Μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα κιόλας, θα κάνω την απόπειρα να περιγράψω το χωριό. Θα σκεφτώ με τι ν’ αρχίσω, με το Πάνω Χωριό, με το Κάτω Χωριό, με το νεκροταφείο, με το δάσος. Ή με τις σπηλιές που ’ναι πάνω ψηλά στο Όρος των Ελαιών, νερό, έτσι λέει η παράδοση, γιόμισε τον κόλπο της κοιλάδας, όπως κάνει ενίοτε η ομίχλη τώρα, στους βράχους υπήρχαν κάποτε κρίκοι, στους κρίκους ήτανε δεμένες βάρκες, ενώ στην πραγματικότητα ένα είναι σίγουρο μόνο, ότι, δηλαδή, οι σπηλιές εκείνες ήταν το καταφύγιο για τις ορδές των κυνηγών μετά την εποχή των παγετώνων
τελικά θα ξεκινήσω με την άποψη από ψηλά, μ’ αυτά που βλέπει ένα πουλί από ψηλά ή ένας επιβάτης αεροπλάνου απ’ το παράθυρό του, μαύρο δάσος στη μια πλευρά της κοιλάδας, με πράσινο απ’ τις οξιές στις παρυφές του, δάσος με οξιές και στην άλλη πλευρά, διάσπαρτο από σφένδαμους και λάρικες
περνώντας στους αμπελώνες, και στη βάση της κοιλάδας το χωριό, ανάμεσα σε λειμώνες κι οπωροφόρα δέντρα, τον επιβλητικό θόλο απ’ τις φλαμουριές του σπιτιού υπ’ αρ. 84 και τα πολλά γυάλινα παράθυρα του ανθοκομείου
θα τα περιγράψω όλ’ αυτά και θα μιλήσω ιδιαίτερα αναλυτικά για τις πλαγιές με τους αμπελώνες, που για πολλές δεκαετίες ήτανε παραμελημένες, ακαλλιέργητη γη και χωραφάκια με πατάτες εδώ κι εκεί
που τώρα όμως είναι φυτεμένες πάλι και τις διασχίζουνε γαλάζιοι ασφαλτόδρομοι. Επί τη ευκαιρία θ’ αναφέρω επίσης πως πριν από πολλά χρόνια, αλλά ήδη στα χρόνια τα δικά μου, τα σταφύλια τα πατούσαν ακόμη με τα πόδια ή τα περνούσαν απ’ το δρύινο πιεστήρι
πως τώρα όμως το κρασί το επεξεργάζονται από κοινού και το βάζουνε σε μεγάλα δοχεία ή δεξαμενές, που δεν είναι πια από ξύλο αλλά από γυαλί ή μπετό.
Την επόμενη μέρα, τη δεύτερη μέρα της εργασίας μου, θα επιστρέψω στην άποψη από ψηλά. Θ’ αναφερθώ πρώτα στις ωραίες παρυφές του δάσους, ύστερα στον λειμώνα κάτω απ’ το βουνό, ύστερα στην κοιλάδα του Ρήνου, στα Βόσγια Όρη, στον ελβετικό Ιούρα και στην Πύλη της Βουργουνδίας, η οποία παρεμπιπτόντως φαίνεται κι απ’ τα παράθυρα της σοφίτας του σπιτιού υπ’ αρ. 84. Θα τονίσω τον ιστορικό χαρακτήρα του τοπίου και θα ισχυριστώ πως όποιος διαθέτει φαντασία μπορεί ακόμη και σήμερα να δει τους στρατούς να διασχίζουνε την πεδιάδα
τους Κέλτες και τα γερμανικά φύλα, να πολεμούν με τους λεγεωνάριους του Καίσαρα, τους Αλαμαννούς και τους Φράγκους, τους αγρότες απ’ το Στάουφεν που καταστρέψανε στο χωριό τον πύργο των αφεντάδων Σνέβελιν φον Μπέρενλαπ
τους Σουηδούς που σκοτώσανε τριακόσιους αγρότες στο Κιρχχόφεν και βάλανε φωτιά στο μοναστήρι του Ζέλντεν τα στρατεύματα του στρατάρχη Τουρέν, ο οποίος περνώντας τα Λουτρά του Κούκου και διασχίζοντας την Κοιλάδα των Μαγισσών εκστράτευσε κατά της Βαυαρίας
τα στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ που ερχόμενα απ’ το Μπράιζαχ κατέκτησαν το Φράιμπουργκ
τους στρατούς του Πολέμου Διαδοχής του Παλατινάτου, του Πολέμου Διαδοχής της Ισπανίας, του Πολέμου Διαδοχής της Αυστρίας, του Πολέμου του Α΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Β΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Γ΄ Συνασπισμού και των πολέμων ανεξαρτησίας
τι σήμαινε για τα χωριά της Κοιλάδας των Μαγισσών λεηλασία, εισφορές, αγρότες ν’ αναγκάζονται να οχυρωθούν, βρόμη, σοδειές, κρασί, χρυσό, ζωντανά, γουρούνια, κότες, να τους τ’ αρπάζουνε και να φεύγουνε, πλιάτσικο με την απειλή πως θα τους κάψουνε, καταφυγή στα δάση, μιζέρια, δάκρυα και φόβος.
Το παραπάνω απόσπασμα είναι τα δύο πρώτα κεφάλαια από την Περιγραφή ενός χωριού της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (1901-1974), που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026 από τις εκδόσεις η βαλίτσα, σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη και γλωσσική επιμέλεια Λένας Κοψαχείλη. Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα, επίμετρο και σημειώσεις του μεταφραστή.








