωστά, διότι έτσι είναι προγραμματισμένη, τη φράση «Am Anfang war das Wort». Μάλλον κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναζητήσει τη φράση της Μπάχμαν στο πρωτότυπο και φαίνεται ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι σε αυτή την έκδοση μπορούν να ισχυριστούν ότι κατάλαβαν κάτι από την πρόταση «Εάν είχαμε τη λέξη, […] εάν είχαμε τη γλώσσα, δεν θα είχαμε ανάγκη όπλα». Να σημειωθεί εδώ ότι ακόμα και στη λανθασμένη αγγλική μετάφραση της Γκάρμαν ο αγγλόφωνος αναγνώστης διαβάζει «Εάν είχαμε τον λόγο, […] εάν είχαμε γλώσσα, δεν θα είχαμε ανάγκη τα όπλα», πρόταση που μπορεί να πει κανείς ότι έχει ασφαλώς ένα νόημα.

Βέβαια και για τον τίτλο μιας ολόκληρης ποιητικής συλλογής που περιλαμβάνεται στην έκδοση φαίνεται ότι η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά, αφού ο γερμανικός πρωτότυπος τίτλος της συλλογής και του ομώνυμου ποιήματος Die gestundete Zeit μεταφράστηκε Ο δανεισμένος χρόνος από τον αγγλικό μεταφρασμένο τίτλο Borrowed Time, που αναφέρεται στο πρωτότυπο κείμενο της Γκάρμαν, και όχι Ο παρατεταμένος χρόνος όπως θα έπρεπε από τα γερμανικά.
Και ας περάσουμε στη μετάφραση απάντων των ποιημάτων από την ποιήτρια Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, αρχίζοντας από το ποίημα «Ο ΔΑΝΕΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ», το οποίο αρχίζει ως εξής:

«Έρχονται πιο σκληρές μέρες. / Ο με ανάκληση δανεισμένος χρόνος / διαφαίνεται στον ορίζοντα. / Σύντομα θα πρέπει να δέσεις το παπούτσι / και να κυνηγήσεις πίσω τα σκυλιά στις αυλές τις [sic] στρατιωτικής πορείας» (σελ. 61).

Δεν μπορώ να φανταστώ τι καταλαβαίνει κανείς από τον στίχο «Ο με ανάκληση δανεισμένος χρόνος». Ο συγκεκριμένος στίχος στα γερμανικά είναι: «Die auf Widerruf gestundete Zeit», δηλαδή «Ο παρατεταμένος μέχρι ανακλήσεως χρόνος». Επίσης δεν ξέρω αν λέει κανείς στα ελληνικά «δένω το παπούτσι (μου)», στα γερμανικά πάντως λέγεται «den Schuh schnüren» όπως λέμε «δένω τα κορδόνια (του παπουτσιού) μου». Όσο για τις «αυλές τις στρατιωτικής πορείας», το εκ παραδρομής τυπογραφικό λάθος που διέφυγε και της επιμελήτριας-διορθώτριας είναι το λιγότερο. «Marschhöfe» γράφει η Μπάχμαν και δεν χρειάζεται παρά κοινός νους, για να καταλάβει κανείς ότι το πρώτο συνθετικό της λέξης δεν μπορεί να είναι το αρσενικό ουσιαστικό «der Marsch» αλλά το θηλυκό ουσιαστικό «die Marsch» («βαλτότοπος») και το δεύτερο συνθετικό «Hof» μάλλον δεν είναι «η αυλή» αλλά «το αγρόκτημα».

Ένα άλλο ποίημα με τον τίτλο «Entfremdung», δηλαδή «Αποξένωση», έχει μεταφραστεί «ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ» (σελ. 34), σαν να είχε δηλαδή τον τίτλο «Selbstentfremdung», χωρίς προφανώς να προκαλέσει καμία απορία σε κανέναν η ασυμφωνία με το περιεχόμενό του, στο οποίο διαβάζουμε μεταξύ άλλων: 

«Χορταίνω πριν τον χρόνο / κι έχω μια πείνα να τον γευτώ», που στο πρωτότυπο είναι: «Ich bin satt vor der Zeit / und hungre nach ihr», που θα μπορούσε να μεταφραστεί κάπως έτσι: «Έχω μπουχτίσει τον χρόνο / και τον ζητάω πεινασμένη». 

Για να κλείσει τελικά το ποίημα με τον φλύαρο, για ακατανόητους λόγους, στίχο:

«Αδυνατώ πια να δω μονοπάτι, όταν βλέπω μονοπάτι (μπροστά μου)». Ενώ ο λιτός στίχος της Μπάχμαν είναι: «Ich kann in keinem Weg mehr einen Weg sehen», κατά λέξη «Δεν μπορώ σε κανέναν δρόμο πια δρόμο να βλέπω» και θα έπρεπε να μεταφραστεί: «Σε κανέναν δρόμο πια δρόμο δεν βλέπω». Η δε παρένθεση, που εμφανίζεται και σε έναν άλλο στίχο του ποιήματος αυτού, «Ούτε καν (σε) χορταίνουν», μοιάζει να έχει ξεχαστεί από τη μεταφράστρια και κατά πάσα πιθανότητα δήλωνε μια εναλλακτική πρόταση κατά τη μεταφραστική της εργασία, να χρησιμοποιήσει ή να μη χρησιμοποιήσει τελικά αυτά που έγραψε εντός παρενθέσεως. 

Η αλήθεια είναι ότι όποιο ποίημα και να διαβάσει κανείς, θα βρει παρανοήσεις, λάθη, αστοχίες ή κακές μεταφραστικές επιλογές, γιατί η μεταφράστρια αφενός αποδεικνύεται ότι δεν έχει καμία ιδιαίτερη σχέση με το έργο της Μπάχμαν  (η μετάφραση μάλιστα πρέπει να έγινε σε χρόνο ρεκόρ) και αφετέρου φαίνεται ότι δεν έχει ιδιαίτερη άνεση στην κατανόηση της γερμανικής γλώσσας εν γένει, πόσο μάλλον της ποίησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για λέξεις που είτε δεν χρησιμοποιούνται συχνά είτε έχουν περισσότερες από μία σημασία. 

Έτσι διαβάζουμε για παράδειγμα τον στίχο: «ένα εύκολο σπίτι από τραπουλόχαρτα» (σελ. 156),  ο οποίος στο πρωτότυπο είναι: «ein leichtes Kartenhaus», γιατί το επίθετο «leicht» εκτός από «ελαφρύς» σημαίνει και «εύκολος». Επιπλέον, στο ίδιο ποίημα θα μεταφραστεί πάλι ως «τραπουλόχαρτο» [και όχι ως «χαρτί»] το «Blatt» του πρωτοτύπου στον στίχο: «Μείνε, για να τραβήξεις το τραπουλόχαρτο». 

Θα σταθώ λίγο στα δύο παραπάνω λάθη, για να πω ότι πέρα από τη μεταφράστρια που έκανε αυτά τα λάθη, ευθύνεται και η Μαρίλια Λυκάκη, επιμελήτρια-διορθώτρια της έκδοσης, γιατί και είναι πολύ απλό να φανταστεί κανείς ότι «ένα σπίτι από τραπουλόχαρτα» δεν μπορεί να είναι «εύκολο» αλλά και να επισημάνει ότι στα ελληνικά δεν συνηθίζουμε να λέμε «τράβηξε ένα τραπουλόχαρτο», επισήμανση που ενδεχομένως να έσωζε τρόπον τινά τη μεταφράστρια από την αστοχία της επανάληψης. Παρ’ όλ’ αυτά μια απλή επιμέλεια-διόρθωση της συγκεκριμένης μετάφρασης, δηλαδή μια επιμέλεια των ελληνικών και μια τυπογραφική διόρθωση, δεν θα έσωζε αυτή την έκδοση. 

Απόδειξη το ποίημα «ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΛΙΟ» (σελ. 158-159), το οποίο αποτελεί πραγματικά παράδειγμα χείριστης μετάφρασης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί άκρως ευεργετικά σε μαθήματα μετάφρασης, αφού συγκεντρώνει όλα όσα δεν πρέπει να κάνει ένας μεταφραστής. Ο τίτλος κατ’ αρχάς «An die Sonne», που δεν μπορεί παρά να θυμίζει το «An die Freude» του Φρίντριχ Σίλλερ θα έπρεπε να μεταφραστεί «Στον ήλιο» (ή ακόμα και «Ωδή στον ήλιο»). Πέραν τούτου, η μεταφράστρια σε αυτό το ποίημα, είτε από επιπόλαιη ή βιαστική ανάγνωση είτε από κακή μεταφραστική επιλογή, βάζει σε κάποιες στροφές του αυθαίρετα το ποιητικό εγώ να απευθύνεται στον ήλιο στο δεύτερο πρόσωπο ενικού, ενώ η Μπάχμαν χρησιμοποιεί πάντοτε το τρίτο πρόσωπο, όταν μιλά για τον ήλιο. Έτσι όμως προκαλείται μια ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στον αναγνώστη, αφού σε κάποιους στίχους η Μπάχμαν χρησιμοποιεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο, όταν το ποιητικό εγώ απευθύνεται σε ένα αγαπημένο του πρόσωπο. Διαβάζουμε στη δεύτερη στροφή: 

«Όμορφε ήλιε, που ανατέλλεις, το έργο σου δεν λησμόνησες / Και ολοκληρώνεις, πιο όμορφα τα καλοκαίρια, όταν μια ημέρα / Εξατμίζεται στις ακτές και χωρίς δύναμη τα ιστία σε αντικατοπτρισμό / Ταξιδεύουν πάνω από το μάτι σου, μέχρι που κουράζεσαι και το τελευταίο μειώνεις».

Και στην τέταρτη στροφή μεταφράζει η Χ. Π. Γραμματικοπούλου: 

«Όμορφο φως, που μας κρατάς ζεστούς, μας φυλάς και υπέροχα μας φροντίζεις, / Είθε να σε συναντήσω πάλι και είθε να σε ξαναδώ!» 

Σ’ αυτή την τέταρτη στροφή είναι σαφές ότι η μεταφράστρια αδυνατεί να κατανοήσει ακόμα και απλές δομές της γερμανικής γλώσσας. Το πρωτότυπο έχει ως εξής: 

«Schönes Licht, das uns warm hält, bewahrt und wunderbar sorgt, / Dass ich wieder sehe und  dass ich dich wiederseh!»

Δηλαδή: 

«Ωραίο φως, που ζεστούς μας κρατά, μας φυλάει και θαυμάσια φροντίζει / Να βλέπω πάλι εγώ κι εσένα να βλέπω πάλι!»

Στο ίδιο ποίημα διαβάζουμε επίσης το ακατανόητο: «Δίχως ήλιο και η τέχνη ξαναπιάνει το πέπλο» μια κατά λέξη μετάφραση του στίχου «Ohne die Sonne nimmt auch die Kunst wieder den Schleier». Η έκφραση «den Schleier nehmen» είναι μια λόγια έκφραση που σημαίνει «γίνομαι μοναχή», δηλαδή «Δίχως τον ήλιο και η τέχνη ακόμα περιβάλλεται πάλι το μοναχικό σχήμα».

Ο στίχος «Und das Kleid, das du angetan hast. Und dein Kleid, glockig und blau!» έχει μεταφραστεί και πάλι ακατανόητα: «Και το φόρεμα, που γοήτευσες. Και το δικό σου φόρεμα, κοίλο και μπλε!», διαβάζοντας αδικαιολόγητα το «das du angetan hast» σαν να έγραφε «dem du es angetan hast» και επιλέγοντας το «κοίλο» για το επίθετο «glockig», που προέρχεται από το ουσιαστικό «Glocke» («καμπάνα»), αντί «Και το φουστάνι πού ’χεις φορέσει εσύ. Και το δικό σου το φουστάνι, σαν καμπάνα και γαλάζιο!» 

Για κάποιες λέξεις φυσικά δεν υπάρχει σωστό ή λάθος και η επιλογή εξαρτάται από το γλωσσικό αισθητήριο του καθενός. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι λάθος το «μπλε» για το γερμανικό «blau», που επαναλαμβάνεται πολλές φορές σε διάφορα ποιήματα της έκδοσης. Ωστόσο «blau» στα γερμανικά είναι επίσης και το χρώμα του ουρανού, της θάλασσας και των ματιών. Βάσει γλωσσικού αισθητηρίου επίσης θεωρώ ότι θα επιλέξει ο μεταφραστής ή η μεταφράστρια αν τη λέξη «Orden» στον στίχο «Schöner als die Sterne, die berühmten Orden der Nacht» θα τη μεταφράσει «παράσημα» ή «τάγματα» αν δηλαδή η Μπάχμαν λέει: «Ομορφότερος από τα αστέρια, τα περίφημα παράσημα της νύχτας», όπως έχει μεταφράσει η Χ. Π. Γραμματικοπούλου, ή αν η Μπάχμαν αποκαλεί τα αστέρια «φημισμένα τάγματα της νύχτας». Παρενθετικά αναφέρω ότι η λέξη που έχει μεταφραστεί ως «παράσημο» στο ποίημα «ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ» (σελ. 73) στο πρωτότυπο δεν είναι «Orden» αλλά «Auszeichnung», δηλαδή «διάκριση». 

Το ποίημα «An die Sonne» κλείνει με τη συγκλονιστική στροφή: 

«Schöne Sonne, der vom Staub noch die größte Bewunderung gebührt, / Drum werde ich nicht  wegen dem Mond und den Sternen und nicht, / Weil die Nacht mit Kometen prahlt und in mir einen Narren sucht, / Sondern deinetwegen und bald endlos und wie um nichts sonst / Klage führen über den unabwendbaren Verlust meiner Augen».

Η οποία έχει μεταφραστεί ως εξής, αφήνοντας απορίες και συγκεντρώνοντας παρανοήσεις, αστοχίες και εσφαλμένες επιλογές: 

«Όμορφε ήλιε, που σου αρμόζει ακόμα μεγαλύτερος θαυμασμός κι απ’ ό,τι στη σκόνη, / Για  τούτο όχι για λογαριασμό του φεγγαριού και των άστρων και όχι, / Γιατί η νύχτα καυχιέται με  τους κομήτες και με θεωρεί ηλίθιο, / Αλλά για σένα και σύντομα σχεδόν ατέλειωτα και όσο για τίποτε άλλο / Θα κάνω καταγγελία για την αναπόφευκτη απώλεια των ματιών μου».

Αντί, για παράδειγμα: 

«Ωραίος ήλιος, που κι απ’ τη σκόνη ακόμα ο μέγιστος ο θαυμασμός του αξίζει, / Γι’ αυτό κι εμένα όχι για τη σελήνη και τ’ αστέρια κι όχι / Γιατί η νύχτα κομπάζει με κομήτες και μέσα μου αναζητά έναν τρελό, / Αλλά για σένα και σε λίγο δίχως τελειωμό κι όπως για τίποτ’ άλλο / θα με πάρει το παράπονο για την αναπότρεπτη απώλεια των ματιών μου».

Την προχειρότητα της όλης έκδοσης αποδεικνύει περίτρανα και το ποίημα «ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ» (σελ. 95-96). Το πρωτότυπο ποίημα, «Das Spiel ist aus» αποτελείται από 9 στροφές αλλά η ελληνική κακή μετάφρασή του είναι πιο πληθωρική και μας προσφέρει 10. Όχι, δεν πρόκειται για κάποια δημιουργική συμπλήρωση του ποιήματος. Απλώς η 2η στροφή του μεταφρασμένου ποιήματος αποτελείται από τους 2 πρώτους στίχους και τους 2 τελευταίους στίχους της 2ης και 3ης στροφής αντίστοιχα του γερμανικού πρωτοτύπου. Στη συνέχεια ακολουθούν οι στροφές κανονικά ως 3η η 2η, ως 4η η 3η κ.ο.κ. Ως δείγμα της κακής μετάφρασης ας αναφερθεί μόνο ο πρώτος στίχος: «Αγαπημένε μου αδελφέ, πότε θα μας χτίσουμε σχεδία», ο οποίος στο πρωτότυπο είναι: «Mein lieber Bruder, wann bauen wir uns ein Floß». Ναι, στα γερμανικά χρησιμοποιείται το αυτοπαθές ρήμα «sich etwas bauen»,το οποίο όπως πολλά αυτοπαθή γερμανικά ρήματα πρέπει να μεταφραστεί χωρίς να αναφερθεί η αντωνυμία «μας», δεν λέμε στα ελληνικά «θα μας πάρουμε αυτοκίνητο». Πέραν τούτου το ρήμα «bauen» δεν σημαίνει μόνο «χτίζω», σημαίνει και «φτιάχνω». Πολύ απλά δηλαδή: «Αγαπημένε μου αδελφέ, πότε θα φτιάξουμε μια σχεδία». 

Πολλά ακόμα μπορούν να ειπωθούν γι’ αυτή την πολύ κακή έκδοση αλλά απαιτείται πολύς χρόνος και χώρος για να επισημανθούν και να αναφερθούν. Η λανθασμένη στίξη, κυρίως τα λάθος κόμματα στα ελληνικά, κόμματα που στα γερμανικά είναι απαραίτητα, ανήκουν σε αυτά τα πολλά. Η αδικαιολόγητη, κατά φαντασίαν μόνο ποιητική, μεταφορά του ρήματος στο τέλος της πρότασης, όπως στο γερμανικό πρωτότυπο, όπου το επιβάλλουν οι κανόνες της γερμανικής σύνταξης, είναι ένα άλλο. Η αδικαιολόγητη χρήση λέξεων που είθισται να θεωρούνται ποιητικές είναι επίσης ένα άλλο θέμα. Η απουσία σχολιασμού, ο οποίος κατά τη γνώμη μου επιβάλλεται σε μια έκδοση απάντων ποιημάτων μιας ξενόγλωσσης ποιήτριας, και μια ουσιαστική εισαγωγή, γραμμένη για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, είναι πάλι ένα άλλο θέμα.
Ως τελευταίο παράδειγμα κάτι πραγματικά γελοίο. Στην Εισαγωγή, στο σημείο όπου γίνεται λόγος για τη σχέση της Μπάχμαν με τον Πάουλ Τσέλαν αναφέρεται το ποίημά της «Ρητό σκοτάδι» και οι στίχοι του «Κι εγώ δεν ανήκω σ’ εσένα. / Και οι δυο μας τώρα θρηνούμε» (σελ. 13). Όσο και να αναζητήσει ο αναγνώστης αυτό το ποίημα στα περιεχόμενα της έκδοσης, δεν θα το βρει. Αν δεν είναι πολύ προσεκτικός αναγνώστης, θα πιστέψει ότι η έκδοση είναι ελλιπής. Αν είναι όμως προσεκτικός αναγνώστης, κάποια στιγμή θα διαβάσει τους στίχους: «Κι εγώ δεν σου ανήκω, δεν σ’ ακούω. / Και οι δύο οδυρόμαστε τώρα» (σελ. 56). Αν έχει καλή μνήμη, θα αναρωτηθεί: «Λες;» Θα ξαναδιαβάσει τον τίτλο του ποιήματος που διαβάζει εκείνη τη στιγμή και θα διαβάσει «ΜΕΛΑΝΑ ΝΑ ΠΩ». Δικαιολογημένα ίσως αναφωνήσει «Εύρηκα!» Το ποίημα «Dunkles zu sagen» της Μπάχμαν κακοποιήθηκε διπλά: τη μια έγινε «Ρητό σκοτάδι» από τα αγγλικά στο κείμενο της Γκάρμαν, όπου ήταν «Darkness Spoken», και την άλλη «ΜΕΛΑΝΑ ΝΑ ΠΩ» από τον ακατανόητα μεταφρασμένο στίχο «ξέρω μόνο μελανά να πω». Πάντως, στη βιβλιονέτ εύκολα βρίσκεις μια παλιά έκδοση: Ingeborg Bachmann, Να λέω λόγια σκοτεινά, μετάφραση: Ντάντη Σιδέρη-Speck, Εκδόσεις Νεφέλη, 2007.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι γι’ αυτήν την τόσο κακή έκδοση πάνω από όλους ευθύνεται ο εκδότης, ο οποίος, αφού πρώτα ανέθεσε ένα τόσο σημαντικό μεταφραστικό έργο σε μια ποιήτρια του εκδοτικού του οίκου αλλά άπειρη και δυστυχώς ανεπαρκή μεταφράστρια, πήρε στη συνέχεια στα χέρια του τα μεταφρασμένα ποιήματα, τα διάβασε και έκρινε ότι είναι κατάλληλα να εκδοθούν. Δυστυχώς η έκδοση πραγματοποιήθηκε με επιχορήγηση της μετάφρασης από το Ινστιτούτο Γκαίτε, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι επιχορηγήσεις των υπό έκδοση μεταφράσεων εγκρίνονται χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν κάποιο δείγμα μετάφρασης. 

Θα πρέπει να ομολογήσω δύο πράγματα: Πρώτον, αφορμή για τη συγγραφή αυτής της κριτικής, η οποία είναι η πρώτη που γράφω και δημοσιοποιώ, στάθηκε μια άλλη κριτική για αυτή την έκδοση απάντων των ποιημάτων της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία δημοσιεύθηκε στη bookpress.gr στις 5 Αυγούστου 2020 και την οποία υπέγραφε η πεζογράφος, ποιήτρια και μεταφράστρια Διώνη Δημητριάδου, γράφοντας μεταξύ άλλων: «Στην πρόσφατη έκδοση των ποιημάτων της, στη σημαντική για τα ποιητικά πράγματα σειρά των εκδόσεων Βακχικόν "Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο" σε προσεγμένη καλή μετάφραση από την ποιήτρια Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου [...]». Δεύτερον, η φωτογραφία που επιλέχθηκε για εξώφυλλο της έκδοσης είναι εξαιρετική.

Στην ίδια σειρά των εκδόσεων Βακχικόν εκδόθηκαν τον Νοέμβριο του 2019 Άπαντα τα ποιήματα του Τόμας Μπέρνχαρντ, σε μετάφραση Χριστίνας Παναγιώτας Γραμματικοπούλου (σελ. 65-208, 243-252, 271-305) και Ιωάννας Διαμαντοπούλου (σελ. 25-64, 209-242, 253-270, 306-428), «Με την υποστήριξη της Ομοσπονδίας της Καγκελαρίας της Αυστρίας» [sic].







Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, Άπαντα τα ποιήματα
Μετάφραση: Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούνιος 2020



Η παραπάνω κριτική δημοσιεύθηκε πρώτη φορά εδώ.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails