Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Δρούγος, Nυχτερινή κατάρρευση

Στον ύπνο του έγινε κατεδάφιση, γέμισε ο δρόμος μπρος στο γκρεμισμένο σπίτι μπάζα, θρύψαλα απ’ τον παλιό πολυέλαιο, χώμα, λωρίδες στεναγμών κι ονείρων και κύματα. Ο ουρανός έβρεχε σπασμένο καθρέφτη, κι άνθρωποι κρατώντας κόκκινες σημαίες μαζεύτηκαν γύρω απ’ τα ερείπια εν είδει συμπαράστασης κι ύψωσαν την ελπίδα και με το πορφυρό της χρώμα άνοιξαν καινούργιο δρόμο.

Οι αλήθειες βγήκαν στο φως, έπεσαν μάσκες –ποιος με ποιον και με ποιους, πού, γιατί, επειδή, πότε, ποτέ– έτρεξαν δάκρυα αυλάκια και κηδεύτηκαν υποσχέσεις, οι πιο δικοί αποκαλύφθηκαν ως οι πιο ξένοι με σουγιάδες στην άκρη της διχαλωτής τους γλώσσας, οι νεκροί επέστρεψαν γυμνοί χωρίς ντροπή ανάμεσα σε ξεδιάντροπα ντυμένους ζωντανούς, κουβαλώντας ο καθένας ό,τι είχε φυλαγμένο μες στους τάφους του: ένα δόρυ, ένα φτυάρι, μία πέτρα, μία εικόνα, την ψυχή τους, ένα αναμμένο καντήλι, ένα παλιό έπιπλο κι ένα ποίημα κι έχτισαν μ’ αυτά νέο σπίτι για τους κατατρεγμένους και φύσηξε τότε αέρας συμφιλίωσης, οι κόκκινες σημαίες ενωθήκαν η μία με την άλλη κι έγιναν μια μεγάλη κεντημένη σκεπή, ήρθαν οι χτίστες, ήρθαν γιατροί με φάρμακα αντιλυπικά της λησμονιάς . Κι ο ουρανός έβρεχε κρύσταλλα κι έφεγγε μέχρι να δεχτεί αδιαμαρτύρητα η γη στη μήτρα της τα νέα θεμέλια.
 
Η νύχτα, χορηγός λύσεων κι έναστρων δεσμών, χαρίστηκε στη μέρα και μες στον ανθρωποχαλασμό, που πήγαινε κι ερχόταν, γάτες και σκυλιά ικέτευαν για ένα χάδι. Τι χάδι; Με χέρια ματωμένα πώς ν’ αγγίξεις; Τα βιβλία, πού χάθηκαν τόσα βιβλία μες στον ύπνο του; Ή χάθηκαν μες στο γκρέμισμα; Γιατί δεν τα μάζεψε εγκαίρως, γιατί δεν τα διάβασε όταν σπαταλούσε χρόνο μιλώντας σε φανταστικά πρόσωπα; Βρέθηκαν, λέει, μετά, μες στη λάσπη κάτι σκόρπιες σελίδες και κάτι σκόρπια αποκόμματα εφημερίδων και πιο μετά λίστες τραγουδιών και μέρες μετά, λέει, ξέβρασε η θάλασσα αργά το ξημέρωμα σκόρπια ποιήματα (πού πήγαν τόσα ποιήματα, γιατί τ’ άφησε να δραπετεύσουν απ’ τη μνήμη του;) της Γώγου, του Λειβαδίτη, του Καρούζου, της Bachmann, του Cortàzar, του Vallejo και του Benedetti, του Ελευθερίου, της Νικολακοπούλου, του Στίγκα, του Λάγιου –ας αναλογιστούμε διδακτικά τον νου της ιστορίας, ας θυμηθούμε, ας κλάψουμε, μα πια ας μην πούμε λέξη. Το θυμήθηκε, θυμήθηκε το απόσπασμα και το επανέλαβε δυο φορές–  γνώριμα ποιήματα μα τους έλειπαν λέξεις, γιατί οι λέξεις ντύθηκαν με φύκια. Κάτω απ’ τη βροχή γυαλιών σπασμένων, δόθηκαν φιλιά ποθητά να στεριώσει το νέο σπιτικό. Οι νεκροί κουβαλούσαν λίγα ακόμα έπιπλα απ’ την προηγούμενη εν ζωή ζωή τους, γιατί οι νεκροί στην ανάγκη φαίνονται, κουβαλούσαν και γελούσαν κι έγιναν ένα με τους χτίστες κι έλεγαν δες απ’ την καταστροφή και την αίσθηση κενού καινούργια γράφονται τραγούδια και ποιήματα.
 
Ξύπνησε εν μέσω νυκτός κοιτώντας το σκοτάδι το γνώριμο γύρω του και το ψηλάφισε απ’ άκρη σ’ άκρη, όλα έμοιαζαν να είναι στη θέση τους, μα ποια θέση, αφού όλα μετακινήθηκαν και κατεδαφίστηκαν, πώς γίνεται να είναι όλα στη θέση τους; Πού πήγαν οι νεκροί; Πού οι κόκκινες σημαίες που ώρες και μέρες πριν κέντησαν σκεπή, πού η βροχή και οι σπασμένοι καθρέφτες; Ξημέρωνε. Όλα τ’ άστρα αγκαλιάστηκαν για να φέρουν τη μέρα που θα άπλωνε τ’ αναφιλητά της μ’ ένα νέο ποίημα, μ’ ένα βαθύτερο κενό να αχνοφαίνεται σαν ήλιος σε παιδική ζωγραφιά. Ξύπνησε ή ακόμα κοιμόταν κι ονειρευόταν ψιθυρίζοντας νότες υγρές, αντικρίζοντας εκ του σύνεγγυς την κατεδάφιση, βλαστημώντας το σχήμα, το αίμα, τα μάτια, το χώμα που προσευχόταν ταπεινά μες στα χαλάσματα.
 
 
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books... 
 
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο», «post it»,  «Παραμύθια», «Ανασκόπηση»,  «Double-blurred letter» και «Προσχέδιο απογραφής».
 

Wolfgang Borchert, Παράξενο




Ι
Παράξενο, σκεπτόταν ο τελειόφοιτος Χανς Χέλλκοπφ στον πόλεμο, ο ταγματάρχης μας πάντα μου θυμίζει τον καθηγητή μου.

ΙΙ
Παράξενο, σκεπτόταν ο τελειόφοιτος Χανς Χέλλκοπφ μετά τον πόλεμο, ο καθηγητής μας πάντα μου θυμίζει τον ταγματάρχη μου. Πρέπει να είναι το χτένισμά του.

ΙΙΙ
Παράξενο, είπε ο καθηγητής δρ Όλαφ στον συνάδελφό του, όταν βλέπω τους τελειόφοιτούς μας να μπαίνουν παραταγμένοι από το προαύλιο, πάντα σκέπτομαι το τάγμα μου. Πρέπει να είναι τα φρέσκα, τα λαμπερά τα πρόσωπά τους. Τα πρόσωπά τους; είπε ο συνάδελφος. Τα άρβυλα, αγαπητέ μου, τα άρβυλα.



Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Η παραπάνω μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στη bibliotheque.gr στις 30/11/2017.

Γιάννης Δρούγος, Ανασκόπηση

 

Χρονιά που έφυγε. Χρονιά που ήρθε.
Χρόνια | Μνήμη | Μνήμες | Καπνός | Καπνίζω | Πένθη | Ψεύδη | Νύχτα | Προδοσία μετά τον άρτο και το μέλι | Γιορτή που φόρεσε τα στολίδια της ανάποδα | Όχι και ναι | Και γιατί |Χωρίς απαντήσεις | Ουρανός | Σκοτεινός | Ρόλοι | Η ανθρώπινη φύση |  Σημαία σκισμένη στην καταιγίδα | Μαζί | Λάθη | Λήθη  | Θάλασσα που πνίγηκε στα κύματά της | «…ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;» | Ψίχουλα | Μέρες | Μέρα | Μέρες | Πόρτα | Κλειστή | Θέα στο κενό | Μέτρα | Μέτρο | Μετράω | Μέτρημα | Αγνωμοσύνη | Στάχτη | Δρόμοι | «…θα πενθώ πάντα –μ' ακούς;– για σένα» |  Νησί βυθισμένο | Μαχαίρι | Μαχαιριές | Καρδιές σε απεργία | Ανάσες τεχνητές | Ψέματα που έχτισαν ουρανοξύστη | Αγάλματα σε αυλή ψυχιατρείου | Άνθρωποι – θάλασσες (μέσα τους να αναβαπτίζεσαι) κι άνθρωποι – κήποι (πάνω τους να φυτεύεις όνειρα) | Άνθρωποι – φίδια σ’ έρημη γη | Άνθρωποι που έδωσαν ψυχή  και πήραν πίσω κάτι σπασμένα γυαλιά για ρέστα | Άνθρωποι που φοβήθηκαν την εγγύτητα και (αυτο)σταυρώθηκαν σε σιδερένιο βράχο | Άλλοι που μιλάνε ακατάληπτα έχοντας πλάτη γυρισμένη | Κι άλλοι που έχασαν την ισορροπία τους ψηλά στο ύψος των περιστάσεων | Υποσχέσεις με ημερομηνία λήξης | Θύτες που ντύθηκαν θύματα, γιατί ήθελαν να βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά | Περιστροφή | Αντιστροφή | Καταστροφή | Μετατόπιση ευθυνών | Τροπάρια για φονιάδες | Θεός Νάρκισσος και Δικαστής | Τιμωρία | Καταδικαστική απόφαση (χωρίς κανένα ελαφρυντικό) | Ισόβια στον ένοχο | Ζωή (3 γράμματα) | Ψυχολογικό παιχνίδι με ανθρωποφαγωμένα πιόνια | Απάτη | Οφθαλμαπάτη | Αυταπάτη | Παραμύθι με τον λύκο μονάχο νικητή | Οι πιο Οικείοι οι πιο ηττημένοι | Ξένοι | Ναυάγιο παλιό | Σκύβαλα | Ο Κόσμος που δεν είναι ο κόσμος όπως τον οραματίστηκες | Πουθενά | Παντού | Πάντα | Ποτέ | Πού | Πουθενά | Ρήματα κι ουσιαστικά που αυτοκτόνησαν σαλτάροντας απ’ το έκτο | Φλόγες που κατάπιε η άγρια φωτιά |  Φωτογραφία | αντί | Ζωή (3 γράμματα) που συνεχίζεται γιατί αυτή είναι | Ήταν | Θα είναι | η Τάξη των πραγμάτων | Πτώματα που βγήκαν στη γη να κλέψουν δύο ανάσες ζωής κι ύστερα χορτασμένα επέστρεψαν στη θέση τους κάτω απ’ το χώμα ν’ αναπαυθούν με δόξα και τιμή | Παράθυρα σκουριασμένα σε ύπουλο κρυφτό με το φως | Παραπλάνηση | Πλάνα | Λάθος | «όποιος δεν έχει τίποτα, μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα» | λέξεις-φονικά | «καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο» | Βιβλία | Ελπίδα | Ποτέ | Μαζί | Ποιήματα | Ζωή Χιλιάδες Γράμματα | Ξημερώνει | Πάντα | Θα ξημερώνει | κι ας φοράμε κατάσαρκα τη νύχτα | «Έλα να παίξουμε, θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου» | «…κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...». 


  

 Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο», «post it» και «Παραμύθια».

 

Μάνια Μεζίτη, Αγαπημένε μου πατέρα





Στον πατέρα άρεσε πολύ η όπερα, ειδικά ο Ντομίνγκο, πήγαινε συχνά στη Λυρική. οι άριες ησύχαζαν την ταραγμένη ψυχή. ο πατέρας φυσούσε αυτό που είχε μέσα και τον έτρωγε. άκουγε το τραγούδι κι αμέσως έφευγε το στίγμα. στον πατέρα άρεσαν τα παράδοξα. εμείς προσπαθούσαμε να τον κοιτάμε με ευγένεια. όταν τον έπιανε το παραλήρημα, μίλαγε ακατάσχετα. ήταν ανυπόφορος. και όμως τρυφερός. επιπλέον, υπήρξε ιδιαίτερα όμορφος. ο πατέρας περπατούσε τρέχοντας. γέλαγε δυνατά στο σινεμά. καμιά φορά, μόνο εκείνος γέλαγε. όταν τον έπιανε το διωκτικό, υπέφερε πολύ. νόμιζε πως όλοι τον κυνηγούν. οδύνη απροσμέτρητη. κι εμείς πάρα πολύ πονούσαμε.





_______

Σημ. Να αγαπάτε τους ανθρώπους με ψυχικές παθήσεις. Συνήθως δεν είναι χρήσιμοι. Αλλά είναι εδώ. Συχνότατα δείχνουν ιδιαίτερα κουραστικοί. Αλλά είναι εδώ. Σπανίως μπορούν να εκφράσουν κατανοητά συναισθήματα. Αλλά είναι εδώ. Αρκεί ένας να τους αγαπήσει.
 
 
 




Το παραπάνω πεζοποίημα και η σημείωση είναι από την τελευταία ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη
Αγαπημένε μου πατέρα, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Κουκκίδα, και δημοσιεύεται εδώ με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου, που θα γίνει την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024 στις 7.30 μ.μ. στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Αθήνα).
 
Η Μάνια Μεζίτη γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα και σπούδασε νοσηλευτική στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και λογοτεχνία στο The Open University, UK (BA, Honours Degree in Literature). Παρακολούθησε τον διετή κύκλο σπουδών του ΕΚΕΜΕΛ για τη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα. Έχει μεταφράσει βιβλία, καθώς και ποιήματα και άρθρα για έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά κι εφημερίδες. Το 2019 επιμελήθηκε τη δίγλωσση (ελληνικά – αγγλικά) ποιητική ανθολογία Ξύπνησα σε μια χώρα, Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο (έκδοση του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ). Επιμελείται επίσης τη διαδικτυακή ανθολογία Poets.gr, έναν ιστότοπο στον οποίο παρουσιάζεται ανθολογημένη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές: Η μαύρη ανάμεσα (Κύμα, 2018), Στόμα (Κουκκίδα, 2021), Πριν το αρτιφίσιαλ (μονότυπο στη βιβλιοθήκη του Sozozpοlis, 2023).
 
Ποιήματα από την ποιητική συλλογή της Στόμα δημοσιεύονται εδώ. 



Σήλικα Ρηγοπούλου, Η τοξοβόλος Ίριδα

Gerolamo Induno, La bataille de Magenta


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

MAGENTA

 
Περίπου 170.000 Γάλλοι υπό τας διαταγάς του Ναπολέοντος του ΙΙΙ και 65.000 Σαρδήνιοι στρατιώτες και αξιωματούχοι με αρχηγούς τούς Alfonso La Marmora και Giuseppe Garibaldi αναμετρήθηκαν το 1859 με περίπου 220.000 Αυστριακούς επί ιταλικού εδάφους.

Περιοχές που βάφτηκαν με αίμα, μύρισαν φόβο, και ποτίστηκαν με ιδρώτα και κάτουρο: Montebello, Varese, San Fermo, Palestro, Turbigo, Boffalora, Magenta, Melegnano, Treponti, Medole, Solferino, San Martino.

Την ίδια χρονιά ο Γάλλος χημικός Francois-Emmanuel Verguin μετονομάζει την πατέντα του από φούξια σε μαντζέντα προκειμένου να εορταστεί η νίκη των Γάλλων και Σαρδηνίων στην καθοριστική μάχη της Μαντζέντας στις 4 Ιουνίου του 1859.

Έτσι, μια ασήμαντη πόλη, όπου έλαβε χώρα ένα συμβάν εξίσου ασήμαντο για τη διεθνή έκβαση της Ιστορίας, ονοματοθέτησε παγκοσμίως το χρώμα φούξια, ασήμαντο ως χρώμα και αυτό.

Γι’ αυτό δεν ανησυχώ.
Τα ομώνυμα θα έλκονται. Όσο κι αν η ισχύουσα αντίληψη έχει πριμοδοτήσει άλλη μία εξαπάτηση. 
 
 
 
 
 

Τα παραπάνω πεζοποίημα αντιγράφηκε από το βιβλίο της Σήλικας Ρηγοπούλου Η τοξοβόλος Ίριδα, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2022 από τις εκδόσεις Μελάνι. 

Η Σήλικα Ρηγοπούλου γεννήθηκε στη Στουτγάρδη και ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Θέατρο, Γερμανική Φιλολογία και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στον τομέα Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας. Είναι καθηγήτρια Γερμανικής Γλώσσας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά μεταφράζοντας ποίηση και δοκίμιο. Το 2011 συμμετείχε με ποιήματά της, μαζί με άλλους 8 ποιητές και ποιήτριες, στο Ένα βιβλίο ποίησης (εκδόσεις Γαβριηλίδης), ενώ το 2017 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο Μαθήματα οικιακής οικονομίας, δείγματα της οποίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Τάσος Λειβαδίτης, Μια επιστολή για εντελώς προσωπική χρήση

O Τάσος Λειβαδίτης και ο Γιάννης Ρίτσος, εξόριστοι στον Αη Στράτη το 1951

 

Αγαπητέ κύριε,
Δε σας γνωρίζω, όπως δε με γνωρίζετε. Κι ακριβώς αυτό είναι που δημιουργεί τόσες παρανοήσεις που κάποτε θα οδηγήσουν, με μαθηματική ακρίβεια, την ανθρωπότητα να πάει να κρεμαστεί. Διότι, αγαπητέ κύριε, υπάρχει ένα σημείο στο συμβόλαιο που είναι αδύνατο να το παραβεί κανείς: ότι η καταστροφή δηλαδή είναι πάντα λιγότερο πολυέξοδη απ' την αναμονή της. Και, στο τέλος, άνθρωπος είμαι κι εγώ, τι ζήτησα, λίγη ησυχία, έστω και ανέντιμη - αλλά ας πάρω την ιστορία μου απ’ την αρχή. Στη ζωή μου δεν τόλμησα ποτέ να φτιάξω επισκεπτήρια, όπως όλος ο κόσμος, καλοί και κακοί, κι αυτό γιατί τ’ όνομά μου ήταν κάτι χειρότερο από ασήμαντο - ήταν κακόγουστο. Ονομάζομαι Κανθέας. Βλέπετε; Πώς να μην επισύρει όλες τις συμφορές ένα όνομα που μοιάζει με δυσοίωνο αστερισμό ή ανίατη παιδική αρρώστια. Κι όμως μέσα στις τόσες αντιξοότητες είχε και μια αρετή: ήταν δικό μου. Α, δεν μπορείτε να καταλάβετε, κύριε, τι αγαλλίαση είναι να ’χεις κάποιον της εμπιστοσύνης σου, που να του τα λες όλα. Και ποιος μπορεί, βέβαια, να σ’ ακούσει με περισσότερη προσήνεια ή υπομονή από το ίδιο τ’ όνομά σου! Του μιλούσα, λοιπόν, διότι, καμμιά φορά, για να ξαλαφρώσω απ’ το νοίκι, ανέβαινα τη σκάλα κουτσαίνοντας, ύστερα, φυσικά, ελεεινολογούσα τον εαυτό μου, «Κανθέα», του έλεγα, «δε βλέπεις τα χάλια σου, θέλεις να κάνεις και περιουσία» - ορκίστηκα, τότε, να δοξάσω αυτό το άτυχο όνομα και θα κρατούσα τον όρκο μου, αν δεν είχα εκείνη την ημέρα, αλλοίμονο, την αφέλεια να ρωτήσω γιατί χτυπάνε οι καμπάνες, οπότε πληροφορήθηκα ότι, όταν κάποιος γίνεται ένδοξος εδώ στη γη, ένας άγγελος γκρεμίζεται στον ουρανό - Θεέ και Κύριε, πώς να κάνω εγώ μια τέτοια ιεροσυλία, και τώρα εξηγούσα την απέχθεια που έχουν οι άγγελοι για τους επιφανείς της Ιστορίας, εξ ου και όλοι τους στο τέλος πέθαναν, για να μη βάλουμε και την ταρίχευση - όμως και τόσα όνειρα πώς να πάνε χαμένα, λένε μάλιστα, πως τα όνειρα δεν κοιμούνται ποτέ, γι’ αυτό τα βλέπουμε τη νύχτα - ας έρθουμε, όμως, στην υπόθεση που μας απασχολεί γιατί:

 

και τον Ιησού Χριστό 

τον σταύρωσαν γι’ αυτό 

 

όπως θα ψάλω κάποτε εις ανάμνησιν της σύντομης ζωής που έζησε ο αδελφός μου, ηλίθιος εκ γενετής, και που όταν τον χτυπούσαμε δεν έκλαιγε, μόνον αλληθώριζε λίγο, σαν να ’δειχνε κατά κει που δεν ξεφεύγει κανείς, εξάλλου χιόνιζε, κρύωνα, μπήκα, λοιπόν, στο πρώτο διανυκτερεύον φαρμακείο, «τι θέλετε;» μου λένε, «να διαπραγματευτώ», τους λέω, «-κουράστηκα», ύστερα έψαξα να βρω τραμ να γυρίσω, αλλά τα τραμ, βέβαια, είχαν καταργηθεί,«γι’ αυτό δεν ξανάρθε σπίτι ο καθηγητής του πιάνου», σκέφτηκα, λύνοντας έτσι ένα απ’ τα πιο ωραία προβλήματα του αιώνα μας, σήκωσα, λοιπόν, το χέρι μου ν’ αποχαιρετίσω το παρελθόν, αυτοί, όμως, παρανοούν τη χειρονομία μου και νομίζουν ότι ορκίζομαι εκδίκηση, φυσικά, με συλλαμβάνουν αμέσως, οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή, γίνομαι μούσκεμα,«τι έκρυβες στο δωμάτιο;» «τι άλλο, βρε αντίχριστοι, απ’ αυτό που μου κατέστρεψε τη ζωή», είχαν μάλιστα κι ένα καταχθόνιο μηχάνημα που ανακάλυπτε την αλήθεια, Κανθέα νομίζω το έλεγαν, «ώστε τόσον καιρό δούλευα γι’ αυτούς», σκέφτομαι με πόνο, το πλήθος γύρω ουρλιάζει, ζητάει την κεφαλή μου - αλλά εδώ είναι που τους έστησα την παγίδα: είμαι άοπλος κι αυτό είναι κάτι συναρπαστικό, ή όπως θα ’λεγε κάποιος στην καθημερινή διάλεκτο: «άντε γαμηθείτε, ρε πούστηδες!»

Και φυσικά δε γράφονται ατιμώρητα τόσο ωραία κείμενα.

 

 

 

Το παραπάνω πεζοποίημα του Τάσου Λειβαδίτη (1922-1988) δημοσιεύεται εδώ με αφορμή τη λογοκριμένη δημοσίευση της βιντεοσκοπημένης ανάγνωσής του, περισσότερα για την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ. 

Η αντιγραφή στο μονοτονικό σύστημα έγινε από την έκδοση: Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση 2, 1972-1977, Μετρονόμος, 2015, σελ. 384-386.

Στη φωτογραφία της ανάρτησης ο Τάσος Λειβαδίτης και ο Γιάννης Ρίτσος, εξόριστοι στον Αη Στράτη το 1951.

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του ποιητή και δείτε ποια βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Ιορδάνης Παπαδόπουλος, χρυσόμαλλο δέρας


[σε φυλλομετρητή αγγλικού λεξικού η φυγή προηγείται του τομαριού]




Ποιοι είμαστε/ Ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη/ Αυγή φέξε Κατάφερε/ Γρήγορα τη λάμψη σου κατά της αχλής ορέων ορατών και αγορών αόρατων / Άνετα το χέρι σου υπέρ Και με ασφάλεια απίστων και πιστών


Η PAYMYAURUM® ειδικεύεται στην εμπορία λαμπερής αυγής πάνω από 10 χρόνια. Ένα εξαιρετικό τμήμα εξυπηρέτησης πελατών (πιστοποιημένοι εκτιμητές και έμπειροι συνεργάτες μάρκετινγκ) σας εγγυάται την πλέον συμφέρουσα, εύκολη και αξιόπιστη εξαργύρωση λαμπερών αυγών. Άμεσα και μετρητά.


Πώς Λειτουργεί Με τ’ απαστράπτον πέπλο σου/ Σκόρπα το σκοτάδι Με 100% εγγύηση/ Με πίστη και με έρμα ικανοποίησης/ Με του ωκεανού το ρεύμα/ Φέρε νέα πνοή και στάση/ Συμπλήρωσε την ηλεκτρονική φόρμα Τον νέο λόγο/ Άρον (άρον)


Ζήτησε το πακέτο PAYMYAURUM® και τοποθέτησε μέσα τη λαμπερή αυγή σου.
Στείλ’ την στην PΑΥMYAURUM® δωρεάν και χωρίς ρίσκο.
Κάθε αποστολή λαμπερής αυγής είναι ασφαλισμένη έως 3000€.
Παράλαβε τα χρήματά σου σε 24 ώρες!


Πώς γίνεται η εκτίμηση/ Από τον απαλό, χρυσό σου θρόνο σήκω/ Από το ιδιόκτητο χυτήριο Κατοίκησε τους ουρανούς ανέξοδη/ Κράτα Χωρίς μεσάζοντες την πύλη της Ανατολής/ Ορθάνοιχτη Με δωρεάν επίδειξη κι ανέσπερη


Δες πώς τώρα. Αρχικά με τη χρήση ειδικών χημικών οξέων πιστοποιείται η καθαρότητα της λαμπερής αυγής σας. Μετά ζυγίζεται σε ζυγαριά ακριβείας και καταχωρείται στο σύστημα. Τέλος, βάσει της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής λαμπερής αυγής, υπολογίζεται η τελική προσφορά.


Το μυστικό της λαμπερής αυγής από στόμα σε στόμα/ Λιώνει/ Όπως γαλακτερό το χιόνι/ Online απλώνεται και στρώνει/ Της λαμπερής Θεάς το σώμα/ Χαρίζεται/ Υπέρ πάντων μετα-/ Λαμβάνεται Αργία και κατάλυση φωτός/ Τέλος φόρμας και πλέον ου


Η λαμπερή αυγή δεν σκουριάζει και δεν προσβάλλεται από ισχυρά οξέα, με εξαίρεση το βασιλικό ύδωρ. Στην κατασκευή κοσμημάτων συναντάμε προσμίξεις λαμπερής αυγής. Σε καθαρή κατάσταση είναι άγευστη κι ενίοτε προστίθεται σε τρόφιμα, όπως στο διάσημο παγωτό "Frozen Haute Chocolate", που σερβίρεται σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης έναντι $5000 το κιλό.


Εκπαίδευσε τον εαυτό σου Πλάνεψε/ Ευπλόκαμη Αυγή Μάθε τι κατέχεις/ Επέστρεψε/ Μάθε πού στέλνεις/ Κανείς δεν πληρώνει περισσότερο φως/ Στα μάτια έξοχης ρώμης,/ Καλλονής Αποδοχής/ Κυνηγών Προϋποθέσεων και θηραμάτων Όρων


Σύμφωνα με την Απογευματινή Φιξ λαμπερής αυγής στο Λονδίνο, η τιμή της έχει υπερτριπλασιαστεί από το 2001. Τώρα είναι η καλύτερη στιγμή να πουλήσετε την ανεπιθύμητη λαμπερή αυγή σας. Γνωρίστε όμως πρώτα την πραγματική αξία της. Μην την ξεπουλάτε στο πρώην τσαγκάρικο ή το καθαριστήριο της γειτονιάς σας που αγοράζει λαμπερή αυγή δήθεν στις καλύτερες τιμές της αγοράς.


Άνοδος της λαμπερής αυγής Ψηλά/ Οδήγησε λευκόπτερη το Νέο πύρινο/ Υψηλό ιστορικό σου άρμα/ Μαστίγωσε τον Λάμπο/ Μη διστάζεις Όρμα/ Μπροστά και δώσε πίσω στους αιθέρες/ Την χαμένη, την πέμπτη,/ Μελλοντικής εκπλήρωσης, ουσία


Γιατί η τιμή της λαμπερής αυγής καλπάζει;
  1. Οικονομική κρίση - Όταν το δολάριο πέφτει, η τιμή της λαμπερής αυγής ανεβαίνει.
  2. Η λαμπερή αυγή και το πετρέλαιο είναι συνδεδεμένα. Οι πετρελαιοπαραγωγοί, με σημαντικά κέρδη τα τελευταία χρόνια και για να διασφαλίσουν τα χαρτοφυλάκιά τους, αγοράζουν λαμπερή αυγή. Κατά συνέπεια, αύξηση της ζήτησης λαμπερής αυγής σε συνδυασμό με τη μείωση της παραγωγής της παγκοσμίως οδηγεί σε αύξηση της τιμής της.


Τι λένε οι πελάτες μας Κλάψε/ Κροκόπεπλη Αναλύσου Share επί γης,/ Δικαίους και αδίκους Like/ Νέα - Θεά - Μητέρα - Υπηρεσία/ Όλων των νάνων και γιγάντων/ Άστρων, λευκών και κόκκινων και κίτρινων και μαύρων/ Των μικρομέγαλων σκυλιών/ Της χαράς, του κυνηγιού Tell your friends και της καρδιάς


Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα, PAYMYAURUM®. Πούλησα λαμπερή αυγή που δεν χρειαζόμουν και βρήκα άμεσα μετρητά για να καλύψω σημαντικές ανάγκες μου.
[Μαίρη Π., 21-03-2014, 15:26, Αθήνα]


Από μια διαφήμισή σας για αγορά λαμπερής αυγής βρήκα αμέσως λύση στα προβλήματά μου. Είμαι ένας ακόμη ικανοποιημένος πελάτης της PAYMYAURUM®. 
[Παύλος Β., 11-04-2014, 01:51, Αθήνα]


Κέρδισε επιταγή ίση με το 10% της αξίας της συναλλασσόμενης λαμπερής αυγής των φίλων σου που θα μας προτείνεις.

Αντάλλαξε τώρα την παλιά, φθαρμένη και ανεπιθύμητη λαμπερή αυγή σου με μια ολοκαίνουρια της αρεσκείας σου.

Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν μείνεις ικανοποιημένος με τη συναλλαγή, η PAYMYAURUM® σού επιστρέφει τη λαμπερή αυγή ακέραια και χωρίς καμία χρέωση.






Το παραπάνω ποίημα του Ιορδάνη Παπαδόπουλου γράφτηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «The Constellation of Debt», μία ποιητική συνομιλία επί του χρέους μεταξύ 20 ποιητών και ποιητριών από την Ελλάδα και τη Γερμανία, που εναλλάσσονταν σε ρόλους οφειλέτη και πιστωτή. Την ποιητική συνομιλία διευκόλυνε η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, μεταφράζοντας τα ποιήματα κατά περίπτωση από τα Ελληνικά στα Γερμανικά ή από τα Γερμανικά στα Ελληνικά. Το πρόγραμμα «The Constellation of Debt» διηύθυνε η ερευνήτρια και ποιήτρια Ναταλία Καραγιάννη (Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών του πανεπιστημίου Γ. Β. Γκαίτε στη Φρανκφούρτη) στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «The Debt: Historicizing Europe's Relations with the 'South'». Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το ποίημα μεταφρασμένο στα Γερμανικά.

Ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός (μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Προστασία περιβάλλοντος) και εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το 2009 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Το βουνό κι ο ποιητής δεν πήραν είδηση (Εκδόσεις Ροές). Το 2015 ακολούθησε το Μπρα ντε φερ. Ένας χειρισμός πρόγνωσης (Τυπωθήτω). Δουλειά του έχει παρουσιαστεί στη Μ. Βρετανία, τη Γερμανία και τη Βουλγαρία (Μ58, Boscombe revolution, Soundout festival, Literaturen vestnik), σε ελληνικές ανθολογίες, έντυπα και ψηφιακά περιοδικά. Είναι μέλος της ομάδας KangarooCourt, που δραστηριοποιείται στο χώρο των παραστατικών τεχνών.
Διαβάστε εδώ αποσπάσματα από το Μπρα ντε φερ. Ένας χειρισμός πρόγνωσης.

Θοδωρής Γκόνης, Υπηρεσία αφύπνισης

Foto by SO LE

Γιατί δε βάζεις την αφύπνιση, εύκολο είναι, βρίσκεις στο μενού «ατζέντα», ανοίγεις, πας «ώρα αφύπνισης», γράφεις την ώρα που θέλεις, πατάς αποθήκευση, ok. Βλέπεις και το χρυσό, πονηρό καμπανάκι με το γλωσσίδι του, έτοιμο να κουδουνίσει την ώρα που εσύ διέταξες, πάνω δεξιά στην οθόνη, κλείνεις το τηλέφωνο, κοιμάσαι τον ύπνο του Δικαίου. Γιατί να υποχρεώνεσαι και να ταλαιπωρείς τους ανθρώπους;

Μάλιστα, ωραία τα λες, ωραία τα έχεις μάθει. Απλό είναι, πράγματι, παιχνιδάκι, έλα, όμως, που εγώ έχω μάθει αλλιώς και δεν μπορώ έτσι. Θέλω άνθρωπο, θέλω φωνή, φιλί, χάιδεμα, γαργάλημα, κελάδημα, λάλημα και μια και δυο και τρεις φορές τον Πετεινό. Θέλω φρουρό, σκοπό, θαλαμοφύλακα, σκεπαστή, προστάτη, φύλακα, αρχάγγελο με τη ρομφαία. Θέλω τη μάνα μου. Θέλω να κολλάς χαρτάκια, χρωματιστά με την ώρα που σου ζήτησα -που πρέπει να σηκωθώ-  στο ψυγείο με μαγνητάκια, στον καθρέφτη, στον υπολογιστή σου, στην ψυχή σου, να τα κοιτάς, να μη με ξεχνάς. Θέλω να δουλεύεις, να μιλάς ψιθυριστά, να τραγουδάς, να περπατάς, τα τραγούδια που αγαπάς, να βλέπεις χαμηλά τηλεόραση, να καπνίζεις όσο θες τώρα που απαγορεύεται, νερά να τρέχουν σιγανά, να μαγειρεύεις, να θολώνουν τα τζάμια να γράφεις τ’ όνομά μου, να με γυρεύεις. Θέλω να έχεις την έννοια, τόσα γίνονται την ώρα του ύπνου, έρχεται η φωτιά, το κλάμα, το αναφιλητό, ο καημός, ο σεισμός, ο κεραυνός, ο κλέφτης, ο ψεύτης, τ’ όνειρο, ο εφιάλτης, ο χωρισμός. Θέλω να σε βλέπω κρυφά, να λαγοκοιμάμαι, να κάνω πως κοιμάμαι, να κατασκοπεύω, τα όλα σου, τα ωραία σου, να τα λιώνω, να τα εξαργυρώνω, να τα παίρνω, να τα βάζω, να τα στρώνω, να τα τρώω, να ταΐζω τον ύπνο μου, τα όνειρά μου.

Θέλω άνθρωπο, κι αν πρέπει, αν είναι ανάγκη να είσαι έξω στους δρόμους, στις  δουλειές, να αλλάζεις χέρι στο ρολόι σου να με θυμάσαι, να μην ξεχνάς, να με φοράς, να περνάς, να διπλώνεις, το λαστιχάκι απ’ τα μαλλιά σου στον αντίχειρα, να με μασάς, να με σαλιώνεις, να με δαγκώνεις. Αν ακούς ασθενοφόρο, πυροσβεστικό, σειρήνα, να αυτιάζεσαι, να νοιάζεσαι, να μου τηλεφωνείς στο σταθερό, τον πιο κρυφό μας αριθμό-δεσμό. Να με ρωτάς όλα καλά;, ν’ αλλάζω, να στάζω σάλιο στο άλλο μου πλευρό. Σ’ αγαπώ.

Κι αν είσαι μακριά, πολύ μακριά, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, με άλλη ώρα, με άλλον άνθρωπο -κούφια η ώρα- σε άλλη ήπειρο, στην ξενιτιά, με χρόνο ανάποδο, χειμώνα εκεί, το καλοκαίρι εδώ, να ξέρεις, να γνωρίζεις, να αφαιρείς, να αθροίζεις,   διαφορές και αλλαγές. Δείκτες και λεπτοδείκτες. Αριθμούς.  Να με ξυπνάς, να μου χτυπάς, με τα μεγάλα του κόσμου τα ρολόγια, με τα δικά σου λόγια. Να με ξυπνάς, εσύ, εσύ που ξέρεις, που κρατάς, που κυβερνάς, που ορίζεις, καθορίζεις, ρυθμίζεις, γνωρίζεις, κανονίζεις τις  ώρες μου, τις μέρες μου, τα χρόνια. Βροχές και χιόνια. Ολόλευκα σεντόνια.



GONHS_DIHGHMATA17



Το παραπάνω διήγημα, πεζό κείμενο ή πεζοποίημα με τον τίτλο “Υπηρεσία αφύπνισης” είναι από τη συλλογή διηγημάτων του Θοδωρή Γκόνη Εφτά λευκά πουκάμισα (εκδόσεις Άγρα, 2017).

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Θοδωρή Γκόνη και δείτε ποια άλλα βιβλία του κυκλοφορούν.


George Le Nonce, Νεκρὴ Φύση

Photo by Grazyna Suchecka

[ΙI. Κιβώτιο]

 

Συνάντηση παλαιῶν συμμαθητῶν

 

Πῶς πέρασαν τὰ χρόνια, σκεφτόμουν καθὼς κοίταζα

τὸ ξεφτισμένο βελοῦδο τῶν ἐπίπλων

τὶς σπασμένες χάντρες τοῦ πολυελαίου

καὶ τὶς φθαρμένες κορνίζες τῶν πινάκων.

 

Τὸ σῶμα καὶ τὸ πρόσωπο εἶναι ἀλλιῶς:

Μιθριδάτης κάθε μέρα στὸν καθρέφτη

ἀναπτύσσεις κάποιου εἴδους τυφλὴ ἀνοσία

γι᾽ αὐτὸ σὲ προσβάλλει τόσο ἡ θέα

ὁμηλίκων ποὺ εἶχες χρόνια νὰ δεῖς.

 

Τὰ ὡραῖα ἐρείπια τῆς καθημερινότητας

εἶναι τὰ μόνα ἀξιόπιστα πειστήρια

αὐτὰ ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἔχεις λεφτὰ νὰ μπαλώσεις

καὶ πάντα θὰ σοῦ θυμίζουν πῶς ἤσουν μιὰ φορά.

 

 

[VI. Βρικόλακας]

 

Ἡ ἀνθρώπινη φύση

 

Μὲ βλέπετε. Σᾶς μοιάζω. Ἐκ πρώτης ὄψεως δὲν φαίνεται τί εἶμαι: κρίνοντας ἀπὸ τὰ φαινόμενα, θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς πὼς εἶμαι ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς, ἀνθρώπινος. Οἱ πιὸ ἐπιπόλαιοι θὰ μπορούσατε πράγματι ἀκόμη καὶ πὼς εἶμαι ἄνθρωπος νὰ πεῖτε. Δὲν ἔχετε μάτια γιὰ νὰ δεῖτε ἐνώπιόν σας τὸν βρικόλακα, δὲν ἔχετε νοῦ γιὰ νὰ τὸν ξεχωρίσετε. Μόνο τὰ πλάσματα τῶν μύθων ἀναγνωρίζετε, μόνο τὰ τέρατα τῶν ξοφλημένων μυθοπλασιῶν σας. Πλανημένοι, ἐθελότυφλοι καὶ ἐθελόδουλοι, αὐτὴ εἶναι ἡ φρικτὴ φύση σας, τὴν γνωρίζω, τὴν γνωρίζω καλά, κανεὶς δὲν γνωρίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση καλύτερα ἀπὸ ἐμένα.

 

Γιατὶ αὐτὴ ἦταν κάποτε καὶ ἡ δική μου φύση. Πρὶν ἀπὸ αἰῶνες πολλούς. Μὰ δὲν τὴν ἀνέχθηκα. Τῆς ἀντιτάχθηκα. Τὴν διέλυσα. Θέλησα νὰ τὴν ἐξαφανίσω καὶ νὰ ἐξαφανισθῶ. Καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ ἡ φύση μου ἄλλαξε ὡς ἐκ τοῦ μαύρου θαύματος ποὺ θὰ σᾶς διηγηθῶ, ὅτι δὲν ἀξίζει νὰ ζεῖ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Εἶναι καταδικασμένο, ἀξιολύπητο, δυστυχισμένο. Εἶναι ἄδικη ἡ ἀνθρώπινη φύση. Κι ἐγὼ εἶμαι ὁ διώκτης της. Τὴν καταδιώκω τὴ φύση σας, ὅπου τὴν πετύχω ζωντανή. Καὶ τὸ γένος σας, σὰν φιλεύσπλαγχνος δαίμονας, τὸ ἐξολοθρεύω. Ἂν ὑπῆρχε θεός, τὸ ἴδιο ἀκριβῶς θὰ ἔπραττε καὶ αὐτός, θὰ σᾶς ἐξαφάνιζε, ὁ παντελεήμων.

 

Ὅ,τι ξέρετε γιὰ μένα καὶ γιὰ τὸ γένος μου εἶναι ψέμμα. Μὴν ἐκπλήσσεσθε, εἶναι ἴδιον τῶν ἀνθρώπων ἡ ἐθελοτυφλία ἀπέναντι στὰ ψεύδη ποὺ τοὺς ὁρίζουν, αὐτὸ τοὐλάχιστον θὰ μπορούσατε νὰ τὸ ἔχετε ἀντιληφθεῖ. Σὰν σὲ παιδιὰ ἀφελῆ καὶ ἀμαθῆ θὰ σᾶς μιλήσω. Μὲ λόγια ἁπλά, καθὼς ἁπλοὶ εἶσθε οἱ ἄνθρωποι.

 

Θὰ σᾶς τὰ ἱστορήσω ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ μάθετε πῶς ἔφτασα ὣς ἐδῶ. Ὄχι πῶς νὰ φυλαχθεῖτε, ἐλπίζω πὼς ἀκόμη κι ἐσεῖς θὰ καταλάβετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ φυλαχθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ βρικόλακα. Νὰ μάθετε πῶς νὰ μὲ ἀκολουθήσετε, πῶς νὰ σωθεῖτε, αὐτὸ πρέπει. Γιατὶ αὐτὸ μόνο τὸ μάθημα πῆρα κι ἐγὼ ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνες, πὼς μόνο τοῦτο εἶναι τὸ ἀντίδοτο τοῦ φόβου ποὺ καταστρέφει καὶ καταστέλλει τοὺς ἀνθρώπους: ὄχι νὰ φυλάγεται κανεὶς καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ προστατεύσει μιὰ ζωὴ ἐξ ὁρισμοῦ χαμένη, ἀλλὰ νὰ παραδίδεται καὶ μὲ λατρεία νὰ ἀκολουθεῖ τὸν δρόμο τοῦ δολοφόνου του, τὸν μόνο δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ πραγματικὰ κάπου. Ἀκόμη κι ἂν δὲν μιλᾶμε γιὰ βρικόλακες καὶ τέτοια μεταφυσικά, ἄλλες ἐπιλογὲς δὲν ὑπάρχουν, ὅσοι εἶχαν μυαλὸ πάντα τὸ γνώριζαν, ἀκόμη καὶ οἱ θεολόγοι.

 

Θὰ σᾶς παρουσιάσω, λοιπόν, τὴν πραγματικὴ ὁδὸ τῆς σωτηρίας σας. Δὲν χρειάζονται ἅλματα, δὲν χρειάζεται φαντασία, οὔτε πίστη. Μόνο τὰ γεγονότα θὰ χρειαστεῖ νὰ ἐξετάσετε. Καὶ ἡ γνώση θὰ σᾶς ὁδηγήσει. Ἡ ἱστορία μου ἔχει κάποιο ἐνδιαφέρον, παρὰ τὴν ἔλλειψη ἐκπλήξεων καὶ ἀνατροπῶν. Θὰ σᾶς τὴν πῶ, καὶ θὰ ἐκτιμήσετε κι ἐσεῖς, ὅσοι τοὐλάχιστον ἀντέχετε, τὴν ζωογόνο δύναμη τῆς ἀφήγησης.

 

 

[VIΙ. Ἐλιξήριο]

 

Τρόμος

 

Φιλῆστε με, φιλῆστε με μὲ πάθος!

 

Τὸ σάπιο στόμα μου

μὴ σᾶς τρομάζει, τὸ γέμισαν

βαμβάκι μυρωμένο.

 

Ἔρχονται οἱ μητέρες, ὅλες γρηὲς κυρτὲς

ἀποστεωμένες, μιὰ μακριὰ σειρὰ μητέρες

ντροπιασμένες, σέρνουν τοὺς γιούς τους

μὲ ἁλυσίδα περασμένη στὸν λαιμό, οἱ γιοὶ

μὲ σκυφτὴ περηφάνεια ἀκολουθοῦν,

οἱ Γιώργηδες, ὅλοι ἁλυσοδεμένοι

μὲ αἵματα, μὲ τραύματα, μὲ χαίνουσες πληγὲς

μὲ ἕλκη νὰ κατατρῶν τὰ εὐσταλῆ τους σώματα

ἡττημένοι, τ᾽ ἄλογά τους βορὰ τοῦ δράκου,

τὰ ξίφη τους σπασμένα, οἱ πανοπλίες διαλυμένες,

καὶ ἡ ξηρασία νὰ ἁπλώνεται στὴ χώρα.

 

Οἱ μητέρες τοὺς ἀποθέτουν στὰ πόδια μου

ἄλαλους, γυμνούς, αἱμάσσοντες

καὶ βακχευμένες ὠρύονται

καλύτερα νὰ μὴ σὲ εἶχα γεννήσει

νὰ ξέσκιζες μὲ τὰ νύχια σου τὴ μήτρα μου

κι οἱ δυὸ νὰ σκοτωνόμασταν ὅσο ἦταν καιρός,

παρὰ ἐτούτη ἡ μαύρη μοίρα.

 

Φιλῆστε με ὅλοι

οἱ πτοημένοι.

 

Δὲν εἶμαι

ὀμίχλη, καπνός, σκόνη πιά,

 

ἔγινα σῶμα ἀνθρώπινο –

στεγνὸ σῶμα

 

ἀλλὰ ἀνθρώπινο, μὲ ἐπιθυμίες

καὶ αἰσθήσεις.

 

Γιώργηδες ὄχι ἅγιοι, Γιώργηδες

τῆς κολάσεως.

 

 

 

 

Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του George Le Nonce (γεν. 1967) Νεκρή Φύση, που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2016 σε συλλεκτική έκδοση από τις Εκδόσεις Bibliotheque. Το πρώτο βιβλίο του, Ο Εμονίδης, κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος. Το προσωπικό ιστολόγιο του George Le Nonce μπορείτε να το βρείτε εδώ.


Γιολάντα Σακελλαρίου, Δίχως κλειδιά και δίχως πόρτες


 








 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν ελεύθερα μιλάς να σκέφτεσαι τους άλλους.

Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.

Mahmoud Darwich


Η μικρή οχιά

 

«Ό,τι κι αν συμβεί, δε θα γυρίσω πίσω», είπε κι έβγαλε μέσα από τα ρούχα της ένα τσίγκινο κουτί με διάτρητο καπάκι. «Μια μικρή οχιά. Μόνο αν δε γίνεται αλλιώς, έλεγε η γιαγιά». Τα κορίτσια τρόμαξαν.

Στις στέπες, αίφνης, βόμβος μακρινός. Πρωί, στα ίχνη τους, δυο γενιές γυναίκες. Να τις βρουν∙ πριν έρθουν οι άντρες.

Χεράτ, Μασχάντ, Τεχεράνη, Βατούμ, Ισταμπούλ, Κεσάν, ποταμός Έβρος, Ελλάδα. «Η γιαγιά ήθελε πάντα να φύγει. Tη σκότωσαν. Η μάνα μου δεν τόλμησε. Εμείς, θα φύγουμε».

Αγριεμένος χείμαρρος τα σώματα των γυναικών διασχίζουν τη γύμνια του τόπου. Θρυμματισμένες συλλαβές, φωνές οικείες. Απ' την ηχώ η απόσταση.

«Κρυφτείτε! Φτάνουν…»

Κραυγές, κλάματα, ικεσίες. Σούρουπο∙ οι γυναίκες ήταν εκεί. Μια πεσμένη μαντήλα κοντά στο πηγάδι έγινε στο στόμα τους τραγούδι παιδικό. Τρύπωναν στα γκρεμισμένα σπίτια, τις αυλές, τα σοκάκια∙ τρύπωνε και το τραγούδι…

Σαν να το περίμεναν… Πρώτη βγήκε η μικρότερη.

Μόνον η Ζάχρα δε φάνηκε. Τη γύρεψαν.

 

Στο κοίλωμα ενός βράχου κείτονταν σαν έμβρυο. Ο άνεμος ούρλιαζε. Ο χάρτης με τις σημαδεμένες πόλεις στροβιλιζόταν στο κεφάλι της.

(Στον κόρφο της παγιδευμένη σύριζε- στο φεγγαρόφωτο- η μικρή οχιά)



Σκουπίδια και τριαντάφυλλα σε ρυθμό ραπ

 

Δέντρα ματώνουν στην πατρίδα μου

το Σιμόργκ* ξαγρυπνά

τις νύχτες που στον άνεμο

ψιθυρίζουν τα φυλλώματα

μυστικά όσα οι δικές μας μέρες λένε.

Απ' το παράθυρο η ζωή ο ήλιος το ποτάμι

τα παιδιά που παίζουν

κλαίνε κι ύστερα γελούν

όμως η σκιά μου λυπημένη

απ' την πάνινη φυλακή μ' ακολουθεί

ως τα τραγούδια μου

να μην ξεχνώ γιατί

«αλλού τριαντάφυλλα οι γυναίκες, κι εδώ σκουπίδια»

Ποιός Θεός φοβάται την πρωτόπλαστη

ποιος δε συγχώρησε την ανυπακοή

μύηση στη ζωή, επιθυμίας υπόσχεση

γυναίκα αόρατη θέλω να δω το πρόσωπό σου

Κομμένη γλώσσα∙ σφραγισμένο στόμα μου

εσύ θα τραγουδάς θα τραγουδάς θα τραγουδάς…

 

Όνειρα και αγέννητα παιδιά

ν' αγαπηθούν μια μέρα ως το θάνατο.



Ο μάρτυρας

 

Στο παλιό χαλί της προσευχής

έριξα πάλι τα κομματάκια

από ξεθωριασμένη θάλασσα του παζλ

γονατιστός τα συναρμολογώ

σπρώχνω απάνω της με ιαχές καράβια

και πολεμιστές –κλαράκια.

Η αύρα των μαρτύρων στο δωμάτιο

με μυρωδιές

μαγειρεμένου φαγητού και

άνθη λεμονιάς απ' το ανοιχτό παράθυρο.

Μπαινόβγαινε απ' την κουζίνα αμίλητη

η μητέρα με λευκό πανί

σαν χάδι το περνούσε πάνω απ' το γυαλί

στα μέτωπα, τα μάτια, τα ζυγωματικά,

τα στόματα∙ στις κορνίζες.

Κλεφτό το βλέμμα της

στους ώμους μου το ένοιωθα

ωστόσο, ο δικός μου μικρούλης πόλεμος μεγάλωνε

ώσπου αίφνης - κομβική στιγμή - ζωσμένος με

τα εκρηκτικά μου σύμφωνα

χειλικά, φατνιακά, ουρανικά, ορμάω∙

 

πάνω στις μνήμες της ανατινάζομαι.

Κραυγή πληγωμένου ζώου.

Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν…

 

Στις ίριδες των ματιών της τυλιγόμουν στις φλόγες.

 

 

 

* Simorgh: μυθικό πουλί που έχει τις ρίζες του στην Περσία των αρχαίων χρόνων. Το συναντάμε σε πολλές και διαφορετικές μυθολογίες, θρησκείες και πολιτισμούς διαφοροποιημένο ως προς τη μορφή, το συμβολισμό και τις ιδιότητες. Άλλοτε συμβολίζει την πνευματικότητα, άλλοτε τη διαμεσολάβηση μεταξύ ουρανού και γης, και άλλοτε τις επιθυμίες.

 Ο τίτλος της παρούσας τριλογίας είναι στίχος από το ποίημα «Keys» της σύγχρονης Aιγυπτίας ποιήτριας Φάτμα Καντίλ (Fatma Kandil).

Το ποίημα «Σκουπίδια και τριαντάφυλλα σε ρυθμό ραπ» είναι εμπνευσμένο από ένα τραγούδι της νεαρής Αφγανής ράπερ Σουζάν Φαϊρούζ (Soozan Firooz), που γνώρισε μεγάλη επιτυχία το 2012. Πέντε μήνες μετά την κυκλοφορία του δίσκου, έχοντας δεχτεί σοβαρές απειλές κατά της ζωής της, η Φαϊρούζ αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στην Ινδία.

Το ποίημα «Ο μάρτυρας» είναι αφιερωμένο στη μνήμη του παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς ( Mahmoud Darwich).

 

Η Γιολάντα Σακελλαρίου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται ως λογοπεδικός. Σπούδασε ελληνική και γαλλική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και παθολογία λόγου - φωνής - ομιλίας στο Παρίσι. Είναι διδάκτωρ του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και ασχολείται με τις δυσκολίες του γραπτού λόγου παιδιών και εφήβων. Κείμενα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στις Ιστορίες Μπονζάι του περιοδικού «Πλανόδιον» και στο ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση Poeticanet, στην Ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου(Μαλλιάρης - Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2006) καθώς και στο συλλογικό τόμο  «Τα ποιήματα του 2009» [Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα 2010]. Η πρώτη της ατομική ποιητική συλλογή Κάποιες φορές ένας θλιμμένος λύκος κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης τον Οκτώβριο του 2009. Διαβάστε στη Logotexnia21 αποσπάσματα από την πρώτη ποιητική συλλογή της Γιολάντας Σακελλαρίου εδώ. Eδώ μπορείτε να διαβάσετε κάποια ποιήματά της, που συμπεριλήφθησαν στη δεύτερη ποιητική συλλογή της,  Αόρατο τρωκτικό και εδώ ένα πεζοποίημα από αυτή τη δεύτερη ποιητική συλλογή της.