David Roas, Das Kapital


Υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή
που είναι πιο σημαντικά από τα χρήματα!
Όμως είναι τόσο ακριβά!

Groucho Marx
 
 
Τα χείλη της δεσποινίδας που με εξυπηρετεί πίσω από το γκισέ της Swiss Air μόλις άρθρωσαν τη λέξη που τόσο φοβόμουν. Μία φορά έφτασα κι εγώ στο αεροδρόμιο νωρίς και το αεροπλάνο είναι γεμάτο. Η υπάλληλος, συμπαθέστατη, απολογείται (Désolée, monsieur), μου δίνει μια κάρτα επιβίβασης χωρίς συγκεκριμένη θέση και μου ζητά να κατευθυνθώ προς την έξοδο Α8. Εκεί, οι συνάδελφοί της θα προσπαθήσουν να βρουν λύση. Ξέρω πως πρέπει να εμπιστευτώ την ελβετική αποτελεσματικότητα, αλλά, δεδομένου του έμφυτου πεσιμισμού μου, κάτι μου λέει πως η μέρα δεν μου επιφυλάσσει τίποτα καλό.
  Διώχνω από το νου μου αυτές τις σκέψεις και προχωρώ, ακολουθώντας τις οδηγίες της συμπαθητικής υπαλλήλου, προς την έξοδο Α8. Περνώ χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τους ελέγχους, πλησιάζω στο γκισέ της εταιρείας και, αφού εξηγήσω το πρόβλημά μου στους δύο υπαλλήλους, μου ζητούν να καθίσω και να περιμένω. Φαίνεται πως δεν είμαι ο μόνος με το ίδιο ζήτημα. Ένα ζευγάρι με κοιτάζει και μου χαμογελά σαν να μου λέει «Ναι, κι εμάς μας συνέβη το ίδιο». Ανοίγω το σακίδιό μου, βγάζω ένα βιβλίο και βυθίζομαι στην ανάγνωση για να ξεχάσω την αναμονή.
  Μετά από λίγη ώρα που σε μένα φάνηκε αιώνας, ένας από τους υπαλλήλους της Swiss Air που με εξυπηρέτησαν προηγουμένως με πλησιάζει και μου δίνει μια νέα κάρτα επιβίβασης. Ελέγχοντάς την, εκπλήσσομαι για δεύτερη φορά: θέση business. Βέβαιος ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, σηκώνομαι γρήγορα για να το επισημάνω. Εκείνοι, χωρίς να χάσουν την ευγένειά τους, με έναν μάλλον συγκαταβατικό τόνο, μου λένε να μην ανησυχώ: δεν έχει γίνει κανένα μπέρδεμα· είναι συνηθισμένη πρακτική να μεταφέρουν έναν επιβάτη Β θέσης (έτσι ειπωμένο ακούγεται χάλια) στην Α.
  Μπαίνοντας στο αεροπλάνο, δεν μπορώ να συγκρατήσω το ρίγος που με διαπερνά. Ένας νέος κόσμος  —ναι, το παραδέχομαι, είναι η πρώτη μου φορά— ανοίγεται μπροστά μου. Νευρικός σαν μικρό παιδί παραμονή Πρωτοχρονιάς, κατευθύνομαι στη θέση που μου έχουν δώσει. Ένα τεράστιο, γκρι, δερμάτινο κάθισμα με περιμένει· κουρνιάζω βγάζοντας έναν ελαφρύ γρυλισμό ευχαρίστησης. Συνειδητοποιώ, σχεδόν δακρύζοντας, πως μπορώ να απλώσω τα πόδια μου με απόλυτη άνεση.
  Πριν την απογείωση, μια αεροσυνοδός μοιράζει με πλατύ χαμόγελο εφημερίδες, σοκολατάκια και νερό (η συνηθισμένη μπλε στολή της μου φαίνεται πιο καλοραμμένη και κομψή από ποτέ). Μια αποθαρρυντική σκέψη περνά αμέσως απ’ το μυαλό μου: «Εμένα αποκλείεται να μου δώσουν τίποτα απ’ αυτά, αφού δεν πλήρωσα το αντίστοιχο ποσό». Κάνω λάθος (για άλλη μία φορά) και παραλαμβάνω ευγνώμων τα ίδια δώρα με τους συνεπιβάτες μου. Τρώω το σοκολατάκι, ανοίγω το μπουκάλι με το νερό. Μου φαίνεται πεντανόστιμο. «Νερό πρώτης τάξης», λέω στον εαυτό μου, κάνοντας ένα εύκολο αστειάκι.
  Το αεροπλάνο απογειώνεται απαλά και με άνεση. Λίγα λεπτά αργότερα σταθεροποιείται, και η συμπαθής αεροσυνοδός αρχίζει να σερβίρει το δείπνο. Κι άλλες εκπλήξεις: η πέστροφα είναι εξαιρετική, το κρασί ένα εκπληκτικό Mosel (250 cc), και το σοκολατένιο επιδόρπιο υπέροχο (η αεροσυνοδός, βλέποντάς με να το απολαμβάνω, μου φέρνει και δεύτερο πιάτο ενώ μου κλείνει το μάτι). Ακόμη και ο καφές αποδεικνύεται εκλεκτός. Όλα αυτά συνοδεύονται από μεταλλικά μαχαιροπίρουνα (κοιτάζω διακριτικά γύρω μου για τίποτα σημιτικές θεότητες, καθώς μας προσφέρουν το αεροπλάνο στο πιάτο∙ όμως οι φόβοι μου είναι ανυπόστατοι).
  Σηκώνομαι και πάω στο μπάνιο. Πριν επιστρέψω στη θέση μου, νιώθω μια ασυγκράτητη επιθυμία να κοιτάξω πίσω από την κουρτίνα που τράβηξε, όπως συνηθίζεται, μετά την απογείωση η αεροσυνοδός, για να απομονώσει την πρώτη θέση. Κάτι που στις προηγούμενες πτήσεις πάντα βίωνα από την οικονομική ως προσβολή. Η περιέργειά μου, ωστόσο, δεν πηγάζει από αίσθημα συγκυριακής ανωτερότητας προς τους επιβάτες εκείνου του τμήματος, αλλά από ζήτημα προοπτικής. Με άλλα λόγια, θέλω απλώς να δω πώς είναι η θέα από την άλλη πλευρά αυτού του ελαφρού μεν, αδιάβατου δε, υφασμάτινου συνόρου.
  Παραμερίζω λίγο την κουρτίνα και βγάζω το κεφάλι μου. Το θέαμα που απλώνεται μπροστά μου είναι φρικτό: οι επιβάτες τραντάζονται άγρια κρατώντας σφιχτά τα μπράτσα των καθισμάτων, κάποιοι προσεύχονται, άλλοι φωνάζουν, το προσωπικό στο πίσω μέρος δεν μπορεί να κρύψει τον πανικό του… Οι δυνατές αναταράξεις ανοίγουν ντουλαπάκια, βαλίτσες, αντικείμενα και ρούχα πέφτουν πάνω στους έντρομους επιβάτες.
  Κι εκεί συνειδητοποιώ ότι εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα. Κοιτάζω πίσω μου και επιβεβαιώνω πως στην πρώτη θέση όλα είναι ήρεμα, όπως στην αρχή: οι συνεπιβάτες μου έχουν τελειώσει το δείπνο τους, κάποιοι διαβάζουν, άλλοι συζητούν χαλαρά, ορισμένοι κοιμούνται κιόλας. Η αεροσυνοδός, στο μεταξύ, σερβίρει καφέ με το γαλήνιο χαμόγελό της.
  Ξαναβγάζω το κεφάλι μου στην άλλη πλευρά της κουρτίνας: το ίδιο ανατριχιαστικό θέαμα. Οι επιβάτες εξακολουθούν να φωνάζουν, πολλοί κλαίνε υστερικά, μια γυναίκα αγκαλιάζει απελπισμένα το μωρό της. Οι αναταράξεις είναι τόσο ισχυρές που φοβάμαι πως το αεροπλάνο δεν θα μπορέσει να τις ξεπεράσει.
  Έντρομος, είμαι έτοιμος να μιλήσω στον άντρα που κάθεται πιο κοντά στη θέση μου, όταν νιώθω μια ελαφριά πίεση στο αριστερό μου μπράτσο. Είναι η αεροσυνοδός. Σαν να είμαι μικρό παιδί που έκανε κάποια αταξία, μου κάνει έναν συμπαθητικό μορφασμό επίπληξης, με παίρνει από το χέρι και, αφού κλείσει απαλά την κουρτίνα, με συνοδεύει μέχρι τη θέση μου.
  Πριν καθίσω, τη ρωτώ αν μπορεί να μου φέρει ένα ουίσκι. Χωρίς να πει λέξη, παίρνει ένα μπουκάλι από το μεταλλικό καροτσάκι, σερβίρει μια γενναιόδωρη δόση σκωτσέζικου υγρού και μου δίνει το ποτήρι με εκείνο το πλατύ, εξαίσιο, καταπραϋντικό χαμόγελο.
  Κουρνιασμένος στο απαλό, γκρι, δερμάτινο κάθισμά μου, αφήνομαι στη μεθυστική γεύση της βύνης, προσποιούμενος πως σκέφτομαι την επανάσταση.
 
 
 
 
 
Το παραπάνω διήγημα του Νταβίντ Ρόας με τον γερμανικό τίτλο 
«Das Kapital» [«Το κεφάλαιο»] συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία ισπανόγλωσσου διηγήματος Επανεγγραφές του τέρατος σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή και Τιτίκας Αποστολάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία
    Όπως αναφέρει στον Πρόλογο της έκδοσης ο ένας από τους δύο ανθολόγους, ο Γιάννης Μαρκόπουλος (Μεταδιδακτορικός ερευνητής και εντεταλμένος διδάσκων Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ), 
«η ανθολογία περιλαμβάνει αποκλειστικά συγγραφείς που συγκαταλέγονται στους βασικότερους εκπροσώπους του ισπανικού φανταστικού και θέτουν το ζήτημα της παραβίασης των ορίων του πραγματικού στο επίκεντρο του έργου τους», ενώ τα δώδεκα διηγήματα της ανθολογίας είναι γραμμένα από έξι Ισπανούς και έξι Ισπανίδες συγγραφείς. 
    Η ανθολογία αποτελείται από δύο ενότητες, τις «Ασυνέχειες», από την οποία είναι και το διήγημα του Νταβίντ Ρόας  «Das Kapital» και τις «Επανεγγραφές του τέρατος», που έδωσε και τον τίτλο σε όλη την ανθολογία. Στην πρώτη ενότητα πέντε συγγραφείς με τα κείμενά τους «διερευνούν νέους τύπους ρωγμών, υιοθετούν εναλλακτικές στρατηγικές υπονόμευσης των εδραιωμένων ορίων και εστιάζουν σε ανοίκειες μεταβολές στο επίπεδο του χωροχρόνου, του φύλου, της γλώσσας, της αφηγηματικής φωνής». Στη δεύτερη ενότητα επτά συγγραφείς «επαναπροσεγγίζουν παραδοσιακά θέματα και μορφές της λογοτεχνίας του φανταστικού, όπως το φάντασμα, το ζόμπι και ο βρικόλακας, μέσα από σύγχρονες οπτικές, πρωτότυπους τρόπους αναπαράστασης και σαφείς κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις».
    Ο δεύτερος ανθολόγος της έκδοσης, ο Νταβίντ Ρόας, ο οποίος εκτός από συγγραφέας είναι και κριτικός λογοτεχνίας, ειδικευμένος στη φανταστική λογοτεχνία, και διδάσκει επίσης Θεωρία της Λογοτεχνίας και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Universitat Autonoma de Barcelona, υπογράφει και την Εισαγωγή της ανθολογίας, η οποία φέρει τον τίτλο «Πέρα απ' το πραγματικό: Το φανταστικό στο σύγχρονο ισπανικό διήγημα».