Ingeborg Bachmann, Μάλινα


[...]
 
Υπάρχουν, κι αυτό είν’ εύκολο να το μαντέψει κανείς, πολύ ωραιότερες οδοί στη Βιέννη, αλλά εκείνες βρίσκονται σ’ άλλα διαμερίσματα και τους συμβαίνει ό,τι και στις πάρα πολύ ωραίες γυναίκες, που αμέσως τις κοιτάζει κανείς με τον οφειλόμενο φόρο τιμής, χωρίς να σκεφτεί ποτέ να μπλέξει μαζί τους. Ποτέ ως τώρα δεν έχει ισχυριστεί κανείς ότι η Ούνγκαργκάσε είν’ ωραία ή ότι η διασταύρωση Ινβαλίντενστράσε–Ούνγκαργκάσε τον μάγεψε ή τον άφησε άναυδο. Έτσι, δεν θέλω ν’ αρχίσω πρώτη εγώ να διατυπώνω αβάσιμους ισχυρισμούς για την οδό μου, την οδό μας, θα ’πρεπε μάλλον να ψάξω μέσα μου την προσκόλλησή μου στην Ούνγκαργκάσε, επειδή μόνο μέσα μου κάνει το τόξο της, μέχρι τον αριθμό 9 και τον αριθμό 6, και θα ’πρεπε ν’ αναρωτηθώ γιατί είμαι πάντα εντός του μαγνητικού πεδίου της, ανεξαρτήτως του αν περνάω μέσ’ απ’ τη Φράιουνγκ, αν είμαι για ψώνια στην Γκράμπεν, αν πηγαίνω με το πάσο μου στην Εθνική βιβλιοθήκη, αν στέκομαι στη Λόμπκοβιτσπλάτς και σκέφτομαι εδώ, εδώ βέβαια θα ’πρεπε να μένει κανείς! Ή στην Αμ Χοφ! Ακόμα κι όταν χασομερώ στο κέντρο και προφασίζομαι ότι δεν θέλω να πάω σπίτι, όταν κάθομαι μία ώρα σ’ ένα καφενείο και ξεφυλλίζω εφημερίδες, επειδή μυστικά θα ’θελα να ’μαι ήδη καθ’ οδόν και να γυρίζω πίσω, κι όταν παίρνω τη στροφή να μπω στο διαμέρισμά μου, ερχόμενη από τη Μπεατρίξγκάσε, στην οποία έμενα παλιά, ή βγαίνοντας απ’ τη Χόιμαρκτ, τότε δεν είναι όπως όταν αρρωσταίνω απ’ τον χρόνο, αν κι ο χρόνος ξαφνικά συμπίπτει με τον τόπο, αλλά μετά τη Χόιμαρκτ μου ανεβαίνει η πίεση και συγχρόνως μειώνεται η αγωνία μου, το σφίξιμο που με πιάνει σε ξένες περιοχές, και τελικά, αν και περπατάω πιο γρήγορα, ηρεμώ εντελώς και αδημονώ από ευτυχία. Τίποτα δεν είναι για μένα πιο ασφαλές απ’ αυτό το τμήμα της οδού, την ημέρα ανεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες, τη νύχτα πέφτω πάνω στην πόρτα της εισόδου, με το κλειδί ήδη στο χέρι, κι έρχεται πάλι εκείνη η στιγμή που ευγνωμονώ, που το κλειδί γυρίζει, η πόρτα της εισόδου ανοίγει, η πόρτα του διαμερίσματος ανοίγει κι εκείνο το συναίσθημα του ερχομού στο σπίτι, που με κατακλύζει, ενώ με δέρνουν τα κύματα της κίνησης και των ανθρώπων, ήδη σε μια ακτίνα εκατό, διακοσίων μέτρων, στην οποία τα πάντα μού προαναγγέλλουν το σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου, παρά ανήκει φυσικά σε κάποια ΑΕ ή μια οποιαδήποτε συμμορία σπεκουλάντηδων, που ανοικοδόμησε αυτό το σπίτι, το ψευτομπάλωσε μάλλον, αλλά επ’ αυτού δεν ξέρω τίποτα, γιατί τα χρόνια των επισκευών εγώ έμενα δέκα λεπτά μακριά και τον πιο πολύ καιρό περνούσα μπροστά απ’ τον αριθμό 26, που για πολύ καιρό επίσης ήταν ο τυχερός μου αριθμός, καταρρακωμένη και έχοντας συνείδηση της ενοχής μου, σαν σκυλί που ’χει αλλάξει αφέντη, βλέπει πάλι τον παλιό του και δεν ξέρει τώρα σε ποιον οφείλει περισσότερη προσήλωση. Αλλά σήμερα περνάω μπροστά απ’ το 26 της Μπεατρίξγκάσε, λες και δεν υπήρχε ποτέ κάτι εκεί, σχεδόν τίποτα, ή ναι, μια φορά κι έναν καιρό ήταν σ’ αυτό το σημείο, ένα άρωμα παλιάς εποχής, αυτό δεν το νιώθεις πια.

[...]

Είναι μια διαταραχή στη μνήμη μου, γίνομαι κομμάτια με κάθε ανάμνηση. Στα χαλάσματα τον καιρό εκείνο δεν υπήρχε καμία ελπίδα, αυτό κάναμε ο ένας τον άλλον να πιστεύει, λέγαμε ό,τι μας λέγανε, προσπαθήσανε να το κάνουνε με παρουσιάσεις μιας εποχής, που την ονομάσανε πρώτη μεταπολεμική εποχή. Για δεύτερη δεν ακούσαμε ποτέ τίποτα. Κι αυτό απάτη ήτανε. Παραλίγο να τα χάψω κι εγώ, όταν θα μπούνε πάλι τα κουφώματα στις πόρτες και τα παράθυρα, όταν θα εξαφανιστούνε οι σωροί με τα μπάζα, τότε αμέσως θα καλυτερέψουν τα πράγματα, θα μπορούμε πάλι να κατοικούμε και να συνεχίσουμε να κατοικούμε. Αλλά μόνο το γεγονός ότι για χρόνια ήθελα να πω κάτι για το ότι θα κατοικούμε και θα συνεχίσουμε να κατοικούμε, πόσο τρομακτικό μου ήταν, αν και κανένας δεν είχε διάθεση να μ’ ακούσει, είναι όντως διαφωτιστικό. Ποτέ δεν θα το σκεφτόμουν ότι έπρεπε πρώτα να πλιατσικολογήσουνε τα πάντα, να τα κλέψουνε, να τα παζαρέψουνε και να τα πουλήσουνε και να τ’ αγοράσουνε τρεις φορές δυο βήματα παρακάτω πάλι. Στο πάρκο Ρέσελ ήτανε, λέει, η μεγαλύτερη μαύρη αγορά, έπρεπε να το αποφεύγεις, από αργά τ’ απόγευμα κιόλας, απ’ την Κάρλσπλατς, εξαιτίας πολλών κινδύνων. Μια μέρα, λέει, υποτίθεται δεν υπήρχε πια μαύρη αγορά. Αλλά εγώ δεν είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Μια οικουμενική μαύρη αγορά δημιουργήθηκε από ’κεί και, όταν αγοράζω τσιγάρα ή πάω να πάρω αυγά, ξέρω, σήμερα όμως πια, ότι είν’ απ’ τη μαύρη αγορά. Η αγορά εν γένει είναι μαύρη, τόσο μαύρη δεν μπορούσε να ’ναι τον καιρό εκείνο, επειδή της έλειπε η οικουμενική πυκνότητα. Αργότερα, αφού γεμίσανε πάλι όλες οι προθήκες κι άρχισαν να στοιβάζονται τα πάντα, οι κονσέρβες, τα κιβώτια, οι κούτες, εγώ δεν μπορούσα πια ν’ αγοράσω τίποτα. Δεν είχα μπει καλά καλά στα μεγάλα εμπορικά στη Μαρίαχίλφερ Στράσε, στο Γκέρνγκρος φερειπείν, άρχισα ν’ ανακατεύομαι, τον καιρό εκείνο με είχε συμβουλέψει η Κριστίνε να μην πηγαίνω στα μικρά ακριβά μαγαζιά, η Λίνα ήταν υπέρ του Χερτσμάνσκι, όχι και τόσο πολύ υπέρ του Γκέρνγκρος, κι εγώ το προσπάθησα βέβαια, αλλά δεν γινότανε, δεν μπορώ να βλέπω πάνω από ένα πράγμα μονομιάς. Χιλιάδες υφάσματα, χιλιάδες κουτιά κονσέρβες, λουκάνικα, παπούτσια και κουμπιά, όλη εκείνη η συσσώρευση προϊόντων, κάνουνε το προϊόν μαύρο μπροστά στα μάτια μου. Σε μεγάλο αριθμό τα πάντα είναι πάρα πολύ απειλητικά, το ένα σωρό πρέπει να παραμένει κάτι αφηρημένο, πρέπει να είναι ένας τύπος κάποιας θεωρίας, κάτι εφαρμόσιμο, πρέπει να έχει την καθαρότητα των μαθηματικών, μόνο τα μαθηματικά επιτρέπουν την ομορφιά των δισεκατομμυρίων, ένα δισεκατομμύριο μήλα όμως δεν τρώγεται, ένας τόνος καφέ συνεπάγεται ήδη αμέτρητα εγκλήματα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι είναι κάτι αδιανόητα χαλασμένο, ελεεινό, αηδιαστικό, μπλεγμένο σε μια μαύρη αγορά, με την καθημερινή ανάγκη για δισεκατομμύρια ψωμιά, πατάτες και μερίδες ρύζι. Ακόμα κι όταν προ πολλού υπήρχαν αρκετά τρόφιμα, εγώ για καιρό ακόμα δεν μπορούσα να τρώω σωστά και τώρα μπορώ επίσης να τρώω μόνο όταν τρώει μαζί μου και κάποιος άλλος, ή μόνη μου μόνο όταν υπάρχει ένα μήλο κι ένα κομμάτι ψωμί, όταν έχει περισσέψει μια φέτα αλλαντικό. Πρέπει να ’χει περισσέψει κάτι.

[...]
 
Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν Μάλινα που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις πότλατς σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη. 
 
Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971, ως πρώτο από έναν κύκλο μυθιστορημάτων με τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου». 
 
Για το Μάλινα, η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν  σχολίασε σε μία συνέντευξή της: «Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: Ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται. Αυτή η αλήθεια κατά κανόνα αποκρύπτεται και μόνο στην περίπτωση κάποιας αιματηρής πράξης μιλούν οι εφημερίδες γι’ αυτή. Το θηλυκό Εγώ στο βιβλίο μου διαρκώς δολοφονείται με πολλούς “τρόπους θανάτου”. Όμως κανένας δεν ρωτά πού αρχίζει η θανάτωση αυτή».
 
Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1926 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Έκανε σπουδές φιλοσοφίας, ψυχολογίας και γερμανικής φιλολογίας, ενώ το 1950 ολοκλήρωσε τη διατριβή της με αντικείμενο την κριτική πρόσληψη της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ. Για την πρώτη της ποιητική συλλογή (Ο δανεισμένος χρόνος) της απονεμήθηκε το Βραβείο της Γκρούπας 47 (1953), ενώ ακολούθησαν και άλλες διακρίσεις, με σημαντικότερες το Βραβείο Γερμανών Κριτικών (1961) για την πρώτη της συλλογή διηγημάτων (Το τριακοστό έτος) και λίγο αργότερα το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ (1964) και το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1968) για το σύνολο του έργου της. Τα τελευταία έργα της που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν το μυθιστόρημα Μάλινα (1971) και η συλλογή διηγημάτων Ταυτόχρονα (1972). Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζούσε στη Ρώμη, πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1973 στο νοσοκομείο όπου είχε διακομιστεί στις 27 Σεπτεμβρίου με σοβαρά εγκαύματα. Μετά τον θάνατό της δημοσιεύτηκε η αλληλογραφία της με τον ποιητή Πάουλ Τσέλαν και τον συγγραφέα Μαξ Φρις.
 
Ένα ακόμη απόσπασμα του μυθιστορήματος Μάλινα μπορείτε να διαβάσετε στην bookpress.
 
Την Εισαγωγή και το Επίμετρο του μεταφραστή για τη συγκεκριμένη έκδοση μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ αντίστοιχα.