Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΤΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΤΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Italo Calvino, Ο ανύπαρκτος ιππότης

[…]


ΜΟΥΣΙΚΟΣ: Και τώρα;


ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τώρα κοίτα, ο Ανύπαρκτος Ιππότης φτάνει κιόλας στο πρώτο χωριό για να ρωτήσει για τη Σωφρονία.


ΑΝ.ΙΠΠΟΤΗΣ: Ψάχνω τη Σωφρονία, κόρη του βασιλιά της Σκωτίας! Μήπως ξέρετε πού βρίσκεται;


ΧΩΡΙΚΟΣ: Στη Σκωτία θα βρίσκεται.


ΑΝ.ΙΠΠΟΤΗΣ: Καλά πάω από δω;


ΧΩΡΙΚΟΣ: Καλά πας, ιππότη μου, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς. Θα θελες να φας κάτι;


ΑΝ.ΙΠΠΟΤΗΣ: Όχι ..! εγώ δεν τρώω.. τρώει μόνο το άλογο μου.


ΧΩΡΙΚΟΣ: Ποιος είσαι;


ΑΝ.ΙΠΠΟΤΗΣ: Το όνομά μου βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού μου.


Ο Ανύπαρκτος  Ιππότης φεύγει. Μετά από λίγο εμφανίζεται ο Γκουρντουλού.


ΓΚΟΥΡΝΤΟΥΛΟΥ: Ει εσείς.. μήπως είδατε το αφεντικό μου;


ΧΩΡΙΚΟΣ: Και πού ξέρω εγώ ποιο είναι το αφεντικό σου…;


ΓΚΟΥΡΝΤΟΥΛΟΥ: Είναι ένας ιππότης… όχι …είναι ένα άλογο.


ΧΩΡΙΚΟΣ:Δηλαδή είσαι στις υπηρεσίες ενός αλόγου;


ΓΚΟΥΡΝΤΟΥΛΟΥ: Όχι.. το άλογο μου είναι στις υπηρεσίες ενός αλόγου!


ΧΩΡΙΚΟΣ: Και ούτε εσύ θέλεις να φας η να πιεις;


ΓΚΟΥΡΝΤΟΥΛΟΥ: Να φάω, να πιώ!! Ναι! Φαΐ! Φαΐ! Φαΐ!


Μετά από λίγο εμφανίζεται η Μπρανταμάντε.


ΜΠΡΑΝΤΑΜΑΝΤΕ: Ψάχνω έναν ιππότη με λευκή πανοπλία! Τον είδα να έρχεται προς τα εδώ.


ΧΩΡΙΚΟΣ: Όχι.. δεν υπάρχει.


ΜΠΡΑΝΤΑΜΑΝΤΕ:  Αν δεν υπάρχει τότε σίγουρα είναι αυτός.


ΧΩΡΙΚΟΣ: Έφυγε τρέχοντας προς τα κει!


ΜΠΡΑΝΤΑΜΑΝΤΕ:  Τον είδατε στ’ αλήθεια; Μια λευκή πανοπλία που μοιάζει να είναι κάποιος μέσα!


ΧΩΡΙΚΟΣ: Είστε όλοι τρελοί!


Η Μπρανταμάντε φεύγει. Μετά από λίγο εμφανίζεται ο Ραμπάλντο.


ΡΑΜΠΑΛΝΤΟ: Μήπως είδατε να περνάει ένας ιππότης;


ΧΩΡΙΚΟΣ: Ποιός απ’ όλους; Δυο πέρασαν κι εσύ είσαι ο τρίτος!


ΡΑΜΠΑΛΝΤΟ: Εκείνος που έτρεχε πίσω από τον άλλο, ο γαλάζιος.


ΧΩΡΙΚΟΣ: Είναι αλήθεια ότι ο ένας δεν είναι άνθρωπος;


ΡΑΜΠΑΛΝΤΟ: Ο δεύτερος είναι γυναίκα.


ΧΩΡΙΚΟΣ: Κι ο πρώτος;


ΡΑΜΠΑΛΝΤΟ: Τίποτα.


ΧΩΡΙΚΟΣ: Κι εσύ;


ΡΑΜΠΑΛΝΤΟ: Εγώ; Εγώ είμαι ένας άντρας!


ΧΩΡΙΚΟΣ: Είστε όλοι τρελοί.


ΡΑΜΠΑΛΝΤΟ: Μα...


ΧΩΡΙΚΟΣ: Σιωπή, ησυχία! Δεν αντέχω άλλο! Είστε όλοι τρελοί! Τι θέλω κι ανακατεύομαι; θα με τρελάνετε τελείως εσείς!


ΡΑΜΠΑΛΝΤΟ: Μα τι τον έπιασε; Ο βασιλιάς σταματά τη μουσική με χτύπημα.


ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Εμένα, πάντως, με έχει πιάσει μια ζαλάδα με όλα αυτά τα πηγαινέλα. Μπερδεύτηκα! Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή! (αντίδραση) Όχι από την αρχή αρχή, από δω που είμαστε. Από την αρχή της μεγάλης ιπποτικής περιπέτειας αναζήτησης της Σωφρονίας!


[…]






Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την εξαιρετική θεατρική παράσταση της ομάδας ΝΤΟΥΘ «Ο ανύπαρκτος ιππότης», η οποία επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά στο θέατρο SCROW από την 1η Οκτωβρίου έως τις 17 Δεκεμβρόυ 2017. Η παρούσα ανάρτηση έχει και την ετικέτα «Ζηλευτά», γιατί η Logotexnia21 παρακολούθησε πέρυσι την παράσταση με την εμπνεύστρια της ετικέτας «ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ» και τη ζήλεψε.

Η διασκευή του μεσαιωνικού παραμυθιού βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Θόδωρου Ιωαννίδη. 


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ 

Σκηνοθεσία: Βάσια Ατταριάν
Κείμενο: Bάσια Ατταριάν, Ιωάννα Ραμπαούνη
Βοηθός σκηνοθεσίας: Μυρτώ Μακρίδη
Πρωτότυπη μουσική / στίχοι: Δημήτρης Τάσαινας
Επιμέλεια κίνησης / χορογραφίες: Έλενα Γεροδήμου
Σκηνικό / Κοστούμια: Αλεξία Χρυσοχοΐδου
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Κατασκευή σκηνικού: Στέλιος Λαμπαδάριος
Φωτογραφίες: Ευτυχία Βλάχου
Video-trailer: Καραμπάτσος Γιάννης

Παίζουν: Ρωμανός Καλοκύρης, Προμηθέας Nerattini Δοκιμάκης,  Μυρτώ  Μακρίδη, Ιωάννα Ραμπαούνη, Μαρία Φιλίνη

Μουσικός επί σκηνής: Δημήτρης Τάσαινας




Pier Paolo Pasolini, «Ανάπτυξη και πρόοδος»


jesus_jeans 

Υπάρχουν δύο λέξεις που επανέρχονται συχνά στις συζητήσεις μας: μάλλον είναι οι λέξεις-κλειδί των συζητήσεών μας. Αυτές οι δύο λέξεις είναι «ανάπτυξη» και «πρόοδος». Είναι δύο συνώνυμα; Ή, αν δεν είναι δύο συνώνυμα, δηλώνουν δύο διαφορετικές στιγμές ενός ίδιου φαινομένου; Ή δηλώνουν δύο διαφορετικά φαινόμενα, που όμως αλληλοσυμπληρώνονται αναπόφευκτα μεταξύ τους; Ή μήπως, επίσης, δηλώνουν δύο φαινόμενα μόνο εν μέρει ανάλογα και σύγχρονα; Εν ολίγοις, δηλώνουν δύο φαινόμενα «αντίθετα» μεταξύ τους, που μόνο φαινομενικά συμπίπτουν και αλληλοσυμπληρώνονται; Πρέπει οπωσδήποτε να ξεκαθαριστεί η έννοια αυτών των δύο λέξεων και η σχέση τους, αν θέλουμε να κατανοούμε ο ένας τον άλλον σε μια συζήτηση που αφορά σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μας, τόσο την καθημερινή όσο και τη φυσική.

 

Ας το δούμε: η λέξη «ανάπτυξη» έχει σήμερα ένα πλέγμα αναφορών που αφορούν αναμφισβήτητα ένα πλαίσιο της «δεξιάς». Ποιος θέλει στ’ αλήθεια την «ανάπτυξη»; Δηλαδή, ποιος τη θέλει όχι αφηρημένα και ιδεατά, αλλά συγκεκριμένα και για λόγους άμεσου οικονομικού συμφέροντος; Είναι προφανές: αυτός που θέλει την «ανάπτυξη» με αυτή την έννοια είναι εκείνος που ελέγχει την παραγωγή· είναι δηλαδή οι βιομήχανοι. Και, επειδή η «ανάπτυξη», στην Ιταλία, είναι αυτή η ανάπτυξη, είναι για την ακρίβεια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι βιομήχανοι που ελέγχουν την παραγωγή περιττών αγαθών. Η τεχνολογία (η εφαρμογή της επιστήμης) δημιούργησε τη δυνατότητα μιας βιομηχανοποίησης ουσιαστικά απεριόριστης, τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι τώρα πια ουσιαστικά διεθνών συμφερόντων. Οι καταναλωτές των περιττών αγαθών είναι από την πλευρά τους με παράλογο και ασυναίσθητο τρόπο σύμφωνοι με το να θέλουν την «ανάπτυξη» (αυτή την «ανάπτυξη»). Γι’ αυτούς σημαίνει κοινωνική άνοδος και απελευθέρωση, με συνεπακόλουθο την απάρνηση των πολιτιστικών αξιών που τους είχαν προσφέρει τα πρότυπα των «φτωχών», των «εργαζομένων», των «αποταμιευτών», των «στρατευμένων», των «πιστών». Η «μάζα» είναι συνεπώς υπέρ της «ανάπτυξης»: αλλά βιώνει αυτή της την ιδεολογία μονάχα υπαρξιακά, και υπαρξιακά είναι φορέας των νέων αξιών της κατανάλωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή της δεν είναι αποφασιστική, θριαμβευτική και αμείλικτη.

 

Ποιος θέλει, αντίθετα, την «πρόοδο»; Τη θέλουν εκείνοι που δεν έχουν άμεσα συμφέροντα να ικανοποιήσουν, συγκεκριμένα, μέσω της «προόδου»: τη θέλουν οι εργάτες, οι αγρότες, οι διανοούμενοι της αριστεράς. Τη θέλει αυτός που δουλεύει και αυτός που συνεπώς τον εκμεταλλεύονται. Όταν λέω «τη θέλει» το λέω με την αυθεντική και ολοκληρωτική έννοια (θα μπορούσε να είναι και κάποιος «βιομήχανος» που θέλει, εκτός των άλλων, και ίσως ειλικρινά, την πρόοδο: αλλά η περίπτωσή του είναι αμελητέα). Η «πρόοδος» είναι συνεπώς μια έννοια ιδεατή (κοινωνική και πολιτική): εκεί που η «ανάπτυξη» είναι ένα πραγματιστικό και οικονομικό γεγονός.

 

Τώρα είναι αυτός ο διαχωρισμός που απαιτεί έναν «συγχρονισμό» μεταξύ «ανάπτυξης» και «προόδου», δεδομένου ότι δεν νοείται (απ’ ό,τι φαίνεται) μια αληθινή πρόοδος αν δεν δημιουργηθούν οι απαραίτητες οικονομικές προϋποθέσεις να την πραγματοποιήσουν.

 

Ποιο ήταν το σύνθημα του Λένιν μόλις κερδήθηκε η Επανάσταση; Ήταν ένα σύνθημα που καλούσε στην άμεση και μεγαλειώδη «ανάπτυξη» μιας υπανάπτυκτης χώρας. Σοβιέτ και ηλεκτρική βιομηχανία… Αφού κερδήθηκε η μεγάλη ταξική μάχη για την «πρόοδο» τώρα έπρεπε να κερδηθεί μια μάχη, ίσως πιο γκρίζα αλλά σίγουρα όχι λιγότερο μεγαλειώδης, για την «ανάπτυξη». Θα ήθελα να προσθέσω όμως- όχι χωρίς δισταγμό- ότι αυτή δεν είναι μια υποχρεωτική συνθήκη για να εφαρμοστεί ο επαναστατικός μαρξισμός και να πραγματοποιηθεί μια κομμουνιστική κοινωνία.

 

Τη βιομηχανία και την ολοκληρωτική βιομηχανοποίηση δεν την εφηύραν ούτε ο Μαρξ ούτε ο Λένιν: την εφηύρε η αστική τάξη. Το να βιομηχανοποιήσεις μια κομμουνιστική αγροτική χώρα σημαίνει να μπεις σε ανταγωνισμό με τις ήδη βιομηχανοποιημένες αστικές χώρες. Είναι αυτό που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έκανε ο Στάλιν. Και που εξάλλου δεν είχε άλλη επιλογή.

 

Συνεπώς: η Δεξιά θέλει την «ανάπτυξη» (για τον απλό λόγο που το κάνει)· η Αριστερά θέλει την «πρόοδο».

 

Σε περίπτωση όμως που η Αριστερά κερδίσει τη μάχη για την εξουσία, ακόμα κι αυτή θα θέλει – για να μπορεί πραγματικά να προοδεύσει κοινωνικά και πολιτικά – την «ανάπτυξη». Μια «ανάπτυξη», όμως, που η μορφή της έχει πλέον σχηματιστεί και εδραιωθεί στο πλαίσιο της αστικής βιομηχανοποίησης.

Παρ’ ολ’ αυτά εδώ στην Ιταλία, η περίπτωση είναι ιστορικά διαφορετική. Δεν κερδήθηκε καμία επανάσταση. Εδώ η Αριστερά που θέλει την «πρόοδο», σε περίπτωση που δεχτεί την «ανάπτυξη», πρέπει να δεχτεί ακριβώς αυτή την «ανάπτυξη»: την ανάπτυξη της οικονομικής και τεχνολογικής επέκτασης της αστικής τάξης.

 

Είναι αυτή μια αντίφαση; Είναι μια επιλογή που θέτει ένα θέμα συνείδησης; Πιθανόν ναι. Μα πρόκειται τουλάχιστον για ένα πρόβλημα που πρέπει να τεθεί ξεκάθαρα: δηλαδή χωρίς να μπλέκεται ποτέ, ούτε καν για μια μονάχα στιγμή, η ιδέα της «προόδου» με την πραγματικότητα αυτής της «ανάπτυξης». Όσον αφορά τη βάση της Αριστεράς (αναφερόμαστε βέβαια στην εκλογική βάση, για να μιλήσουμε με την εντολή των εκατομμυρίων πολιτών) η κατάσταση είναι αυτή: ένας εργάτης βιώνει με τη συνείδηση τη μαρξιστική ιδεολογία, και κατά συνέπεια, μεταξύ των άλλων αξιών του, βιώνει με τη συνείδηση την ιδέα της «προόδου»· ενώ ταυτόχρονα βιώνει, με την ύπαρξή του, την καταναλωτική ιδεολογία, και κατά συνέπεια, ακόμη περισσότερο, τις αξίες της «ανάπτυξης». Ο εργάτης είναι επομένως διχασμένος. Αλλά δεν είναι ο μόνος. Και η κλασική αστική εξουσία είναι αυτή τη στιγμή εντελώς διχασμένη: για εμάς τους Ιταλούς τέτοια κλαστική αστική εξουσία (δηλαδή ουσιαστικά φασιστική) είναι η Χριστιανική Δημοκρατία.

 

Σ’ αυτό το σημείο όμως θέλω να αφήσω την ορολογία που εγώ (ο καλλιτέχνης!) χρησιμοποιώ λιγάκι αυτοσχεδιαστικά και να κινηθώ προς μια παραστατική παραβολή. Ο διχασμός που σπάει τώρα πια στα δύο την παλιά κληρικο-φασιστική εξουσία, μπορεί να απεικονιστεί από δύο αντίθετα σύμβολα, και, ακριβώς γι’ αυτό, ασυμβίβαστα: τον «Jesus» (στη συγκεκριμένη περίπτωση τον Ιησού του Βατικανό) από τη μια πλευρά, και τα «blue-jeans Jesus» από την άλλη. Δύο μορφές εξουσίας η μια απέναντι από την άλλη: από εδώ ο μεγάλος συρφετός των ιερέων, των στρατευμένων, των συνετών και των πληρωμένων δολοφόνων· από την άλλη οι «βιομήχανοι», αυτοί που ελέγχουν την παραγωγή περιττών αγαθών και οι μεγάλες καταναλωτικές μάζες, λαϊκές και, ίσως βλακωδώς, άθρησκες. Ανάμεσα στον «Jesus» του Βατικανό και τον «Jesus» των blue-jeans, υπήρξε μια μάχη. Στο Βατικανό – με την εμφάνιση αυτού του προϊόντος και των αφισών του- ξέσπασαν έντονα παράπονα. Έντονα παράπονα, τα οποία ως συνήθως ακολουθούσε δράση του κοσμικού χεριού που φρόντιζε να εξαλείφει τους εχθρούς που η Εκκλησία πιθανόν να μην ονόμαζε, αφού περιοριζόταν ακριβώς στα παράπονα. Αυτή τη φορά όμως τίποτα δεν ακολούθησε τα παράπονα. Η μακρά χείρα έμεινε ανεξήγητα αδρανής. Η Ιταλία καλύφθηκε από αφίσες που παρουσίαζαν κώλους με τη φράση «όποιος με αγαπάει να με ακολουθήσει» και καλυμμένους ακριβώς από τα blue-jeans Jesus. Ο Ιησούς του Βατικανό ηττήθηκε.

 

Τώρα η χριστιανοδημοκρατική κληρικο-φασιστική εξουσία βρίσκεται κατακερματισμένη ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο «Jesus»: την παλιά μορφή εξουσίας και τη νέα πραγματικότητα εξουσίας…


Μετάφραση από τα Ιταλικά: Αρχοντία Κυπριώτου


Pier Paolo Pasolini Το κείμενο «Ανάπτυξη και πρόοδος» του Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922 - 1975) γράφτηκε το 1974 και συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο Scritti corsari, που εκδόθηκε το Μάιο του 1975, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του. Τα Κουρσάρικα γραπτά κυκλοφόρησαν στα Ελληνικά το 1986 από τις εκδόσεις Εξάντας (Μετάφραση: Βάλι Κεφαλοπούλου, εξαντλημένη έκδοση). Διαβάστε για τη ζωή και το έργο του Πιερ Πάολο Παζολίνι στη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ. Δείτε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Πιερ Πάολο Παζολίνι αλλά και τα βιβλία του που κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Σε ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα του 1969 ο Πιερ Πάολο Παζολίνι σημείωνε: «Μου είπαν ότι έχω τρία είδωλα: τον Χριστό, τον Μαρξ και τον Φρόυντ. Αυτά είναι φόρμουλες. Το μόνο μου είδωλο είναι η πραγματικότητα».


© Logotexnia 21 + Archodia Kypriotou

Andrea Carraro, Δεν υπάρχει άλλος χρόνος

"Mike". Foto  by Leroy Skalstad

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Περνάω μέσα από ένα μισοσκόταδο πυκνό και σχεδόν διαυγές. Ακούγεται ο συνεχής θόρυβος της κίνησης δέκα ορόφους πιο κάτω. Προχωράω ακουμπώντας στα έπιπλα, στους τοίχους τού διαδρόμου, στις σκληρές ράχες της εγκυκλοπαίδειας που προεξέχει απ’ το έπιπλο της βιβλιοθήκης, ανοίγω την πόρτα και μού ’ρχεται μια έντονη μυρωδιά από κόπρανα, ούρα και φάρμακα, κρατάω την αναπνοή μου αλλά είναι μάταιο, εκείνη η μυρωδιά πλημμυρίζει τη βαριά ατμόσφαιρα, δεν πρέπει να κοιτάξω προς τα δεξιά, όπου είναι ξαπλωμένος εκείνος στο κρεβάτι της αγωνίας, όμως το μάτι με την άκρη του βλέπει και καταγράφει ατάραχο, αμείλικτο, είναι με αθλητικό φανελάκι και πάνα, ξαπλωμένος στο πλάι, ένα σεντόνι κουβαριασμένο στο κάτω μέρος τού κρεβατιού, τα σκελετωμένα του ποδαράκια λυγισμένα, προσποιείται ότι κοιμάται μα δεν κοιμάται, αν πλησίαζα θα παρατηρούσα ότι τα βλέφαρά του δεν είναι εντελώς κλειστά, μου προκαλούν φόβο εκείνα τα μισάνοιχτα μάτια πάνω στη μαξιλαροθήκη, ποιον Χριστό να σκέφτεται κάποιος που έχει μπροστά του μονάχα την ταλαιπωρία και τον θάνατο;, δεν μπορώ να το αντέξω, προτιμάω να μην κοιτάζω, έτσι προσπερνάω το κάτω μέρος τού κρεβατιού χωρίς να γυρίσω καθόλου προς το προσκέφαλο, σκύβω, μαζεύω από κάτω την πάπια και ξανασηκώνομαι, γυρίζω κι ετοιμάζομαι να απελευθερωθώ μια και καλή από εκείνη την ανυπόφορη μπόχα όταν η φωνή τού πατέρα μου, πιο χαμηλή όμως, ακόμα πιο εξασθενημένη και αδύναμη απ’ ό,τι συνήθως, σχεδόν σαν αναστεναγμός, μου κάνει:

«Δεν καταφέρνεις να γράψεις…»

«Τελευταία γράφω λίγο, μπαμπά».

«Εμμμ…»

«Είναι που…» γυρίζω, και τον κοιτάζω τελικά, εκείνο το αποστεωμένο κεφάλι βυθισμένο στο μαξιλάρι, τα πόδια άσπρα, αδύνατα και μακριά σαν βέργες. «Είναι που δεν έχω τίποτα να γράψω…»

«Είναι κι αυτό ένα θέμα για μυθιστόρημα».

«Ποιο;»

Σηκώνω τους ώμους προσποιούμενος ότι δεν κατάλαβα. Η συνηθισμένη κίνηση. Την κάνω πάντα, την κάνουμε όλοι, κανένας δεν του έλεγε μια φορά κατάμουτρα εκείνη την αλήθεια που παρ’ όλ’ αυτά ο ίδιος τη γνώριζε πάρα πολύ καλά. Πάντοτε φράσεις μισές, στενόχωρα υπονοούμενα. Να λοιπόν, αυτή τη στιγμή βλέπω καθαρά στο μέλλον. Ένα παγερό προαίσθημα που το βαραίνει ένα προμήνυμα: εκείνος νεκρός κι εγώ να μην καταφέρνω πια να ζήσω.

[...]

«Λοιπόν, εγώ πάω» κάνει η μάνα μου κατεβαίνοντας με κόπο από το αυτοκίνητο. «Θα προσπαθήσω να κάνω γρήγορα».

«Να κάνεις όση ώρα θέλεις. Με την άνεσή σου. Η Ρόζα κι ο μικρός είναι στο κέντρο για ψώνια με την πεθερά μου, κι εγώ δεν έχω να κάνω κάτι σήμερα το πρωί».

Σκύβει, κοιτάζει απ’ το παράθυρο:

«Είσαι όντως σίγουρος ότι δεν θες νά ’ρθεις;… Μόνο για μια στιγμή, θα κάνεις τον σταυρό σου και θα γυρίσεις στ’ αυτοκίνητο».

«Όχι, μαμά, δεν νιώθω ακόμα έτοιμος».

«Μα, έχουν περάσει τρία χρόνια…»

Της κάνω νόημα να φύγει κι απομακρύνεται με τα λουλούδια στο χέρι προς τον διάδρομο του νεκροταφείου με τα δέντρα. Προχωράει αργά, λιγάκι σκυφτή. Πλησιάζουν και γι’ αυτή τα γηρατειά. Έκλεισε τα εξήντα ένα της χρόνια, δεν της μένει και πολύ να ζήσει. Βέβαια, τα σημάδια των γηρατειών της δεν μου δίνουν την ίδια αίσθηση της απίστευτης θλίψης που μου έδιναν εκείνα του πατέρα μου. Το συναίσθημα που τρέφω γι’ αυτή είναι διαφορετικό, πιο αδερφικό αλλά πιο εύθραυστο. Ποτέ μου δεν τη μίσησα, ίσως αυτή η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά. Πάντοτε ένιωθα για εκείνη ένα προφανές συναίσθημα υιικής αγάπης. Για τον πατέρα μου είναι διαφορετικά.

[...]

Η μάνα μου γυρίζει, το μακιγιάζ στα μάτια της είναι πασαλειμμένο, έριξε το αναζωογονητικό της κλάμα. Και τώρα τα πάντα μπορούν να συνεχιστούν. Έτσι μπορείς να γλιτώσεις, έτσι. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να τα καταφέρω. Να κλαις όταν πρέπει να κλάψεις. Να γελάς όταν πρέπει να γελάσεις. Να ξεσπάς όταν πρέπει να ξεσπάσεις.

Φυσάει τη μύτη της, μου λέει να φύγουμε. Διασχίζουμε σιωπηλά, αργά τους μεγάλους διαδρόμους τού νεκροταφείου με τα δέντρα, ανάμεσα από πολυτελή παρεκκλήσια και χωράφια με ταφόπλακες μπηγμένες στο έδαφος.

Αφού φτάνουμε κάτω από το σπίτι, μου κάνει:

«Γιατί, Πάολο, δεν θες να επισκεφτείς τον τάφο τού πατέρα σου; Πες το μου επιτέλους μια φορά».

«Γιατί με κάνει να υποφέρω πάρα πολύ».

«Με στεναχωρεί, ξέρεις! Με στεναχωρεί να σκέφτομαι ότι θα είναι έτσι και μ’ εμένα…»

«Σε παρακαλώ, μαμά, μη μιλάμε γι’ αυτά τα πράγματα».

«Εντάξει».

Με φιλάει, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, περνάει τον δρόμο ανασφαλής, φοβισμένη και σκυφτή σαν γριούλα. Τελικά κλαίω.

[...]

Το πρώτο μπάνιο τού χρόνου. Το νερό είναι ακόμα κρύο, δεν φανταζόμουν ότι θα είχε αυτή τη θερμοκρασία. Θα μπορούσα να κάνω πίσω, κανείς δεν μου το απαγορεύει. Αντίθετα συνεχίζω. Ρίγη σε ολόκληρο το κορμί μου, η πέτσα στα χέρια μου έχει σηκωθεί, τα αρχίδια μου έχουν μουδιάσει. Βρέχω τα μαλλιά μου και γονατίζω όπως κάνουν οι κυρίες. Τελικά κάνω βουτιά και κολυμπάω, κολυμπάω. Δεν θέλω και πολύ για να κουραστώ.

Λίγες απλωτές ακόμα και θα έφτανα στον τσιμεντένιο κυματοθραύστη. Με ποιο σκοπό όμως; Τότε δεν υπήρχε, τουλάχιστον δεν υπάρχει στις αναμνήσεις μου. Στη μνήμη μου έχουν παραμείνει η ωραία μυρωδιά τού πατέρα μου, τα μεγάλα του χέρια που με σήκωναν στους ώμους του, οι επιβλητικές διαστάσεις της βίλλας που κάλυπτε όλο τον χώρο τού όρμου, η βαθιά φωνή του, κοίτα, εκείνες είναι μάλλον οι προβλήτες που αγκυροβολούν τα πλοία, εκείνες οι καλύβες… και μετά οι φιγούρες της μάνας μου και του θείου μου να σηκώνουν τα μανίκια τους στην προκυμαία.

Επιπλέω ανάσκελα. Νομίζω ότι σ’ όλη μου τη ζωή ποτέ δεν είχα κλάψει ενώ έκανα μπάνιο. Κλαίω επειδή έχω την ηλικία τού πατέρα μου. Επειδή εκείνος δεν υπάρχει πια και αντιμετωπίζω μόνος μου τη θάλασσα. Επειδή ο γιος μου κάποια μέρα θα με δει να πεθαίνω. Αρκεί όμως να βουτήξω το κεφάλι μου και τα δάκρυα θα εξαφανιστούν. Σε λίγο θα βγω και κανείς δεν θα καταλάβει τίποτα. Θα φταίει η αλμύρα που κοκκίνισαν τα μάτια μου. Η θάλασσα δεν προδίδει, τα ξεπλένει όλα.


Μετάφραση από τα Ιταλικά: Αρχοντία Κυπριώτου


Carraro Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Andrea Carraro  Δεν υπάρχει άλλος χρόνος που κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίνδικτος. Ο Αντρέα Καρράρο γεννήθηκε το 1959 στη Ρώμη. Γράφει κριτικές για βιβλία σε εφημερίδες και περιοδικά. Το συγγραφικό του ντεμπούτο γίνεται με το βιβλίο A denti stretti/Σφίγγοντας τα δόντια, (Gremese, 1990). Το 1994 εκδίδεται το μυθιστόρημά Il branco/Η συμμορία, και μαζί με τον σκηνοθέτη Marco Risi θα δημιουργήσουν την ομώνυμη ταινία, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας. Το 2002 εκδίδεται το μυθιστόρημα Non c’è più tempo/Δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Δοκίμια και διηγήματά του φιλοξενούνται σε λογοτεχνικά περιοδικά από το 1989.

Luigi Pirandello - Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες

Portrait of Ambroise Vollard by Pablo Picasso

[Αποσπάσματα]

Η σύζυγός μου και η μύτη μου

«Τι κάνεις;», με ρώτησε η σύζυγός μου, βλέποντάς με να χασομερώ με ασυνήθιστο τρόπο μπροστά στον καθρέφτη.

«Τίποτα», της αποκρίθηκα, «κοιτάζω εδώ, μες στη μύτη μου, σ’ αυτό το ρουθούνι. Όταν το πιέζω, αισθάνομαι ένα πονάκι.»

Η σύζυγός μου χαμογέλασε και είπε:

«Νόμιζα ότι κοίταζες από ποια πλευρά κλίνει.»

Γύρισα σαν τον σκύλο που του πάτησε κάποιος την ουρά:

«Κλίνει; Εμένα; Η μύτη μου;»

Και η σύζυγός μου, με ηρεμία:

«Μα ναι, καλέ μου. Κοίταξέ την καλά: κλίνει προς τα δεξιά.

Ήμουν είκοσι οχτώ χρόνων και ανέκαθεν μέχρι τότε θεωρούσα τη μύτη μου, αν όχι ακριβώς ωραία, τουλάχιστον πολύ ταιριαστή όπως κι όλα τ’ άλλα μέρη τού σώματός μου. Γι’ αυτό μού ήταν εύκολο να παραδέχομαι και να υποστηρίζω εκείνο που συνήθως παραδέχονται και υποστηρίζουν όλοι αυτοί που δεν είχαν την ατυχία να τους τύχει ένα κορμί δύσμορφο: ότι δηλαδή είναι βλακώδες να καυχιούνται για τα χαρακτηριστικά τους. Γι’ αυτό η ξαφνική και αναπάντεχη ανακάλυψη εκείνου του ελαττώματος με εξόργισε σαν μια τιμωρία που δεν μου άξιζε.

Μάλλον η σύζυγός μου, σ’ εκείνη την οργή μου, είδε πολύ πιο μέσα από εμένα και πρόσθεσε αμέσως ότι, αν είχα επαναπαυτεί μες στη σιγουριά ότι ήμουν ολόκληρος χωρίς ψεγάδια, να το έβγαζα μια και καλή απ’ το μυαλό μου, αφού, όπως έκλινε η μύτη μου προς τα δεξιά, έτσι…

«Τι άλλο;»

Ε, διάφορα! Διάφορα! Τα φρύδια μου έμοιαζαν πάνω απ’ τα μάτια μου σαν δυο περισπωμένες, ~ ~, τ’ αφτιά μου ήταν άσχημα κολλημένα, το ένα πιο πεταχτό απ’ τ’ άλλο· και διάφορα ελαττώματα…

«Κι άλλα;»

Ε, ναι, κι άλλα: στα χέρια, στο μικρό δάχτυλο· και στα πόδια (όχι, στραβά, όχι!), το δεξί, ελάχιστα πιο τοξωτό απ’ τ’ άλλο: προς το γόνατο, ελάχιστα.

Έπειτα από έναν προσεχτικό έλεγχο έπρεπε ν’ αναγνωρίσω ότι όλ’ αυτά τα ελαττώματα ήταν αληθινά. Και τότε μονάχα, αφού βέβαια είχε αλλάξει η έκπληξη που ένιωσα αμέσως μετά την οργή σε λύπη και ταπείνωση, η σύζυγός μου για να με παρηγορήσει με παρότρυνε να μην θλίβομαι και τόσο, αφού ακόμη και μ’ αυτά, σε γενικές γραμμές, παρέμενα ένας ωραίος άντρας.

Φυσικά να μην εξοργιζόμαστε, όταν δεχόμαστε ως γενναιόδωρη παραχώρηση εκείνο που πρωτύτερα ως δικαίωμα μας το είχαν αρνηθεί. Πέταξα ένα φαρμακερότατο «ευχαριστώ» και, σίγουρος ότι δεν είχα λόγο ούτε να λυπάμαι ούτε να ταπεινώνομαι, δεν έδωσα καμία σημασία σ’ εκείνα τα ελαφρά ελαττώματα, μα μια τεράστια και ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι τόσα χρόνια ζούσα χωρίς ν’ αλλάξω μύτη, πάντοτε μ’ εκείνη, και μ’ εκείνα τα φρύδια και μ’ εκείνα τ’ αφτιά, μ’ εκείνα τα χέρια κι εκείνα τα πόδια· κι έπρεπε να περιμένω ν’ αποκτήσω σύζυγο για να προσέξω ότι τα είχα ελαττωματικά.

«Ω, τι έκπληξη! Δεν τις ξέρεις τις γυναίκες; Είναι φτιαγμένες επίτηδες για ν’ ανακαλύπτουν τα ελαττώματα των συζύγων τους.»

Να, όντως, οι γυναίκες, δεν το αρνούμαι. Κι εγώ όμως κάποτε, αν μου επιτρέπετε, ήμουν φτιαγμένος για να βουλιάζω σε κάθε λέξη που μου έλεγαν ή σε κάθε μύγα που έβλεπα να πετάει, στην άβυσσο των σκέψεων και των συλλογισμών που με έσκαβαν μέσα μου και με τρυπούσαν χιαστή στην ψυχή, σαν τη φωλιά τυφλοπόντικα· χωρίς να φαίνεται απ’ έξω τίποτα.

«Αυτό δείχνει», θα μου πείτε, «ότι είχατε αρκετό χρόνο για χάσιμο».

Όχι, να. Λόγω της ψυχικής διάθεσης στην οποία βρισκόμουν. Γενικά όμως, ναι, και λόγω της απραξίας, δεν το αρνούμαι. Πλούσιος, με δυο έμπιστους φίλους, τον Σεμπαστιάνο Κουαντόρτσο και τον Στέφανο Φίρμπο, που φρόντιζαν τις δουλειές μου μετά τον θάνατο του πατέρα μου· ο οποίος, όσο κι αν είχε μοχθήσει μα με το καλό μα με το κακό, δεν είχε καταφέρει να με κάνει να πετύχω ποτέ τίποτα· εκτός απ’ το ν’ αποκτήσω σύζυγο, αυτό ναι, πάρα πολύ νέος· ίσως με την ελπίδα ότι τουλάχιστον θ’ αποκτούσα ένα παιδί που δεν θα μου έμοιαζε καθόλου· και, ο καημένος, ούτε καν αυτό δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει από εμένα.

Να σημειωθεί βέβαια ότι εγώ δεν εναντιωνόμουν ηθελημένα στο να πάρω τον δρόμο που με οδηγούσε ο πατέρας μου. Όλους τους έπαιρνα. Να τους περπατήσω όμως, δεν τους περπατούσα. Σταματούσα σε κάθε βήμα· αρχικά άρχιζα από μακριά, έπειτα όλο και πιο κοντά να γυρίζω γύρω από κάθε πετραδάκι που συναντούσα, και μου προκαλούσε μεγάλη έκπληξη που οι άλλοι μπορούσαν να με προσπερνούν χωρίς να δίνουν καμία σημασία σ’ εκείνο το πετραδάκι που για μένα εν τω μεταξύ είχε πάρει τις διαστάσεις ενός ανυπέρβλητου βουνού ή μάλλον ενός κόσμου όπου θα μπορούσα σίγουρα να κατοικήσω.

Είχα μείνει έτσι, ακίνητος στα πρώτα βήματα πολλών δρόμων, με την ψυχή γεμάτη κόσμους ή πετραδάκια· που είναι το ίδιο. Δεν μου φαινόταν όμως καθόλου ότι εκείνοι, που με είχαν προσπεράσει και είχαν διασχίσει όλο τον δρόμο, είχαν μάθει στην ουσία περισσότερα από εμένα. Με είχαν προσπεράσει, δεν τίθεται αμφιβολία, κι όλοι τους προχωρώντας με τόλμη όπως πολλά αλογάκια· έπειτα όμως, στο βάθος τού δρόμου, βρήκαν μια άμαξα: τη δική τους άμαξα· ζεύτηκαν μ’ αυτήν με πολλή υπομονή, και τώρα την σέρνουν πίσω τους. Δεν έσερνα καμιά άμαξα εγώ· και γι’ αυτό δεν είχα ούτε χαλινάρια ούτε παρωπίδες· σίγουρα έβλεπα περισσότερο από ’κείνους· να πορευτώ όμως, δεν ήξερα προς τα πού να πορευτώ.

Τώρα, γυρίζοντας στην ανακάλυψη εκείνων των ελαφρών ελαττωμάτων, αμέσως, βούλιαξα ολόκληρος στη σκέψη ότι συνεπώς – είναι δυνατόν; - δεν γνώριζα καλά ούτε καν το ίδιο μου το κορμί, τα δικά μου πράγματα που βαθιά μέσα μου μού ανήκαν: τη μύτη μου, τ’ αφτιά μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου. Και πήγαινα να κοιταχτώ για να τα ελέγξω και πάλι.

Απ’ αυτό άρχισε το κακό μου. Εκείνο το κακό που θα με οδηγούσε σύντομα σε μια ψυχική και σωματική κατάσταση τόσο άθλια και απελπιστική που σίγουρα θα είχα πεθάνει ή θα είχα τρελαθεί εξαιτίας του, αν δεν είχα βρει σ’ αυτό το ίδιο (όπως θα πω) το γιατρικό που θα με θεράπευε.

[...]

Δύο επισκέψεις

Είμαι ευτυχής λοιπόν που μόλις τώρα, ενώ διαβάζετε αυτό το βιβλιαράκι μου με το περιπαιχτικό χαμόγελο που απ’ την αρχή συντρόφευε την ανάγνωσή σας, δύο επισκέψεις, η μια μέσα στην άλλη, ήρθαν ξαφνικά να σας αποδείξουν πόσο χαζό ήταν εκείνο σας το χαμόγελο.

Είσαστε ακόμη αναστατωμένος -σας βλέπω- εξοργισμένος, πληγωμένος για την απαίσια εντύπωση που κάνατε στον παλιό σας φίλο, που τον ξαποστείλατε όταν λίγο αργότερα εμφανίστηκε ξαφνικά ο καινούριος, με μια άθλια δικαιολογία, επειδή δεν αντέχατε πλέον να τον βλέπετε μπροστά σας, να τον ακούτε να μιλάει και να γελάει παρουσία εκείνου του άλλου. Μα πώς; Να τον ξαποστείλετε έτσι, ενώ λίγο πριν φτάσει εκείνος ο άλλος, ευχαριστιόσασταν τόσο να μιλάτε και να γελάτε μαζί του;

Τον ξαποστείλατε. Ποιον; Τον φίλο σας; Σοβαρά πιστεύετε ότι ξαποστείλατε εκείνον;

Σκεφτείτε το λιγάκι.

Τον παλιό σας φίλο, μέσα του και για τον εαυτό του, δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον ξαποστείλετε, με το που εμφανίστηκε ξαφνικά ο καινούριος. Οι δυο τους, μεταξύ τους, δεν γνωρίζονταν καθόλου· εσείς παρουσιάσατε τον έναν στον άλλον· και θα μπορούσαν να παραμείνουν μαζί κανένα μισάωρο στο σαλόνι σας να κουβεντιάζουν περί ανέμων και υδάτων. Καμία αμηχανία ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον.

Την αμηχανία τη νιώσατε εσείς, και γινόταν όλο και πιο ζωντανή και δυσβάσταχτη, όσο μάλιστα τους βλέπατε εκείνους τους δύο σιγά-σιγά να συμφιλιώνονται μεταξύ τους για να κάνουν μαζί μια συμφωνία. Τη σπάσατε αμέσως εκείνη τη συμφωνία. Γιατί; Μα επειδή εσείς (ακόμη δεν λέτε να το καταλάβετε;) εσείς, ξαφνικά, δηλαδή με την άφιξη του καινούριου σας φίλου, ανακαλύψατε δύο, τον έναν τόσο διαφορετικό απ’ τον άλλον, που αναγκαστικά κάποια στιγμή, μην αντέχοντας πλέον, έπρεπε να ξαποστείλετε κάποιον. Όχι τον παλιό σας φίλο, όχι· ξαποστείλατε τον ίδιο σας τον εαυτό, εκείνον τον έναν που είστε για τον παλιό σας φίλο, διότι τον αισθανθήκατε εντελώς διαφορετικό από εκείνον που είστε ή που θέλετε να είστε για τον καινούριο.

Ασύμβατοι μεταξύ τους δεν ήταν εκείνοι οι δύο, ξένοι ο ένας στον άλλον, αρκετά καλότροποι και οι δύο και φτιαγμένοι ενδεχομένως να συνεννοηθούν θαυμάσια· αλλά εσείς οι δύο που ξαφνικά ανακαλύψατε στον ίδιο σας τον εαυτό. Δεν μπορέσατε ν’ ανεχτείτε ότι τα πράγματα του ενός είχαν μπλεχτεί μ’ εκείνα του άλλου, χωρίς αυτά να έχουν κυριολεκτικά τίποτα το κοινό μεταξύ τους. Τίποτα, τίποτα, αφού για τον παλιό σας φίλο εσείς έχετε μια πραγματικότητα και για τον καινούριο μια άλλη, τόσο διαφορετικές στο σύνολό τους ώστε ν’ αντιλαμβάνεστε ο ίδιος ότι, όταν απευθυνόσασταν στον έναν, ο άλλος θα έμενε να σας κοιτάζει άναυδος· δεν θα σας αναγνώριζε πλέον· θα φώναζε στον εαυτό του:

«Μα πώς; Αυτός είναι; Έτσι είναι;»

Και μέσα στην αφόρητη αμηχανία που βρισκόσασταν, έτσι, δύο, ταυτόχρονα, αναζητήσατε μια άθλια δικαιολογία για ν’ απελευθερωθείτε, όχι απ’ τον έναν από εκείνους, αλλά απ’ τον έναν εκ των δύο που εκείνοι οι δύο σας ανάγκαζαν να είστε την ίδια στιγμή.

Άντε, άντε, γυρίστε να διαβάσετε αυτό το βιβλιαράκι μου, χωρίς πλέον να χαμογελάτε όπως κάνατε μέχρι τώρα.

Πιστέψτε επίσης ότι, αν μπόρεσε να σας προκαλέσει κάποια δυσαρέσκεια η εμπειρία που μόλις τώρα είχατε, δεν είναι τίποτα αυτό, αγαπητέ μου, διότι εσείς δεν είστε μονάχα δύο, αλλά ποιος ξέρει πόσοι, χωρίς να το ξέρετε, και νομίζετε ότι είστε πάντοτε ένας.

[...]

Πολλαπλασιασμός κι αφαίρεση

Μπαίνοντας στο σπίτι, βρήκα τον Κουαντόρτσο σε σοβαρή κουβέντα με τη σύζυγό μου Ντίντα.

Πόσο σίγουροι ήταν στις θέσεις τους, καθισμένοι και οι δύο στο ανοιχτόχρωμο σαλονάκι στο ημίφως· ο ένας χοντρός και μελαψός, βυθισμένος στον πράσινο καναπέ· η άλλη λεπτή και λευκή με τη γεμάτη φραμπαλάδες ρόμπα της, καθισμένη άκρη-άκρη στα τρία τέταρτα της διπλανής πολυθρόνας, με μια ηλιαχτίδα πάνω στον αυχένα της. Μιλούσαν σίγουρα για μένα, διότι καθώς με είδαν να μπαίνω, φώναξαν ταυτόχρονα:

«Ω, νά ’τος!»

Κι αφού ήταν δύο να με βλέπουν να μπαίνω, μου ήρθε η επιθυμία να στραφώ να ψάξω τον άλλον που θα έμπαινε μαζί μου, ξέροντας βέβαια καλά ότι ο «αγαπητός Βιτάντζελο» τού στοργικού μου Κουαντόρτσο όχι μονάχα ήταν κι αυτός μέσα μου όπως κι ο «Τζεντζέ» τής συζύγου μου Ντίντα, αλλά κι ότι εγώ ολόκληρος, για τον Κουαντόρτσο, δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός του «αγαπητός Βιτάντζελο», ακριβώς όπως για τη Ντίντα δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός της «Τζεντζέ». Δύο, λοιπόν, όχι στα μάτια τους, αλλά μονάχα για μένα που με ήξερα ως εκείνους τους δύο έναν κι έναν· κι αυτό για μένα δεν έκανε ένα επί αλλά ένα πλην, εφόσον σήμαινε ότι στα μάτια τους, εγώ ως εγώ, δεν ήμουν κανένας.

Μονάχα στα μάτια τους; Και για μένα επίσης, και για τη μοναξιά τής ψυχής μου επίσης που, εκείνη τη στιγμή, πέρα από κάθε εμφανή υπόσταση, κατανοούσε την αηδία να βλέπει το ίδιο της το σώμα μόνο του σαν να μην είναι κανενός μέσα στη διαφορετική, ασύλληπτη πραγματικότητα που εν τω μεταξύ του έδιναν εκείνοι οι δύο.

Η σύζυγός μου, βλέποντάς με να γυρίζω πίσω, ρώτησε:

«Ποιον ψάχνεις;»

Έσπευσα ν’ απαντήσω, χαμογελώντας:

Α, κανέναν, καλή μου, κανέναν. Νά ’μαστε!

Δεν κατάλαβαν, φυσικά, τι υπονοούσα μ’ εκείνο το «κανέναν» που έψαχνα δίπλα μου· και πίστεψαν ότι μ’ εκείνο το «νά ’μαστε» αναφερόμουν και σ’ εκείνους τους δύο, σιγουρότατοι ότι εκεί μέσα σ’ εκείνο το σαλόνι ήμασταν τώρα τρεις κι όχι εννέα· ή τουλάχιστον, οχτώ, μιας κι εγώ – για τον εαυτό μου – τώρα πια δεν μετρούσα πλέον.

Θέλω να πω:

1. Η Ντίντα, όπως ήταν για τον εαυτό της·

2. Η Ντίντα, όπως ήταν για μένα·

3. Η Ντίντα, όπως ήταν για τον Κουαντόρτσο·

4. Ο Κουαντόρτσο, όπως ήταν για τον εαυτό του·

5. Ο Κουαντόρτσο, όπως ήταν για τη Ντίντα·

6. Ο Κουαντόρτσο, όπως ήταν για μένα·

7. Ο αγαπητός Τζεντζέ τής Ντίντα·

8. Ο αγαπητός Βιτάντζελο του Κουαντόρτσο.

Ετοιμαζόταν σ’ εκείνο το σαλόνι, ανάμεσα σ’ εκείνους τους οχτώ που θεωρούνταν τρεις, μια ωραία συζήτηση.


Μετάφραση από τα Ιταλικά: Αρχοντία Κυπριώτου


pirandello

Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το τελευταίο μυθιστόρημα του Σικελού νομπελίστα Λουίτζι Πιραντέλλο (1867-1936) Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες που ολοκληρώθηκε το 1925 και κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίνδικτος.  Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε επίσης να διαβάσετε αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Λουίτζι Πιραντέλλο Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ και το κείμενο Σημείωση σχετικά με τους ενδοιασμούς της φαντασίας. Δείτε στη βιβλιοnet ποια έργα του συγγραφέα έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

© Εκδόσεις Ίνδικτος + Archodia Kypriotou

Aldo Palazzeschi, Ποιος είμαι;


Foto_by_Henry_Azuil

Είμαι άραγε κάποιος ποιητής;

Όχι, βέβαια.

Δεν γράφει παρά μια λέξη, εντελώς παράξενη,

η πένα της ψυχής μου:

«τρέλα».

Είμαι επομένως κάποιος ζωγράφος;

Ούτε κι αυτό.

Δεν έχει παρά ένα χρώμα

η παλέτα της ψυχής μου:

«μελαγχολία».

Κάποιος μουσικός, επομένως;

Επ’ ουδενί.

Δεν υπάρχει παρά μια νότα

στην ταστιέρα της ψυχής μου:

«νοσταλγία».

Είμαι επομένως…τι;

Βάζω έναν μεγεθυντικό φακό

μπροστά απ’ την καρδιά μου

για να τη βλέπει ο κόσμος.

Ποιος είμαι;

Ο σαλτιμπάγκος της ψυχής μου.

     

Μετάφραση από τα Ιταλικά: Αρχοντία Κυπριώτου


palazzeschi_aldo-b Ο ποιητής Άλντο Παλατσέσκι [Aldo Palazzeschi] γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1885 και πέθανε στη Ρώμη το 1974. Το πραγματικό του όνομα ήταν Aldo Giurlani, αλλά από το 1905 άρχισε να υπογράφει με το επώνυμο της γιαγιάς του από την πλευρά της μητέρας του. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας εμπόρων, σπούδασε λογιστική αλλά αφιερώθηκε στη συγγραφή. Το ποίημα "Ποιος είμαι;" [Chi sono?] συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Poemi, που κυκλοφόρησε το 1909. Ο Παλατσέσκι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα.

© Logotexnia21 + Archodia Kypriotou

Luigi Pirandello, Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ

The Photographer_foto by Lars Sundstrom

[Αποσπάσματα]

Ένα από τα λιγοστά πράγματα, ή μάλλον το μοναδικό που ήξερα με σιγουριά ήταν αυτό: με έλεγαν Ματτία Πασκάλ. Και το εκμεταλλευόμουν. Κάθε φορά που κάποιος από τους φίλους μου ή τους γνωστούς μου έδειχνε νά ’χει χάσει τα λογικά του μέχρι το σημείο να έρχεται σ’ εμένα για κάποια συμβουλή ή υπόδειξη, εγώ ανασήκωνα τους ώμους, μισόκλεινα τα μάτια και του αποκρινόμουν:

- Εμένα με λένε Ματτία Πασκάλ.

- Ευχαριστώ, αγαπητέ μου. Αυτό το ξέρω.

- Και σου φαίνεται λίγο;

Δεν φαινόταν πολύ, για να πω την αλήθεια, μήτε και σ’ εμένα. Τον καιρό εκείνο, όμως, αγνοούσα τι σήμαινε να μην ξέρεις μήτε καν αυτό, να μην μπορείς, δηλαδή, πλέον ν’ αποκριθείς όπως πρωτύτερα, όταν η περίσταση το απαιτεί:

- Εμένα με λένε Ματτία Πασκάλ.

[...]

Αγία γυναίκα, η μητέρα μου! Απ’ τη φύση της συνεσταλμένη και πάρα πολύ ήσυχη, είχε ελάχιστη πείρα απ’ τη ζωή κι απ’ τους ανθρώπους! Όταν την άκουγες να μιλάει, φαινόταν κοριτσάκι. Μιλούσε με ένρινο τόνο και γελούσε επίσης με τη μύτη, αφού κάθε φορά, λες και ντρεπόταν να γελάσει, έσφιγγε τα χείλη της. Πολύ αδύνατης κράσης, μετά τον θάνατο του πατέρα μου, ήταν πάντα αδύναμη στην υγεία της∙ δεν παραπονέθηκε, όμως, ποτέ για τις αρρώστιες της, και δεν πιστεύω πως θύμωνε εξαιτίας τους μήτε καν με τον εαυτό της, αφού τις αποδεχόταν, καρτερικά, ως φυσική συνέπεια της κακοτυχίας της. Ίσως περίμενε να πεθάνει κι αυτή, απ’ τη βαθιά θλίψη, κι έπρεπε επομένως να ευχαριστεί τον Θεό, που την κρατούσε στη ζωή, την τόσο άθλια και βασανισμένη, για το καλό των παιδιών της.

[...]

Τελικά μια μέρα, όμως, ήρθαν να μου πουν πως τη σύζυγό μου την είχαν πιάσει οι πόνοι και να πάω γρήγορα στο σπίτι. Έτρεξα σαν ζαρκάδι: περισσότερο, όμως, για ν’ αποφύγω τον εαυτό μου, για να μη μείνω μήτε λεπτό πρόσωπο με πρόσωπο μ’ εμένα, να σκεφτώ πως εγώ θ’ αποκτούσα ένα παιδί, εγώ, σ’ εκείνες τις συνθήκες, ένα παιδί!

Μόλις έφτασα στην πόρτα του σπιτιού, η πεθερά μου μ’ άρπαξε απ’ τους ώμους και με γύρισε γύρω απ’ τον εαυτό μου:

- Έναν γιατρό! Τσακίσου! Η Ρομίλντα πεθαίνει!

Αισθάνεσαι την ανάγκη να μείνεις εκεί, έτσι δεν είναι; Με μια τέτοια είδηση στα ξαφνικά. Αντίθετα, «Τρέξε!». Δεν αισθανόμουν πλέον τα πόδια μου∙ δεν ήξερα πλέον από πού να πιαστώ∙ και καθώς έτρεχα, δεν ξέρω πώς, - Έναν γιατρό! Έναν γιατρό! - έλεγα∙ κι ο κόσμος σταματούσε στον δρόμο κι απαιτούσε να σταματάω κι εγώ για να εξηγώ τι μου είχε συμβεί∙ αισθανόμουν να με τραβούν απ’ τα μανίκια, έβλεπα μπροστά μου πρόσωπα χλωμά, τρομαγμένα∙ τους απομάκρυνα, τους απομάκρυνα όλους: - Έναν γιατρό! Έναν γιατρό!

Και ο γιατρός εν τω μεταξύ ήταν ήδη εκεί, στο σπίτι μου. Όταν λαχανιασμένος, σε άθλια κατάσταση, αφού είχα γυρίσει όλα τα φαρμακεία, επέστρεψα σπίτι, απελπισμένος και οργισμένος, το πρώτο κορίτσι είχε ήδη γεννηθεί∙ αγωνιζόταν νά ’ρθει στο φως η άλλη.

[...]

Μετά μια απ’ τις συνηθισμένες σκηνές με την πεθερά μου και τη σύζυγό μου, οι οποίες τώρα, καταβεβλημένος κι εξαντλημένος όπως ήμουν απ’ τη διπλή πρόσφατη συμφορά, μου προκαλούσαν μια ανυπόφορη απέχθεια∙ δεν μπορούσα πλέον ν’ αντέξω την πλήξη, ή μάλλον την αηδία να ζω μ’ εκείνον τον τρόπο∙ δυστυχισμένος, δίχως μήτε πιθανότητα μήτε ελπίδα βελτίωσης, δίχως πλέον την παρηγοριά που μου έδινε το γλυκό μου κορίτσι, δίχως κάποια ανταμοιβή, έστω και τη μικρότερη, για την πικρία, την αθλιότητα, την τρομερή θλίψη στην οποία είχα βυθιστεί∙ μια απόφαση σχεδόν ξαφνική, με είχε κάνει να φύγω απ’ το χωριό, πεζός, με τις πεντακόσιες λιρέτες τού Μπέρτο στην τσέπη μου.

[...]

Έτσι την επόμενη μέρα πήγα στο Μόντε Κάρλο. Πήγαινα για δώδεκα συνεχείς ημέρες. Δεν είχα πλέον τότε μήτε την ευκαιρία μήτε τον χρόνο να εκπλαγώ για την εύνοια της τύχης, που ήταν περισσότερο μυθική παρά παράξενη: ήμουν εκτός εαυτού, πραγματικά τρελός∙ δεν εκπλήσσομαι μ’ αυτό μήτε καν τώρα, ξέροντας βέβαια πολύ καλά τι κόλπο μού ετοίμαζε εκείνη, ευνοώντας με μ’ αυτόν τον τρόπο και σε τέτοιο βαθμό. Μέσα σε εννέα μέρες έφτασα να βγάλω ένα πραγματικά τεράστιο ποσό παίζοντας απελπισμένα: μετά την ένατη μέρα άρχισα να χάνω, κι ήταν μια καταστροφή. Η καταπληκτική έμπνευση, σαν να μην έβρισκε πλέον τροφή στην ήδη εξαντλημένη, νευρική μου ενεργητικότητα, με εγκατέλειψε. Δεν ήξερα, ή καλύτερα, δεν μπορούσα να σταματήσω έγκαιρα. Σταμάτησα, συνήλθα, όχι από την ψυχική μου δύναμη, μα από τη βιαιότητα ενός απαίσιου θεάματος, όχι ασυνήθιστου, φαίνεται, σ’ εκείνο τον τόπο.

Έμπαινα στην αίθουσα παιχνιδιού, το πρωί τής δωδέκατης μέρας, όταν εκείνος ο κύριος απ’ το Λουγκάνο, που ήταν ερωτευμένος με τον αριθμό 12, με πρόφτασε, αναστατωμένος και ασθμαίνοντας, για να μου αναγγείλει, περισσότερο με νοήματα παρά με λόγια, πως κάποιος είχε αυτοκτονήσει πριν από λίγο εκεί, στον κήπο. Σκέφτηκα αμέσως πως ήταν ο Ισπανός μου, και ένιωσα τύψεις. Ήμουν σίγουρος πως εκείνος με είχε βοηθήσει να κερδίσω. Την πρώτη μέρα, μετά τον καυγά μας, δεν ήθελε να ποντάρει όπου πόνταρα εγώ, και συνεχώς έχανε∙ τις επόμενες μέρες, βλέποντάς με να κερδίζω με τέτοια σταθερότητα, προσπάθησε να κάνει το παιχνίδι μου∙ τότε, όμως, δεν ήθελα πλέον εγώ: σαν να με οδηγούσε απ’ το χέρι η ίδια η Τύχη, παρούσα και αόρατη, άρχισα να γυρίζω απ’ το ένα τραπέζι ρουλέτας στο άλλο. Για δύο μέρες δεν τον έβλεπα πλέον, ακριβώς αφότου είχα αρχίσει να χάνω, και ίσως γιατί εκείνος δεν με καταδίωκε πλέον.

Ήμουν πολύ σίγουρος, τρέχοντας στον τόπο που μου είχαν δείξει, πως θα τον έβρισκα εκεί, ξαπλωμένο κατά γης, νεκρό. Βρήκα, όμως, αντίθετα εκείνον τον χλομό νεαρούλη που υποκρινόταν τον αδιάφορο με ύφος νυσταλέο, βγάζοντας τα λουδοβίκεια απ’ την τσέπη τού παντελονιού του, για να τα ποντάρει δίχως καν να κοιτάζει.

Φαινόταν μικρότερος, εκεί στη μέση της αλέας: ήταν με τα πόδια ενωμένα, σαν να είχε ξαπλώσει πριν, για να μην πονέσει, πέφτοντας∙ το ένα χέρι ήταν κολλημένο στο σώμα∙ το άλλο, λιγάκι κρεμασμένο, με την παλάμη παγωμένη και το ένα δάχτυλο, τον δείκτη, ακόμη στη στάση που είχε όταν πυροβόλησε. Κοντά σ’ εκείνο το χέρι ήταν το πιστόλι∙ πιο ’κει, το καπέλο. Μου φάνηκε αρχικά πως η σφαίρα τού είχε βγει απ’ το αριστερό μάτι, απ’ όπου είχε τρέξει πάνω στο πρόσωπό του πολύ αίμα, που τώρα είχε πήξει. Όμως, όχι: εκείνο το αίμα είχε κυλήσει ελάχιστο απ’ τα ρουθούνια κι απ’ τ’ αφτιά∙ το υπόλοιπο, άφθονο, είχε έπειτα πεταχτεί από μια τρυπούλα στον δεξιό του κρόταφο, πάνω στην κίτρινη άμμο της αλέας, και ήταν καταξεραμένο. Μια ντουζίνα σφήκες βούιζαν τριγύρω∙ κάποια πήγαινε να καθίσει ακόμη κι εκεί, λαίμαργη, πάνω στο μάτι. Ανάμεσα στους τόσους που κοίταζαν κανείς δεν είχε σκεφτεί να τις διώξει. Έβγαλα απ’ την τσέπη μου ένα μαντήλι και το άπλωσα πάνω σ’ εκείνο το άθλιο πρόσωπο, που ήταν φριχτά παραμορφωμένο. Κανείς δεν ευχαριστήθηκε απ’ αυτό: τους είχα στερήσει το καλύτερο απ’ το θέαμα.

Τράπηκα σε φυγή∙ επέστρεψα στη Νίκαια, για να αναχωρήσω την ίδια μέρα.

Είχα μαζί μου περίπου ογδόντα δύο χιλιάδες λιρέτες.

Όλα μπορούσα να τα φανταστώ, εκτός του ότι, το βράδυ της ίδιας μέρας, θα συνέβαινε και σ’ εμένα κάτι παρόμοιο.

[…]

Είχα ακόμη την εφημερίδα στα χέρια μου και γύρισα στη δεύτερη σελίδα, για να βρω κάποιο καλύτερο δώρο από εκείνα τού Λάμα. Τα μάτια μου έπεσαν σε μια

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

έτσι με χοντρά γράμματα.

Αμέσως σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν εκείνη στο Μόντε Κάρλο, και έσπευσα να διαβάσω. Στάθηκα, όμως, έκπληκτος στην πρώτη σειρά, τυπωμένη με πολύ μικρούς χαρακτήρες: «Μας τηλεγράφησαν απ’ το Μιράνιο».

«Το Μιράνιο; Ποιος να είχε αυτοκτονήσει στο χωριό μου;»

Διάβασα: «Εχθές, Σάββατο 28 του μηνός, ανακαλύφθηκε στο κανάλι ενός μύλου ένα πτώμα σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης...».

Ξαφνικά, η όρασή μου θόλωσε, αφού μου φάνηκε πως διέκρινα στην επόμενη σειρά το όνομα του αγροκτήματός μου∙ κι επειδή δυσκολευόμουν να διαβάσω, μ’ ένα μάτι μόνο, εκείνη την είδηση με τα μικρά στοιχεία, σηκώθηκα όρθιος, για να είμαι πιο κοντά στο φως.

«... αποσύνθεσης. Ο μύλος βρίσκεται σ’ ένα αγρόκτημα που λέγεται Στία, περίπου δύο χιλιόμετρα απ’ την πόλη μας. Όταν κατέφθασε στον τόπο η δικαστική αρχή μαζί με άλλον κόσμο, το πτώμα το είχαν αποτραβήξει απ’ το κανάλι για τις νομικές διατυπώσεις και το φρουρούσαν. Αργότερα σ’ αυτό αναγνώρισαν τον...»

Η καρδιά μου εκτινάχθηκε στον λαιμό μου και κοίταξα, τρομοκρατημένος, τους συνταξιδιώτες μου, που όλοι κοιμόντουσαν.

«Όταν κατέφθασε στον τόπο... το είχαν αποτραβήξει απ’ το κανάλι... και το φρουρούσαν... αναγνώρισαν τον βιβλιοθηκάριό μας...»

«Εγώ;»

«Όταν κατέφθασε στον τόπο... αργότερα... τον βιβλιοθηκάριό μας Ματτία Πασκάλ, που είχε εξαφανισθεί εδώ και αρκετές ημέρες. Αιτία της αυτοκτονίας: οικονομική καταστροφή.»

«Εγώ;... Είχε εξαφανισθεί... αναγνώρισαν... Ματτία Πασκάλ...»

Διάβασα πάλι με αυστηρό ύφος και με ταραγμένη καρδιά δεν ξέρω πλέον πόσες φορές εκείνες τις λίγες σειρές. Με το πρώτο ξέσπασμα, όλες οι ζωτικές μου ενέργειες ξεσηκώθηκαν βίαια για να διαμαρτυρηθούν: λες κι εκείνη η είδηση, τόσο ερεθιστική μέσα στην απαθή λακωνικότητά της, μπορούσε ακόμη και για μένα να είναι αληθινή. Αν όχι, όμως, για μένα, ήταν εν τούτοις αληθινή για τους άλλους∙ και η βεβαιότητα που αυτοί οι άλλοι είχαν από χθες για τον θάνατό μου ήταν για μένα σαν ανυπόφορη τυραννία, διαρκής, συντριπτική... Κοίταξα πάλι τους συνταξιδιώτες μου, που σχεδόν ακόμη κι εκείνοι, εκεί, κάτω απ’ τα μάτια μου, αναπαύονταν μ’ εκείνη τη βεβαιότητα, και μπήκα στον πειρασμό να τους ταρακουνήσω και να τους βγάλω από ’κείνες τις άβολες και κουραστικές στάσεις τους, να τους ταρακουνήσω, να τους ξυπνήσω, για να τους φωνάξω πως δεν ήταν αλήθεια.

«Είναι δυνατόν;»

Και διάβασα πάλι ακόμη μια φορά τη βλακώδη είδηση.

Δεν μπορούσα πλέον να συγκρατηθώ. Ήθελα να σταματήσει το τρένο, ήθελα να τρέξει πολύ γρήγορα: αυτή η μονότονη κίνησή του, η υπόκωφη και βαριά αυτόματη κίνηση, έκανε την ταραχή μου ν’ αυξάνεται όλο και περισσότερο. Ανοιγόκλεινα συνεχώς τα χέρια, μπήγοντας τα νύχια στις παλάμες μου∙ τσαλάκωνα την εφημερίδα∙ την ίσιωνα πάλι, για να διαβάσω και πάλι την είδηση που ήδη ήξερα απ’ έξω, λέξη προς λέξη.

«Αναγνώρισαν!» Μα, είναι δυνατόν να μ’ αναγνώρισαν;... «Σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης...σιχαμερό!»

Είδα προς στιγμή τον εαυτό μου, εκεί στα βρώμικα νερά μέσα στο κανάλι, σάπιο, πρησμένο, φρικτό, να επιπλέει... Μέσα στην ενστικτώδη φρίκη μου, σταύρωσα τα χέρια στο στήθος μου και με τα δάχτυλα ψηλάφισα τον εαυτό μου, τον έσφιξα:

«Όχι εγώ∙ όχι εγώ... Ποιος να ήταν;... Σίγουρα θα μου έμοιαζε... Ίσως να είχε κι αυτός μούσι, σαν το δικό μου... το ίδιο ανάστημα... Και μ’ αναγνώρισαν!... «Είχε εξαφανισθεί εδώ και αρκετές ημέρες...» Ε, βέβαια! Εγώ, όμως, θά ’θελα νά ’ξερα, θά ’θελα νά ’ξερα ποιος βιάστηκε τόσο πολύ να μ’ αναγνωρίσει. Είναι δυνατόν εκείνος εκεί ο δύστυχος να μου έμοιαζε τόσο; Να ήταν ντυμένος σαν εμένα; Ίδιος κι απαράλλακτος; Μάλλον, όμως, θα ήταν εκείνη, εκείνη, η Μαριάννα Ντόνντι, η χήρα Πεσκατόρε: ου! Με ψάρεψε αμέσως, με αναγνώρισε αμέσως! Δεν θα πίστευε στα μάτια της, εννοείται! - Αυτός είναι, αυτός είναι! Ο γαμπρός μου! Αχ, καημένε Ματτία! Αχ, καημένε γιόκα μου! – Και μπορεί ν’ άρχισε να κλαίει κιόλας∙ επίσης θα γονάτισε δίπλα στο πτώμα εκείνου του φουκαρά, που δεν μπορούσε να της ρίξει μια κλωτσιά και να της φωνάξει: - «Μα, σήκω από ’δω, δεν σε γνωρίζω.»

Έτρεμα. Επιτέλους το τρένο σταμάτησε σ’ έναν άλλο σταθμό. Άνοιξα την πόρτα κι όρμησα κάτω, με θολή τη σκέψη να κάνω κάτι, αμέσως: ένα επείγον τηλεγράφημα, για να διαψεύσω εκείνη την είδηση.

Το σάλτο που έκανα απ’ το βαγόνι μ’ έσωσε: σαν να μου έβγαλε απ’ το μυαλό εκείνη την ηλίθια εμμονή, διαισθάνθηκα αστραπιαία... μα, ναι! Η απελευθέρωσή μου, η ελευθερία μου, μια νέα ζωή!

Είχα μαζί μου ογδόντα δύο χιλιάδες λιρέτες, και δεν θα έπρεπε πλέον να τις δώσω σε κανέναν! Ήμουν νεκρός, ήμουν νεκρός: δεν είχα πλέον χρέη, δεν είχα πλέον σύζυγο, δεν είχα πλέον πεθερά: κανέναν! Ελεύθερος! Ελεύθερος! Ελεύθερος! Τι παραπάνω ζητούσα;

[...]

Αμέσως, όχι τόσο για να εξαπατήσω τους άλλους, που ήθελαν από μόνοι τους να εξαπατηθούν, με μια ελαφρότητα ίσως όχι ελεεινή στην περίπτωσή μου, σίγουρα, όμως, όχι άξια εγκωμίων, όσο για να υπακούσω στην Τύχη και να ικανοποιήσω μια προσωπική μου ανάγκη, άρχισα να υποδύομαι έναν άλλο άνθρωπο.

Δεν θά ’πρεπε να επαινώ και πολύ τον εαυτό μου για ’κείνον τον δύστυχο που ήθελαν σώνει και καλά νά ’χει δώσει τέλος στη ζωή του με άθλιο τρόπο στο αυλάκι ενός μύλου. Έπειτα από τόσες βλακείες που είχε κάνει ίσως να μην του άξιζε καλύτερη μοίρα.

Τώρα θα μου άρεσε να μην έμενε πλέον σ’ εμένα, όχι μόνο εξωτερικά, μα, και στα βάθη της ψυχής μου, κανένα ίχνος από ’κείνον.

Ήμουν μόνος πλέον τώρα, και πιο μόνος απ’ ό,τι ήμουν δεν θα μπορούσα να είμαι πάνω στη γη, απαλλαγμένος στο παρόν από κάθε δεσμό κι από κάθε υποχρέωση, ελεύθερος, καινούριος και απόλυτα κύριος του εαυτού μου, δίχως πλέον το φορτίο τού παρελθόντος μου και έχοντας μπροστά μου το μέλλον, που θα μπορούσα να το διαμορφώσω όπως επιθυμούσα.

Αχ, ένα ζευγάρι φτερά! Πόσο ελαφρύς αισθανόμουν!

Το συναίσθημα που μου είχαν προκαλέσει τα προηγούμενα γεγονότα για τη ζωή δεν έπρεπε, στο εξής, να έχει λόγο ύπαρξης πλέον για μένα. Εγώ έπρεπε ν’ αποκτήσω ένα νέο συναίσθημα ζωής, δίχως να χρησιμοποιώ μήτε καν στο ελάχιστο τις ατυχείς εμπειρίες τού μακαρίτη Ματτία Πασκάλ.

Ήταν στο χέρι μου: μπορούσα κι έπρεπε να είμαι ο δημιουργός τού νέου μου πεπρωμένου, στον βαθμό που η Τύχη θέλησε να μου επιτρέψει.

«Και πάνω απ’ όλα,» έλεγα στον εαυτό μου, «θα φροντίζω αυτή μου την ελευθερία: θα διασκεδάζω σε δρόμους ίσιους και πάντοτε καινούριους, και δεν θα φορέσω ποτέ κάποιο βαρύ ρούχο. Θα κλείσω τα μάτια και θα προχωρήσω παραπέρα μέχρι να μου παρουσιαστεί το θέαμα της ζωής κάποια στιγμή δυσάρεστο. Θα προσπαθήσω να τη φτιάξω κυρίως με πράγματα που συνηθίζεται να τα αποκαλούν άψυχα, και θα αναζητήσω ωραία θεάματα, ευχάριστους και ήσυχους τόπους. Θα δώσω στον εαυτό μου σιγά-σιγά μια καινούρια μόρφωση∙ θα μεταμορφωθώ μελετώντας με αγάπη και υπομονή, ούτως ώστε, στο τέλος, να μπορώ να πω όχι μόνο πως έζησα δύο ζωές, μα, πως υπήρξα δύο άνθρωποι.»

[...]

Αυτό το κατασκεύασμα, αυτή η φανταστική δημιουργία μιας ζωής που δεν έζησα πραγματικά, μα, που την περισυνέλεξα σιγά-σιγά μέσα απ’ τους άλλους και μέσα από τόπους, και που την έφτιαξα και την αισθάνθηκα δική μου, μου προκάλεσε μια περίεργη και καινούρια χαρά, δίχως, όμως, να στερείται μιας κάποιας θλίψης, τον πρώτο καιρό της περιπλάνησής μου. Την είχα κάνει ασχολία μου. Ζούσα όχι μονάχα στο παρόν, μα και για το παρελθόν μου, δηλαδή για τα χρόνια που ο Αντριάνο Μέις δεν είχε ζήσει.

Τίποτα ή πολύ λίγα συγκράτησα από εκείνα που αρχικά είχα φανταστεί. Είναι αλήθεια πως τίποτα δεν είναι δυνατόν να επινοηθεί, που να μην έχει κάποια ρίζα, λίγο-πολύ βαθιά, στην πραγματικότητα∙ ακόμη και τα πιο παράξενα πράγματα μπορούν να είναι αληθινά, αντιθέτως καμία φαντασία δεν φτάνει να συλλάβει κάποιες τρέλες, κάποιες μη αληθοφανείς περιπέτειες που ελευθερώνονται από τα δεσμά και εκρήγνυνται απ’ την ανήσυχη ψυχή της ζωής∙ παρ’ όλ’ αυτά, όμως, πώς και πόσο διαφορετική φαίνεται η ολοζώντανη πραγματικότητα από τα επινοήματα που μπορούμε να δημιουργήσουμε εμείς από αυτήν! Πόσα ουσιώδη, ασήμαντα, ασύλληπτα πράγματα έχει ανάγκη το επινόημά μας, για να γίνει και πάλι εκείνη η ίδια η πραγματικότητα απ’ την οποία δημιουργήθηκε, πόσα νήματα που να το συνδέουν με το περιπλοκότατο μπλέξιμο της ζωής, νήματα που έχουμε κόψει εμείς, για να το κάνουμε να γίνει κάτι ξεχωριστό!

Τι ήμουν τώρα εγώ, αν όχι ένας επινοημένος άνθρωπος; Ένα περιφερόμενο επινόημα που ήθελε και, εξάλλου, έπρεπε αναγκαστικά να ζει για τον εαυτό του, αφού είχε ριχτεί στην πραγματικότητα.

[…]

Μετάφραση από τα Ιταλικά: Αρχοντία Κυπριώτου


pirandello

Το μυθιστόρημα Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ του Λουίτζι Πιραντέλλο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1904 στο περιοδικό Nuova Antologia στα τεύχη Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου και αργότερα εκδόθηκε σε βιβλίο. Το 1921 ο Λουίτζι Πιραντέλλο ανεβάζει για πρώτη φορά στη Ρώμη το θεατρικό έργο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα το οποίο γνωρίζει παταγώδη αποτυχία. Την ίδια χρονιά επανεκδίδεται Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ και ο συγγραφέας απαντά έμμεσα στους κριτικούς και στα δυσμενή σχόλια για το έργο του γενικότερα, προσθέτοντας στην επανέκδοση του μυθιστορήματος το κείμενο Σημείωση σχετικά με τους ενδοιασμούς της φαντασίας. Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίνδικτος. Δείτε στη βιβλιοnet ποια έργα του συγγραφέα έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στα Ελληνικά.