Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΛΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΛΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Volker Braun, Αυτό που πραγματικά θέλουμε

 
Επειδή ο Χόρχε, λερωμένος, κουρασμένος, παραμονεύοντας ακόμα στην Αβενίδα Ατλάντικα, οι συναλλαγές ήταν κανονισμένες, άπλωσε το ελεύθερο χέρι του (τικ ήτανε) σ’ έναν περαστικό, σαν πεινασμένη γλώσσα ή σαν ταυτότητα της άχρηστης, επικίνδυνης ύπαρξής του, εκείνος, αντί να λοξοδρομήσει πάνω στα λεπτά μυτερά του παπούτσια, τον κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό και τον τσουβάλιασε κι αυτόν και το μικρό κουλό του: ο Μπόρχες κράτησε σφιχτά, έτσι όπως τον είχε πιασμένο, μέσα σ’ ένα περίσσεμα ανυπακοής! και λίγο μεθυσμένος από την μπίρα που είχε πιει στα γρήγορα στην μπαράκα*, τον λεχρίτη από το λεπτό μελαμψό του μπράτσο και τον οδήγησε, μετά από μια ανταλλαγή λέξεων: πώς λέγεσαι, πόσων χρονών είσαι, σχεδόν βίαια διασχίζοντας το οδόστρωμα, κατευθείαν στην είσοδο ενός σπιτιού και πέρασε τον ζόρικο νεαρό μπροστά από τον θυρωρό βάζοντάς τον μέσα στο φωτεινό ασανσέρ που γλιστρούσε στον τελευταίο όροφο. 
     Ο Μπόρχες, περνώντας πολλές σιδερένιες πόρτες, έσπρωξε το αγόρι μέσα στο ατελιέ του. Άφησε το τηλέφωνο να χτυπάει (όλος ο κόσμος είχε πληροφορηθεί την παρουσία του)· ο ίδιος αφιερώθηκε στον φοβισμένο επισκέπτη του. Μιγάς, αινιγματικό, έμπειρο πρόσωπο, τα μπρατσάκια με μεγάλα χέρια γωνιώδη, τα γόνατα πληγιασμένα, καλυμμένα με κακάδι. Το κοντομάνικο μπλουζάκι κρεμόταν έξω από το παντελόνι, τα αθλητικά παπούτσια σκισμένα. Δεν ξέρεις από τρόπους, ρώτησε ο Μπόρχες και προσπέρασε την ερώτηση, έπρεπε να παραθέσει μια αιτία γι’ αυτήν. Έφαγες. Πλύσου, είπε και άνοιξε στον τύπο την πόρτα του μπάνιου και ο Χόρχε, ανασφαλής για τις προθέσεις του γέρου, έβγαλε τα ρούχα του προκλητικά αργά. Ο Μπόρχες έφτιαξε τη θερμοκρασία του νερού κι έριξε μέσα ένα αιθέριο έλαιο, που το χτύπησε να κάνει αφρό. Πλύσου, διέταξε, από την κορφή ώς τα νύχια. Ο Χόρχε ακολούθησε απρόθυμα την οδηγία, έκανε ντους με κρύο νερό κι έπρεπε να τριφτεί με μια μεγάλη απαλή πετσέτα, που του πέταξε ο κύριος πάνω στους ώμους του. Ύστερα ο Μπόρχες τού έφερε ρούχα, το γέρικο μικροκαμωμένο κορμί του ταίριαζε με του αγοριού κι εκείνο έπρεπε να χωρέσει στο παντελόνι και στο μπουφάν, παλεύοντας με τα δάκρυά του από ντροπή. Αυτές οι προετοιμασίες τού προξενούσαν δυσαρέσκεια· και για ποιο λόγο γίνονταν; Ο Μπόρχες, εντούτοις, έβαλε αυτόν, που μεμιάς είχε γίνει ντροπαλός, σ’ ένα μικρό δίχως παράθυρα δωμάτιο, έβγαλε ποτήρια και πιάτα κι ετοίμασε ένα λιτό απογευματινό, προτρέποντάς τον αυστηρά να φάει. Τότε ανακάλυψε, μέσα στη χούφτα τού Χόρχε, που άρα κατά τη διάρκεια όλων των διαδικασιών δεν την είχε ανοίξει, ένα ξυραφάκι και ο Χόρχε, πιασμένος στα πράσα, απαθής, χαμογέλασε γαλίφικα.
     Εκείνη τη στιγμή έγινε σαφές στον Μπόρχες ότι δεν θα ξαπόστελνε το θήραμά του ξανά, ούτε σήμερα ούτε αύριο. Ελόγου του έπρεπε να μοιραστεί το διαμέρισμα με το τέρας. Πιάστηκαν στην παγίδα και οι δύο· εξαιτίας των αντανακλαστικών τους είχαν πέσει μέσα· αόρατος ο ένας για τον άλλον. Τους χώριζαν εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια, ήταν συγκαιρινοί. Δεν μπορούσε (σκέφτηκε με επιείκεια ο Μπόρχες) να αλλάζει κανείς διαρκώς δρόμο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βγάλει τη νύχτα. 
     Έδειξε στον νεαρό μια θέση να κοιμηθεί και ο ίδιος πήγε να ξαπλώσει στην κάμαρά του. Ο Χόρχε υπέμενε τις αβέβαιες καταστάσεις κι έψαξε για τα πράγματά του αλλά δεν τα βρήκε στη σάλα. Σκόνταψε πάνω σε σωρούς από βιβλία, δίσκους σερβιρίσματος, σε μια ραφιέρα, πάνω στην οποία θρόιζε το ριζόχαρτο. Για ποιον λόγο ήταν εδώ; Δεν συνήθιζε να υποτάσσεται στη θέληση του οποιουδήποτε. Άλλους, μεγαλύτερους, τους κυριαρχούσε αυτό το πάθος· όταν ήταν σουρωμένοι τα πάντα ήταν αδιάφορα γι’ αυτούς, μαστουρωμένοι το έκαναν αυτό. Στην παραλία, στο πόστο 8, ένας άντρας τού πρόσφερε χρήματα, όλο και περισσότερα, μέχρι που εκείνος δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί. Ήταν ένας τρόπος να βγάζει χρήματα χωρίς να δεσμεύεται. Με κλεψιές ή με συνάλλαγμα κέρδιζε πιο μελετημένα, πιο τολμηρά τα ρέις του. Είχε κανείς τον έλεγχο της κατάστασης. –Κύλησε, μέσα στις μαλακές πιτζάμες, πάνω στο κλινάρι· έπρεπε να τις βγάλει, του ανήκαν; Άχρηστες ερωτήσεις. Ο γιακάς μύριζε απροσδιόριστα γλυκά, τέντωσε τον λαιμό του προς τα έξω. Πού να κατουρήσει; Έπρεπε να κατουρήσει. Φοβήθηκε όμως πως ο κύριος μπορεί ν’ άκουγε την αδεξιότητά του. Για λεφτά δεν είχε γίνει λόγος, τον είχε εξαπατήσει; Ελόγου του αδιαφορούσε παντελώς για το αν του την είχαν φέρει, αν τον είχαν εκμεταλλευτεί. Αύριο, το χάραμα, θ’ αποσπάσει με τη βία την έξοδό του· σκέφτηκε οργισμένος μέχρι που τον κατέβαλε ο ύπνος.

[...]



Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου

 
* Ταβέρνα, εστιατόριο, καπηλειό (σ.τ.μ).




Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την τρίτη και τελευταία ιστορία της σπονδυλωτής νουβέλας Αυτό που πραγματικά θέλουμε του Φόλκερ Μπράουν, που κυκλοφόρησε τον Μάιο από τις εκδόσεις Έναστρον σε μετάφραση Σούλας Ζαχαροπούλου. Οι τρεις ιστορίες φέρουν τους τίτλους «Αυτό που πραγματικά θέλουμε», «Έτσι έχουν τα πράγματα» και «Τι έρχεται;» και εκτυλίσσονται αντίστοιχα στην Ιταλία, τη Σιβηρία και τις φαβέλες της Βραζιλίας.

Στο «Σημείωμα της μεταφράστριας» διαβάζουμε μεταξύ άλλων: 
«Αν και οι τρεις ιστορίες διαδραματίζονται σε διαφορετικό τόπο και χρόνο συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους εάν τις δούμε υπό το πρίσμα της αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης υποκειμένου-κοινωνίας. Το υποκείμενο εντάσσεται σε μια κοινωνική πραγματικότητα, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, είναι απόρροια αυτής της εξέλιξης και καλείται να δώσει τη δική του απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα της εποχής του. Κοινό σημείο και των τριών ιστοριών είναι το ερώτημα αν αυτό που ζούμε είναι όντως αυτό που πραγματικά θέλουμε, αν είναι αυτό που πραγματικά αξίζει να ζούμε. Το ερώτημα τίθεται επανειλημμένως, σχεδόν βασανιστικά, και ενδεχομένως να τεθεί από τον καθένα μας μετά την ανάγνωση αυτού του μικρού αλλά ιδιαίτερα επίκαιρου και ανήσυχου βιβλίου. Στο τέλος μένει να δούμε και να αναλογιστούμε τι έρχεται…»

Από το «Σημείωμα της μεταφράστριας» αντλούμε και τις παρακάτω βιογραφικές πληροφορίες για τον Φόλκερ Μπράουν: 
«Ο Φόλκερ Μπράουν γεννήθηκε στη Δρέσδη στις 7 Μαΐου τού 1939. Ο πατέρας του πέθανε τις τελευταίες ημέρες του πολέμου αφήνοντας πίσω του τους πέντε γιους και τη γυναίκα του. Ο Μπράουν μεγάλωσε μέσα στα χωράφια και στα ερείπια, όπως ο ίδιος περιγράφει στο τελευταίο του βιβλίο. Έμαθε τι είναι δουλειά, απομακρύνοντας ερείπια μετά τη λήξη του πολέμου. Αργότερα εργάστηκε σε τυπογραφείο και σε υπαίθριες και υπόγειες εξορύξεις. Οι εμπειρίες που απέκτησε εκεί είναι φανερό ότι επηρέασαν τη γλώσσα των γραπτών του. Σπούδασε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, εποχή που ουσιαστικά ξεκίνησε να ασχολείται με τη συγγραφή. Αρχικά έγινε γνωστός ως ποιητής και δραματουργός. Μαζί με τον Χάινερ Μύλλερ ανήκε στους κορυφαίους της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας [...]
     Έγραψε πολλά ποιήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα. Tο 2015 έγραψε και το Demos, Die Griechen/Die Putzfrauen [Δήμος, οι Έλληνες/οι καθαρίστριες] που είχε ως θέμα την πολυτάραχη περίοδο του 2012-2015 στην Ελλάδα. Το θεατρικό αυτό έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ τον Απρίλιο του 2016. [...]
     Στα χρόνια τής ΓΛΔ στάθηκε κριτικά απέναντι στις επιλογές του κυβερνώντος κόμματος [Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας/SED], μέλος του οποίου ήταν και ο ίδιος. Πολεμήθηκε για την κριτική του αυτή στάση, ακόμη και αν ποτέ δεν αποζήτησε τις καπιταλιστικές σχέσεις ως εναλλακτική οικονομική-πολιτική λύση. Αντιθέτως ανήκε σε εκείνους που αναζητούσαν και επεδίωκαν έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης του σοσιαλισμού στη ΓΛΔ. [...] Εξίσου κριτικά στέκεται ο συγγραφέας μέχρι σήμερα απέναντι στην αδικία και στη βαρβαρότητα που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εποχή».
 

Hans Fallada, Ασημένια βροχή, μπάλες και κεριά


[Προς την μητέρα Ελίζαμπετ Ντίτσεν]
Βερολίνο-Νίντερσενχάουζεν, 31/12/45

Αγαπητή μητέρα,

λογαριάζουμε μεν ότι η Ούλα [δεύτερη σύζυγος] θα πάει με τον Ούλι τις πρώτες κιόλας ημέρες του Ιανουαρίου στο Φέλντμπεργκ και στο Κάρβιτς, για να μαζέψει επιτέλους τα υπόλοιπα πράγματά μας, παρ’ όλ’ αυτά όμως θα επιθυμούσαμε να μην αφήσουμε αναπάντητο το τελευταίο χριστουγεννιάτικο γράμμα σου. Το έγραψες με τόσο πολύ κόπο στο φως μιας γκαζόλαμπας κι ύστερα μέσα στο παιδομάνι μας έδωσες μία τόσο παραστατική εικόνα από τη γιορτή εκεί, τόσο που νομίζαμε ότι κι εμείς ήμασταν εξολοκλήρου μαζί σας. Εάν πάλι οι πρόσφυγες δάκρυσαν και μ’ αυτό έκαναν τη δική σου την καρδιά να κλονιστεί για μια στιγμή, έτσι και η χαρά που ένιωσαν ο Άχιμ και το Κουνουπάκι ήταν πέρα για πέρα καθοριστικής σημασίας. Παρόλο που εσύ εδώ και τόσα χρόνια μας λες ότι τώρα πράγματι δεν έχεις απολύτως τίποτε άλλο πια, που θα μπορούσες να δωρίσεις, ωστόσο βρήκες πάλι για όλους κάτι ωραίο, μεταξύ αυτών και για εμάς. Σε ευχαριστούμε ολόψυχα γι’ αυτό, αγαπητή μαμά, και ένα μικρό γλυκό χαιρέτισμα ακόμα θα σου φέρει από εμάς η Ούλα εκ των υστέρων, για να μην σε αντικρίσουμε με άδεια χέρια εντελώς. 
Η δική μας γιορτή κύλησε επίσης πολύ ωραία. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο μάς το έκοψε με το πριόνι ο Ούλι «στον κήπο μας», ήτανε ένα πολύ κυρτό έλατο, τόσο κυρτό, που η Ούλα έπρεπε να το στερεώσει μ’ ένα σχοινί στο πόμολο του παράθυρου, μόνο και μόνο για να μπορεί να στέκεται αλλά έπειτα το στόλισε με ασημένια βροχή και μπάλες, ακόμα και κεριά είχε πάνω του, έτσι που τελικά δεν φαινόταν πια καθόλου πόσο κυρτό ήταν. Επίσης υπήρχανε για όλους πολύ όμορφα δώρα, για τη Γιούτα [θετή κόρη] αυτό είχε ιδιαιτέρως αίσιο τέλος, διότι ο Άι-Βασίλης, με τη μορφή του Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ, βρήκε για εκείνη ένα τεράστιο εμπορικό κατάστημα –παιχνίδι με πάγκο πωλήσεων και με όλα τα εξαρτήματα όπως ταμείο, ζυγαριά κ.λπ. στο κελάρι μιας βίλας της περιοχής. Προκάτοχοι είναι μάλλον κάποια παιδιά από τα Τάγματα Εφόδου ή τα Ες-Ες, αλλά αυτό βέβαια δεν του φαίνεται του παιχνιδιού. Ο Ούλι ήτανε και είναι ιδιαιτέρως ευχάριστος, επίσης πολύ πρόθυμος να βοηθήσει και δραστήριος. Αλλά τώρα στις αρχές Ιανουαρίου θα ξεκινήσει και για εκείνον με την επιμελή μελέτη η σοβαρότητα της ζωής, το πώς θα τα ρυθμίσω εγώ λεπτομερώς, θα το μάθω μέσα στις επόμενες ημέρες. Όπως στο Κάρβιτς υπήρξε και σε εμάς μία χριστουγεννιάτικη χήνα και μόνο και μόνο γι’ αυτό σας σκεφτόμασταν τόσο ζωηρά και επαινούσαμε τη δωρήτριά μας. Με το φαγητό τα πράγματα γενικά είναι σε εμάς έτσι, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να παραπονιόμαστε, το σπίτι επίσης γίνεται όλο και πιο ωραίο και ακόμη δεν έχουμε παγώσει από τότε που μετακομίσαμε στο Νίντερσενχάουζεν. Ωστόσο οι προμήθειες τελειώνουνε πάλι στα μέσα αυτού του μήνα, αλλά αυτό το έχουμε κιόλας συνηθίσει, τόσο που να μην σπάμε το κεφάλι μας για το αύριο, εάν έχουμε προμήθειες (για) σήμερα μόνο. Η αγορά τροφίμων στο Βερολίνο είναι επίσης πολύ δελεαστική. Προς στιγμήν υπάρχει για παράδειγμα κρέας και αλλαντικά για τα πρώτα δύο δεκαήμερα του Ιανουαρίου και, επειδή για τα τελευταία δύο δεκαήμερα του Δεκεμβρίου δεν μπορέσαμε να πάρουμε το κρέας μας, θα φάμε τώρα μέσα σε τέσσερεις ή πέντε ημέρες τις μερίδες κρέας που ήταν για σαράντα ημέρες. Και οι περισσότεροι Βερολινέζοι δεν θα κάνουν κάτι διαφορετικό. Και με το λίπος, τον καφέ κ.λπ., δεν γίνεται επίσης κάτι άλλο. Αυτή η αλλαγή μεταξύ μιας –μετριοπαθούς– καλοφαγίας και μιας σούπας δίχως κρέας και λίπος έχει επίσης βέβαια τη δική της αξία. Τρόφιμα δεν υπάρχουνε μάλλον πουθενά πια. Μερικές φορές σκέφτομαι το ωραίο κελάρι μας στο Κάρβιτς, αλλά ξέρω βέβαια ότι και αυτό σήμερα είναι αλλιώς από ό,τι πριν από μερικά χρόνια.
Όσον αφορά στη δουλειά θα έπρεπε απλώς να κάνω πάρα πολλά, αλλά ακόμα δεν βρίσκω την εσωτερική ηρεμία για ένα μεγαλύτερο μυθιστόρημα, το οποίο βασικά θα έπρεπε ήδη να έχω γράψει. Γράφω σχετικά πολύ σύντομες ιστορίες και πριν από μερικές ημέρες υπέγραψα μία συμφωνία με το ραδιόφωνο, στο οποίο θα μιλάω σχεδόν μία φορά την εβδομάδα. Όλα αυτά κοστίζουν σχετικά πολλή φαντασία, νεύρα και χρόνο. Θα κάνουμε το ντεμπούτο μας στις 9 Ιανουαρίου με έναν τετ α τετ διάλογο, η Ούλα και εγώ για το νέο μου μυθιστόρημα [«Ο πότης»]. Στις 15 Ιανουαρίου έπειτα πάλι μία συζήτηση για το μυθιστόρημα του Μπέχερ «Ο αποχωρισμός» και τα λοιπά κ.λπ. Το γραφείο μου είναι ο μοναδικός χώρος μέσα στο σπίτι που είναι ακόμη ένα παντελώς ακατάστατο μέρος. Την τελευταία εβδομάδα η κυρία Κράμερ, η οποία σας στέλνει θερμότατους χαιρετισμούς, προσπαθεί να τακτοποιήσει προσωρινώς τουλάχιστον τα βιβλία, αλλά όπως συνήθως δεν βλέπω καμία δυνατότητα να φέρω σε τάξη όλους τους θησαυρούς μου, και τους έβαλα σε στοίβες επίσης μέχρι το ταβάνι. Παράλληλα ωστόσο ακόμα ένα μεγάλο μέρος των βιβλίων, μεταξύ αυτών τα πιο ωραία μου, είναι στο Κλίνκεκεν [παλιά διεύθυνση]. Φυσικά δεν μπορούμε να ζούμε βέβαια κατά προσέγγιση τόσο αφανείς και μετρημένα όσο στο Κάρβιτς. Είτε το θέλω είτε όχι, πρέπει ως «διάσημος καλλιτέχνης» να παίρνω μέρος σε όλες τις πιθανές συνεδριάσεις και ημερίδες, τις οποίες συνήθως βαριέμαι τρομερά, οι οποίες όμως συχνά έχουν τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι προσφέρονται πού και πού για να φάει κανείς καλά και να καπνίσει πλούσια. Έτσι η Ούλα κι εγώ πρέπει στις 3 Ιανουαρίου να γιορτάσουμε στο κρατικό θέατρο τα εβδομηκοστά γενέθλια του Πικ, του προέδρου του Κομμουνιστικού Κόμματος· την ύστατη ώθηση, να πάμε εκεί, έδωσε ο συλλογισμός ότι αυτή η γιορτή κρατάει πολύ, οπότε οι επισκέπτες είναι αδύνατον να γυρίσουν σπίτι τους ατάιστοι.
Η Ούλα μόλις επέστρεψε στο σπίτι από μια βόλτα για ψώνια. Ήθελε να βγει στη γύρα για λίπος, ζάχαρη και είδη καπνιστού, για να ομορφύνει τη σημερινή πρωτοχρονιάτικη βραδιά με μπισκοτοειδή και σύννεφα καπνού, ελπίζω, να τα κατάφερε. Εμείς όμως σήμερα θα μείνουμε τελείως μόνοι μας και είμαστε εντελώς αποφασισμένοι να μη μείνουμε ξύπνιοι μέχρι τα μεσάνυχτα. Από το υπερβολικό γιόρτασμα έχουμε αρκετά ακόμη από το βράδυ των Χριστουγέννων, όπου μετά τη βασική μας γιορτή ήμασταν καλεσμένοι και στους Μπέχερ σε μεγαλύτερο κύκλο, όπου δυστυχώς υπήρχε να πιούμε τόσο πολύ, που αυτή την φορά όχι μόνο εγώ αλλά και η Ούλα έγινε λιώμα, η οποία κατά τα λοιπά έχει μεγαλώσει μέσα στο αλκοόλ.
Έτσι, αγαπητή μαμά, σου ευχόμαστε λοιπόν μέσα από την καρδιά μας ακόμη είθε το πρωινό του νέου έτους να αποδειχθεί κάπως πιο χαρούμενο για εσένα από αυτό που βαίνει τώρα στο τέλος του, για εσένα και για όλους εμάς. […] Δώσε πολύ εγκάρδια χαιρετίσματα από εμάς στο Κουνουπάκι, στον Άχιμ, στην Ζούζε και εσένα την ίδια σε χαιρετώ πολλές φορές και σε ευχαριστώ
 
Δικός σου
[Ρούντολφ]


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου
 
 
Το παραπάνω γράμμα του Χανς Φάλλαντα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν) συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «Weihnachtsmann –was nun?», μία συλλογή από ιστορίες, αναμνήσεις και γράμματα για τα Χριστούγεννα. 

ِΔιαβάστε προηγούμενες δημοσιεύσεις με γράμματα του Χανς Φάλλαντα εδώ, εδώ κι εδώ.
ِΔείτε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό του Χανς Φάλλαντα και ποια βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Hans Fallada, Καρδιοχτύπια

EwigKal

[Στον Γιοχάνες Κάγκελμαχερ]


Στις 29/12/1928

Αγαπητέ Κάγκελμαχερ,

πόσο άμετρα άδικο εκ μέρους σας ήτανε, αναφορικά με τη σύγκριση του ωροσκοπίου της δεσποινίδος Ίσελ και του δικού μου, να μου γράψετε σχετικά δυσανάγνωστα απλώς ένα σωρό πλανητικές όψεις, τις οποίες ποσώς γνωρίζω τι να τις κάνω και φυσικά δεν λέω λέξη ως καθώς πρέπει άνθρωπος - να αφήνεται η υπόλοιπη δουλειά στη ζωή.

Εντελώς το αντίθετο - είμαι τόσο καθώς πρέπει, που σας γνωστοποιώ, ότι η ζωή στρώθηκε αμέσως στη δουλειά και ότι τη 2η ημέρα των Χριστουγέννων το πρωί στις 3 και μισή η ώρα αρραβωνιάστηκα με τη δεσποινίδα Ίσελ, η οποία ονομάζεται Άννα, αλλά τη φωνάζουνε Ζούζε. (Εκείνη γνωρίζει το παρελθόν μου). Και είμαι τόσο ευτυχισμένος, όπως δεν ήμουν ποτέ έως τώρα, και εντελώς έκπληκτος όσον αφορά στο γεγονός ότι εκείνη φαίνεται να είναι επίσης ευτυχισμένη. Τι βρίσκει σε εμένα ένα νεαρό και εξαιρετικά καλά εμφανίσιμο κορίτσι, δε μου είναι εντελώς κατανοητό, αλλά σε κάθε περίπτωση είμαι πράγματι σε τέτοιο βαθμό ευτυχισμένος, που κάθε λεπτό καρδιοχτυπώ.

Δικές σας μερικές ημερομηνίες, οι οποίες εμένα με καθιστούν επιεικώς έκπληκτο: στις 13/10 είδα για πρώτη φορά τη Ζούζε και μετακόμισα στο Νόιμυνστερ. Στις 13/11 με αναζήτησε για πρώτη φορά το νέο μου αφεντικό. Στις 13/12 υπογράψαμε το συμβόλαιο πρόσληψης. Στις 26 (2 επί 13)/12 αρραβωνιάστηκα με τη Ζούζε. Είναι αυτό προσωρινώς αρκετό; Και αυτό είναι όντως τελικά το μοναδικό, το οποίο βέβαια οι ημερομηνίες υποβάλλουν σε κάποιον. […]

Δε μου αρέσει να παραληρώ μπροστά σας από ενθουσιασμό για τη Ζούζε.

Απλώς ας ειπωθεί ότι ποτέ έως τώρα δεν ήμουν τόσο υπερήφανος για έναν άνθρωπο, όπως γι’ αυτό το σπάνια αρμονικά σιωπηλό, πράγματι πολύτιμο παιδί. Επίσης δεν έχω ποτέ έως τώρα βρει μία γυναίκα, η οποία να έχει υπάρξει εσωτερικά τόσο άνετη, τόσο θαυμάσια ελεύθερη όπως αυτή. Προσεύχομαι στους θεούς, να μη με φθονούν, να μη μου αρπάξει από το στόμα κάποια κακεντρέχεια αυτή τη θαυμάσια χάρη. Έχω σκοπό –και η Ζούζε είναι σύμφωνη– να παντρευτούμε με κάθε μυστικότητα το συντομότερο δυνατόν, έτσι εκείνη θα μείνει εντελώς όπως μέχρι τώρα στο Αμβούργο, εγώ εδώ, θέλω μόνο να δεσμεύσω εμένα ή εκείνη, αχ ένας θεός ξέρει γιατί!

Είναι έντεκα η ώρα το βράδυ, φυσικά οι ενοικιαστές από δίπλα εκφράζουν την αντίθεσή τους στο θόρυβο της γραφομηχανής, πρέπει να κλείσω.

Αγαπητέ Κάγκελμαχερ, κάποτε μου γράψατε προφητικά στο δρόμο για τη στενή ότι και για εμένα πάλι θα άξιζε η ζωή ακόμα μία φορά, δεν το πίστεψα, ποτέ δε θα περνούσε από το μυαλό μου ότι θα μπορούσε να έρθει ακόμη μία φορά τόσο απολαυστικά.


Για το Νέο Έτος τις παλιές χαρές
Ο δικός σας
Ντί[τσεν]




Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου



Το παραπάνω γράμμα του Χανς Φάλλαντα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν) συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «Weihnachtsmann –was nun?», μία συλλογή από ιστορίες, αναμνήσεις και γράμματα για τα Χριστούγεννα. 
ِΔιαβάστε προηγούμενες δημοσιεύσεις με γράμματα του Χανς Φάλλαντα εδώ κι εδώ.
ِΔείτε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό του Χανς Φάλλαντα και ποια βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά. 

Hans Fallada, Χόρεψε ακόμα και η Ζούζε

30b94159b8ca8602aeeba7095b1481b7dc2f2e28

[Προς την αδελφή Ελίζαμπετ Χέριγκ και προς τον γαμπρό Χάινς]


Κάρβιτς, 28 Δεκεμβρίου 1938

Ταχυδρομείο Φέλντμπεργκ/Μέκλ.


Αγαπητή Ίμπετ, αγαπητέ Χάινς,


λοιπόν, τώρα θα έχουν περάσει οι γιορτές, τα τραπέζια με τα δώρα έχουν μαζευτεί, τα βιβλία –μερικώς- έχουν ταξινομηθεί, από την άλλη μεριά έχουν στοιβαχτεί σε μια άκρη και η παλιά ζωή μπορεί να ξεκινήσει. Καθετί, όπως πάντα τον καιρό πριν το Νέο Έτος, είναι αφιερωμένο στο σιγύρισμα και στο ξεκαθάρισμα για να μπορώ την πρώτη ημέρα του Νέου Έτους να εργαστώ λίγο άνευ χρεών. Αυτήν την φορά έρχεται λοιπόν το μικρό μου μεγάλο εύθυμο διήγημα [«μικρός άντρας, μεγάλος άντρας – όλα αντεστραμμένα»] … Χαίρομαι και μόνο ελαφρώς με πιάνει κρύος ιδρώτας, όταν σκέφτομαι, τι έχω να διεκπεραιώσω για την αγαπητή εφορία…


Εξάλλου η γιορτή ήταν πραγματικά χαριτωμένη. Μόνο η γιαγιά από το Αμβούργο ήταν εδώ ως καλεσμένη, ήμασταν λοιπόν εντελώς μεταξύ μας. Τα παιδιά, εκ των οποίων το Κουνούπι για πρώτη φορά επιτρεπόταν να σηκωθεί για το μοίρασμα των δώρων, ήταν πολύ χαριτωμένα, με μεγάλα απαστράπτοντα μάτια και πλήρως ευτυχισμένα.


(Ο Ούλι συναρμολογεί πολύ έξυπνα τo τρενάκι! Αυτό ήταν το σωστό!) τα κορίτσια πολύ ευτυχισμένα, ιδιαίτερα η Φρίντελ μας, η οποία ανοίγεται όλο και περισσότερο και γίνεται όλο και πιο επιδέξια. Ο θείος Ρέντερ κρατιέται ικανοποιητικά, αξιοπρεπής και λίγο σαστισμένος. Έπειτα υπήρχε, μετά το βραδινό φαγητό, με τα παιδιά να έχουν κοιμηθεί, λίγο σαμπάνια, μόνο τόσο, ίσα που να κάνουν όλοι κέφι, μπήκανε δίσκοι με χορευτικά και χόρεψε ακόμα και η Ζούζε, ακόμα και η ηλικιωμένη γιαγιά, ακόμα και ο σαστισμένος θείος Ρέντερ με την διευθύντρια και μόνο εγώ όχι. Αλλά αυτό ήταν αρκετά καλά! Λοιπόν όχι Χριστούγεννα κατά το παλιό στυλ των Ντύτσεν, αλλά πολύ ικανοποιητικά Χριστούγεννα!


Η Ζούζε έλαβε μία πραγματικά θαυμάσια ακουαμαρίνα σε αλυσίδα, ένα εκλεκτό κομμάτι. Της ταιριάζει υπέροχα εκείνης. Είναι όμως να το φοράει κανείς μόνο σε επίσημες περιστάσεις. Και εγώ μόνο βιβλία επί βιβλίων. Δεν τα μέτρησα, ήταν όμως περίπου 130 τεμάχια. Κυρίως άπαντα γερμανών συγγραφέων. Από την Ζούζε. Και έπειτα ο διευθυντής Κίλππερ από την Στουτγκάρδη μου δώρισε πολλά από τον εκδοτικό του και έπειτα ένας Βερολινέζος εκδότης, ο οποίος επίσης κοιτάει να με ψαρέψει, πολλά από τα δικά του. Και γενικώς… Και έπειτα οι δίσκοι του Μπετόβεν, τους οποίους σιγά σιγά γνωρίζουμε, η δεύτερη και η τρίτη περίοδος μας φαίνονται ιδιαίτερα όμορφες.


Αγαπητή Ίμπετ, μας έδωσες, όπως πάντα, όντως μεγάλη χαρά. Η φωτογραφία σου από την Φρήντριχστατ είναι σπουδαία και εμείς ευχαρίστως αυτό το εκλαμβάνουμε ως οιωνό για το 1939. Και όπως είπαμε, ο Ούλι είναι ευτυχισμένος με το τρενάκι και το Κουνουπάκι χαίρεται με το εικονογραφημένο βιβλίο της. Και το γαμήλιο άσμα είναι πραγματικά χαριτωμένο και δυνατό, το πρόσθεσα στις οικογενειακές αναμνήσεις. […]


Χρόνια Πολλά για το Νέο Έτος, τους πιο εγκάρδιους χαιρετισμούς μου, ευχαριστώ πολύ



Ο δικός σας Καρβιτσαίος


Ελπίζουμε ότι και τα δύο πακέτα έφτασαν καλά. Πείτε στη μαμά παρακαλώ ότι θα της γράψω την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ή λίγο μετά ακόμη μία φορά πολύ σύντομα.




Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου






Το παραπάνω γράμμα του Χανς Φάλλαντα συμπεριλαμβάνεται –όπως και τα δύο προηγούμενα που φιλοξένησε το logotexnia21- στο βιβλίο του «Weihnachtsmann –was nun?», μία συλλογή από ιστορίες, αναμνήσεις και γράμματα για τα Χριστούγεννα.

Στο βιβλίο διαφαίνεται η νοσταλγία του συγγραφέα για τις γιορτές των παιδικών του χρόνων, η ανησυχία του να «τακτοποιήσει» όλες τις χριστουγεννιάτικες υποχρεώσεις του αλλά και η επιθυμία του το Νέο Έτος να αποτελεί σταθμό για κάτι νέο, για μία καινούρια αρχή.


Σούλα Ζαχαροπούλου

Hans Fallada, Εν όψει Χριστουγέννων το ψέμα γίνεται καθήκον

Berlin im Jahr 1945. Foto: imago/ITAR-TASS



[Προς την θεία Αντελαΐντε Ντίτσεν]


22 Δεκεμβρίου 1929


Αγαπητή θεία Άντα,


τα δύο σου παιδιά από το Νόιμυνστερ σού στέλνουν για τις γιορτές των Χριστουγέννων τις πιο καλές, τις πιο θερμές ευχές τους. Σε σκεφτόμαστε πολύ, μιλάω στην Ζούζε τόσο συχνά για εσένα και χαιρόμαστε πολύ που συμμερίζεσαι μετά σθένους την ζωή μας.


Μόλις ήμουνα με την Ζούζε στην κουζίνα και την έκανα χρυσή να μου πει μήπως και τελικά έχει έρθει κανένα πακέτο από εσένα. Εκείνη το αρνείται μέχρι τώρα σε ό,τι έχει ιερό και όσιο. (Εν όψει Χριστουγέννων το ψέμα γίνεται καθήκον). Λοιπόν, αγαπητή θεία Άντα, δεν ξέρουμε ακόμα τι είναι εκεί μέσα, αλλά σε ευχαριστούμε από καρδιάς που μας σκέφτηκες, πολύ χαιρόμαστε. […]



Δικοί σου


Ρούντολφ και Ζούζε




Το τελευταίο γράμμα


[Προς την Ζούζε Ντίτσεν]


Βερολίνο, 20. XII. 46


Σαριτέ-νευρολογική κλινική-πτέρυγα VI.



Αγαπητή Ζούζε, δεν θέλω να αφήσω τα παιδιά δίχως να φτάσει μία χριστουγεννιά -τικη ευχή από εμάς σε εσένα. Να γιορτάσετε μία πολλή όμορφη γιορτή όλοι μαζί, να διώξετε παντελώς για αυτές τις ημέρες τις έγνοιες σας και να χαρείτε ο ένας με τον άλλον και δίπλα στον άλλον. Εγώ θα βρίσκομαι πολύ με τις σκέψεις μου κοντά σας, ιδιαιτέρως επίσης κοντά στην μαμά, στην οποία πρέπει να δώσεις τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου. Θα είσαι ιδιαιτέρως υπερήφανη και ευτυχισμένη για τους δύο μεγάλους σου: ο Ούλι θα φέρει στο σπίτι ένα άνω του μετρίου καλό ενδεικτικό˙ μπορεί και πρέπει να είναι υπερήφανος για ό,τι έχει πετύχει –ελπίζω να μην γίνει πραγματικά «υπερήφανος». Το κουνουπάκι δεν το φοβάμαι: όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι μαζί με την ζεστή του την καρδιά έχει και ένα πολύ ανοιχτό μυαλό και μερικές φορές ευχόμουν για τον μεγάλο της τον αδερφό να έχει λίγο από το πραγματικό χιούμορ με το οποίο το κουνούπι αντιμετωπίζει και δύσκολες καταστάσεις στην ζωή. Και ο Άχιμ, ο μικρός λαμπρός γιος μας, ο ήλιος μας, σε αυτόν θ’ ανήκει για πάντα ολόκληρη η καρδιά μου –πώς θα πανηγυρίζει και θα γελάει!


Τα δώρα των παιδιών για τις γιορτές θα μας κρατήσουνε ακόμα λίγο στην αναμονή. Θα λάβω από το Μπόνιερ στην Στοκχόλμη ψηλά δερμάτινα παπούτσια με κορδόνια για την Ούλα και το κουνούπι και επίσης για τον Άχιμ (εάν εσύ το θεωρείς αναγκαίο). Για τους δύο μεγάλους ο Ούλι θα μου φέρει σήμερα το απόγευμα το μέγεθος των πελμάτων σε εκατοστά, επειδή δεν ξέρω εάν τα γερμανικά και τα σουηδικά νούμερα συμπίπτουν˙ για τον Άχιμ στείλ’ τα μου εδώ εσύ ίσως τηλεγραφικώς έως την 1/1. Θα περιμένω μέχρι τότε για ν’ αποστείλω το γράμμα στο Μπόνιερ. Εκτός αυτού ο Ούλι επιτέλους θα λάβει ένα κοστούμι ραμμένο στα μέτρα του˙ τα χρήματα για αυτό είναι ήδη στην άκρη και ο ράφτης έχει επίσης βρεθεί˙ αμέσως μετά την επιστροφή του θα πάω σε αυτόν με τον Ούλι. Για το κουνουπάκι θα υπάρχει και ένα μάλλινο φουστάνι, το οποίο θα διαλέξει η Ούλα μαζί της· και για αυτό τα χρήματα είναι ήδη στην άκρη. Τίποτα εννοείται δεν θα είναι στην ώρα του τις γιορτές αλλά ακόμα και αργότερα θα χαρούνε.


Από εχτές λοιπόν είναι και η Ούλα εδώ στο σπίτι –στο τελευταίο νοσοκομείο σχεδόν θα μου το ξεκάνανε το καημένο το παιδί. Εκείνη εννοείται είναι σε μια τέτοια κατάσταση, στην οποία εγώ δεν επιτρέπεται να την δω ακόμα. Στις γιορτές θα είμαι μόνος. Είμαι όπως ένας κουτσός, που μέχρι τώρα τον οδηγούσανε, που όμως τώρα εκείνος όχι μόνο πρέπει να περπατήσει μόνος αλλά και να οδηγήσει έναν τυφλό. Δεν έχω πλέον πολλές επιθυμίες για εμένα (μόνο για την δουλειά μου), προσεύχομαι μόνο να βρω την δύναμη επιτέλους να γίνω λίγο περισσότερο άντρας. –Ευτυχή με κάνει το γεγονός ότι επιτέλους μετά τον Λύκο έγραψα ένα καλό μυθιστόρημα «Μόνος στο Βερολίνο» (μόνο μην διαβάσεις τον ανόητο αλλά και πετσοκομμένο «Εφιάλτη») και το γεγονός ότι έχω δύο καλά προσχέδια εργασίας. Τώρα μένει μόνο ακόμα οι εξωτερικές συνθήκες ζωής (θέρμανση, διατροφή) να είναι με κάποιον τρόπο ευνοϊκές!


Θα μεριμνήσω ώστε κατά την επιστροφή των παιδιών στις 10/1 να επικρατούν στο σπίτι ανεκτές συνθήκες και επίσης να υπάρχουν και αποθέματα. Ίσως να είμαι ήδη και εγώ εκεί. Η Ούλα σίγουρα όχι ακόμα. Εάν κατάφερνες την έχθρα του Ούλι απέναντι στην Ούλα, η οποία θέτει σε κίνδυνο την συμβίωσή μας, να την κατασβέσεις, αυτό θα ήτανε πολύ πολύτιμο. Υποθέτω, εκείνος βλέπει μονίμως στην Ούλα αυτή που έχει πάρει την θέση σου και ωστόσο εκείνη σίγουρα δεν τον κάνει αυτό!


Σου εύχομαι, σας εύχομαι χρόνια πολλά.


Ο φίλος σου Ντίτσεν

 



Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου





Ο Χανς Φάλλαντα, το πραγματικό του όνομα Ρούντολφ Ντίτσεν, γεννιέται το 1893 στο Γκράιφσβαλντ (κοντά στη Βαλτική Θάλασσα). 


Το 1929 παντρεύεται την Άννα Ίσελ (Ζούζε), η οποία αποτελεί το πρότυπο της πρωταγωνίστριας στο γνωστότερο μυθιστόρημά του “Kleiner Mann - was nun?”. Αποκτούν τέσσερα παιδιά: τον Ούλριχ (Ούλι), τα δίδυμα Λόρε και Έντιτ, η δεύτερη πεθαίνει λίγο μετά τη γέννα, και τον Άχιμ.


Το 1930 ο Φάλλαντα παντρεύεται την κατά σχεδόν 30 χρόνια νεότερή του Ούρσουλα Λος (Ούλα), η οποία, όπως και εκείνος, είναι εξαρτημένη από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Το 1947 ο Φάλλαντα πεθαίνει σε ένα σανατόριο στο Βερολίνο.


Οι παραπάνω επιστολές μεταφράστηκαν από την πρόσφατη γερμανική έκδοση Hans Fallada “Weihnachtsmann - was nun?” (Aufbau Verlag), η οποία αποτελεί μία συλλογή επιστολών, παιδικών αναμνήσεων και αφηγήσεων του συγγραφέα γύρω από τα Χριστούγεννα.



Στα Ελληνικά έχουν μεταφραστεί δύο έργα του: Μόνος στο Βερολίνο (μτφ. Α. Σαλτάμπαση, εκδ. ΠΟΛΙΣ) και Ο πότης (μτφ. Έ. Βαϊκούση, εκδ.Κίχλη).



Σούλα Ζαχαροπούλου

Inge Müller, Ιωνά - Απόσπασμα

 
Photo by  Deutsch-Russisches Museum Berlin-Karlshorst, Sammlung Iwan Schagin

 

Ήτανε Μάης του 1944.

 

[…]

 

Στο σταθμό. Παγωνιά. Ξένοι. Βιαστικοί. Χακί. Πρόσωπα. Στρατιωτικές στολές. Σφύριγμα. Άφιξη τρένου. Αναχώρηση τρένου. Κι άλλο χακί. Ερυθρός Σταυρός.

 

Επίδεσμοι. Ακρωτηριασμένοι. Γκρίζα μάτια. Άσπρα. Μαύρες στρατιωτικές στολές. Ρούνοι. Κεφάλια νεκρών. Στο καλάθι των αχρήστων: πακέτα από τσιγάρα. Αγκυλωτοί σταυροί πάνω σε χαρτί κόκκινο από αίμα. Ψόφιοι αρουραίοι.

 

Ιωνά: κάποιος φωνάζει. Παιδικό πρόσωπο κάτω απ’ το σιδερένιο κράνος: κορίτσι, έλα!

 

Όμορφη! Κοιμήσου. Δάκρυα στάζουν στη φωνή: μείνε. Πόρνη! Εγώ πληρώνω. Έλα λοιπόν!

 

Η Ιωνά κοίταξε τον στρατιώτη. Δεν είναι αυτός. Αυτός όχι. Κάποιος. Αλλά το στόμα του, το στόμα του δεν είναι ξένο. Εκείνη γέλασε. Εκείνος μίλησε. Εκείνος ούρλιαξε. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα. Εκείνος σώπασε. Εκείνη τρόμαξε. Είδε τον άσπρο επίδεσμο κάτω απ’ το γιακά της στολής του. Οι πληγωμένοι πολεμιστές γυρνάνε στο σπίτι. Όταν οι στρατιώτες παρελαύνουν μέσα στην πόλη. Με εμβατήρια περνάνε την πύλη. Ένα κάλεσμα σαν απόηχος βροντής. Σταυροί. Σταυροί. Ο Άγνωστος Στρατιώτης. Βόμβες πάνω στη γη των αγγέλων. Στρατιωτικό ταχυδρομείο. Γενναία μικρή γυναίκα του στρατιώτη... Ο κόσμος πρέπει να είναι δικός μας. Οι δυο σκιές μας έμοιαζαν σαν μία, όπως κάποτε της Λιλή Μαρλέν. Σφύριγμα. Άφιξη τρένου. Αναχώρηση τρένου. Ράγες, ράγες, γραμμές, ορίζοντας, για πού; Το τρένο έχει 5 ώρες καθυστέρηση. Προβλέπεται 7 ώρες καθυστέρηση. Ποιος έκαψε τα παγκάκια του σταθμού για να ζεσταθεί;

 

Η Ιωνά περίμενε. 7 ώρες, 25 λεπτά. Στολές. Χακί. Αδελφές του Ερυθρού Σταυρού. Φωνές που έδιναν διαταγές. Τρένο του στρατιωτικού νοσοκομείου: προγραμματισμένη άφιξη... είσοδος τρένου. Φασαρία. Ο σταθμός δονείται, πίεση ατμού, υπερπίεση, τα αυτιά βουλώνουν. Ποιος ουρλιάζει; Η σειρήνα, πρώτη φωνή∙ σειρήνες, αρχίζουν πολύ αργά, χορωδία, πιο πολυφωνική, εκκωφαντική, στριγγή, τελικά με τον διαπεραστικό τόνο των μεγάλων καραβιών...

 

Στην αποβάθρα σαρώνει η θύελλα, μαστιγώνει ο φόβος. Σειρήνες. Οι πληγωμένοι πάνω σε πόρτες, φορεία εκτάκτου ανάγκης, μεταφέρονταν πίσω στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Και στη σιγουριά. Οι ελαφρά πληγωμένοι υποβασταζόμενοι ή μόνοι τους πηγαίνουν στην άδεια αποβάθρα σκοντάφτοντας, τρεκλίζοντας. Η Ιωνά βοηθάει έναν να σηκωθεί, συνεχίζει να ψάχνει. Εκείνος δεν είναι ανάμεσά τους.

 

Αστυνομία σταθμού, στρατιωτική αστυνομία. Ασπίδα μπροστά στο στήθος∙ μαντρόσκυλα. ΠΡΟΧΩΡΕΙΤΕ! ΕΚΚΕΝΩΣΗ! Η Ιωνά τρομάζει με τη λέξη. Κοιτούσε: αυτοί είναι άνθρωποι. Είναι αυτοί άνθρωποι; ΠΡΟΧΩΡΕΙΤΕ! Διαταγή: στο καταφύγιο. Είναι για τη δική σας ασφάλεια, μα επιτέλους! Εμπρός, εμπρός! Κουνηθείτε!

 

Ποιος μας έδιωξε από τον παράδεισο; Ο σκύλος μαζεύει το κοπάδι. Ο διωγμός των εβραίων.

 

Ιωνά. ΕΜΠΡΟΣ ΜΑΡΣ, ΚΟΡΙΤΣΙ! Στριμωγμένοι με το ζόρι στο δρόμο για το καταφύγιο. Μια χοντρή γυναίκα κλαψουρίζει: «Την καρφίτσα μου! Πατάτε την καρφίτσα μου. Χρυσή. Ενθύμιο.»

 

«Σώστε την καρφίτσα!» Τσιριχτά γέλια. Μουρμουρητά. Ουρλιαχτά. ΝΑ ΤΗΡΗΘΕΙ ΗΣΥΧΙΑ! ΟΛΟΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΦΥΓΟΥΝ ΣΕ ΑΝΤΙΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ.

 

[…]

 

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 

1945, Βερολίνο, ένας δρόμος στα βόρεια, ένα υπόγειο.

 

[…]

 

Μια ηλικιωμένη γυναίκα στην πιο σκοτεινή γωνιά του καταφυγίου έραβε ένα κουμπί του άντρα της, το πάνω πάνω κουμπί στο λιωμένο παλτό του. Με φροντίδα, βελονιά τη βελονιά, τραβώντας τη βελόνα στην άκρη για να μην τραυματίσει τον άντρα της∙ προς τους ανθρώπους: είναι το μοναδικό του. Τα χάσαμε όλα. Προς τον άντρα της, ενώ τον κουκουλώνει μέχρι τον αδυνατισμένο ρυτιδιασμένο λαιμό του, τον κουμπώνει: δεν πρέπει να το ξανακόψεις, το κουμπί. Αλλιώς θα παγώσεις. Έτσι, έτσι. Τον ζυγιάζει σαν παιδί. Ο άντρας τραβάει το κουμπί, αυτή πιάνει το χέρι του. Δυο χέρια, σακάτικα δάχτυλα, κόμποι στις αρθρώσεις, δέρμα στιλπνό. Έτσι, έτσι. Όπου πας εσύ, θέλω να πάω κι εγώ. Χάρις. Χάρε πέρνα απέναντι. Μέχρι να σας χωρίσει ο θάνατος.

 

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου

 



Η μετάφραση των παραπάνω αποσπασμάτων του κειμένου «ΙΩΝΑ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ» έγινε από το βιβλίο που επιμελήθηκε η Ines Geipel και περιλαμβάνει ποιήματα, πεζά και ημερολογιακές καταγραφές της Ίνγκε Μύλλερ (Inge Müller, Irgendwo; noch einmal möchte ich sehn).

Το «ΙΩΝΑ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ» αποτελεί τη βάση για ένα μεγάλο κείμενο, το οποίο δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού η Ίνγκε Μύλλερ το 1966 δίνει προτεραιότητα στην αυτοκτονία της αφήνοντας πίσω της σκόρπιες σκέψεις, ποιήματα, ατακτοποίητα προσχέδια. Η περιγραφή του Βερολίνου που βομβαρδίζεται, η ζωή στα καταφύγια, στους δρόμους και στους σταθμούς με λόγο κοφτό, αφτιασίδωτο που καταφέρνει να ανατριχιάσει τον αναγνώστη είναι απόδειξη για την συγγραφική σπουδαιότητα της Ίνγκε Μύλλερ, που ακόμα και σήμερα δεν έχει πάρει τη θέση που της αναλογεί στο κάδρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και βέβαια δυστυχώς είναι φρικιαστική η επικαιρότητα του ναζισμού, της προσφυγιάς και του πολέμου για τα οποία γράφει η Ίνγκε Μύλλερ.

Η Ίνγκε Μύλλερ γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1925 στο Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης έμεινε τρεις μέρες θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα και ανέσυρε νεκρούς τους γονείς της από τα ερείπια. Γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή της όσο και τη γραφή της. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Την τρίτη με τον Χάινερ Μύλλερ. Έγραψαν μαζί κάποια θεατρικά έργα και βραβεύτηκαν για δύο από αυτά. Η Ίνγκε Μύλλερ, καταθλιπτική και αλκοολική, αυτοκτόνησε τελικά μετά από πολλές απόπειρες το 1966 στο σπίτι της στο Βερολίνο. Αν και για πολλούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Γερμανίδες συγγραφείς της εποχής της, το έργο της έμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν στην αφάνεια ακόμα και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Έγραψε παιδικά διηγήματα, πρόζα, ποίηση και θεατρικά έργα.

 

Της Σούλας Ζαχαροπούλου

 

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε 5 ποιήματα της Ίνγκε Μύλλερ, και τα διηγήματά της «Το βουβό παιδί»,  «Οι ποδηλάτες» και «Λευκοί υάκινθοι», όλα σε μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου. Τα κείμενα αυτά είναι τα μόνα κείμενα της Ίνγκε Μύλλερ που έχουν μεταφραστεί και δημοσιεύονται στα Ελληνικά.

Inge Müller, Λευκοί υάκινθοι

White hyacinths, Foto by Jaime Blogers

Βράδιασε. Σε μία ώρα ξεκινάει, σκέφτηκε η Μπάρμπαρα. Κοίταξε από το παράθυρο. Ακόμα χιόνιζε. Και χθες είχε χιονίσει, μεγάλες, λευκές νιφάδες και εκείνοι τις έπιαναν με το στόμα δίνοντας τη μάχη για τις μεγαλύτερες, σαν τα παιδιά· και κάποια φορά τα χείλη τους συναντήθηκαν, η νιφάδα του χιονιού έλιωσε.

 

Η Μπάρμπαρα ακούμπησε το μέτωπό της στο κρύο τζάμι και έκλεισε τα μάτια, όχι, αυτά δεν ήθελε να τα σκέφτεται, δεν ήθελε πια να σκέφτεται τον Χανς. Και ούτε θα πήγαινε στην ταβέρνα, σήμερα όχι. Αύριο ίσως, και μόνο για να δείξει στον Χανς πόσο ελαφρά το ’χε πάρει.

 

Θα χαμογελούσε, χαμογελώντας θα περνούσε δίπλα από το τραπέζι του και θα του έγνεφε φευγαλέα, όπως σ’ έναν γνωστό, που δεν μπορείς να θυμηθείς το όνομά του.

 

Θα έκανε τα γλυκά μάτια στο βιολιστή, σ’ αυτόν το μαυρομάλλη αισθησιακό τενόρο και... όχι, δεν έπρεπε να καθίσει μόνη στο τραπέζι, ο Χανς έπρεπε να τη δει μ’ έναν άλλον άντρα. Μ’ έναν άντρα που δεν γνώριζε και που εκείνη θα περνούσε τρυφερά το χέρι της στο μπράτσο του, όταν θα έμπαιναν στην ταβέρνα. Μ’ αυτόν τον άντρα θα καθόταν στο ακριανό τραπέζι της, στον μικρό δερμάτινο πάγκο, όπου είχαν γιορτάσει το ξαναντάμωμά τους, τότε, πριν από έντεκα ημέρες. Και όπως τότε θα έπινε κρασί και θα γελούσε.

 

Η Μπάρμπαρα έκλαψε.

 

Στο διπλανό δωμάτιο στόρια κατέβαιναν, αργά, κροτάλιζαν ομοιόμορφα και βουβαίνονταν χωρίς πρόσκρουση.

 

Η σπιτονοικοκυρά -η Μπάρμπαρα δεν την είχε ακούσει να έρχεται, αλλά κανένας άλλος δεν μεταχειριζόταν τα παλιά στόρια τόσο προστατευτικά. Ακριβώς αυτό φαινόταν τώρα στην Μπάρμπαρα ανυπόφορο, αυτό το προστατευτικό, το συμπονετικό.

 

Σηκώθηκε και γύρισε προσεκτικά το κλειδί της πόρτας.

 

Ύστερα άναψε το πορτατίφ. Πάνω στον καναπέ βρισκόταν, απλωμένο με φροντίδα, το αποκριάτικο κοστούμι της, γυαλιστερός πράσινος ταφτάς, δίπλα του το πολύχρωμο μυτερό καπελάκι. Μόνο ο υάκινθος ήταν ακόμα μέσα στο ποτήρι στο παράθυρο.

 

Θα τον δώσω πίσω στην κυρία Γκρουντ, αύριο. Θα χαρεί, αυτή δένεται με τα λουλούδια της. Ήταν πολύ φιλικό εκ μέρους της, σπάνια είναι έτσι οι σπιτονοικοκυρές. Αλλά καλά έκανα που δεν της είπα γιατί ήθελα να πάω στο καρναβάλι ειδικά ως Λευκός Υάκινθος.

 

Η Μπάρμπαρα πήγε στο ράφι με τα βιβλία. Τράβηξε το μαραμένο κιτρινισμένο λουλουδάκι από τον 2ο τόμο του Χάινε. Ο Χανς είχε γελάσει σαν μικρό παιδί, όταν εκείνη δίπλα στο ποτήρι της με το κρασί βρήκε το μικροσκοπικό λευκό άνθος, το οποίο εκείνος, τότε, που ο ιδιοκτήτης δεν κοιτούσε προς τα εκεί, είχε κόψει από τη διακόσμηση του διπλανού τραπεζιού.

 

Όταν χτύπησε η πόρτα, η Μπάρμπαρα πετάχτηκε.

 

«Ποιος είναι;»

 

«Εγώ είμαι». Η φωνή της σπιτονοικοκυράς ήταν σιγανή, δισταχτική. «Ήθελα μόνο να ρωτήσω αν χρειάζεστε κι άλλο ζεστό νερό, δεσποινίς Μπάρμπαρα. Επειδή μετά θέλω να φτιάξω τσάι για τον κύριο Σβαρτς. Κι εσείς σίγουρα θα βιάζεστε». «Δεν χρειάζομαι τίποτα». Η απάντηση ήρθε γρήγορα και απότομα.

 

Η Μπάρμπαρα το μετάνιωσε την ίδια στιγμή.

 

Πήγε στην πόρτα και άνοιξε.

 

«Νόμιζα απλώς... Αλλά εσείς μάλλον δεν έχετε ακόμη τελειώσει. Θα βάλω τότε να ζεστάνω νερό». Η σχεδόν ασπρομάλλα, λεπτοκαμωμένη μεγάλη γυναίκα έγειρε το κεφάλι μπροστά της και έφυγε με το παιδικό βήμα της. Η πόρτα του διαδρόμου έκλεισε.

 

«Κυρία Γκρουντ, παρακαλώ, ελάτε μια στιγμή μέσα!»

 

Η Μπάρμπαρα νοστάλγησε ξαφνικά τα ζεστά, κάπως μυωπικά μάτια της σπιτονοικοκυράς. Σχεδόν με βία τράβηξε τη μεγάλη γυναίκα πίσω στο δωμάτιό της. Δεν ήθελε τώρα να συναντηθεί με τον Γκούστελ Σβαρτς, τον άλλον υπενοικιαστή. Ο Γκούστελ ήταν ένας καλός και ευγενικός τύπος, την είχε βοηθήσει στη μετακόμιση και επίσης ήταν πρόθυμος να την βοηθάει γενικά, μόνο που ρωτούσε πάρα πολλά, ανησυχούσε γι’ αυτήν όπως μια αρκούδα για το μωρό της.

 

«Καλησπέρα, Γκούστελ!» Η Μπάρμπαρα έγνεψε προς την πόρτα του διαδρόμου και έκλεισε πίσω της την πόρτα του δωματίου της.

 

«Λοιπόν, κυρία Γκρουντ, ήθελα»- η Μπάρμπαρα κοίταξε αναποφάσιστα γύρω της, έσπρωξε μια καρέκλα στην σπιτονοικοκυρά και αυτή κάθισε σε μία γωνία του καναπέ, αφού πρώτα μ’ ένα αμήχανο χαμόγελο προς τον τοίχο, προσπέρασε γρήγορα το πράσινο κοστούμι.

 

«Μου είπατε πρόσφατα πως ακόμα έχετε ένα αποκριάτικο κοστούμι της κόρης σας, το οποίο θα μου ταίριαζε. Θέλατε να μου το δανείσετε, σας παρακαλώ, θα μπορούσα να το έχω σήμερα;»

 

Η κυρία Γκρουντ δεν ρωτούσε ποτέ. Αυτό το τηρούσε στη ζωή της, είχε υπομονή. Όταν τα πρώτα χρόνια του γάμου τους ο άντρας της όλο και πιο συχνά γυρνούσε στο σπίτι αργά τη νύχτα, εκείνη δεν ρωτούσε τίποτα∙ και ύστερα της τα διηγιόταν όλα μόνος του, στα ίσα μέσα στα κάπως μυωπικά γκρίζα μάτια της, που έμοιαζαν να κοιτάζουν μέσα από ένα λεπτό πέπλο, ένα πέπλο που δεν της έκρυβε τις γωνίες και τα ελαττωματικά σημεία στο χαρακτήρα του άλλου ανθρώπου αλλά έπαιρνε από αυτά την οξύτητα, έτσι έβλεπε αυτή τους ανθρώπους ∙- οι παλιοί βοσκοί έχουν τέτοια μάτια, είχε πει κάποτε μία από τις ανιψιές της, ένα κορίτσι από ένα χερσοτόπι, που έφερε στον κόσμο το εξώγαμο παιδί της όταν ήταν στη Μαρί Γκρουντ – και μπροστά σ’ αυτά τα μάτια δεν ήταν δύσκολο για τον άντρα να μιλήσει: πόνταρε σ’ ένα άλογο, γιατί έτσι δεν πήγαινε άλλο με μισθό τις λίγες δεκάρες και δυο παιδιά και το τρίτο στο δρόμο· τώρα πλέον δεν είχαν ούτε καν τις λίγες δεκάρες... Ούτε και τότε ρώτησε η Μαρί Γκρουντ πώς θα πήγαινε το πράγμα παραπέρα, αλλά πήγε.

 

Και αργότερα, όταν ο άντρας της δεν ήθελε να γυρίσει από τον πόλεμο πίσω στο σπίτι επειδή ήταν σακάτης στο ένα του πόδι, εκείνη βρέθηκε με μιας εκεί στο νοσοκομείο και δεν ρώτησε γιατί δεν πήρε κανένα γράμμα απ’ αυτόν, παρά του έδωσε τα πράγματά του και χαιρετίσματα από τα παιδιά. Ούτε και τον ρώτησε αν ήθελε τη θέση του θυρωρού: θα τα καταφέρω εγώ, μέχρι να μπορέσεις να περπατήσεις πάλι, είπε εκείνη, και δε ρωτούσε τίποτα κάθε φορά που εκείνος μέθαγε στη γωνιακή μπυραρία, επειδή ήταν σακάτης.

 

Είχαν τρεις γιους. Όταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος έμπαινε στον τέταρτο χρόνο, μόνο η κόρη τους είχε μείνει. Δεν ήταν τελείως καλά στα μυαλά της, από τότε που πυροβόλησαν τον άντρα της μπροστά στα μάτια της, επειδή δεν ήθελε να πάει στην εθνοφυλακή. Η Μαρί Γκρουντ παράτησε τη θέση του θυρωρού, μετακόμισαν στης κόρης τους. Ίσα που ζούσανε από τη σύνταξη αλλά η μητέρα είπε: δεν επιτρέπεται να την αφήσουμε μόνη της τώρα. Και τελικά εκείνη την άφησαν μόνη της οι δυο τους, η κόρη της και ο άντρας της.

 

Η Μαρί Γκρουντ, πάνω από εξήντα ήδη, κοντή και κοκκαλιάρα, για πρώτη φορά σήκωνε χέρι σε άνθρωπο αλλά ο στρατιώτης με τις φαρδιές πλάτες και το πράσινο περιβραχιόνιο το τίναξε σαν σκουπίδι από πάνω του: φύγε, γιαγιά. Να ευχαριστάς τον θεό που δεν βρίσκεσαι εκεί μέσα μ’ αυτούς. Εκεί κάτω δεν αναγνωρίζεις κανέναν πια. Και δεν την άφησε να πλησιάσει στο σωρό από τα χαλάσματα που κάποτε ήταν αντιαεροπορικό καταφύγιο. Αυτή πήγε ξανά και ξανά. Μια φορά ο στρατιώτης την κοίταξε μέσα στα μάτια: σκατά, είπε και στράφηκε αλλού. Τότε εκείνη κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτός που δεν ήθελε να της αφήσει τους νεκρούς, και τότε έφυγε.

 

Έμεινε εντελώς μόνη στο σπίτι, μέρες και νύχτες και ούτε μια φορά ο φύλακας του αντιαεροπορικού καταφυγίου δεν τόλμησε να την βάλει μέσα στο καταφύγιο.

 

Έτρωγε, διατηρούσε το διαμέρισμα καθαρό και όταν για μέρες δεν υπήρχε νερό, πήγε μ’ έναν κουβά στο πηγάδι στον διπλανό δρόμο, περίμενε υπομονετικά μέχρι να έρθει η σειρά της. Ο άντρας, που στεκόταν πίσω της, βλαστημούσε, επειδή αυτή δεν μπορούσε να κουμαντάρει το μαγγάνι, έτσι εκείνη τον άφησε να γεμίσει πρώτος τον κουβά του. Μερικές γυναίκες έβριζαν τον άντρα. Όχι, οι άνθρωποι δεν είναι κακοί, είπε τότε και φάνηκε να χαμογελάει, αν και το πρόσωπό της έμεινε όπως ήταν: σοβαρό, ρυτιδιασμένο, κάθε γραμμή του τελεσίδικη όπως στον θάνατο.

 

Μετά την κατάρρευση δεν έμενε πια μόνη της. Προσωρινά έμεναν μαζί της στο σπίτι πρόσφυγες, μια οικογένεια με τρία παιδιά. Τους έδωσε δυο σουμιέδες της κόρης της, από τότε που μετακόμισαν: αυτή έμενε στο μισό δωμάτιο και στα δύο άλλα φρόντιζε τους καινούριους υπενοικιαστές.

 

Όταν μετακόμισε η Μπάρμπαρα, τρεις βδομάδες πάνε τώρα, το πρώτο που της έκανε εντύπωση ήταν τα μάτια της γυναίκας: ούτε ίχνος δυσπιστίας δεν υπήρχε μέσα σ’ αυτά, ούτε κάτι από φορτική περιέργεια. Της έκανε αμέσως εντύπωση της Μπάρμπαρα και την συγκίνησε όπως μια καλή κουβέντα. Η Μπάρμπαρα είχε γνωρίσει στα δυο χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας της σπιτονοικοκυρές, γριές και νέες και της φαινόταν πως όλες κατά έναν μυστηριώδη τρόπο είχαν κάτι το συγγενές μεταξύ τους, ο αγώνας τους για ψωμί τις έκανε να μοιάζουν. Ίσως κάποια μέρα να γινόταν και αυτή η κυρία Γκρουντ ... όχι, η Μπάρμπαρα κούνησε ζωηρά το κεφάλι, καμία αμφιβολία, αυτή δεν φαινόταν τέτοια[.]

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου

 

IngeMüller

Η Ίνγκε Μύλλερ [Inge Müller] γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1925 στο Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης έμεινε τρεις μέρες θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα και ανέσυρε νεκρούς τους γονείς της από τα ερείπια. Γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή της όσο και τη γραφή της. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Την τρίτη με τον Χάινερ Μύλλερ. Έγραψαν μαζί κάποια θεατρικά έργα και βραβεύτηκαν για δύο από αυτά. Η Ίνγκε Μύλλερ, καταθλιπτική και αλκοολική, αυτοκτόνησε τελικά μετά από πολλές απόπειρες το 1966 στο σπίτι της στο Βερολίνο. Αν και για πολλούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Γερμανίδες συγγραφείς της εποχής της, το έργο της έμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν στην αφάνεια ακόμα και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Έγραψε παιδικά διηγήματα, πρόζα, ποίηση και θεατρικά έργα.

Της Σούλας Ζαχαροπούλου

 

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε 5 ποιήματα της Ίνγκε Μύλλερ, και τα διηγήματά της «Το βουβό παιδί» και «Οι ποδηλάτες», όλα σε μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου. Τα κείμενα αυτά είναι τα μόνα κείμενα της Ίνγκε Μύλλερ που έχουν μεταφραστεί και δημοσιεύονται στα Ελληνικά.

Inge Müller, Οι ποδηλάτες

Foto_by_Donath Otto_1945_Berlin

 

Στο δρόμο για την πρωτεύουσα πήγαινε μια άμαξα με άλογα. Οι ρόδες της χάραζαν δυο μαύρα ρυάκια πάνω στην ανοιχτόχρωμη σκόνη. Πίσω από την άμαξα, μέσα στα αυλάκια, πήγαιναν δύο ποδηλάτες, μία γυναίκα κι ένα αγόρι.

«Σίγουρα θα μου αγοράσει ο μπαμπάς ένα καινούριο ποδήλατο το Πάσχα; Είπε κάτι;» ρώτησε το αγόρι.

 

Μίλησε πολύ δυνατά για να καλύψει το τρίξιμο του ποδηλάτου του και πήγε πιο κοντά στη γυναίκα. Εκείνη τρόμαξε, κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει προς το μέρος του. Χωρίς ν’ απαντήσει, έκανε πιο γρήγορα πετάλι. Το σκούρο αδιάβροχο παλτό της φούσκωνε σαν ένα δεύτερο παραχαλαρωμένο δέρμα. Έβαλε το χέρι της φουριόζικα πάνω σ’ αυτό και με μια προσεκτική κίνηση τράβηξε τις άκρες του παλτού πιο σταθερά πάνω στα γόνατά της. Πολύ κοντά μπροστά της ήταν η άμαξα. Την προσπέρασε. Το αγόρι έκανε προσπάθεια να την ακολουθήσει. Σήκωσε το δεξί χέρι από το τιμόνι κι έσπρωξε στα πλάγια τα λουριά του σακιδίου του πάνω στους λεπτούς, γωνιώδεις ώμους του, τον πίεζαν. Έφτασε τη μητέρα του, καθώς εκείνη με κόπο έκανε πετάλι, για να βγάλει μια ανηφόρα του επαρχιακού δρόμου. Το λεπτό, μαυρισμένο πρόσωπό του κοκκίνισε, δάγκωσε τα χείλη του και ανέπνευσε βαριά σύμφωνα με το ρυθμό των ποδιών του που έκαναν πετάλι σταθερά. Γνώριζε την ανηφόρα, όπως γνώριζε το δρόμο. Αμέτρητες φορές την είχε πάει, προς τα πάνω και προς τα κάτω, με τη μητέρα και μόνος. Σήμερα του φάνηκε ιδιαίτερα απότομη.

 

«Μ’ ένα καινούριο ποδήλατο θα ήταν παιχνιδάκι», είπε.

 

«Θα το πάρεις το ποδήλατό σου, μην ανησυχείς, νεαρέ», απάντησε η μητέρα. Έφτιαξε σωστά τη μεγάλη δερμάτινη τσάντα, που κρεμόταν στο δεξί χερούλι του τιμονιού.

 

«Ο πατέρας είπε το Πάσχα».

 

«Ναι, αν όλα πάνε καλά. Ένα ποδήλατο κοστίζει χρήματα. Αυτά πρέπει πρώτα να βγουν». Η μητέρα κοίταξε πάλι ευθεία μπροστά, μία κάθετη ρυτίδα στο μέτωπο.

 

«Όλοι το κάνουν και βγάζουν κάτι απ’ αυτό, μόνο εσύ έχεις ένα σωρό ενδοιασμούς», είχε πει ο άντρας της, τότε, προτού εκείνη πάει εκεί για πρώτη φορά. Έβλεπε το ανικανοποίητο πρόσωπό του, το περιφρονητικό του βλέμμα, έβλεπε, πώς γελούσε ικανοποιημένος, όταν εκείνη επέστρεφε στο σπίτι και του έφερνε τα λεφτά, αδιάφορος για την τρομάρα που είχε περάσει.

 

«Είσαι πράγματι άξια γυναίκα», είχε πει κι εκείνη είχε τρέξει έξω, κλαίγοντας λες και την είχε βρίσει. Αργότερα δεν έκλαιγε πια, μετά από κάθε διαδρομή μπορούσαν να πορίζονται κάτι. Το μικρό τους σπίτι, τον κήπο και τον στάβλο για τις είκοσι κότες τα διατηρούσε πιο καθαρά από πριν.

 

Έπειτα, τότε που το αγόρι πήγε μαζί της, ανυποψίαστο, χαρούμενο επειδή μπορούσε να βοηθήσει τη μητέρα του, αυτό, κάθε φορά που απαντούσε την ερώτησή του, έκανε τη φωνή της πιο βραχνή: έπρεπε να πάνε φυτά σε μια γνωστή για έναν καινούριο κήπο ή πριονίδια για τη γάτα. Αυτό ήταν μόνο ένα μισό ψέμα, αλλά έτσι τα πράγματα δεν γίνονταν ευκολότερα για εκείνη. Από τα έσοδα των «φυτών» και του «πριονιδιού» αγόρασαν σεντόνια και τώρα για το Πάσχα θα έφταναν μάλλον και για ένα ποδήλατο για το αγόρι. Εκατό μάρκα έλειπαν ακόμα. Η μητέρα έκανε πιο έντονα πετάλι, λες και οι ρόδες θα μπορούσαν, γυρνώντας γρηγορότερα, να εξακοντίσουν τις σκέψεις.

 

Το αγόρι έμεινε δίπλα της. Σκεφτόταν το καινούριο ποδήλατο, κοίταζε τα γυαλιστερά μεταλλικά κομμάτια και δεν άκουγε πια το τρίξιμο του παλιού, μεταχειρισμένου, που έκανε θόρυβο από κάτω.

 

Η γυναίκα γνώριζε την πινακίδα, που βρισκόταν στο σημείο ελέγχου δίπλα από την μπάρα διόδου, αλλά όταν τώρα την ξαναδιάβασε, παραξενεύτηκε που εκεί ήταν γραμμένες μόνο οι συνηθισμένες λέξεις. Στην μπάρα διόδου στέκονταν πεζοί, ποδηλάτες, αυτοκίνητα.

 

Σαν σε αποβάθρα, σκέφτηκε η γυναίκα: έρχεσαι και φεύγεις και περιμένεις και εκνευρίζεσαι, αν και τα γνωρίζεις όλα αυτά. Ο οδηγός ενός μεγάλου φορτηγού κόρναρε θυμωμένος. Η γυναίκα στάθηκε στη μέση του δρόμου, κάρφωσε το βλέμμα της στο αυτοκίνητο. Μόνο όταν της φώναξε το αγόρι, έκανε το ποδήλατό της στην άκρη.

 

«Πολλή κίνηση εδώ σήμερα», είπε ο άντρας με τα νικελένια γυαλιά, καθώς της έδινε το χαρτί παραλαβής στη φύλαξη των ποδηλάτων. Περιεργάστηκε, πάνω από τα τζάμια των γυαλιών, την γυναίκα και το αγόρι και στράφηκε προς τους άλλους που περίμεναν.

 

«Τους μικρούς απατεώνες τους πιάνουν πιο εύκολα από τους μεγάλους», είπε και έσκισε την επόμενη απόδειξη από το μπλοκ.

 

Η γυναίκα πέρασε τον δρόμο και πήγε στο σημείο ελέγχου. Καθώς άφησε την τσάντα της και έβγαλε την ταυτότητα, έπεσε λίγο χώμα πάνω στο χέρι της από το χαρτί, που ήταν τοποθετημένο γύρω από τα φυτά. Φουριόζικα τίναξε τα καφέ τρίμματα και τράβηξε το χαρτί πιο σφιχτά γύρω από τις δέσμες των φυτών.

 

Το αγόρι προπορεύτηκε.

 

«Σήμερα θα πάρει πολλή ώρα», είπε αυτός, καθώς εκείνη – με την ταυτότητα στο χέρι τον πλησίασε. Κοίταξε σιωπηλή αυτούς που περίμεναν. Εκείνοι που είχαν δέματα, έπρεπε να πάνε στον έλεγχο προϊόντων. Το αγόρι το είχε δει αυτό ήδη πολλές φορές, το βαριόταν. Βγήκε από την σειρά και κοίταξε τα αυτοκίνητα και τα ποδήλατα που έφταναν τώρα.

 

Η μητέρα περίμενε με τους άλλους.

 

«Κρίμα το χρόνο», είπε μία κυρία δίπλα της. Ήταν κοντή και χοντρουλή και την έσπρωξε, καθώς προχώρησαν μερικά βήματα. «Εδώ σίγουρα κανένας δεν κουβαλάει κάτι απαγορευμένο. Τους απατεώνες δεν θα τους πιάσουν έτσι!»

«Ειδικά εδώ θα γίνουν πολλές απατεωνιές, τώρα πριν το Πάσχα», είπε ένας ηλικιωμένος άντρας. «Τα αυγά, που κατασχέσανε εχθές και σήμερα, θα ήταν αρκετά για ένα ολόκληρο χωριό τις γιορτές».

 

«Κρέμασμα θέλουν», είπε ένας άλλος νευριασμένος. Όταν είναι να δώσουν αυτά που χρωστάνε, λένε ότι κακογεννάνε οι κότες. Αλλά για δυτικό χρήμα γεννάνε πάντα».

 

Από τις δυνατές φωνές το αγόρι γύρισε, ήρθε πίσω στη σειρά και στήθηκε δίπλα στη μητέρα του. Εκείνη έκανε ένα βήμα προς το πλάι. Ο άντρας ήθελε να συνεχίσει να μιλάει, όταν ο άλλος κοίταξε ξαφνικά με αγωνία απέναντι προς την πόρτα του ξύλινου παραπήγματος, όπου εκτελούνταν ο έλεγχος των εμπορευμάτων.

 

«Άλλος ένας!» είπε εκείνος κι έδειξε με το χέρι απέναντι. Οι παρευρισκόμενοι βουβάθηκαν και κοίταξαν προς το παράπηγμα, επίσης και η γυναίκα δίπλα στο αγόρι. Χλόμιασε. Όπως οι άλλοι κοίταξε κι εκείνη με προσοχή, καθώς οδηγούσαν έξω από την πόρτα έναν άντρα –φορούσε ένα καφέ, όχι πια καινούριο δερμάτινο μπουφάν, που με φουριόζικες κινήσεις το ξεκούμπωνε και το κούμπωνε. Διαμαρτυρόταν μισοστραμένος προς τον πολιτοφύλακα, ο οποίος τον τραβούσε προς το μέρος του. «… πρέπει ωστόσο να φάω στο δρόμο», τον άκουσαν να λέει με μια αφύσικα ψιλή φωνή, που δεν ταίριαζε στον ψηλό άντρα με τις φαρδιές πλάτες. Έμεινε να στέκεται χειρονομώντας. Ο πολιτοφύλακας χωρίς να δίνει σημασία στην διαμαρτυρία του, τον διέταξε να συνεχίσει να περπατάει ήσυχα. Αντιστεκόμενος, μετά από μια δειλή λοξή ματιά προς τους απέναντι, ο άντρας ακολούθησε. Όταν οι δύο εξαφανίστηκαν από την πόρτα του άλλου παραπήγματος, οι άνθρωποι στην μπάρα άρχισαν να μιλάνε ξανά. Το αγόρι κοίταξε την μητέρα. «Τι θα γίνει με τον άντρα», ρώτησε χαμηλόφωνα και κούνησε πέρα δώθε τα λουριά τού σάκου του.

 

«Τι μας νοιάζει», απάντησε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει, σήκωσε την τσάντα της και την έβαλε δίπλα της πάλι στο χώμα.

 

Το αγόρι δεν συνέχισε να ρωτάει και κοίταζε αυτούς που περίμεναν.

 

Η γυναίκα και το αγόρι πήγαν μαζί με τον ηλικιωμένο στον έλεγχο προϊόντων. Έκανε πολλή ζέστη μέσα στο παράπηγμα. Ο αέρας ανάμεσα στη χαμηλή ξύλινη σκεπή και στο σκονισμένο, χιλιοπατημένο σανιδένιο πάτωμα μύριζε κόλλα και ξύλο πεύκου. Του πολιτοφύλακα του ’τρεχαν μικρές σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπο. Οδήγησε την γλώσσα του πάνω από τα υγρά χείλη του, πριν απευθυνθεί στην γυναίκα. Το αγόρι μιμήθηκε ασυναίσθητα την κίνηση του στόματος, κοίταξε έπειτα τους δύο άντρες, οι οποίοι πάνω στο μακρύ, στενό ξύλινο τραπέζι έλεγχαν το δέμα του ηλικιωμένου άντρα. Άκουσε τον πολιτοφύλακα και την μητέρα να μιλάνε, αλλά δεν έδωσε σημασία στις λέξεις, πλησίασε στο τραπέζι δίπλα στους άντρες, τράβηξε το σακίδιο πλάτης από τους ώμους και έτριψε με το δεξί χέρι τα δύο σημεία πίεσης, που είχαν αφήσει τα δερμάτινα λουριά στο δέρμα του. Παράλληλα κοίταξε τον ξύλινο τοίχο∙ ήταν ακόμα εκεί η σκούρα κηλίδα πάνω στο ξύλο, που έμοιαζε με κεφάλι σκύλου, το είχε δει ήδη την τελευταία φορά. Το αγόρι κοίταξε προς την πόρτα, από την οποία μόλις πέρασε η γυναίκα, που στεκόταν δίπλα τους στη σειρά. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος μέσα στο δωμάτιο, το αγόρι τινάχτηκε και κοίταξε τρομαγμένο τη μητέρα του στην άλλη πλευρά. Εκείνη στεκόταν, πιέζοντας τα χέρια πάνω στο ξύλο, μπροστά από το γραφείο και κοίταζε τα φυτά, τα οποία, δίπλα από τους σκούρους θρυμματισμένους σβώλους από χώμα, που ο ελεγκτής είχε σπρώξει στην άκρη με το χέρι του, κείτονταν αξιοθρήνητα ξεραμένα και λεπτά σαν πατημένο καλάμι, πάνω στην ξύλινη σανίδα δίπλα από την τσάντα της και από ένα ταμπόν σφραγίδας. Στο χέρι του άλλου υπαλλήλου βρισκόταν βρώμικο άσπρο, ένα αυγό κότας. Όταν ο υπάλληλος έψαχνε να βγάλει τα άλλα αυγά από τις δέσμες, εκείνη πίεσε τα χείλη της το ένα πάνω στο άλλο και κοίταζε με το βλέμμα καρφωμένο όλο ευθεία.

 

Το αγόρι έκανε μια κίνηση, σαν να ήθελε να πάει κοντά της, έπειτα στάθηκε, κοίταξε προς τη μητέρα, προς τους υπαλλήλους και με βλέμμα ανυποψίαστο προς τις λευκές, οβάλ κηλίδες πάνω στη σανίδα του τραπεζιού. Δεν είδε τα περίεργα και αγανακτισμένα βλέμματα της άλλης γυναίκας και του άντρα, δεν είδε, ότι και μέσα στο σακίδιο ανάμεσα στις δέσμες φυτών βρέθηκαν αυγά. Και δεν άκουσε τη μητέρα, η οποία, όταν οδηγήθηκε για σωματική έρευνα, φώναξε: «το παιδί μου δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτό. Δεν ήξερε πραγματικά τίποτα».

 

Ένας από τους υπαλλήλους πήγε δίπλα στο αγόρι και ακούμπησε το χέρι πάνω στο μπράτσο του. Ξερόβηξε δυο φορές, κοίταξε προς τους άλλους δύο στην άλλη πλευρά και ξανά προς το αγόρι.

 

«Η μητέρα σου θα επιστρέψει αμέσως», είπε. «Εσύ κάθισε εντωμεταξύ!» Το αγόρι, οδηγούμενο από τον υπάλληλο, πήγε προς τον ξύλινο πάγκο δίπλα στο τραπέζι. Τώρα κατάλαβε, τι είχε συμβεί.

 

«Θα μας συλλάβουν;» ρώτησε φουριόζικα, με λεπτή φωνή. Ο υπάλληλος κοίταξε στα πλάγια. «Όχι», είπε αυτός. «Αλλά...»

 

«Αν δεν αποκλείσουν τους απατεώνες, θα γίνονται όλο και πιο προκλητικοί», ακούστηκε η κάπως βροντερή φωνή της άλλης γυναίκας ανάμεσά τους, η οποία, αφού της έλεγξαν την τσάντα της, στεκόταν ακόμα στο δωμάτιο και κοιτούσε προς τα εκεί. Ένας από τους υπαλλήλους έψαξε την βαλίτσα του άντρα, την έδωσε πίσω και είπε: «ευχαριστώ, εντάξει. Μπορείτε να πηγαίνετε». Την ώρα που οι δύο ήταν στην πόρτα, επέστρεψε η μητέρα του αγοριού. Ο πολιτοφύλακας, που τη συνόδευε, προχώρησε προς το γραφείο. «Άλλα δέκα κομμάτια, ραμμένα στο παλτό», το έδωσε στο πρωτόκολλο και έπειτα στράφηκε στη γυναίκα.

 

«Θα φροντίσουμε τα αυγά να φτάσουν στη σωστή διεύθυνση. Το ύψος της χρηματικής σας ποινής θα σας γνωστοποιηθεί γραπτώς».

 

Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά με το βλέμμα καρφωμένο, πήρε την τσάντα της, που τώρα ήταν πιο ελαφριά και πήγε στο αγόρι. Πριν εγκαταλείψουν το παράπηγμα, αυτή σήκωσε το σακίδιο, το οποίο εκείνο είχε ξεχάσει και το κρέμασε στον ώμο της. Όταν πήραν τα ποδήλατα από το χώρο φύλαξης, είδαν ένα μπουλούκι από ανθρώπους στην άκρη του δρόμου. Ο άντρας με τα νικελένια γυαλιά έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού προς την άλλη πλευρά.

 

«Εκεί πουλάνε τα αυγά. Ακριβώς ό,τι πρέπει για το Πάσχα», είπε. Έπειτα έβγαλε έξω τα ποδήλατά τους.

 

Στο απογευματινό φαγητό τα μάτια της ήταν κλαμένα. Ο άντρας μιλούσε πάρα πολύ και δυνατά. Όταν εκείνη μάζεψε το τραπέζι, της έπεσε ένα πιάτο από το χέρι και έγινε κομμάτια πάνω στο πάτωμα. Ο άντρας πετάχτηκε πάνω. Όταν έκλεισε πίσω του την πόρτα, η γυναίκα τινάχτηκε και άπλωσε το χέρι της στο τραπέζι ψάχνοντας από κάπου να κρατηθεί. Το αγόρι πήγε κοντά της. Κάπως αδέξια της χάιδεψε το αριστερό της χέρι, που κρεμόταν βαρύ, σαν να μην της ανήκε. Τότε εκείνο έσκυψε και άρχισε να μαζεύει τα θρύψαλα.

 

«Δεν πρέπει να κλαις», είπε. «Θα πουλήσω το ποδήλατό μου. Θα φτάσουν τα λεφτά για το πρόστιμο; Εγώ έτσι κι αλλιώς μπορώ να παίρνω το δικό σου».

Τότε η γυναίκα γύρισε και κοίταξε το αγόρι.

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου


IngeMüller

Η Ίνγκε Μύλλερ [Inge Müller] γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1925 στο Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης έμεινε τρεις μέρες θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα και ανέσυρε νεκρούς τους γονείς της από τα ερείπια. Γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή της όσο και τη γραφή της. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Την τρίτη με τον Χάινερ Μύλλερ. Έγραψαν μαζί κάποια θεατρικά έργα και βραβεύτηκαν για δύο από αυτά. Η Ίνγκε Μύλλερ, καταθλιπτική και αλκοολική, αυτοκτόνησε τελικά μετά από πολλές απόπειρες το 1966 στο σπίτι της στο Βερολίνο. Αν και για πολλούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Γερμανίδες συγγραφείς της εποχής της, το έργο της έμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν στην αφάνεια ακόμα και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Έγραψε παιδικά διηγήματα, πρόζα, ποίηση και θεατρικά έργα.

Της Σούλας Ζαχαροπούλου

 

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε 5 ποιήματα της Ίνγκε Μύλλερ, όπως επίσης και το διήγημά της «Το βουβό παιδί», όλα σε μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου. Τα κείμενα αυτά είναι τα μόνα κείμενα της Ίνγκε Μύλλερ που έχουν μεταφραστεί και δημοσιεύονται στα Ελληνικά.


© Logotexnia21 + Soula Zacharopoulou