Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΥΒΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΥΒΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Marie Luise Kaschnitz, Περιγραφή ενός χωριού

 
 1

Μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα κιόλας, θα κάνω την απόπειρα να περιγράψω το χωριό. Θα σκεφτώ με τι ν’ αρχίσω, με το Πάνω Χωριό, με το Κάτω Χωριό, με το νεκροταφείο, με το δάσος. Ή με τις σπηλιές που ’ναι πάνω ψηλά στο Όρος των Ελαιών, νερό, έτσι λέει η παράδοση, γιόμισε τον κόλπο της κοιλάδας, όπως κάνει ενίοτε η ομίχλη τώρα, στους βράχους υπήρχαν κάποτε κρίκοι, στους κρίκους ήτανε δεμένες βάρκες, ενώ στην πραγματικότητα ένα είναι σίγουρο μόνο, ότι, δηλαδή, οι σπηλιές εκείνες ήταν το καταφύγιο για τις ορδές των κυνηγών μετά την εποχή των παγετώνων

τελικά θα ξεκινήσω με την άποψη από ψηλά, μ’ αυτά που βλέπει ένα πουλί από ψηλά ή ένας επιβάτης αεροπλάνου απ’ το παράθυρό του, μαύρο δάσος στη μια πλευρά της κοιλάδας, με πράσινο απ’ τις οξιές στις παρυφές του, δάσος με οξιές και στην άλλη πλευρά, διάσπαρτο από σφένδαμους και λάρικες

περνώντας στους αμπελώνες, και στη βάση της κοιλάδας το χωριό, ανάμεσα σε λειμώνες κι οπωροφόρα δέντρα, τον επιβλητικό θόλο απ’ τις φλαμουριές του σπιτιού υπ’ αρ. 84 και τα πολλά γυάλινα παράθυρα του ανθοκομείου

θα τα περιγράψω όλ’ αυτά και θα μιλήσω ιδιαίτερα αναλυτικά για τις πλαγιές με τους αμπελώνες, που για πολλές δεκαετίες ήτανε παραμελημένες, ακαλλιέργητη γη και χωραφάκια με πατάτες εδώ κι εκεί

που τώρα όμως είναι φυτεμένες πάλι και τις διασχίζουνε γαλάζιοι ασφαλτόδρομοι. Επί τη ευκαιρία θ’ αναφέρω επίσης πως πριν από πολλά χρόνια, αλλά ήδη στα χρόνια τα δικά μου, τα σταφύλια τα πατούσαν ακόμη με τα πόδια ή τα περνούσαν απ’ το δρύινο πιεστήρι

πως τώρα όμως το κρασί το επεξεργάζονται από κοινού και το βάζουνε σε μεγάλα δοχεία ή δεξαμενές, που δεν είναι πια από ξύλο αλλά από γυαλί ή μπετό.

 

2

Την επόμενη μέρα, τη δεύτερη μέρα της εργασίας μου, θα επιστρέψω στην άποψη από ψηλά. Θ’ αναφερθώ πρώτα στις ωραίες παρυφές του δάσους, ύστερα στον λειμώνα κάτω απ’ το βουνό, ύστερα στην κοιλάδα του Ρήνου, στα Βόσγια Όρη, στον ελβετικό Ιούρα και στην Πύλη της Βουργουνδίας, η οποία παρεμπιπτόντως φαίνεται κι απ’ τα παράθυρα της σοφίτας του σπιτιού υπ’ αρ. 84. Θα τονίσω τον ιστορικό χαρακτήρα του τοπίου και θα ισχυριστώ πως όποιος διαθέτει φαντασία μπορεί ακόμη και σήμερα να δει τους στρατούς να διασχίζουνε την πεδιάδα

τους Κέλτες και τα γερμανικά φύλα, να πολεμούν με τους λεγεωνάριους του Καίσαρα, τους Αλαμαννούς και τους Φράγκους, τους αγρότες απ’ το Στάουφεν που καταστρέψανε στο χωριό τον πύργο των αφεντάδων Σνέβελιν φον Μπέρενλαπ

τους Σουηδούς που σκοτώσανε τριακόσιους αγρότες στο Κιρχχόφεν και βάλανε φωτιά στο μοναστήρι του Ζέλντεν τα στρατεύματα του στρατάρχη Τουρέν, ο οποίος περνώντας τα Λουτρά του Κούκου και διασχίζοντας την Κοιλάδα των Μαγισσών εκστράτευσε κατά της Βαυαρίας

τα στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ που ερχόμενα απ’ το Μπράιζαχ κατέκτησαν το Φράιμπουργκ

τους στρατούς του Πολέμου Διαδοχής του Παλατινάτου, του Πολέμου Διαδοχής της Ισπανίας, του Πολέμου Διαδοχής της Αυστρίας, του Πολέμου του Α΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Β΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Γ΄ Συνασπισμού και των πολέμων ανεξαρτησίας

τι σήμαινε για τα χωριά της Κοιλάδας των Μαγισσών λεηλασία, εισφορές, αγρότες ν’ αναγκάζονται να οχυρωθούν, βρόμη, σοδειές, κρασί, χρυσό, ζωντανά, γουρούνια, κότες, να τους τ’ αρπάζουνε και να φεύγουνε, πλιάτσικο με την απειλή πως θα τους κάψουνε, καταφυγή στα δάση, μιζέρια, δάκρυα και φόβος.
 
[...] 


Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Το παραπάνω απόσπασμα είναι τα δύο πρώτα κεφάλαια από την Περιγραφή ενός χωριού της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (1901-1974), που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026  από τις εκδόσεις η βαλίτσα, σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη και γλωσσική επιμέλεια Λένας Κοψαχείλη. Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα, επίμετρο και σημειώσεις του μεταφραστή.
 
Η Περιγραφή ενός χωριού είναι το πρώτο έργο της συγγραφέως που κυκλοφορεί στα ελληνικά και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1966, όταν η συγγραφέας ήταν 65 ετών. Θεωρείται ένα από τα έργα ωριμότητας της συγγραφέως, το οποίο επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση της «ο δρόμος μου στην ποίηση με οδήγησε από τη φύση στους ανθρώπους». 
 
Η ίδια η συγγραφέας, υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου έργου της το 1968, θα τόνιζε ότι το ουσιαστικά δημιουργικό στην Περιγραφή ενός χωριού ήταν ότι το ίδιο το θέμα της καθόρισε τη φόρμα του και ότι χάρη στη φόρμα του αυτή δεν θύμιζε και δεν θα θύμιζε και στο μέλλον κανένα άλλο έργο της. Η Περιγραφή ενός χωριού, την οποία η κριτική έχει χαρακτηρίσει και «περιγραφή μιας περιγραφής» αποτελεί ένα λογοτεχνικά άρτιο σχεδίασμα για ένα αφήγημα. Στο επίκεντρό του και η συλλογική γερμανική ενοχή για τα εγκλήματα του ναζισμού, την οποία η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς συμπυκνώνει σε μία φράση: «όταν εμείς κάναμε πως κοιμόμαστε».
 
Η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς γεννήθηκε στην Καρλσρούη το 1901, μεγάλωσε στο Πότσνταμ και το Βερολίνο, έζησε στη Ρώμη, στο Κόνιγκσμπεργκ και στη Φρανκφούρτη, όπου και πέθανε το 1974. Έγραψε ποίηση, πεζογραφία, ραδιοφωνικά έργα και δοκίμια. Ήταν η πρώτη γυναίκα δημιουργός που τιμήθηκε με το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ το 1955, το οποίο ακολούθησαν πολλές διακρίσεις. Άλλα έργα της είναι: Το χοντρό παιδί και άλλα διηγήματα, Το σπίτι της παιδικής ηλικίας, Υπεραστικές κλήσεις, Τόποι. Καταγραφές και Μένει να αποδειχτεί, το οποίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις η βαλίτσα το φθινόπωρο του 2026.
 
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου για την έκδοση στο μπλογκ του, NO14ME.
 
Το έργο που κοσμεί την ανάρτηση και το εξώφυλλο του βιβλίου φιλοτέχνησε η Μελίνα Γαληνού. 

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Επικράτειες




 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[...]
  
[Το σαρκικό περίβλημα]
 
Έχουν περάσει ώρες αρκετές που ο Χάρης Φαμέλης είναι σκυμμένος πάνω από τη μελέτη του Βίλχελμ Γκεντς και τελικά οι προσπάθειές του ανταμείβονται. Απ’ ό,τι φαίνεται ο επιφανής νευρολόγος κούραρε τον Μέτσγκερ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατά τα οποία ο τελευταίος μπαινόβγαινε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Φράιμπουργκ. Στις σημειώσεις του Γκεντς εντοπίζει το παρακάτω απόσπασμα: «Φεβρουάριος 1956: Εδώ επιβάλλεται να αναφερθεί ένα βίωμα που, όσο κι αν μοιάζει παθολογικό, απαντά συχνά σε περιπτώσεις κλειστοφοβίας και παράνοιας. Ο ασθενής δρ Ελίας Μέτσγκερ, ετών 49, είχε, κατά την κρίση μου, ένα σημαντικό επεισόδιο πανικού με έντονο αίσθημα δυσφορίας, δύσπνοιας και πνιγμονής. Ο ασθενής ένιωθε ότι ασφυκτιά μέσα στο σώμα του, ότι, παραθέτω τα λόγια του: “πνιγόμουν από το ίδιο μου το σαρκικό περίβλημα, σαν να με είχε εγκλωβίσει μια κάψουλα από την οποία αδυνατούσα να απαλλαγώ”. Σημειώνω ότι ένα σύνηθες σύμπτωμα τέτοιου είδους επεισοδίων είναι η έντονη αποπροσωποποίηση, το αίσθημα του ασθενούς ότι δεν είναι ο εαυτός του. Επισημαίνω ότι στην περίπτωση του δρος Μέτσγκερ συνέβη το ακριβώς αντίθετο: έντονη προσωποποίηση και απόλυτος, ασφυκτικός εγκλεισμός στο σώμα».
    Όσο μικρά και αποσπασματικά κι αν είναι τα θραύσματα από τη ζωή του Μέτσγκερ έχουν τη δύναμη να του προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης αλλά και τη διάθεση να θέλει να τον διαβάζει ξανά και ξανά. Οι κινήσεις του είναι αυτοματοποιημένες: Κλείνει τον δερματόδετο τόμο με τη μελέτη του Γκεντς και ανοίγει το μικρό βιβλίο του Μέτσγκερ. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πηγαίνει στις τελευταίες σελίδες και διαβάζει το επίμετρο.
    Εκεί, πέρα από τα λίγα βιογραφικά στοιχεία, υπάρχουν συγκεντρωμένες προσωπικές σημειώσεις του ίδιου του συγγραφέα. Κατά τη σταχυολόγηση που έλαβε χώρα βρέθηκαν αποσπάσματα μάλλον ημερολογιακού χαρακτήρα. Σε κάποιο σημείο ο Μέτσγκερ αναφέρεται σε ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό. Είναι καλοκαίρι του 1932, δύο περίπου χρόνια πριν υποστεί την πρώτη μεγάλη κρίση της υγείας του. Ειδικευόμενος γιατρός τότε, έχει τη συνήθεια να διασχίζει το μεγάλο πάρκο της πόλης, το Στάατσ-γκάρτεν, για να πηγαίνει από το σπίτι του στην κλινική. Ο εικοσιτετράχρονος Μέτσγκερ δέχεται αιφνίδια επίθεση από τέσσερα ή πέντε άτομα, όλα τους ανήλικα, παιδιά. Ο λόγος αυτής της ειδεχθούς πράξης δεν αποσαφηνίζεται ποτέ, αν και κατά την εκτίμησή του δεν ήταν η ληστεία, αλλά ένα ιδιότροπο καπρίτσιο. «Μερικές φορές πληγώνουμε κάποιον μόνο και μόνο για να διασκεδάσουμε την πλήξη μας. O πόνος του γίνεται ευθύς παιχνίδι και το σώμα του κούκλα που μπορούμε ανά πάσα στιγμή να αποσυναρμολογήσουμε, να καταστρέψουμε», σημειώνει, ενώ λίγες αράδες πιο κάτω περιγράφει συνοπτικά όσα βίωσε. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σχεδόν πάντα χρησιμοποιεί το δεύτερο πρόσωπο όταν αναφέρεται στον εαυτό του: «Αύγουστος, 1932: Εκείνο το πρωινό έχει πέσει πυκνή ομίχλη και δύσκολα μπορείς να διακρίνεις τις θολές φιγούρες που σε πλησιάζουν με γρήγορους βηματισμούς. Μια μεγάλη πέτρα εκσφενδονίζεται από το πουθενά και σε χτυπά στο μέτωπο. Πέφτεις κάτω με το κεφάλι μες στα αίματα. Γύρω σου, μέσα σου ομίχλη. Χωρίς να το καταλάβεις βρίσκεσαι κυκλωμένος από άγρια γέλια και χάχανα. Ένα τσούρμο μικρών ανθρώπων σε περιπαίζει. Τι θέλουν αυτά τα παιδιά από εσένα, ποιος είναι ο σκοπός τους; Νιώθεις τα μικροσκοπικά τους χέρια να ψάχνουν τις τσέπες σου, να σου βγάζουν τα παπούτσια, να σε γδύνουν. Δέχεσαι μια δυνατή κλωτσιά στην κοιλιά. Κυλιέσαι μες στις λάσπες. Μια τσιριχτή φωνή φτύνει ακατάληπτες λέξεις. Φωνάζεις από πόνο, από φόβο, κι επιχειρείς να σηκωθείς, να αντιδράσεις, όμως κάποιος ή κάποιοι, βαστάζοντας πέτρες, σε χτυπούν στο κεφάλι. Μία φορά, άλλη μία κι έπειτα άλλη μία. Βυθίζεσαι στο σκοτάδι. Σαν ανοίγεις τα μάτια είσαι ολομόναχος στο πάρκο, τραυματισμένος, με ρούχα σκισμένα κι ανυπόδητος. Νιώθεις την υγρασία του αίματος στο κρανίο σου. Καταφέρνεις να σηκωθείς κι αρχίζεις να περπατάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει. Τα βρύα σχίζουν τους εκτεθειμένους μηρούς σου και οι αιχμηρές πέτρες προξενούν αφόρητο πόνο στις γυμνές σου πατούσες. Είναι μέρα ακόμα, ο ήλιος χάσκει ανάμεσα στα δέντρα». Η διήγησή του σταματά απότομα, όμως σε κάποιο άλλο τετράδιο επανέρχεται στο περιστατικό στο Στάατσ-γκάρντεν, δηλώνοντας την πεποίθησή πως αποτέλεσε σημείο καμπής, «το γεγονός που σηματοδότησε την οριστική μεταστροφή της μοίρας, την απαρχή της Οδύσσειάς μου». 
 
[...]



 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη νουβέλα «Επικράτειες», η οποία ανοίγει το Α΄ μέρος του ομώνυμου βιβλίου του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2024 από τις εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Το Α΄ μέρος κλείνει με το διήγημα
«Μουσική για αεροδρόμια», ενώ το Β΄ μέρος αποτελείται από τη νουβέλα «Το νησί στον χάρτη» και το διήγημα «Μαχαιρωμένη διάρκεια».
 
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Επικράτειες αναφέρεται:  
 
Ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο σχισμένο στα δύο. Οι μεγαφωνικές ριπές οικογενειακών καυγάδων και μια πόλη που αργά και βασανιστικά συρρικνώνεται, όπως ένα άρρωστο σώμα. Ένα μυστηριώδες σημείο στον χάρτη, ένα αινιγματικό νησί που μπορεί και να μην υπάρχει. Αεροπλάνα που δεν πετούν για μήνες και στις μηχανές τους φωλιάζουν πουλιά. Μια μπαλκονόπορτα που ανοίγει και βγάζει στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Ένα ατέρμονο ταξίδι με ένα τρένο που διασχίζει τη μία σήραγγα μετά την άλλη. 
 
Συγγραφέας και αναγνώστης ξεκινούν παράλληλα ταξίδια, πραγματοποιώντας μια κατάβαση στο παράδοξο της αέναης αναχώρησης και των απρόσιτων στο διηνεκές προορισμών. Σε αυτή τη διαδρομή η λογοτεχνία χαιρετίζεται ως η μόνη προσβάσιμη επικράτεια, έστω και αν αποτελεί έναν τόπο που υφίσταται αποκλειστικά και μόνο στο μυαλό των ταξιδιωτών-συνεπιβατών.
 
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ. Οι πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες φιλοξενήθηκαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα. Το 2012 ίδρυσε το Πρότυπο Κέντρο Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch. Υπό την αιγίδα του δημιουργήθηκαν εννέα χρόνια αργότερα οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία, στις οποίες  κυκλοφόρησε και η πεζογραφική συλλογή του Είδωλα. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε και το 2024 η μελέτη του Το Μαμούθ και ο Αναβάτης, η οποία αποτελεί δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές.
 
Στη Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Είδωλα, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
 
Δύο κριτικές για το προηγούμενο βιβλίο του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη  μπορείτε να διαβάσετε στο into my books... του Γιάννη Δρούγου και στο ΝΟ14ΜΕ του Γιάννη Καλογερόπουλου.
 

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Είδωλα

Το είδωλο

Photo by Iannis Kalogeropoulos
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[...]
 
Μια άλλη στιγμή τον βρίσκουμε μόνο του στο σπίτι, πέρα από τους θορύβους και τις αναθυμιάσεις του κόσμου. Η υπερδιέγερση κι ο ενθουσιασμός έχουν δώσει τη σκυτάλη σε μια εξαντλητική θλίψη. Τον βλέπουμε να στέκεται μπροστά από τον καθρέφτη και να κοιτάζει το πρόσωπό του. Ο ανήσυχος μαγνητισμός μπροστά στην αντανάκλαση της εικόνας του δεν καταδεικνύει μόνο τον γνωστό ναρκισσισμό του ή ένα αίσθημα αυτοθαυμασμού –είσαι ερωτευμένος με τη σκέψη σου, αυτά τα λόγια έχουν εντυπωθεί στη μνήμη, τα λόγια της–, αλλά υπαινίσσεται μια περιφρόνηση του εγώ, μια αντινομική σχέση με τον εαυτό του. Εγωιστής, εγωπαθής, εγωστρεφής, δεν έχει σημασία. Το ουσιώδες είναι ότι ως εσωτερικότητα, ο εαυτός αποτελεί καταφύγιο, αλλά ταυτόχρονα και μια φυλακή από την οποία αδυνατεί να αποδράσει. Ενώπιον εαυτού κρίνεται ένοχος και για αυτό το λόγο εντειχίζεται εντός του. Πόσο τραγική μα συνάμα γελοία φαντάζει αυτή η συνθήκη, σύμφωνη ωστόσο με την ευτραπελία της ζωής! Για όσα του συμβαίνουν εκείνος έχει την ευθύνη, αυτό είναι μια αυταπόδειχτη αλήθεια. Είναι ένα παράξενο κράμα ανθρώπου αυτός ο πνευματικός δανδής: ιδεολόγος μα ταυτόχρονα αμοραλιστής, από τη μία δημιουργικός, από την άλλη καταστροφικός, συναισθηματικά ψυχρός αλλά και ψυχρά ελκυστικός. Αν η ζωή του ήταν ένα βιβλίο, αυτός θα ήταν ο πιο ποταπός του αναγνώστης. Στα βιβλία όμως ό,τι γράφεται, ακυρώνεται, ξεγράφεται. Σε τελική ανάλυση ένας συγγραφέας μπορεί να πετάξει στα σκουπίδια κάτι που δεν του αρέσει ή δεν του φαίνεται τελειοποιημένο. Στη ζωή δε συμβαίνει το ίδιο: ό,τι ζει κανείς δεν υπάρχει τρόπος να το διορθώσει, να το εξαγνίσει ή να το πετάξει. Θα ήθελε πολύ να σβήσει τα κακώς κείμενα, να επαναδιατυπώσει, να επανασχεδιάσει το κεφάλαιο που αφορά στην Αρετή. Η αγάπη του για αυτή τη γυναίκα είναι όλα αυτά τα σκορπίσματα στο χώρο και το χρόνο: δρόμοι και σπίτια, γέλια και σιωπές, κραυγές και στεναγμοί, στάσεις κι αποστάσεις, διαχύσεις και συμπλοκές. Φαντάζεται το πρόσωπό της και αρνείται να δεχτεί πως αυτό το πρόσωπο θα θολώσει σιγά-σιγά στη μνήμη. Και η μνήμη, σκέφτεται, δεν είναι οπτική ιδιότητα, όσο κι αν μερικές φορές ξεγελιέται και νομίζει ότι ακόμα βλέπει κάτι που δεν είναι μπροστά στα μάτια του, κάτι που του παρουσιάζεται τυλιγμένο σε μια αχλή, σαν τη θαμπή μορφή της νοσταλγίας του ενίοτε.
    Ο έρωτάς μου πάει σκυφτός… –τον βλέπουμε μπροστά από τον υπολογιστή να γράφει. Σκουντουφλάει όπως ο θύτης μετά το φόνο. Κι ο έρωτάς του αδυνατεί να δεχτεί πως ίσως κάποια στιγμή δυσκολευτεί να θυμηθεί το σώμα της ή τα σημάδια που αποδεικνύουν την ταυτότητά της, καθώς ο χρόνος ρέει ασταμάτητα κι όλα οδεύουν σταθερά προς τον οριστικό αφανισμό τους. Καθώς όλα περνούν και χάνονται δίχως να αφήνουν ίχνη.
    Πριν το παρελθόν γίνει παρελθόν, θυμάται να της ψιθυρίζει στο αυτί λόγια μουσικά, λέξεις αρθρωμένες στη δική του γλώσσα: Χωρίς παίδεμα δεν πας πουθενά, ούτε μέσα σου (αυτό ήταν το φραγμέντο του). Το να μπαίνεις στον κόπο να σκύβεις πάνω από την ύπαρξη του άλλου, το να προσπαθείς να του κάνεις πιο ανάλαφρη την πτώση, να του δημιουργήσεις μια ψευδαίσθηση, έστω, ελαφρότητας απέναντι στην αμείλικτη βαρυτική έλξη, δεν είναι κάτι απλό, ούτε κι εύκολο, καθότι ο καθένας ήδη κουβαλά το βάρος της δικής του ύπαρξης. Του άρεσε να διαβάζει την εκστατική προσήλωση στη λάμψη των ματιών της. Η αφοσίωση απαιτεί μόχθο, απαιτεί υπομονή και παίδεμα. Όμως τίποτα δε γνωρίζεις πραγματικά αν δεν κοιτάς το βάθος, το βάραθρο, την άβυσσο της ύπαρξης που ριγεί δίπλα σου ακριβώς όπως κοιτάς ή σα να κοιτάς τη δική σου. Ο εαυτός είναι η μόνη πραγματικότητα εν τέλει. Ωστόσο, τελείως ιδεοληπτικά, μπορείς να ταυτιστείς τόσο με κάποιον έτσι ώστε να γίνετε ένα είδος μυθικού τέρατος, μια χίμαιρα έξω από τον χρόνο, μια χρυσή βροχή στο τίποτα.
    Όταν σταμάτησε να μιλά, εκείνη άρχισε να περιπλανιέται με τα νύχια της στο στήθος και την κοιλιά του κι αυτός ένιωθε σιγά-σιγά τον χρόνο να λιώνει, να γίνεται μια μάζα ρευστή, λάβα που έρεε στο κορμί του σαν το πυρακτωμένο της χάδι, σχηματίζοντας νοερά στο δέρμα σχήματα και κύκλους φανταστικούς, στο φλογερό κέντρο των οποίων κατέληξαν αναπόφευκτα τα δάκτυλά της και τότε, ναι, άκουσε στο σκοτάδι το αχνό και περιπαιχτικό της γέλιο πριν σκύψει για να αντλήσει με το στόμα της αργά τον πόθο του, πριν νιώσει αίφνης την ανάσα του να κόβεται και την πραγματικότητα να εκρήγνυται σα βεγγαλικό μες στο κεφάλι του.
    Χωρίς παίδεμα δεν πας πουθενά ούτε μέσα σου, –του υπενθύμιζε στιγμές τα δικά του λόγια– ωστόσο o σατανισμός του οξύμωρου τον περιγέλασε καθώς αποδείχτηκε πως εκείνος δεν παιδεύτηκε καθόλου. Το όμορφο παρουσιαστικό του, η εγωκεντρική του οξύνοια, η υπερβολική του αυτοπεποίθηση καθώς και μια ενδόμυχη ροπή προς το απαγορευμένο προκαλούσαν συνεχώς την ηδονοθήρα φύση του να εκφραστεί. Ασκούσε μια μαγνητική έλξη στις φιλομαθείς φοιτήτριές του, κυρίως σε αυτές που είχαν λυγερή κορμοστασιά και αφελείς σκέψεις, οι οποίες, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από μεριάς του, παρουσιάζονταν σχεδόν πάντα πρόθυμες να προσφέρουν τη σφριγηλή τους σάρκα για τις οχείες μιας νύχτας.
    Προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη στάση του, ο ανήσυχος νους του καθηγητή αναζητεί ένα ηθικό –τουλάχιστον θεωρητικά– υπόβαθρο. Και καθώς το γράψιμο τον βοηθά να «τακτοποιεί» τις σκέψεις του, στο προσωπικό του σημειωματάριο κάνει λόγο για τον «ρομαντικό ιδεαλισμό», μια έννοια που ο ίδιος έχει εφεύρει. Το παν για τον ρομαντικό ιδεαλισμό είναι η μονογαμία, τονίζει. Η ιδέα, αυτή καθ’ αυτή, που πραγματεύεται ωστόσο αφορά στην έλλειψη. Η ουσία της απιστίας είναι η μυστικοπάθεια, διότι η απιστία γίνεται εν κρυπτώ, είναι λάθρα, ηθικά επιλήψιμη, «παράνομη». Σε κάποιο άλλο σημείο αναφέρει πως η κυρίαρχη αντίληψη για την απιστία είναι λανθασμένη. Δεν ψάχνει κανείς κάποιον άλλον επειδή θέλει να φύγει από τον/την σύντροφό του. Το κάνει επειδή θέλει να φύγει από το άτομο που έχει γίνει αυτός. Δεν είναι ότι επιθυμεί να βρει κάποιον άλλον. Απλώς επιθυμεί να βρει έναν άλλον εαυτό. Η αντίληψη αυτή έχει παγιωθεί σε πολλές σχέσεις. Ορισμένοι, όπως ο υποφαινόμενος, προσπαθούν να συνδυάσουν δυο ειδών αξίες. Σε μια σχέση επιθυμούν να έχουν τόσο την άγκυρα όσο και τα κύματα, τόσο τη σταθερότητα και την ασφάλεια όσο και την ελευθερία και την αυτονομία. Αυτό όμως είναι το δύσκολο πάντρεμα: το να νιώθεις ότι ανήκεις κάπου και ταυτόχρονα ότι είσαι ελεύθερος. Παρά, λοιπόν, την όποια του ροπή προς το μεγαλόπνοο και την αλήθεια, η θητεία του στη σχολή της ματαιοδοξίας και της υποκρισίας ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να ανακαλύψει νέες συγκινήσεις. Δυστυχώς όμως το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. Και από την άλλη πόσο καιρό μπορεί να ζει κανείς σχισματικά και λαθραία;
 
[...]
 
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη νουβέλα «Το είδωλο», η οποία ανοίγει το βιβλίο του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη Είδωλα, που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις περικείμενο βιβλία και περιλαμβάνει επίσης τα διηγήματα «Ρωγμές», «Ομοιώματα» και «Θαμπός καθρέπτης».
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. Έχει επίσης συγγράψει το πόνημα Το μαμούθ και ο αναβάτης. Δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές (περικείμενο, 2021) και είναι ιδρυτής του Πρότυπου Κέντρου Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch! Τα πρώτα του λογοτεχνικά έργα Ξεπλένοντας και Άυπνος κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα το 2008 και 2011 αντίστοιχα.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται:  
Μια νουβέλα και τέσσερα διηγήματα για τα σπασμένα κάτοπτρα και τους θολούς αντικατοπτρισμούς.
Για τις αδιόρατες μάσκες, τις ραμμένες από την κρυφή βελόνα της απελπισίας.
Για τις μοναχικές περιδιαβάσεις στα πεζοδρόμια της θλίψης και της πόλης.
Για τη σχεδόν ανεπαίσθητη αλλά βίαιη έκφραση περιφρόνησης ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό ή ενάντια σε όλα αυτά που αποτελούν την πραγματικότητά μας.
Για την αμφίσημη μορφή του ανθρώπου που υπήρξαμε και που βρίσκεται πλέον σε άπειρη απόσταση μακριά μας.
Για τις στατικές εικόνες των ειδώλων μας, τα σύμβολα της αδυναμίας μας.
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Δρούγου για τα Είδωλα στο into my books... 
Η logotexnia21 ευχαριστεί θερμά τον Γιάννη Καλογερόπουλο για την παραχώρηση της φωτογραφίας που κοσμεί την ανάρτηση.

Πάνος Καραβίας, Νύχτα εγκληματική με πράσινους καπνούς κρυσταλλωμένους στον ορίζοντα

Σελέστ Πολυχρονιάδη, Μάνα και παιδιά. Μονοτυπία

[Απόσπασμα]

Βιδωμένος πάνω στο σανιδένιο πόδι του, έφευγε στο στριφτό ανήφορο σέρνοντας στα χώματα και στις πέτρες ένα παμπάλαιο παλτό, σωστή γελοιογραφία. Νιώσατε ποτέ τη λαχτάρα να τρέξετε και να μη μπορείτε, γιατί το ένα πόδι σας είναι σανιδένιο; Κι αντίς για σκιά, τον ακολουθούσαν —τον κυνηγούσαν— ένα πλήθος σιγανές φωνές. Κρατούσαν ξύλινους σταυρούς, τους ύψωναν και τους κατέβαζαν εντελώς άρρυθμα, γράφοντας κάτι ονόματα χωρίς νόημα στο μαύρο βάθος. Μια λιτανεία από ξύλινους σταυρούς. Τον κυνηγούσαν οι ολολυγμοί της νύχτας, καθώς αναρρίπιζαν τα κρόταλά τους σε άδειες καπνοδόχους.
Κι ήταν η νύχτα με πράσινους καπνούς κρυσταλλωμένους στον ορίζοντα. Μια νύχτα εγκληματική γεμάτη ενέδρες, που ήταν μάταιο να υποτιμάς τη σημασία των μικρών τρόμων. Μια νύχτα που τον έσπρωχνε ολοένα πιο τυφλά, ώσπου έφτασε τέλος στο βράχο του με την επιθυμία να κρυφτεί, να κουρνιάσει, να ησυχάσει. Μα τόσο ψηλός που ήταν ξεπερνούσε το βράχο, κι αν άνοιγε τα χέρια του θα φιλοτεχνούσε το σχήμα ενός πελώριου ξύλινου σταυρού, ενός εσταυρωμένου πάνω απ’ το πέλαγος. Αμέτρητες πολεμικές σημαίες κυμάτιζαν στο πέλαγος. Και στάθηκε κάπως δισταχτικά, είτε για ν’ ακούσει κάποια σειρήνα που τραγουδούσε, είτε για να κοιτάξει ένα σμάρι πελαργών που έφευγαν στο Νότο, όπως στα όνειρά μου. Μα τον συνεπήρε πάλι η ανησυχία εκείνη για τις καρίνες των πλοίων πάνω στα μεγάλα κύματα. Έσπαζαν τόσο εύκολα, τον τελευταίο καιρό, τόσο αποτρόπαια, οι καρίνες των πλοίων στα κύματα. Κι ήταν γεμάτη από πλοία η θάλασσα. Στο λιμάνι σκοτείνιαζαν αμέτρητες πολεμικές σημαίες. Σκηνοθεσία που ταίριαζε ίσως για να στηρίξει το ένα πόδι του στο βράχο, τον αγκώνα στο διπλωμένο γόνατο, το πρόσωπο μέσα στα χέρια και ν’ αφήσει τα δάκρυά του να χυθούν ρομαντικά, μαζί με τα μάτια του, στο πέλαγος. Μα είδατε ποτέ άνθρωπο με μονοκόμματο ξύλινο πόδι, να το στηρίζει πάνω σε οποιονδήποτε βράχο; Ήταν αδύνατο ακόμα και να το κρύψει, μολονότι είχε συρράψει, γι’ αυτόν και μόνο το σκοπό, ένα σωρό κουρέλια που έδιναν ένα αφύσικο μάκρος στο ελεεινά τριμμένο παλτό του, και κρέμονταν ως τις πέτρες και τα χώματα του δρόμου. Γιατί ο άνεμος που βογγούσε, το κόλλησε απάνω του, βγάζοντας σ’ έκγλυφη φόρμα, σαν κραυγή στο θάλαμο των ετοιμοθάνατων, το ξύλινο πόδι του. Του θύμισε μάλιστα τον πραγματικό ρόλο του κι έκανε να σκύψει να υποκλιθεί, καθώς το προσδιορίζει το πρωτόκολλο. Όμως το σανίδι έτριξε αποτρόπαια κι ανατινάχτηκε το ελατήριο, που τον υποχρέωσε να τεντωθεί μελοδραματικά στην κάθετη στάση του. Ο κύριος Αμπρόζιους Καπς είχε μειδιάσει με συγκατάβαση, όταν τον είδε, και του είχε ψιθυρίσει — σα μέσα στη νύχτα και μέσα στον άνεμο:

— Θα σας είναι δύσκολο, δε νομίζετε;
— Ναι, μα βέβαια θα κάνω ό,τι μπορώ για την ευγένειά σας…
— Ύστερα, είναι και η στολή.
— Η στολή… Αλήθεια, δεν το σκέφθηκα, δεν το σκέφθηκα… Θα ’πρεπε να ’ναι στολή θυρωρού, ή με οριζόντιες ραβδώσεις;
— Θυρωρού, θυρωρού. Πρόκειται όμως περί ειδικής περιπτώσεως που προβλέπει ο κανονισμός του ιδρύματος.
— Μήπως θα μπορούσα να φορέσω τη στρατιωτική μου στολή, και με μετάλλιο ανδρείας, εξοχώτατε;
— Ίσως, μα δυστυχώς, θα πρέπει να τη βάψετε μαύρη.

Μέσα στη νύχτα και στον άνεμο πέρασε κάποιος φτωχός ανθρωπάκος που κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του ένα νεκρό βρέφος. Βημάτιζε αργά, προσεχτικά ενάντια στον άνεμο, προσέχοντας μη σκοντάψει από τη σύγχυση της επίσημης αυτής στιγμής — όπως όταν πάνε να παρουσιάσουν τα δώρα, ψωμί κι αλάτι υποταγής στο νικητή. Η γυναίκα που τον ακολουθούσε από κοντά, χτυπούσε με τις τόσες–δα μικρούλες γροθιές της το φασματικό κεφάλι της, στο ρυθμό του βήματός του, κι έστελνε το βλέμμα της στους πελαργούς που χάνονταν κοπαδιαστά στον ορίζοντα, γίνονταν ένα με τους πράσινους καπνούς που σκέπαζαν το λειψό φεγγάρι με απανωτά μαύρα βέλα. Σταμάτησαν κι οι δυο στον πιο ψηλό βράχο της ακτής, την τελευταία τους πρόθεση. Μα οι ώρες διαδέχονταν η μια την άλλη και δε γινόταν τίποτα. Σώνει και καλά, φαίνονταν πως δεν ήθελαν, δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να πετάξουν το νεκρό μωρό στη θάλασσα. Ώσπου τέλος το άρπαξε μέσα από τα χέρια τους ο ίδιος ο άνεμος. Παρακολούθησαν τότε αγκαλιασμένοι, τις κυματιστές καμπύλες που έγραψε, πέφτοντας στον χαίνοντα πόντο. Ύστερα κοιτάχτηκαν απορώντας, και γύρισαν να τον κοιτάξουν, ποιος ξέρει γιατί. Φαίνονταν έτσι σα να του ζητούσαν κάτι που έχασαν. Αλλά μάλλον θα τον πήραν για κάποιο φάντασμα —πανύψηλος κι ασάλευτος καθώς ήταν μεσ’ στο μακρύ κουρελιασμένο παλτό του— και θα ’πρεπε να σκέφτηκαν μήπως ήταν καιρός να τρομάξουν.

[...]




Το βιβλίο του Πάνου Καραβία Νύχτα εγκληματική με πράσινους καπνούς κρυσταλλωμένους στον ορίζοντα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σκαρίφημα. Από την έκδοση αυτή είναι και η φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση.

Στην εισαγωγική παρουσίαση της νουβέλας ο Στέφανος Ροζάνης σημειώνει μεταξύ άλλων: «Στην “τραγωδία του πεπρωμένου” του Πάνου Καραβία, ο κόσμος μεταλλάσσεται σε φαντασίωμα, σε σπασμωδική σκηνή που παίζεται με κούκλες. Η εγκληματική νύχτα “με πράσινους καπνούς κρυσταλλωμένους στον ορίζοντα” είναι μια Γ κ ο υ έ ρ ν ι κ α του λόγου, γεννημένη από το εφιαλτικό σκηνικό του πολέμου, που κάθε στιγμή διεκδικεί την εσωτερική της αλήθεια ανακαλύπτοντας τους μικρούς τρόμους μέσα στον μεγάλο φόβο, μέσα στη φρίκη των σπλάχνων που εκτρωματικά φωτίζουν την εικόνα του κόσμου ανελέητη. Αυτή η Γ κ ο υ έ ρ ν ι κ α του λόγου αναπαράγει τα ανδρείκελα στη θέση των αλλοτινών “ωραίων ανθρώπων”, τα στήνει ως μόνη παρουσία πάνω στο ξύλινο πόδι τους, και αρχίζει τον μακάβριο χορό μιας περιπέτειας χωρίς περιπέτεια».

Η νουβέλα γράφτηκε στη διάρκεια της Κατοχής, αλλά πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία τον Ιούνιο του 1957 με το ψευδώνυμο Π. Καλέργης και με την υποσημείωση: «Γράφτηκε τον καιρό της κατοχής, κι ήταν έτοιμο να δημοσιευτεί στο περιοδικό “Γράμματα”. Την τελευταία στιγμή το σταμάτησε η χιτλερική λογοκρισία και τα δοκίμια έφτασαν ως τον διευθυντή τύπου Schwörbel που αξίωσε την αφαίρεση τμημάτων του κειμένου. Ο συγγραφεύς το απέσυρε κι έμεινε ίσαμε σήμερα ανέκδοτο».

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Πάνου Καραβία και δείτε ποια βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Jenny Erpenbeck, Ιστορία του γερασμένου παιδιού


[Αποσπάσματα]

























Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από τη δραματοποιημένη ανάγνωση ολόκληρης της νουβέλας Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Τζέννυ Έρπενμπεκ, που πραγματοποιήθηκε για μία ημέρα, την 21η Σεπτεμβρίου 2016, στο Ινστιτούτο Goethe της Αθήνας, με τον γενικό τίτλο “Jenny Erpenbeck, Ιστορία του γερασμένου παιδιού / Έτσι άρχισαν όλα”. 



ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο: Τζέννυ Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Εκδόσεις Ίνδικτος 2004)
Σκηνοθετική επιμέλεια: Στέφανος Ντρέκος
Ηχοτοπίο: Κωνσταντίνος Βήτα
Σκίτσο: Στέλλα Σαρηγιαννίδου
Τεχνική επιμέλεια: Νίκος Δημητρακάκος
Βίντεο: Δημήτρης Μαυροκέφαλος
Διάβασαν οι ηθοποιοί: Μαρία Γεωργιάδου, Ελένη Μολέσκη, Ιωάννα Ραμπαούνη
Ηχογραφημένη φωνή: Ρίτα Λυτού



Θανάσης Δ. Σταμούλης, Ab Ovo

Geopoliticus Child Watching the Birth of the New Man, 1943 by Dali

Το φως του νοσοκομείου είναι τόσο λευκό που δεν μπορείς να το κοιτάξεις. Πέφτει στους τοίχους και αποκαλύπτει τη βρομιά. Δαχτυλιές, φλέματα, προσευχές. Όλα συσσωρεύονται κάτω από το λευκό φως και πολλαπλασιάζονται. Και άμα ανοίξεις τα παράθυρα, το λευκό φως εγκλωβίζεται. Δεν καταφέρνει να βρει διέξοδο. Εγκλωβίζεται στους τοίχους και θαμπώνει. Μετά κυλά στους ανθρώπους και γίνεται αγιάτρευτη αρρώστια.

Η γυναίκα του τελευταίου θαλάμου έχει καταπιεί το λευκό φως. Πεθαίνει. Το λευκό φως έκαψε τα σωθικά της και το πάγκρεάς της αρνείται τη σωτηρία. Κάθε ώρα που περνά καταρρέει μέσα στο σώμα της. Η κατάρρευση είναι αργή. Προκαλεί αφόρητους πόνους. Δίπλα στη καταρρέουσα γυναίκα υπάρχει ένας σύζυγος και δύο κόρες. Της κρατούν το χέρι αλλά δεν κατανοούν τον πόνο της. Και η γυναίκα δεν κατανοεί την επαφή. Προτιμά να παραληρεί. Βρίζει ακατάπαυστα και φαντάζεται ζωές που δεν έχει ζήσει. Και στις φλέβες το αίμα της βράζει. Από το ανοιχτό παράθυρο, ο καλοκαιριάτικος ήλιος πέφτει στο δέρμα της και γίνεται ακατέβατος πυρετός.

Το πάγκρεας της γυναίκας καταρρέει τέσσερις ημέρες. Ο Τάκης όταν βγαίνει από τον θάλαμο λέει στους συγγενείς πως δεν υπάρχει γυρισμός. Ο σύζυγος τον πιστεύει επειδή εμπιστεύεται την ιατρική στολή του. Οι κόρες τον κοιτούν καχύποπτα. Θεωρούν πως σφάλει.

Ο Τάκης γεμίζει το αίμα της γυναίκας παυσίπονα. Προσπαθεί να μετριάσει τον πόνο. Θεωρεί πως έτσι ο θάνατός της θα είναι ανώδυνος.

Την έκτη μέρα, η γυναίκα σιωπά. Οι βρισιές στεγνώνουν και γίνονται σκασμένα χείλια. Ο σύζυγος δεν μπαίνει πια στον θάλαμο. Κάθεται στον διάδρομο και διπλώνει την κοιλιά του επάνω στο περβάζι ενός ανοιχτού παραθύρου. Οι κόρες, όμως, στέκονται δίπλα στο σκασμένο στόμα και στις μασχάλες τους βάζουν παγωμένες κομπρέσες. Ο πυρετός της γυναίκας όμως δεν πέφτει. Είναι σταθερός και γίνεται μουσκεμένες γάζες.

Όταν ξημερώνει η όγδοη ημέρα, η γυναίκα δεν έχει πια στόμα, μάτια, πρόσωπο. Μόνο ρυτίδες που ανήκουν στον πόνο έχει. Και όταν ανοίγει λίγο το στόμα της, μυρίζεις την κατάρρευση. Και οι λέξεις που λέει δεν εμπεριέχουν ελπίδα αλλά αλαλαγμό. Δεν λέει: θέλω να ζήσω, αλλά ψελλίζει: φτώχεια.

Ο σύζυγος στον διάδρομο είναι μακριά. Δεν ακούει τη φωνή. Πιάνει τις κουτσουλιές των περιστεριών με τα χοντρά του δάχτυλα και τις συνθλίβει. Οι κόρες μέσα στον θάλαμο, όμως, όταν ακούνε τη μάνα τους να λέει: φτώχεια, αναθαρρούν. Πιστεύουν πως επιστρέφει στη ζωή.

Καθώς η γυναίκα ξεψυχούσε, άνοιξε τα μάτια. Κοίταξε τις κόρες της και είπε: φτωχοί συγγενείς.





Ab OVo.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη νουβέλα του Θανάση Δ. Σταμούλη (γεν. 1978) Ab Ovo, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ποταμός το 2017. Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο του Θανάση Δ. Σταμούλη.

Με το πρώτο του βιβλίο, Η σκιά στο δέντρο, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ποταμός το 2016, ήταν στη μικρή λίστα υποψηφίων για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του Αναγνώστη.


池莉 (Τσι Λι), Είσαι ένα ποτάμι


Εκείνη τη νύχτα το φεγγάρι ήταν χλωμό. Αμέσως μόλις η Λαλά, βγαίνοντας από το μικρό λιθόστρωτο σοκάκι, άρχισε να περπατάει στις πράσινες πλάκες του μεγάλου δρόμου, ακούστηκε ένα μπαμ κι ύστερα το τσαγάδικο Χάο Γι απέναντι κατέρρευσε μεμιάς. Η γη έτρεμε κι ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης υψώθηκε στον ουρανό μ’ έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Άνθρωποι αναπηδούσαν σαν ποντίκια, ξύλα έπεφταν απ’ το κτίριο στριφογυρίζοντας στον αέρα και πίσω τους, η Λαλά είδε τον άντρα της, λες και κατέβαινε από τον ουρανό, να πέφτει στο καζάνι όπου κόχλαζε το νερό, στη μέση της αίθουσας, ν’ αναπηδάει στο καυτό νερό σαν ψάρι που το βράζουν κι ύστερα με αγριάδα οι φλόγες περικύκλωσαν το εκατόχρονο τσαγάδικο.


Όταν η Λαλά όρμησε προς τις μαινόμενες φλόγες, η Τσιάγκ Σιουτσίγκ της αγκάλιασε τα δυο πόδια.


Η Τσιάγκ Σιουτσίγκ, φημισμένη από τον Γιαγκτσέ ως τον Χαν για τα λυπητερά χουά κού* που τραγουδούσε με την βραχνή φωνή της, πεσμένη καταγής μες στα χαλάσματα, με το πρόσωπο βρώμικο και μάτια που έμοιαζαν μαγεμένα από το θέαμα, κοίταζε λυπητερά την Λαλά.


Η Λαλά εξοργισμένη έβγαλε μια φωνή: «Βρωμοπουτάνα! Δος μου πίσω τον άντρα μου!»


Η Τσιάγκ Σιουτσίγκ, χωρίς να ξεσφίξει τα χέρια, της είπε: «Δεν μπορείς να πας εκεί, κουνιάδα μου».


Η Λαλά, δίχως στιγμή να πάψει να φωνάζει, προσπάθησε ν’ απελευθερώσει τα πόδια της, μ’ αποτέλεσμα να πέσει επάνω στην Τσιάγκ Σιουτσίγκ. Κρατημένες σφιχτά και οι δυό τους κύλησαν πάνω στο δρόμο, ενώ απ’ τα κορμιά τους άρχισε να κυλάει φρέσκο κόκκινο αίμα που όλο και δυνάμωνε σχηματίζοντας λεπτούς μαιάνδρους πάνω στο γρανίτη..


Οι κάτοικοι του οικισμού Μιέν Σουέι τα είχαν χάσει τελείως μ’ αυτή την απροσδόκητη κατάσταση. Σοκαρισμένοι, χρειάστηκαν κάποιο χρόνο πριν πράξουν το παραμικρό. Ώσπου ο έμπειρος από παράξενα συμβάντα –έχοντας περιπλανηθεί σε πόλεις και χωριά πουλώντας τις καραμέλες του–, ο ζαχαροπλάστης Σούν Κουάι, βλέποντας τι είχε συμβεί, έβγαλε μια φωνή κι έτρεξε προς τα εκεί, και τότε μόνο ακολούθησαν και όλοι οι άλλοι.



Η Λαλά έμεινε χήρα στα τριάντα της.


Εκείνη την εποχή είχε εφτά παιδιά. Ο μεγάλος της γιός, ο Τεγού, ήταν δεκατριών χρονών και τα πιο μικρά, τα δίδυμα φυστικάκια της –το αγόρι Φουτσί και το κορίτσι Κουιτσί–, μόλις είχαν κλείσει τα δύο. Επιπλέον ήταν έγκυος, τέσσερεις μήνες και μισό. Όσο ζούσε ακόμη ο ρωμαλέος Γουάγκ Σιενμού η Λαλά δεν είχε σκεφτεί ποτέ το ζήτημα του ελέγχου των γεννήσεων, πίστευε μάλιστα πως μόνο οι πουτάνες δεν θέλουν να γεννούν παιδιά.


Στις 11 Νοεμβρίου του 1964 το πρωί, όταν οι κάτοικοι της Μιέν Σουέι τον έσυραν μέσα από τα συντρίμμια του τσαγάδικου Χάο Γι και τον έφεραν στο σπίτι του, εκείνη, βλέποντας τα εφτά στοματάκια να κλαίνε γοερά, λιποθύμησε.


Η Λαλά συνήλθε την άλλη μέρα το μεσημέρι. Εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο που ετοίμαζε την κηδεία, βγήκε κλεφτά από την πίσω πόρτα, ανέβηκε το μεγάλο φράγμα του ποταμού Σιάγκ κι έκανε πως περπατάει ως το μώλο. Φτάνοντας εκεί, κοίταξε γύρω της και μην βλέποντας κανέναν, σήκωσε το φόρεμα κι αφού το έδεσε γύρω απ’ το πρόσωπό της, έπεσε με το κεφάλι στα νερά του Σιάγκ.


Έλα, όμως, που η τρίτη κόρη της, η Τογκέρ, είναι μια πολύ αποφασιστική κοπέλα. Παρακολούθησε, λοιπόν, στα κρυφά τις κινήσεις της μάνας της. Όταν η μάνα της ήταν πάνω στο φράγμα του Σιάγκ, έτρεξε και το είπε στον θείο της τον Γουάγκ Σιενλιάγκ. Κι αν η μεγάλη μυωπία του Γουάγκ Σιενλιάγκ δεν τον έκανε να σκουντρήσει στο κεφάλι ενός γαιδάρου πάνω στο φράγμα, η Λαλά δεν θα είχε καν προλάβει να πέσει στο νερό.

 

[...]

 

Μετάφραση από τα Κινεζικά: Σωτήρης Χαλικιάς

 

 

 

* (Σ.τ.Μ.) Ένα είδος «δημοτικού τραγουδιού» που χρονολογείται από την Δυναστεία των Νότιων Σογκ (1127-1279). Εκτελείται από έναν άντρα και μία γυναίκα που τραγουδούν και χορεύουν παίζοντας ταυτόχρονα ένα γκονγκ και ένα τύμπανο.



Το παραπάνω απόσπασμα από τη νουβέλα της Τσι Λι (池莉, γεν. 1957) «Είσαι ένα ποτάμι» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Η αυγή αρχίζει στα μισά της νύχτας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος, με πρόλογο και ερμηνευτικές σημειώσεις του Σωτήρη Χαλικιά, ο οποίος μεταφράζει από τα Κινεζικά. Στο ίδιο βιβλίο συμπεριλαμβάνεται και η νουβέλα «Μια βασανισμένη ζωή». 

Στον πρόλογό του ο μεταφραστής αναφέρει μεταξύ άλλων: 

"Αν στην σημερινή Κίνα η δυστυχία των πολλών έχει ως εφαλτήριο τον εξοργιστικό πλουτισμό των λίγων –η προϋπόθεση που θεσπίστηκε από την κομματική και κυβερνητική της ηγεσία, μετά την τραγωδία της «Πολιτιστικής Επανάστασης», ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για την συνολική κοινωνική άνοδο–, η σιωπή για τις δραματικές συνέπειες αυτής της κυνικής επιλογής στην καθημερινή ζωή των θυμάτων της αποτελεί ουσιαστικό διακύβευμα για την ομαλή πορεία των πραγμάτων. Σιωπή που την διακόπτουν μόνο, όταν ξεπεραστεί κάθε υποφερτό όριο, οι βίαιες αντιδράσεις όσων δεν αντέχουν άλλο τις θλιβερές συνέπειες της «νέας πορείας». Αντιδράσεις που επιτρέπουν ωστόσο να φανεί το αβυσσαλέο χάσμα που συνεχώς διευρύνεται ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της Κίνας, αλλά και στις ομάδες που συγκροτούν τον ολοένα και πιο άνισο ιστό της νέας κοινωνίας της. Κι αν ένας μεγάλος αριθμός των πνευματικών ανθρώπων αυτής της χώρας μοιάζει με τον ένα η τον άλλο τρόπο να έχει αποδεχτεί αυτήν την πραγματικότητα στο όνομα των «εκσυγχρονιστικών» επιτευγμάτων που επιδιώκονται –η αντιδρά μόνο ως προς την υστέρηση που ενδεχομένως παρουσιάζει η εξέλιξη σε σχέση με τα δυτικότροπα, αγγλοσαξωνικά κυρίως, πρότυπά τους–, λίγοι είναι ανάμεσά τους όσοι επικεντρώνουν το έργο τους στις δυσκολίες και τα βάσανα εκείνων που, κατά χιλιάδες, συνεχώς ξεβράζει στην παλιρροική πορεία της η σύγχρονη ετούτη σινική εκδοχή «πρωταρχικής συσσώρευσης».

Αυτή είναι όμως η περίπτωση της Τσι Λι, από την πρώτη της νουβέλα έως σήμερα. Μέσα από την νεορεαλιστική, θα λέγαμε, γραφή της, είναι απολύτως φανερή η θέρμη με την οποία αγκαλιάζει τους βασανισμένους χαρακτήρες των βιβλίων της, επιτυγχάνοντας επιπλέον, με την χαρακτηριστική λιτότητα της έκφρασής της –λιτότητα που πληγώνει ωστόσο βαθιά, καθώς οι λέξεις των κειμένων της μοιάζει να βγαίνουν απ’ τον ιδρώτα και τις πίκρες των ανθρώπων που είναι οι ήρωές τους– αυτό που με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να πετύχει η επιδεικτική κομπορρημοσύνη πολλών από τους σύγχρονους συναδέλφους της, τόσο επιφανών όμως στη Δύση. Ίσως αυτό να το οφείλει πάνω απ’ όλα στην ιατρική της πρακτική. Στη διάρκεια, με άλλα λόγια, της εργασίας της ως γιατρού στο Νοσοκομείο της Γουχάν, ενός από τα πιο σημαντικά βιομηχανικά κέντρα της Κίνας, η Τσι Λι γνώρισε από πρώτο χέρι τις νέες συνθήκες ζωής κυρίως των βιομηχανικών εργατών, των ανθρώπων που –για λόγους που μπορούμε τόσο καλά να φανταστούμε– από την μια πλευρά διαθέτουν την περηφάνια των παλιών ιδιοκτητών κι από την άλλη εκφράζουν την θλίψη εκείνων που τους πέταξαν πιά έξω από το σπίτι. Άνθρωποι, δηλαδή, που ως κοινωνική ομάδα αισθάνθηκαν προκαταβολικά τις θύελλες που έρριχνε επάνω στους κατοίκους αυτής μαρτυρικής χώρας η νέα περίοδος της μεταρρύθμισης, προκαλώντας ιδιαίτερη ανησυχία για τη ζωή τους από εδώ και πέρα.

Όπως παλιότερα ο Λού Σουέν, έτσι και τώρα η Λι Τσι πήρε το δρόμο της λογοτεχνίας μέσα από τις εμπειρίες του ιατρικού επαγγέλματός της. Αν ο Λού Σουέν, ωστόσο –μπροστά στην σοβαρότητα της «ψυχικής διαταραχής» που συνιστούσε στο πνευματικό στερέωμά του η παραδοσιακή νοοτροπία των συμπατριωτών του–, θεώρησε απαραίτητο ν’ αφήσει οριστικά στην άκρη την ιατρική πρακτική και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην λογοτεχνική αποστολή του, η Τσι Λι, αντιθέτως, θεώρησε το ιατρικό της λειτούργημα απαραίτητη πηγή και τροφοδότη των βιβλίων της κι έτσι δεν το άφησε ποτέ.

Διαβάζοντας τα κείμενά της –μεστά και συνοπτικά σαν να μην επιτρέπει στον εαυτό της να μακρηγορήσει όταν πρόκειται για την αθλιότητα που οφείλει κλινικά σχεδόν να περιγράψει– έχεις έντονα την ακόλουθη αίσθηση: ιδού η αληθινή ζωή σ’ αυτήν την τόσο ιδιαίτερη περίοδο της χώρας που μόλις δύο δεκαετίες πριν αποτέλεσε το πεδίο του πιο ριζοσπαστικού εγχειρήματος κοινωνικής ισότητας, για να μετατραπεί στις μέρες μας σε μια από τις πιο βάρβαρα άνισες κοινωνίες. Κείμενα ωστόσο που στην κάθε τους γραμμή σε κάνουν να συγκινηθείς απ’ το οικείο, το απλό, το τραγικό, το ελαφρύ στοιχείο που έχει η ίδια η ζωή, νιώθοντας παράλληλα τη ζεστασιά της, όπως την ένιωσε, πρώτη απ’ όλους, η συντάκτριά τους. Με λίγα λόγια η Τσι Λι, από τη μια πλευρά παρατηρεί προσεχτικά τη ζωή των ανθρώπων για τους οποίους αποφάσισε να μας μιλήσει, από την άλλη όμως μιλάει η ίδια μέσα από τα σωθικά της κατορθώνοντας έτσι να αγγίξει τις καρδιές και όσων την διαβάζουν, με τρόπο που γεφυρώνει αντιλήψεις κι εμπειρίες. Όπως ρητά έχει δηλώσει η ίδια, παίρνοντας τις αποστάσεις της από μια ορισμένη οπτική: «η ζωή που είναι μπροστά μας σήμερα δεν είναι η ζωή που βρίσκεις στην επιφανή λογοτεχνία»".

Αλέξανδρος Κ., ...πέρα απ’ την καρατομημένη νοσταλγία... (μία ανάγνωση)

 Berliner Mauer

Ο νεολογισμός που εμφανίστηκε στη γερμανική γλώσσα μετά την πτώση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας και την ένωσή της με τη μητέρα Γερμανία, η περιβόητη, παρεξηγημένη και ως έναν βαθμό υποτιμητική «Ostalgie» («Ost»= «Ανατολή», «ανατολικός», πρβλ. «Ostblock», «Ostdeutschland», «Ostberlin»), είναι ένα γλωσσικό απομεινάρι της γερμανικής «Nostalgie» που έχασε το αρχικό της Ν· ουσιαστικά όμως είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει ο σχηματισμός της: μία καρατομημένη νοσταλγία, για να εκφράζει τον ψυχικό πόνο που γεννά ο αδύνατος πλέον γυρισμός σε μια πατρίδα που μπορεί γεωγραφικά να διευρύνθηκε ρίχνοντας τα τείχη της, αλλά ψυχολογικά ισοπεδώθηκε.

 

Ίσως είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί η χώρα που εμείς αποκαλούσαμε στα Ελληνικά «Ανατολική Γερμανία» –ή «Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας» κατ’ αναλογία με την «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας»– για τους πολίτες της χώρας εκείνης ονομαζόταν «Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία». Ίσως επίσης δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε, πόσο μάλλον να αισθανθούμε, γιατί όταν η Δυτικογερμανίδα δημοσιογράφος ρωτά την Τζέννυ Έρπενμπεκ αν είναι γέννημα-θρέμμα Ανατολικοβερολινέζα, η συγγραφέας απαντά: «Θα έλεγα μάλλον από το Βερολίνο της Γ.Λ.Δ.».

 

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βερολίνο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας δεν αρνείται απλώς ευγενικά να αποδεχθεί τους όρους που έχει επιβάλει στην καθημερινή γλώσσα η ισχυρή Δυτική Γερμανία, αλλά μοιάζει περισσότερο να πασχίζει να διατηρήσει την ψυχολογική υπόστασή της, την παιδική, εφηβική και νεανική της ηλικία, αρνούμενη να αποδεχθεί χάριν του διαλόγου τον ετεροπροσδιορισμό και μία ψευδή ταυτότητα που δεν είχε ποτέ.

 

Στα δεκατέσσερά της χρόνια η Τζέννυ Έρπενμπεκ άκουσε από τη γιαγιά της, τη μυθιστοριογράφο Hedda Zinner, την παράξενη ιστορία κάποιας θαυμάστριά της, που ήταν τρόφιμος σε ένα ίδρυμα για παιδιά στη Δρέσδη. Η Hedda Zinner γνώρισε από κοντά το νεαρό κορίτσι και στη συνέχεια αλληλογραφούσε μαζί του, συμβουλεύοντάς το στα προβλήματά του, ενώ είχε ζητήσει και από μία εγγονή της που έμενε επίσης στη Δρέσδη να επισκέπτεται το κορίτσι και να του κρατά συντροφιά. Όταν κάποτε το κορίτσι χρειάστηκε να υποβληθεί σε κάποια εγχείρηση, η δημοφιλής συγγραφέας της Γ.Λ.Δ. φρόντισε να βρεθεί ένας καλός γιατρός. Το κορίτσι όντως εγχειρίστηκε, αλλά όταν η ηλικιωμένη συγγραφέας το επισκέφθηκε στο νοσοκομείο, προς μεγάλη της έκπληξη πληροφορήθηκε από τον γιατρό ότι από κάποιες εξετάσεις που έγιναν στο κορίτσι αποδείχθηκε ότι δεν μπορεί να ήταν δεκατεσσάρων, όπως ισχυριζόταν, αλλά τουλάχιστον τριάντα χρόνων. Η ηλικιωμένη συγγραφέας απογοητεύθηκε πάρα πολύ από το «ψέμα» του κοριτσιού που δεν ήταν κορίτσι και διέκοψε κάθε επαφή μαζί του. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία κλινική περίπτωση ψυχοπαθολογίας, απλώς η τριαντάχρονη γυναίκα, που είχε επιστρέψει στην εφηβική της ηλικία, είχε καταφέρει να πείσει εκτός από τον εαυτό της και πολλούς άλλους.

 

Το 1995, έξι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και έναν χρόνο πριν από τον θάνατο της Hedda Zinner, η 28χρονη σκηνοθέτις όπερας και μουσικού θεάτρου Τζέννυ Έρπενμπεκ αποφάσισε να ασχοληθεί συγγραφικά με την ιστορία που είχε ακούσει από τη γιαγιά της. Θέλοντας ωστόσο να ερευνήσει τις σχέσεις που αναπτύσσουν οι έφηβοι μαθητές με μία ενήλικη γυναίκα που δηλώνει και θεωρείται συνομήλική τους, αλλά και να μάθει η ίδια «πόσο δύσκολο είναι να απεκδυθεί κανείς την ιστορία του σαν πανωφόρι, και τι βάρος έχει το να ξεχνάς», θα έρθει σε συνεννόηση με τη διευθύντρια και με κάποιους από τους καθηγητές του Γυμνασίου Λέσσινγκ – στο Βένντινγκ του πρώην Δυτικού Βερολίνου– και θα επιστρέψει για έναν μήνα στα θρανία ως 17χρονη μαθήτρια.

 

Η δική της Ιστορία του γερασμένου παιδιού εκδόθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1999, τη χρονιά δηλαδή που συμπληρώνονταν δέκα χρόνια από την πτώση του Τείχους, και έγινε δεκτή με διθυραμβικές κριτικές, ενώ δικαιολογημένα κάποιοι μίλησαν για παραβολή, ισχυρισμό τον οποίο ενισχύει και η απουσία του οριστικού άρθρου πριν από τη λέξη Ιστορία στον τίτλο του βιβλίου. Άλλωστε η συγγραφέας φροντίζει να μας δώσει κάποια στοιχεία που ενισχύουν την πολιτική διάσταση της νουβέλας. Ο συγγραφέας που εξετάζεται στο μάθημα της γλώσσας είναι ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και συγκεκριμένα το θεατρικό έργο του Ο κύριος Πουντίλα και ο δούλος του ο Μάττι· η ταινία που προβάλλεται στο ίδρυμα δεν είναι άλλη από την ταινία Soy Cuba (Είμαι η Κούβα) του Σοβιετικού σκηνοθέτη Μιχαήλ Καλατόζωφ που πραγματεύεται την επανάσταση στην Κούβα· ένα καλλιτεχνικό πάντρεμα που μοιραία συνδυάζει εκ των πραγμάτων πια την πρώτη και την τελευταία εναπομείνασα χώρα του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η πόλη όπου βρίσκεται το ίδρυμα δεν είναι άλλη από τη Δρέσδη, την οποία ισοπέδωσαν οι Σύμμαχοι με τους βομβαρδισμούς του Φεβρουαρίου του 1945. Η αλλόκοτη, σκληρή και μελαγχολική Ιστορία του γερασμένου παιδιού μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί ως Ιστορία της Γ.Λ.Δ. και ως μία απάντηση στην καρατομημένη νοσταλγία που επινόησαν οι Δυτικοθρεμμένοι ειδικοί και η βιομηχανία του μάρκετινγκ.

 

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ μοιάζει να υπερασπίζεται πεισματικά τη γοητεία του τερατώδους, δεν ωραιοποιεί το παρελθόν, αλλά ούτε το αποποιείται, το απογυμνώνει, του κατεβάζει το «συλλογικό βρακί» και το καταθέτει ως προσωπική εμπειρία, ως βιωμένο παρελθόν, ως μία καταδικασμένη εκ των προτέρων αντίσταση, που πέρα από την πρώτη ανάγνωσή της αντιστέκεται σ’ αυτό ακριβώς που φαίνεται να ιστορεί: τη λήθη.

 

 

 

 

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού Το κείμενο του Αλέξανδρου Κυπριώτη «...πέρα απ’ την καρατομημένη νοσταλγία... (μία ανάγνωση)» συμπεριλαμβάνεται ως επίμετρο του μεταφραστή στο βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ Ιστορία του γερασμένου παιδιού (Εκδόσεις Ίνδικτος, 2004). Αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ και κάποιες κριτικές για τη γερμανική και ελληνική έκδοση βρίσκετε εδώ.

O Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει μεταφράσει Thomas Mann, Franz Kafka, Botho Struass, Jenny Erpenbeck, Elfriede Jelinek, Mario Wirz, Terezia Mora, κ. ά. Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στο blog Logotexnia21 ως Αλέξανδρος Κ. τον Δεκέμβριο του 2009. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μ' ένα καλό ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Διαβάστε στις σελίδες της Logotexnia21 όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ.

Η δημοσίευση αυτή γίνεται με αφορμή τη θεατρική διασκευή της νουβέλας της Τζέννυ Έρπενμπεκ, έντεκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της στα Ελληνικά, η οποία παίζεται από τις 12 Δεκεμβρίου 2015 στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Jenny Erpenbeck, Ιστορία του γερασμένου παιδιού

Fernando Botero - Mona Lisa

Όταν το βρήκανε, στεκότανε νυχτιάτικα μες στο δρόμο, μ’ έναν άδειο κουβά στο χέρι, σ’ έναν εμπορικό δρόμο, και δεν έλεγε τίποτα. Όταν ύστερα το πήρε η αστυνομία, το ρωτήσανε για υπηρεσιακούς λόγους πώς ονομάζεται, πού κατοικεί, ποιοι είναι οι γονείς του, ποια η ηλικία του. Δεκατεσσάρων χρονών είναι, απάντησε το κορίτσι, αλλά το όνομά του δεν ήξερε να το πει, κι ούτε πού ήτανε το σπίτι του. Οι αστυνομικοί αρχικά μιλάγανε στον πληθυντικό στο κορίτσι, αλλά τώρα του μιλάγανε στον ενικό. Λέγανε: πρέπει να ξέρεις από πού έχεις έρθει, πού ήσουνα πριν, προτού βγεις εδώ μες στο δρόμο με τον άδειο τον κουβά σου. Το κορίτσι απλώς δεν μπορούσε να θυμηθεί, δεν μπορούσε να θυμηθεί την αρχή. Ήτανε πεντάρφανο, κι όλα όσα είχε κι ήξερε ήταν ο άδειος ο κουβάς που κράταγε στο χέρι του, που κράταγε ακόμα στο χέρι του, όσο το ανέκρινε η αστυνομία. Κάποιος απ’ τους αστυνομικούς πήγε να το προσβάλει το κορίτσι κι είπε: Καλός κουβάς, πάντως. Αλλά το κορίτσι δεν κατάλαβε ότι έπρεπε να προσβληθεί, κι απλώς απάντησε: Ναι.

 

Οι έρευνες δεν απέδωσαν τίποτα. Βέβαια το κορίτσι ήταν υπαρκτό με όλο του το ύψος και το πάχος, όσον αφορούσε όμως την καταγωγή και την ιστορία του το περιέβαλλε με τέτοιο τρόπο το τίποτα, που η ύπαρξή του απ’ την αρχή κόλλαγε σε κάτι απίστευτο. Το κορίτσι είχε ξεμείνει. Οπότε του πήρανε τον κουβά του, το πιάσανε απ’ το παχύσαρκο χέρι του και το δώσανε στο ίδρυμα για παιδιά.

 

Το κορίτσι έχει ένα μεγάλο πρόσωπο με λεκέδες, που μοιάζει με φεγγάρι που πέφτουνε πάνω του σκιές, έχει φαρδιούς ώμους σαν κολυμβήτρια, κι από τους ώμους προς τα κάτω είναι σαν μονοκόμματο, ούτε φούσκωμα υπάρχει εκεί που έπρεπε νά ’ναι τα στήθη, ούτε κόψιμο στο ύψος της μέσης. Τα πόδια είναι δυνατά, και τα χέρια, κι ωστόσο το κορίτσι δεν κάνει καμμία πειστική εντύπωση, αυτό μπορεί να οφείλεται στα μαλλιά του. Τα μαλλιά αυτά δεν είναι ούτε μακριά ούτε κοντά, στο σβέρκο είναι ξεφτισμένα, κι ούτε καστανά είναι, ούτε και πραγματικά μαύρα, είναι στην καλύτερη περίπτωση τόσο μαύρα όσο μια σημαία πού ’χει μείνει κρεμασμένη για πάρα πολύ στον ήλιο κι έχει ξεθωριάσει εντελώς απ’ αυτό, κάποιες φορές δείχνουνε σχεδόν γκρίζα. Το κορίτσι κινείται αργά, κι όταν καμμιά φορά δεν κινείται αργά, μικρές σταγόνες ιδρώτα εμφανίζονται στη ράχη της μύτης του. Το κορίτσι ξέρει ότι είναι πάρα πολύ ανεπτυγμένο, γι’ αυτό μαζεύει το κεφάλι. Γέρνει το σώμα του, λες και μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να συγκρατήσει μια μεγάλη δύναμη που μαίνεται στα σωθικά του.

 

Το ίδρυμα για παιδιά, στ’ οποίο έδωσε η αστυνομία το κορίτσι, είναι το πιο μεγάλο της πόλης. Βρίσκεται στον πιο ακρινό τομέα αυτής της πόλης, στον τομέα που συνορεύει με το δάσος, αποτελείται από διάφορα κτήρια, που είναι μοιρασμένα σ’ ένα αχανές κτήμα μ’ αθέατα σημεία. Εδώ υπάρχουνε εστίες, ένας παιδικός σταθμός, ένα σχολείο για τις κατώτερες κι ένα για τις ανώτερες τάξεις, επίσης ένα μαγειρείο, ένα γυμναστήριο, μία αίθουσα εκδηλώσεων, μία πλατεία από μπετόν, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, και καλύβες, όπου στεγάζονται διάφορα εργαστήρια – εκεί πρέπει να μάθουνε οι μαθητές να δουλεύουνε σκληρά, όπως θα το απαιτεί απ’ αυτούς η ζωή. Γύρω απ’ όλα αυτά είν’ ένας φράχτης, ένας φράχτης με μία και μοναδική πύλη, που τη φυλάει ένας θυρωρός, μ’ αυτόν πρέπει να μιλήσει κανείς, άμα θέλει να βγει από το ίδρυμα έξω ή να μπει στο ίδρυμα μέσα. Από αυτή την πύλη έρχονται το σαββατοκύριακο επίσκεψη οι παραμελημένοι ή ευκατάστατοι γονείς, γονείς που κλαίνε και που δεν κλαίνε, για κάποια παιδιά βέβαια δεν έρχονται από αυτή την πύλη ούτε παραμελημένοι ούτε ευκατάστατοι γονείς, ούτε που κλαίνε ούτε και κάποιοι άλλοι. Από αυτή την πύλη έρχονται και ξένοι που θέλουνε να γίνουνε γονείς, έρχονται για να δούνε παιδιά, αλλά για κάποια παιδιά δεν έρχονται ούτε κι αυτοί. Υπάρχουνε παιδιά, τόσο ακάθαρτα, τόσο τεράστια ή τραχιά, που ούτε καν χρειάζεται ν’ απορρίπτονται, ούτε που τα βλέπουνε, επειδή δεν χωράνε από το κόσκινο που τα περνάνε για την επιλογή. Είναι εκεί, αλλά να τα δούνε δεν μπορούνε. Μ’ αυτά θα πάει αναμφισβήτητα και το κορίτσι. Ωστόσο η αφάνειά του λειτουργεί λες κι είναι πιο πρωταρχικής φύσης – ολόκληρη η μορφή τού κοριτσιού είναι τόσο σκεβρωμένη, ακόμα και το περπάτημά του είναι τόσο σκεβρωμένο, που ο καθένας που θά ’θελε να το πιάσει από το χέρι, θα ψαχούλευε όντως ένα τίποτα.

 

Αυτή τη ζεστή ακόμα μέρα του φθινοπώρου θα μπορέσει λοιπόν να περάσει εντελώς ήσυχα από το γήπεδο με τ’ αραιό γρασίδι, έστω κι αν στις άκρες του κάθονται οι γονείς ή εκείνοι που θέλουνε να γίνουνε γονείς στα ξύλινα μαδέρια, με τα οποία είναι περίκλειστο το γήπεδο. Γιατί βέβαια οι γονείς ή εκείνοι που θέλουνε να γίνουνε γονείς καρφώνουνε τα μάτια τους σ’ αυτό το γήπεδο και παρατηρούνε τα παιδιά τους ή εκείνα που πρόκειται να γίνουνε παιδιά τους σε διάφορα παιχνίδια – το κορίτσι όμως δεν το προσέχουνε, λες και το ’χει κάνει κάποια νεράιδα άτρωτο στα βλέμματά τους. Κανένας απ’ τους παραμελημένους γονείς κι εκείνους που κλαίνε και τους άλλους, ούτε κάποιος απ’ τους ξένους που θέλουνε να γίνουνε γονείς θα το δει να περνάει από το γήπεδο. Έτσι το έχει σκεφτεί. Έτσι όπως άλλοι πασχίζουνε να δραπετεύσουν από μια περίφραχτη περιοχή, από φυλακή, στρατόπεδο εργασίας, τρελοκομείο ή στρατώνα, ακριβώς αντίθετα το κορίτσι τρύπωσε σε μια τέτοια περίφραχτη περιοχή, σ’ ένα ίδρυμα για παιδιά δηλαδή, και δεν υπάρχει ούτε καν μία πιθανότητα να έρθει σε κάποιον η ιδέα να τ’ οδηγήσει και πάλι από την πύλη έξω, να το πετάξει στον κόσμο πίσω.

 

Έτσι περνάει λοιπόν με μεγάλη άνεση από το γήπεδο και ροκανίζει, ενώ περνάει από το γήπεδο, το νύχι του. Κι όταν ακριβώς την πρώτη μέρα, ενώ περνάει από το γήπεδο και ροκανίζει το νύχι του, το σκουντάει ένας μικρός, έτσι που εκείνο πέφτει σχεδόν κάτω και πρέπει να βάλει το χέρι του να στηριχτεί στο έδαφος, αρχίζει βέβαια για μια μικρή στιγμή τ’ αναφιλητά, αλλά δεν το πειράζει που το κάνει αυτό. Γιατί το ότι το σκουντάει ένας μικρός, για να πέσει μες στις βρομιές, και το σκουντάει τόσο πολύ, που αναγκάζεται ν’ αρχίσει τ’ αναφιλητά, ξυπνάει στο κορίτσι την ελπίδα ότι θα του επιτραπεί να καταλάβει μία απ’ τις κατώτερες θέσεις στην εσωτερική σχολική ιεραρχία, πιθανότατα μάλιστα την κατώτερη, κι η κατώτερη θέση είναι πάντοτε η πιο σίγουρη, δηλαδή ακριβώς εκείνη που στα αιτήματά της εν πάση περιπτώσει θα μπορεί ν’ αντεπεξέρχεται. Έτσι δεν σκουπίζει τις βρομιές από το χέρι του, αλλά συνεχίζει να περπατάει και συνεχίζει τ’ αναφιλητά λιγάκι ακόμα κι ύστερα αρχίζει να ροκανίζει πάλι το νύχι του, που τώρα είναι βρόμικο.

 

Όταν για πρώτη φορά το οδηγήσανε στο δωμάτιό του, που κατά κύριο λόγο είν’ ένας κοιτώνας που πρέπει να τον μοιράζεται με άλλα τρία κορίτσια – εκείνη ήτανε μια απ’ τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στη ζωή του. Δεν υπήρχε καμμία αταξία σ’ εκείνο το δωμάτιο – μόνο τέσσερα κρεβάτια, το κάθε ένα σ’ έναν από τους τέσσερεις τοίχους, και τα τέσσερα στρωμένα καθαρά, και δίπλα τους από μια καρέκλα κι από ένα σιδερένιο ερμάρι. Στο ερμάρι πάει το δέμα με τα ρούχα της βδομάδας, και τα βιβλία του σχολείου και τα τετράδια πάνε εκεί, και τα λίγα προσωπικά αντικείμενα που μαζεύει κάποιο παιδί ή που, όταν έχει κάνει αρκετή οικονομία, τ’ αποκτάει με το χαρτζιλίκι του. Τα τελευταία συχνά τα κλέβουνε πάλι ασφαλώς απ’ το παιδί που κάνει τόση οικονομία. Τα ερμάρια δεν κλειδώνουνε, είναι ζήτημα αρχής αυτό. Έχει να κάνει με τη συντροφική συμβίωση. Όλα τα πράματα που έχει φέρει μαζί του το παιδί κατά την εισαγωγή του πρέπει να τα παραδώσει. Θα πεταχτούνε, γιατί το ίδρυμα κάνει μια εντελώς καινούργια αρχή.

 

[...]

Όταν ύστερα φτάνει σε μια τέτοια κατάσταση, ντυμένο μ’ εκείνον ακριβώς το διανεμημένο ρουχισμό όπως όλοι οι άλλοι εδώ και στον ίδιο βαθμό καθαρό όπως όλοι οι άλλοι, κοιτάζει γύρω του να βρει έναν καθρέφτη. Θέλει να παρατηρήσει τον ίδιο του τον εαυτό στην καινούργια του ζωή, θέλει να δει αν έχει αλλάξει το πρόσωπό του εξαιτίας της αρχής της καινούργιας αυτής ζωής, μέλλει όμως να διαπιστώσει ότι στο δωμάτιό του καθρέφτης δεν υπάρχει. Θα τριγυρίσει και θα προσέξει ότι ούτε στην τουαλέτα ούτε σε κάποιο διάδρομο, ούτε πουθενά αλλού στο ίδρυμα είναι κρεμασμένος κάνας καθρέφτης. Τελικά, με το προαίσθημα κιόλας κάποιας ενοχής και γι’ αυτό όσο το δυνατόν αδιάφορα θα ζητήσει έναν καθρέφτη κι αμέσως θα μάθει ότι η φιλαρέσκεια είναι ένα απ’ τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, μαντάμ. Και μολονότι η κατηγορία που εμπεριέχεται σε τούτη την απάντηση προέρχεται απ’ το ότι η εκπαιδεύτρια είναι εντελώς τυφλή για τη φύση των αιτίων που κάνανε το κορίτσι ν’ αναζητήσει, και τελικά μάλιστα να ζητήσει, έναν καθρέφτη, η απόκριση φωτίζει βέβαια την αρχή απ’ την οποία διέπεται αυτό το περίφραχτο ίδρυμα, και το κορίτσι δεν γνωρίζει πιο ευτυχισμένη κατάσταση από ’κείνη στην οποία το φέρνει η θέα της αρχιτεκτονικής μίας αρχής. Πιο φωτεινή και πιο ωραία θέα δεν γνωρίζει.

 

[...]

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

 

 

Τζέννυ Έρπενμπεκ - Ιστορία του γερασμένου παιδιού Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το πρώτο βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ Ιστορία του γερασμένου παιδιού, γραμμένο το 1999, που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά το 2004 από τις Εκδόσεις Ίνδικτος.  Η πρώτη έκδοση του βιβλίου στα Γερμανικά έγινε δεκτή με θερμότατες κριτικές. Ο Matthias Schreiber έγραψε στο Der Spiegel: «Υπάρχουν θαυμάσιες προτάσεις που όμοιές τους δεν έχουμε διαβάσει σε κανένα άλλο βιβλίο. Ένα αξιομνημόνευτο ντεμπούτο», ενώ η Annegret Stein έγραψε για τη συγγραφέα στη Handelsblatt με αφορμή το βιβλίο: «Σκηνοθέτις και συγγραφέας best-seller: η Τζέννυ Έρπενμπεκ είναι παιδί-θαύμα και πολυτάλαντη συγχρόνως». Η Verena Auffermann έγραψε στη Süddeutsche Zeitung: «Το μικρό βιβλίο με το οποίο η Τζέννυ Έρπενμπεκ κάνει το ντεμπούτο της, κινούμενο από τη δύναμη και τη σκοτεινότητα του Κάφκα και διαποτισμένο από το πολιτικό σύστημα της νεανικής της ηλικίας, είναι ένα βιβλίο, που δεν ταιριάζει στην εποχή της ξέφρενης διασκέδασης. Είναι ζοφερό και σοβαρό, ευφυές και εκπληκτικό» και η Isabel Wirtz στη Berliner Zeitung: «Για την ποιητική Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Τζέννυ Έρπενμπεκ υπάρχει ένα μυστικό. Η συγγραφέας δημιούργησε έναν θηλυκό Κάσπαρ Χάουζερ, ένα πλάσμα χωρίς ταυτότητα. [...] Στο λογοτεχνικό της ντεμπούτο η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία μίας οπισθοχώρησης από τον κόσμο. Περιγράφει την απεγνωσμένη προσπάθεια ν’ αποκοπεί το παρελθόν απ’ το μέλλον και να σταματήσει ο χρόνος». Με εξίσου θερμές κριτικές έγινε δεκτή και η έκδοση του βιβλίου στα Ελληνικά. Ο Τάσος Γουδέλης έγραψε μεταξύ άλλων στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: "Η γλώσσα της δαιμόνιας Ερπενμπεκ σκάβει βαθιά και απρόβλεπτα. Σπάνια συναντάς σήμερα ανάλογη γραφή, κοπής αδαμάντων, σκληρής απόστασης και σωτήριας εγγύτητας μαζί. Στο βάθος περνάει η σκιά του ντοστογιεφσκικού «Ηλίθιου» και του αληθινού ομολόγου του «Γκάσπαρ Χάουζερ»: «προγλωσσικών» όντων που αποτελούν τον κρυφό καθρέφτη της έλλογης ανθρωπότητας. Λαμπρή η μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη". Ο Κωστής Παπαγιώργης έγραψε στο ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ: «Η Έρπενμπεκ έχει κάνει όρκο να μην ξεστομίσει καμιά κοινοτοπία, κανέναν κοινόλεκτο ψυχολογισμό· και τον κρατάει». Η Σοφία Νικολαΐδου έγραψε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ: «Το κείμενό της αναπαριστά με αφηγηματική δύναμη τον άγριο, νοσηρό, σκληρό, ακατάδεκτο κόσμο των ανηλίκων. Τα παιδιά δεν καμουφλάρονται ως καλοκάγαθοι άγγελοι. Δείχνουν τα νύχια τους. H Έρπενμπεκ γράφει το ρέκβιεμ της παιδικής ηλικίας, χωρίς γλυκερές ωραιοποιήσεις», ενώ η Φωτεινή Τσαλίκογλου σημείωσε, επίσης στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ: «Φόβος, τρυφερότητα, αποτροπιασμός, έλξη, απορία, αμηχανία, τρόμος. Είναι τα συναισθήματα που σε κατακλύζουν. Με μια ποιητική και συνάμα σκληρή και ασθμαίνουσα γλώσσα και με μια θαυμάσια μετάφραση που αναδεικνύει το νόημα, τον ήχο, τη μουσική, ακόμα και τη σιωπή των λέξεων, το γερασμένο παιδί αφυπνίζει τις κοιμισμένες αισθήσεις σου, τις τακτοποιημένες σε ένα ερμάρι σκέψεις σου. [...] Συμπύκνωση, μεταμφίεση, μεταφορά, όλα τα υλικά του ονείρου είναι εδώ. [...] Δεν έχει καταγωγή. Μια ακραία οριακή κατάσταση μοιάζει να έχει κάποτε ζήσει το κορίτσι. Και αυτό το Ακραίο, και αυτό το Κάποτε, που άρρητα φωλιάζει μέσα του και ποτέ δεν αναφέρεται, είναι συνεχώς παρόν, διατρέχει το βιβλίο, συγκλονίζει τη γραφή, δυναμιτίζει τη σκληρή, αποστασιοποιημένη γλώσσα. H ιστορία του γέρικου παιδιού θα μπορούσε να ήταν η ιστορία μιας αρχαίας καταστροφής. Ειπώθηκε ότι πρόκειται για μια πολιτική αλληγορία, ένα βιβλίο που δηλώνει τις περιπέτειες της επανενωμένης και άλλοτε διαιρεμένης Γερμανίας. Τι σημασία έχει όμως να ερμηνεύσουμε το βιβλίο μέσα από μια τέτοια αναγωγή; Πολιτική ή ατομική αλληγορία; H σπαραχτική περιπέτεια μιας χώρας ή μιας ατομικής ύπαρξης; Σημασία έχει να αφηγηθείς την ιστορία έτσι όπως καταφέρνει η συγγραφέας να κάνει».

Η δημοσίευση αυτή γίνεται με αφορμή τη θεατρική διασκευή του βιβλίου, έντεκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του στα Ελληνικά, η οποία θα παίζεται από τις 12 Δεκεμβρίου 2015 στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Διαβάστε στις σελίδες της Logotexnia21 όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ.