Mario Wirz – 12 ποιήματα

schiele.self-portrait

Ο άνθρωπος

για την Jacqueline Chambon

ο χρόνος

ξερνάει

τον άνθρωπο

στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

άμορφες σάρκες

που οι ποιητές

με μυστικά γαρνίρουν

(1984)

 

 

Όνειρο

 

Η δυστυχία μου είν’ εύφορο τοπίο.

Ποτέ δεν στερεύει η πηγή των δακρύων.

Κι οι ξένοι κλαίνε κάποιες φορές για μένα.

Τα πάντα ευδοκιμούνε με τη βροχή αυτή.

Γι’ άλλη μια φορά ανθίζει το δένδρο της γνώσης.

Ο όφις κοιμάται σε λικνιστό νυχτερινό αγρό.

Μετά τις τρικυμίες της καρδιάς νηνεμία και πάλι.

Σιγανά πιάνει χορτάρι η ιστορία μου.

(1991)

 

 

Η σιγή

 

Εκείνος πού ’κλαιγε μέσα μου τόσο καιρό δεν κλαίει πια.

Μήτε τραγούδι,

μήτε κουβέντα,

μήτε και σιωπή,

που να μπορώ να μοιραστώ με κάποιον.

Οι άλλοι μου μιλάνε για ’κείνον που ήμουν.

Μου διαβάζουνε γράμματα, που έγραφα εγώ,

και μου δείχνουν φωτογραφίες μ’ έναν ξένο να χαμογελά.

Δεν ψάχνω με το βλέμμα μου πια να με βρω.

Μήτε και στα όνειρα.

Τώρα υπάρχει μόνο τούτη η σιγή,

μεγάλη και φοβερή.

(1993)

 

 

Εύθραυστη αλήθεια *

 

Γυάλινες είν’ οι μέρες και οι νύχτες μου,

χτυπάει η καρδιά μου ατίθαση μονάχη,

θρύψαλα γίνοντ’ οι ώρες,

κι όλα τα βήματα κάνουνε αιματοβαμμένους κύκλους,

λέω τις προσευχές μου με σιγανή φωνή,

σηκώνω τα κομματάκια,

τόσο πολλές στιγμές,

δικός μου ο πολύχρωμος σωρός από τα θραύσματα,

δική μου η ζωή.

(1993)

 

 

Ερωτήματα

για τον Manfred Schlapp

Αν έγινα σοφός,

όλα αυτά τα χρόνια,

με ρωτούν πολλοί,

με καχυποψία κάποιες φορές,

λες και φυλάω με σφιχτοχεριά κάποιο μεγάλο μυστικό.

Από τις μέρες μου δεν βγαίνει απάντηση καμία,

οι νύχτες μένουν δίχως φώτιση,

παλιά ερωτήματα ανθούνε στο σκοτάδι των ωρών,

άφθονα,

ευδοκιμούνε μες στη σιγή και τον κρύο ιδρώτα,

η θνητή σάρκα μου είν’ εύφορη γη.

Δεν έγινα σοφός,

όλα αυτά τα χρόνια,

δεν έλυσα κανέναν γρίφο,

έμαθα,

στις μέρες και τις νύχτες μου,

τον γρίφο ν’ αγαπώ,

το μεγάλο μυστικό.

(1993)

 

 

Δωμάτιο 54

 

Λευκές είν’ οι μέρες μου.

Αδυσώπητο λευκό.

Σβήνει τα χρώματα όλα τ’ άλλα.

Όλα τα καλοκαίρια χάνονται από τα μάτια μου μπροστά.

Δεν τις βλέπω πια,

τις ευτυχισμένες μέρες.

Η φοβισμένη μου καρδιά είναι πανούργα.

Ίσως με σώσει μια επιθυμία μετρημένη.

Δεν ανακαλώ πια αναμνήσεις

με γαλανά μάτια και λεκέδες από φράουλες στα χέρια,

υπομονετικός υποτάσσομαι στη μοίρα μου,

καρφώνω το βλέμμα στον τοίχο,

το κρεβάτι,

την πόρτα,

περιμένω

το αρρωστημένο λευκό των ημερών

να μεταμορφωθεί.

Δεν θέλει πολύ,

και λευκά σύννεφα πάνω απ’ το κρεβάτι μου

καταλαγιάζουνε τον πόνο,

ένας άνεμος σιγανός δροσίζει τους πυρετούς μου,

από τον τοίχο τον λευκό ξεχύνεται ένας καταρράκτης,

κι αν περιμένω αρκετά,

τότε ανοίγει η πόρτα

και βγάζει στη θάλασσα,

λευκοί γλάροι πετούν στον ύπνο μου.

Τώρα είμαι μετρημένος.

Δεν ψάχνω με το βλέμμα μου πια για τα χρώματα

της ιστορίας μας,

δεν θέλω να θυμάμαι τις νύχτες μας με το κόκκινο κρασί,

δεν έχω ανάγκη καμία μέθη,

μήτε και έναστρο ουρανό πάνω απ’ τον έρωτά μας.

Συμφιλιωτικό είν’ το λευκό της νύχτας,

όταν είμαι υπομονετικός.

Μια χιονοθύελλα ρίχνει τους λευκούς τοίχους κάτω,

μεταμορφώνει τη θανατηφόρα παγωνιά

σε ένα αίσιο κρύο,

ήδη βγάζω τον πρώτο μας χειμώνα.

Τώρα προειδοποιεί μία λευκή σιγή.

Ν’ αφήσω πρέπει το χέρι σου.

Δεν φοβάμαι πια.

(1994)

 

 

Θρήνος τον Νοέμβρη

 

Οι θεοί εξετάζουνε της μοίρας μου το βάρος,

με κρεμάνε απ’ τον ορό,

όχι δίχως συμπάθεια.

«Γρήγορα θα γίνετε καλά και πάλι»,

λένε

κι εξαφανίζονται μες στην ανημποριά τους.

Είμαι άραγε πράγματι εγώ,

αυτός ο αδύνατος ο άντρας,

που παζαρεύει τώρα αξιοθρήνητος τον κάθε μήνα;

Τόσες φορές δοκίμασα τον θάνατο,

στα χαρτιά,

τόσες φορές πέθανα

μπροστά από κάμερες που γράφαν’

και δεν ήξερα

ότι την κόλαση θα τη βρω μπροστά μου.

Πιο μεγάλος απ’ τον πόνο είν’ ο φόβος,

πιο μεγάλη απ’ τον φόβο είν’ η ελπίδα.

«Θα παλέψω, δεν παραιτούμαι εγώ»,

λέω στους φίλους πού ’χουν την έννοια μου

και επαναλαμβάνομαι,

ένας πανικόβλητος παπαγάλος με τσακισμένα φτερά.

Στα όνειρά μου ο χρόνος σταματάει εντελώς,

μήτε μανιασμένος θόρυβος πια,

μήτε παρηγοριά,

ένα παιδί φωνάζει τ’ όνομά μου σιγανά

και να περάσω μου γνέφει στην άλλη πλευρά.

(1995)

 

 

Οικογένεια *

 

Όλοι απορούν που το καλοκαίρι αυτό χελιδόνια

φωλιάζουνε στα μαλλιά μου,

εγώ ανασαίνω σιγανά,

τους επισκέπτες μου μην ενοχλώ,

τις αράχνες που στις μασχάλες μου

πλέκουνε τους ιστούς τους,

την κίτρινη πεταλούδα που στον αριστερό

τον ώμο μου κοιμάται,

όλοι απορούν με τη νέα την οικογένειά μου,

η ευτυχία μου τρέφει τις μέλισσες

και τη βασίλισσά τους.

(1996)

 

 

Πρόσκληση *

στη μνήμη της Margot Walther

Οι φίλοι, που εξαφανιστήκανε αυτά τα χρόνια,

δίνουνε ξαφνικά σημεία ζωής και πάλι,

παράξενα ξανανιωμένοι και σιωπηλοί,

φεύγουν από τον θόρυβο που κάνω κι απορούνε,

με κοιτάζουνε,

εξονυχιστικά,

όχι κακοπροαίρετα,

αλλά είναι δύσκολο ν’ αντέξω το βλέμμα τους,

τις ερωτήσεις μου τις αποφεύγουνε

και χαμογελάνε

απόμακροι,

εγώ φοβάμαι την αταραξία τους,

δεν θέλω να το μοιραστώ,

το μυστικό τους,

φωνάζουνε τ’ όνομά μου,

και μου φαίνεται

σαν να φωνάζουν κάποιον άλλον,

τρομαχτικό ηχεί τo όνομά μου μες στη σιγή,

που έρχεται μαζί με τους φίλους μου,

δεν απαντώ,

αναφέρω γρήγορα κάποια σημαντική συνάντηση,

ραντεβού που δεν αναβάλλονται,

επείγουσες δουλειές,

οι φίλοι μου με ακούνε,

υπομονετικά,

η γλυκύτητά τους με πλακώνει,

όλα τα κρατώ γερά,

τίποτα δεν αφήνω,

σαν κλέφτες στέκουν οι φίλοι μου στο τέλος της ημέρας

γιατί φωτίζει ξαφνικά;

Αυτό το φως,

ένα άσχημο κόλπο,

τρομερή είναι η λάμψη αυτή,

θέλω το σκοτάδι που ξέρω μέσα του να κινηθώ,

δεν τη δέχομαι, την πρόσκληση των φίλων μου,

δεν είμαι σε διάθεση για μεγάλα ταξίδια,

ίσως αργότερα,

κάποια στιγμή,

μήπως ήμουν αγενής;

Οι φίλοι μου εξαφανιστήκανε,

στα χέρια μου ένα κλειδί

που φέγγει σιγηλό

στης νύχτας την αρχή.

(1996)

 

 

Δεν είναι όλα

για τον Tilman Krause

Δεν είναι όλα έτσι,

όπως φαίνονται μ’ αυτό το φως,

πίσω απ’ τα γεγονότα γίνονται θαύματα,

δεν τα πιστεύω όλα,

όσα ξέρω,

στηρίζομαι στο αναληθοφανές,

δένδρα μου παρέχουνε σκιά να ξαποστάσω,

ο άνεμος στεγνώνει τα δάκρυά μου,

η γη κρατά στην αγκάλη της τον δύστυχο τον γιο της,

ο ουρανός σκύβει πατρικά προς τα κάτω,

με σηκώνει ψηλά,

μου δείχνει τον κόσμο,

πέρα από μένα,

δεν είναι όλα έτσι,

όπως φαίνονται μ’ αυτό το φως,

δεν τα πιστεύω όλα,

όσα βλέπω,

στηρίζομαι στο αθέατο,

τ’ αδέσποτα σκυλιά αυτής της πόλης

με παίρνουνε στους κόλπους τους,

με προστατεύουν απ’ τα γεγονότα

που ανακοινώνουν όλοι,

όταν ανοίγω το στόμα να φωνάξω,

κελαηδά ο κότσυφας.

(1996)

 

 

Βοήθεια *

για τον Hans Stempel και τον Martin Ripkens

Τώρα, που είμαι πολύ αδύναμος μόνος μου για κυνήγι

να βγαίνω,

μοιράζεται η γάτα μου τη λεία της μαζί μου,

μου φέρνει ποντίκια,

καμιά φορά και μικρά πουλιά,

που της τ’ αφήνω,

δεν θέλω να κακοκαρδίσω την τσίχλα

που αφήνει σκουλήκια για μένα στο πρεβάζι,

και τα περιστέρια στην πίσω αυλή

νοιάζονται για τη διατροφή μου,

με κακομαθαίνουνε με ξεροκόμματα ψωμιού

και ψίχουλα γλυκών

που βρίσκουν έξω απ’ τον φούρνο,

μπορώ να στηρίζομαι στους φίλους μου,

τώρα, που είμαι πολύ αδύναμος μόνος μου για μένα

ν’ αγωνίζομαι,

πάνω απ’ το κρεβάτι μου κρατά η αράχνη

τη μεταξένια την κλωστή

απ’ όπου κρέμεται η ζωή μου,

ο σκύλος του γείτονά μου βοηθάει τη γάτα μου

να με ζεστάνει,

ξεχνάνε κι οι δυο την έχθρα τους,

για να προστατεύουνε εμένα απ’ το κρύο.

Η εποχή του κορμιού μου δεν νιώθει

το καλοκαίρι

που το κελάηδισμα των πουλιών στον νου μου φέρνει,

κι οι πεταλούδες

που μες στο δωμάτιό μου πετάνε,

για να με παρηγορούνε,

η κίτρινη πεταλούδα παίρνει το σκοτάδι

απ’ τα μάτια μου,

μπορώ να στηρίζομαι στους φίλους μου,

αν όχι πια,

τότε θα πετάξω με τα χελιδόνια πίσω

στον νότο…

(1996)

 

 

Κατ’ εξαίρεση

 

Την τέχνη πώς πεθαίνουνε δεν την κατέχω,

δεν έχω έφεση στον θάνατο,

είμαι ακόμα και στο τέλος

ένας αρχάριος εντελώς,

δεν κάνω για χτυπήματα της μοίρας

το ταλέντο μου φτάνει

για τη ζωή,

να υπάρχω είν’ ο προορισμός μου,

μ’ αρέσει απλόχερα να δημιουργώ,

την πείνα μου δεν τη χορταίνουν τ’ αποφάγια,

σε κάθε πάρτυ είμ’ ο καλεσμένος

που φεύγει τελευταίος,

δεν είμ’ από ’κείνους

που ξαφνικά γίνονται άφαντοι,

αφού είμαι στη ζωή πιστός,

μου λείπει η ικανότητα για αποχαιρετισμούς

και καταστάσεις παροδικές,

δεν έχω καμία επιδεξιότητα στα φευγαλέα,

οι μέρες μου είναι φτιαγμένες απ’ τη δική μου πάστα,

γερές, σταθερές κι ίσως κάπως πεισματάρικες,

τις τελευταίες ώρες δεν ξέρω τι να τις κάνω,

αν η θνητότητα είν’ ο κανόνας

εγώ θέλω η εξαίρεση να είμαι.

(1997)

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

 

 

Όλα τα παραπάνω ποιήματα του Μάριο Βιρτς είναι από τη συλλογή Sieben Leben hat die Woche. Gedichte 1981-2002 (Επτά ζωές έχει η εβδομάδα. Ποιήματα 1981-2002). Τα ποιήματα που επισημαίνονται με αστερίσκο (*) δημοσιεύονται για πρώτη φορά στα Ελληνικά. Τα υπόλοιπα έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό “Το Δέντρο”, τ. 145-146.

 

© Logotexnia 21 + Mario Wirz + Alexandros Kypriotis

Gabriele Romagnoli, Η άλλη

two_women_by_Philippa_King

Θα ήταν ωραία αν μπορούσαμε να δούμε εκ των προτέρων τη ζωή που πάμε να επιλέξουμε κι εκείνη που απαρνιόμαστε, σαν να ήταν δύο ταινίες στις αίθουσες του ίδιου κινηματογράφου. Αλλά δεν είναι δυνατόν.

Δύο χρόνια πριν ήμουν φιλόλογος στο κλασικό Λύκειο της πόλης μου, στο ίδιο όπου είχα φοιτήσει κι εγώ. Αρχικά αυτό με είχε ενθουσιάσει. Είχα σκεφτεί ότι ήταν μια ευκαιρία να διορθώσω τα λάθη των καθηγητών μου. Δεν θα έκανα ποτέ τους μαθητές μου να βαρεθούν, ούτε θα τους βασάνιζα. Θα τους διασκέδαζα, θα τους προκαλούσα το ενδιαφέρον. Ήμουν εκεί για να διδάξω ό,τι είχα μάθει. Και μόνο αυτό με έκανε ευτυχισμένη. Έπειτα, σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, γνώρισα τον Μικέλε.

Εκείνος δίδασκε ιστορία και φιλοσοφία. Ήταν ντροπαλός. Μια φορά τον είδα, στο διάλειμμα, ενώ κατέβαινε τις σκάλες κοιτάζοντας τριγύρω σαν κάποιος που πάει να κάνει κάτι απαγορευμένο. Τον ακολούθησα. Πήγε στο γυμναστήριο. Το γυμναστήριο ήταν άδειο. Έβγαλε το σακάκι του, πήρε την μπάλα του μπάσκετ και άρχισε να ρίχνει ελεύθερες βολές. Και τις έβαζε μέσα όλες. Μόνος του, συγκεντρωμένος, με τη γραβάτα να κρέμεται μπροστά του. Λες και είχε μια δεύτερη, μυστική ζωή, ένα ταλέντο κρυφό που έπρεπε να διαφυλάξει. Έκλεισα την πόρτα τού γυμναστηρίου και τον ερωτεύτηκα. Έτσι.

Δύο χρόνια μετά όλα ήταν τέλεια. Οι μαθητές μου με λάτρευαν, ο διευθυντής με εκτιμούσε και στο τέλος τής σχολικής χρονιάς θα παντρευόμουν τον Μικέλε. Θέλαμε δύο παιδιά, ήδη είχαμε αποφασίσει το όνομα του αγοριού: Λουντοβίκο, του άρεσε πολύ εκείνου. Ήμασταν στον Μάιο.

Τα μαθήματα τελείωναν, ο γάμος είχε προβλεφθεί για το τέλος Ιουνίου, μετά ένας μακρύς μήνας του μέλιτος πριν επιστρέψουμε στο σπίτι, πριν επιστρέψουμε στο σχολείο. Η αίθουσα ήταν άδεια, στον πίνακα είχε μείνει μια φράση του Μαντσόνι, «με τη γρήγορη ελπίδα τρέχει μακριά το γεγονός», και είδα τη ζωή που με περίμενε, με τα ίδια μαθήματα, χρόνο με το χρόνο, κάθε χρόνο. Είχα ήδη αρχίσει να διασκεδάζω όλο και λιγότερο τους μαθητές μου κι εγώ να μη διασκεδάζω μ’ εκείνους. Το ομολογώ: άρχιζα να καταλαβαίνω τους καθηγητές μου. Κι έπειτα ο Μικέλε: δεν πήγαινε πια να ρίχνει ελεύθερες βολές στα κρυφά. Και, αν το έκανε, είμαι σίγουρη ότι δεν θα τις έβαζε πια μέσα μ’ εκείνη την ευκολία. Εκείνο που μου απέμενε ήταν ένας καθηγητής ιστορίας, ο πατέρας τού Λουντοβίκο και ενός κοριτσιού χωρίς όνομα που θα γράφαμε κάποια μέρα σ’ εκείνο το Λύκειο όπου εγώ θα ήμουν μια ηλικιωμένη καθηγήτρια, ίσως η υποδιευθύντρια. Αυτό; Με μια πλοκή τόσο προβλέψιμη και, τελικά, τόσο προκαθορισμένη; Σηκώθηκα από την έδρα, βγήκα από το σχολείο, αλλά δεν επέστρεψα στο σπίτι. Αποφάσισα να εξαφανιστώ απ’ όλα. Έτσι.

Πήρα ένα τρένο μέχρι το Παρίσι, όπου έμενε μια φίλη μου. Δέκα χρόνια πριν δεν υπήρχαν sms ή e-mail. Έγραψα ένα γράμμα στον Μικέλε και ένα στον διευθυντή, χωρίς να βάλω κάποια διεύθυνσή μου. Τα άφησα όλα πίσω μου χωρίς να πάρω μαζί μου ούτε καν μια βαλίτσα. Και είδα τη ζωή που δεν περίμενα. Κάποιες φορές ήταν εντυπωσιακή, άλλες απογοητευτική, ποτέ προβλέψιμη. Άλλαξα πολλές πόλεις και τρεις χώρες. Πολλοί άντρες, κανένας γάμος, ούτε παιδιά. Έπειτα, τρία χρόνια πριν, άρχισα να γράφω ένα μυθιστόρημα. Εκδόθηκε και στην Ιταλία. Ήταν επιτυχία. Ο εκδοτικός οίκος μού ζήτησε να το παρουσιάσω σχεδόν παντού. Πάντοτε αρνιόμουν. Ώσπου έφτασε αυτή η πρόσκληση, χειρόγραφη, από το παλιό μου Λύκειο, απ’ τον τότε ίδιο διευθυντή. Δέκα χρόνια μετά, επέστρεψα.

Ήταν όλοι οι μαθητές και οι καθηγητές συγκεντρωμένοι στο γυμναστήριο, να με ακούσουν, σαν να ήμουν ένα είδος σταρ, εκείνη που τα είχε καταφέρει. Μίλησα για μία ώρα, μετά απάντησα στις ερωτήσεις των παιδιών. Ήταν όλα τους γεμάτα περιέργεια και χαριτωμένα, ήταν διασκεδαστικό να συζητάς μαζί τους, ένιωσα έναν πόνο νοσταλγίας.

Έπειτα, όταν τελείωσα με τις υπογραφές των αντιτύπων, ήρθε να με χαιρετήσει μια φιλόλογος. Μου είπε: «Όπως αντιλαμβάνεστε, εγώ είμαι αυτή που πήρε τη θέση σας όταν φύγατε». Χαμογέλασε και χαμήλωσε το βλέμμα. Ήταν λίγο νεώτερη από μένα. Πιο κοντή. Πιο χαριτωμένη, θα έλεγα. Είχε μια φράντζα ξανθιά. Και μια κοιλιά περίπου τεσσάρων μηνών. «Κι εσείς θα χρειαστείτε σύντομα κάποια αναπληρώτρια», είπα. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα, χαμογέλασε και πάλι, αυτή τη φορά το χαμόγελο της βγήκε πιο πλατύ. Είπε ότι θα ήταν το δεύτερο, μάλλον: η δεύτερη. Αυτό θα ήταν κορίτσι και είχε ήδη ένα αγόρι. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένα αγοράκι επτά-οχτώ ετών, πολύ σοβαρό, αρκετά ψηλό, σχεδόν στο ύψος τής μητέρας του. Εκείνη έβαλε το χέρι της γύρω από τους ώμους του. Είπε ότι ήθελε να έρθει κι εκείνος γιατί διάβαζε πολύ, αλλά δεν είχε δει ποτέ κάποιον που γράφει βιβλία. Όσο τον κοίταζα, τόσο καταλάβαινα σε ποιον έμοιαζε.

«Ο Λουντοβίκο μου» είπε η μητέρα του.

Ήθελα να τη ρωτήσω πώς σκεφτόταν να πει το κορίτσι, αν της είχαν βρει κάποιο όνομα, αυτή τη φορά, μα δεν μού ’βγαιναν οι λέξεις. Έβλεπα το γυμναστήριο που ήταν γεμάτο χαρούμενα παιδιά, τον διευθυντή που με χαιρετούσε από μακριά, κρατώντας τα μάτια του επάνω μου σαν στοργικός πατέρας, αυτή την ήρεμη καθηγήτρια, αυτόν τον Λουντοβίκο, αυτή την κοιλιά μ’ ένα μυστηριώδες κορίτσι μέσα της. Ο Μικέλε δεν είχε έρθει. Φαντάζομαι ότι δεν θα της είχε μιλήσει ποτέ για μένα και ότι κανείς δεν θα είχε κάνει ποτέ κάποιο κουτσομπολιό. Ή μπορεί και ναι, αλλά εκείνη προσποιούταν πως όχι. Είχε καμία σημασία; Όλα φαίνονταν τόσο τέλεια. Δέκα χρόνια μετά, η ζωή που δεν είχα θελήσει ήταν εκεί, μπροστά στα μάτια μου. Ποτέ δεν ήταν θλίψη, πριν μπορέσω να τη δω.

Έπειτα ο Λουντοβίκο έφυγε για να πάει να μας πάρει κάτι να πιούμε, με το στιλ ενός μικρού γαλαντόμου, κι έμεινα πάλι μόνη με τη μητέρα του. Τότε είδα κάτι, στον τρόπο που με κοιτούσε, εκείνο το ύφος που έχει κανείς όταν βλέπει μια ταινία που μιλάει για τόπους μακρινούς, για πρόσωπα περιπετειώδη, για τη ζωή που έχουμε μονάχα ονειρευτεί. Κατάλαβα ότι ήθελε κάτι να μου πει, αλλά ούτε εκείνης της έβγαιναν οι λέξεις. Είχαμε μείνει σιωπηλές κοιτάζοντας η μία την άλλη και βλέποντας η καθεμιά τη δική της ταινία. Μετά έφτασε ο Λουντοβίκο με τρία χάρτινα ποτήρια με πορτοκαλάδα και κάναμε μια πρόποση για το μέλλον.


Μετάφραση από τα Ιταλικά: Αρχοντία Κυπριώτου



romagnoliΟ Γκαμπριέλε Ρομανιόλι (Gabriele Romagnoli) γεννήθηκε στην Μπολόνια το 1960. Είναι συγγραφέας και αρθρογράφος τής εφημερίδας La Repubblica. Ως δημοσιογράφος έχει ασχοληθεί αρκετά με το θέμα τής θανατικής ποινής. Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά και έχει γράψει σενάρια για την τηλεόραση και το θέατρο. Έζησε στο Κάιρο και τα τελευταία χρόνια έχει μετακομίσει μαζί με τον γάτο του στη Βηρυτό απ’ όπου συνεχίζει να γράφει. Το συγγραφικό του ντεμπούτο το έκανε το 1993 με το μυθιστόρημα Navi in bottiglia (Καράβια στο μπουκάλι). Το διήγημα «Η άλλη» (L’ altra) είναι από το βιβλίο Il vizio dell’ amore (Η ιδιοτροπία τού έρωτα, 2007). Άλλα έργα του είναι: Solo i treni hanno la strada segnata (Μόνο τα τρένα έχουν καθορισμένο δρόμο, 2008), Non ci sono santi (Δεν υπάρχουν άγιοι, 2006), L’artista (Ο καλλιτέχνης, 2004) κ.ά.

© Logotexnia 21 + Gabriele Romagnoli + Archodia Kypriotou

Roberto Bolaño, Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική

burning books

[Αποσπάσματα]

[…]

ΣΙΛΒΙΟ ΣΑΛΒΑΤΙΚΟ

Μπουένος Άιρες, 1901- Μπουένος Άιρες, 1994

Στις νεανικές του προτάσεις συγκαταλέγονται η επαναφορά της Ιεράς Εξέτασης, τα δημόσια βασανιστήρια, ο διαρκής πόλεμος είτε ενάντια στους Χιλιανούς είτε ενάντια στους Παραγουανούς ή Βολιβιανούς εν είδει εθνικών γυμνασίων, η ανδρική πολυγαμία, η εξολόθρευση των ιθαγενών για την αποφυγή περαιτέρω μόλυνσης της αργεντίνικης ράτσας, το ψαλίδισμα των δικαιωμάτων των πολιτών εβραϊκής καταγωγής, η μαζική μετανάστευση σκανδιναβικών πληθυσμών για να ασπρίσει προοδευτικά η επιδερμίδα του έθνους που έχει σκουρύνει ύστερα από τόσα χρόνια μείξης Ισπανών και ιθαγενών, η επιμήκυνση της διάρκειας των λογοτεχνικών υποτροφιών στο διηνεκές, η φορολογική απαλλαγή στους καλλιτέχνες, η δημιουργία της μεγαλύτερης αεροπορικής δύναμης στη Νότια Αμερική, ο εποικισμός της Ανταρκτικής, το κτίσιμο νέων πόλεων στην Παταγονία.

Υπήρξε ποδοσφαιριστής και φουτουριστής.

Από το 1920 έως το 1929 έγραψε και δημοσίευσε περισσότερα από δώδεκα ποιημάτια, ορισμένα από τα οποία κέρδισαν δημοτικά και επαρχιακά βραβεία, και σύχνασε σε λογοτεχνικά σαλόνια και καφέ της μόδας. Από το 1930, αλυσοδεμένος σε έναν καταστροφικό γάμο με πολλά παιδιά, δούλεψε ως δημοσιογράφος και διορθωτής σε διάφορες εφημερίδες της πρωτεύουσας, και επιδόθηκε στα καταγώγια και στην τέχνη του μυθιστορήματος που πάντα του ήταν ξένη. Δημοσίευσε τρία: Πεδία της Τιμής (1936), που αφορά τις ημιπαράνομες μονομαχίες σε ένα φαντασιακό Μπουένος Άιρες, Η Γαλλίδα Κυρία (1949), ένα αφήγημα με γενναιόδωρες πόρνες, τραγουδιστές τάνγκο και ντετέκτιβ, και Τα Μάτια του Δολοφόνου (1962), στο οποίο κατά περίεργο τρόπο προανήγγειλε τον τρελό δολοφόνο του κινηματογράφου των δεκαετιών ’70 και ’80.

Πέθανε στο γηροκομείο της Βίγια Λούρο, με μοναδική του περιουσία μια βαλίτσα γεμάτη παλιά βιβλία και ανέκδοτα χειρόγραφα.

Τα βιβλία του δεν εκδόθηκαν ποτέ ξανά. Τα ανέκδοτά του μάλλον πετάχτηκαν στα σκουπίδια ή στη φωτιά από τους υπαλλήλους του γηροκομείου.

[…]

ΝΤΑΝΙΕΛΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΕΚΡΙΣΤΟ

Μπουένος Άιρες, 1918 - Κόρδοβα της Ισπανίας, 1970

Γυναίκα θρυλικής ομορφιάς και μόνιμα καλυμμένη από ένα πέπλο μυστηρίου, για τα νεανικά της χρόνια στην Ευρώπη (1938-1947) κυκλοφορούν ιστορίες συχνά αντιφατικές αν όχι ανταγωνιστικές. Λένε ότι ήταν ερωμένη Ιταλών και Γερμανών στρατηγών (μεταξύ των τελευταίων αναφέρεται ο Βολφ, ο θλιβερά διάσημος αρχηγός των Ες Ες στην Ιταλία), ότι ερωτεύτηκε έναν στρατηγό του ρουμανικού στρατού ονόματι Ευγένιο Εντρέσκου, τον οποίο σταύρωσαν οι ίδιοι του οι στρατιώτες το 1944, ότι ξέφυγε από την πολιορκία της Βουδαπέστης ντυμένη Ισπανίδα καλόγρια, ότι έχασε μια βαλίτσα γεμάτη ποιήματα καθώς διέσχιζε παράνομα τα αυστρο-ελβετικά σύνορα παρέα με τρεις εγκληματίες πολέμου, ότι έγινε δεκτή από τον Πάπα το 1940 και το 1941, ότι δυο ποιητές, ένας Ουρουγουανός και ένας Κολομβιανός αυτοκτόνησαν επειδή ο έρωτάς τους δεν βρήκε ανταπόκριση, ότι στο αριστερό βυζί της είχε τατουάζ μια μαύρη σβάστικα.

Το λογοτεχνικό της έργο, πλην των νεανικών ποιημάτων που χάθηκαν στις χιονισμένες κορυφές της Ελβετίας και δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ, αποτελείται από ένα μόνο βιβλίο με τον κάπως επικό τίτλο: Οι Αμαζόνες, εκδόσεις Αργεντινή Γραφίδα με πρόλογο της χήρας του Μεντιλούσε που δεν τσιγκουνεύεται καθόλου τα εγκώμια (σε κάποια παράγραφο συγκρίνει, απλά και μόνο βασιζόμενη στη γυναικεία διαίσθηση, τα περίφημα ποιήματα που χάθηκαν στις Άλπεις με το έργο της Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου και της Αλφονσίνα Στόρνι).

Το βιβλίο προσεγγίζει κατά τρόπο θυελλώδη και αναρχικό όλα τα λογοτεχνικά είδη: το ερωτικό μυθιστόρημα και το κατασκοπικό μυθιστόρημα, τα απομνημονεύματα, το θέατρο, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της πρωτοπορίας, την ποίηση, την ιστορία, τον πολιτικό λίβελο. Το θέμα του περιστρέφεται γύρω από τη ζωή της συγγραφέως, των γιαγιάδων και των προγιαγιάδων της, φτάνοντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι τις ημέρες ακριβώς μετά τη θεμελίωση της Ασουνσιόν και του Μπουένος Άιρες.

Ορισμένες σελίδες είναι πρωτότυπες, ιδίως όταν περιγράφει ένα θηλυκό Τέταρτο Ράιχ με έδρα το Μπουένος Άιρες και στρατόπεδα εκπαίδευσης στην Παταγονία, ή όταν στηριζόμενη σε ψευδοεπιστημονικές γνώσεις παραληρεί νοσταλγικά για τον αδένα που προκαλεί το ερωτικό συναίσθημα.

[…]

Μετάφραση από τα Ισπανικά: Στέργιος Ξηροτάγαρος


PD*26157167 Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1953 και πέθανε στη Βαρκελώνη το 2003. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα και μυθιστορήματα. Στα Ελληνικά κυκλοφορούν δυο μικρά μυθιστορήματα, το Μακρινό αστέρι, η Τελευταία νύχτα στη Χιλή, και η συλλογή διηγημάτων Πουτάνες φόνισσες. Το μυθιστόρημά του Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (La literatura nazi en América) δημοσιεύτηκε το 1996 και είναι γραμμένο σαν εγκυκλοπαιδικό λεξικό με βιογραφίες συγγραφέων. Άλλα έργα του: Llamadas telefónicas (Τηλεφωνικές κλήσεις), Los detectives salvajes (Οι άγριοι ντετέκτιβ) και 2666.

© Logotexnia 21 + Stergios Xirotagaros

Cristina Peri Rossi, Η επίδραση του φωτός στα ψάρια

aquarium


Ζω μόνος, δηλαδή: με το ενυδρείο. Πρόκειται για ένα ενυδρείο μεγάλο, ορθογώνιο, φωτισμένο με μια λάμπα νέον, και μέσα, τα ψάρια κινούνται με άνεση, απορροφώντας τον αέρα, κολυμπώντας ανάμεσα στις μικρές πέτρες στον πάτο, στις λειχήνες και στα φύκια.

Είναι τοποθετημένο στο σαλόνι, δίπλα στην κρεβατοκάμαρα. Εκτός από τη λάμπα νέον, που είναι συνέχεια αναμμένη (δεν θα άντεχα στην ιδέα ότι τα ψάρια κινούνται στο σκοτάδι, στη μοναξιά του σπιτιού), το ενυδρείο έχει ηλεκτρικό σύστημα οξυγόνωσης, που εξασφαλίζει την ανανέωση του αέρα.

Η ζωή μου έχει αλλάξει πολύ από τότε που αγόρασα το ενυδρείο. Τώρα γυρίζω στο σπίτι αμέσως, μόλις φύγω από τη δουλειά, λαχταρώντας να καθίσω στην καρέκλα, απέναντι από το ενυδρείο, να κοιτάω τις υπνωτικές κινήσεις, να μαγεύομαι, κι εγώ ακόμα, από το νερό το γεμάτο άγανα και ίνες. Πηγαίνω για ύπνο αργά, γεμάτος θλίψη που πρέπει να τα αποχωριστώ. Μερικά κρύβονται πίσω από τα κοχύλια, σαν να θέλουν να αποφύγουν τα βλέμματά μου, να διατηρήσουν την προσωπική τους ζωή. Διότι ο χαρακτήρας των ψαριών είναι διαφορετικός, παρουσιάζει πολλές περίεργες ιδιαιτερότητες, αν τα δεις και τα γνωρίσεις καλύτερα. Ορισμένα έχουν παράξενες συνήθειες. Το μαύρο ψαράκι, για παράδειγμα. Δεν ανεβαίνει ποτέ στην επιφάνεια: προτιμά τα ενδιάμεσα νερά, δεν έχει περιέργεια για το τι συμβαίνει πιο πάνω. Δεν ξέρω ποιος είναι ο γείτονάς μου δίπλα. Δεν τον έχω δει ποτέ. Το χρυσαφί, αντιθέτως, είναι πολύ φοβητσιάρικο και τρέπεται σε φυγή κάθε φορά που αλλάζω το νερό. Είμαι πολύ προσεκτικός με το φαγητό: Όπως όλοι ξέρουν, τα ψάρια είναι αδηφάγα πλάσματα και η λαιμαργία τους τα οδηγεί στον θάνατο, εάν υπερβάλει κανείς στην ποσότητα της τροφής. Οπότε, αγόρασα μια ζυγαριά και ελέγχω σχολαστικά την ποσότητα του φαγητού που τους δίνω. Αυτό δεν αποτρέπει τις συγκρούσεις: μερικά ψάρια, χάρη στο μέγεθός τους, προσπαθούν να καταβροχθίσουν περισσότερη τροφή από όση τους αναλογεί, χωρίς να σκέφτονται τα άλλα. Τα ψάρια τα αγοράζω από ένα ενυδρείο, κοντά στο σπίτι όπου μένω. Στα σύγχρονα κτίρια, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Συχνά συζητώ με τον καταστηματάρχη για τις συνήθειες των ψαριών, αν και δεν ξέρει και πολλά. Πουλάει και φυτά, σκύλους και γάτες, εκτός από ψάρια. Μου έχει πει ότι τα τελευταία χρόνια, έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον για τα ενυδρεία και έχει μειωθεί ο δείκτης γεννητικότητας στη χώρα. Όμως θα αλλάξω προμηθευτή: αυτός τα πουλάει σε μια νάιλον σακούλα, γεμάτη νερό, και έχω την αίσθηση ότι αγοράζω συσκευασμένα ψάρια. «Μισό κιλό κόκκινα ψάρια, παρακαλώ» μου φαίνεται σαν να λέω. Μπορεί να πεθάνεις, στην πόλη, χωρίς να πάρει είδηση κανείς. Το ενυδρείο μού προκαλεί ιδιαίτερη σαγήνη. Βολεύομαι καλά στην καρέκλα –ανέφερα ότι είναι ορθογώνιο;–, κλείνω όλα τα φώτα και κάθομαι να τα παρατηρήσω. Ξέρω ότι είναι αδύνατον να μη σκέφτεσαι τίποτα, και όποιος το επιχειρεί, αισθάνεται το μυαλό του πολύ πιο ανήσυχο απ’ ό,τι συνήθως. Ωστόσο, εγώ το έχω καταφέρει, καρφώνοντας το βλέμμα στα ψάρια. Είναι ένα είδος ύπνωσης. Τα ψάρια γλιστράνε, δεν έχει σημασία προς τα πού, δεν υπάρχει κανενός είδους ανησυχία σ’ αυτό· τα νερά καταγράφουν ελάχιστες κινήσεις, τα φυτά είναι ακίνητα· τα βρύα, μεταξένια, εκπέμπουν μια μεταλλική ηρεμία. Οι λειχήνες θυμίζουν σιρόπι. Ενίοτε κολλάνε στα δάχτυλά μου, όταν καθαρίζω το ενυδρείο. Αν χτυπήσει το τηλέφωνο, δεν το σηκώνω: δεν θέλω να με αποσπάσει κανείς, να διακόψει την παρατήρηση.

Υπάρχουν ψάρια μικρά και άλλα πιο μεγάλα. Προσπαθώ να μη δείχνω προτίμηση στα μεν ή στα δε: αν και ο κόσμος το αγνοεί, τα ψάρια είναι ευαίσθητα πλάσματα, πολύ ευάλωτα στη συμπεριφορά. Σήμερα διάβασα στην εφημερίδα ότι βρέθηκε το πτώμα μιας γυναίκας, πεθαμένης εδώ και μήνες, στο σπίτι της. Οι γείτονες το κατάλαβαν από τη μυρωδιά που έφτασε στη σκάλα. Μέχρι πριν, κανείς δεν το είχε αντιληφθεί. Στην πραγματικότητα, είναι πλεονέκτημα το ότι τα πτώματα μυρίζουν. Πάντως, ομολογώ ότι έχω αδυναμία στα ιριδίζοντα ψάρια: είναι μικρά, ευκίνητα και έχουν μια φωσφορίζουσα γραμμή στα πτερύγια, όπως τα γραμματόσημα με τη βασίλισσα της Αγγλίας. Κυκλοφορούν με τρόπο εντυπωσιακό στο ενυδρείο, σαν άστρα που έχουν εκτροχιαστεί. Άραγε, να έχει πάρει είδηση το κόκκινο ψάρι την προτίμησή μου για τα ιριδίζοντα; Γνωρίζω μια γυναίκα, που ζει μόνη, που έχει βάλει τον ανιψιό της να της τηλεφωνεί κάθε πρωί, για να βεβαιωθεί ότι δεν έχει πεθάνει. Εκείνος είναι πολύ συνεπής και τηλεφωνεί κάθε πρωί, από το γραφείο. «Ακόμη δεν πέθανα», του απαντά εκείνη. Απεχθάνεται την ιδέα ότι θα βρεθεί νεκρή πολύ καιρό αφού θα έχει πεθάνει. Αφότου αγόρασα το ενυδρείο, βγαίνω από το σπίτι πολύ λιγότερο από πριν. Μου φαίνεται σκληρό να τα αφήσω μόνα τους: έχουν συνηθίσει το βλέμμα μου, ξέρω ότι με αναγνωρίζουν. Πριν, αποδεχόμουν κάποιες προσκλήσεις. Πήγαινα να παίξω μπιλιάρδο, να πιω μπίρα ή να δω έγχρωμη τηλεόραση. Τώρα, επιστρέφω αμέσως. Ιδίως αφότου ανακάλυψα ότι το ενυδρείο μου επιφυλάσσει μια θαυμάσια ψυχαγωγία: να παρακολουθώ τα ψάρια να αλληλοτρώγονται. Αυτό είναι πιο ψυχαγωγικό από το θέατρο ή την πυγμαχία: είναι ένα θέαμα γεμάτο ενδιαφέρον και συναίσθημα. Έχω φτάσει να λείψω από τη δουλειά προκειμένου να παρακολουθήσω, εκστασιασμένος, τη μάχη των ψαριών. Είναι μια πάλη μέχρι θανάτου, αργή, επίμονη, δίχως έλεος ούτε επιείκεια.

Πάντοτε είναι ένα ψάρι αυτό που αρχίζει την καταδίωξη. Αυτό μπορεί να διαρκέσει μέρες ολόκληρες, μέχρι και μια εβδομάδα, και αυτές τις περιόδους, μετά δυσκολίας κατορθώνω να συγκεντρωθώ στη δουλειά: φοβάμαι ότι όταν επιστρέψω, ο διώκτης θα έχει ήδη καταβροχθίσει το θύμα του και εγώ θα το καταλάβω μόνο αν μετρήσω τα ψάρια.

Στην αρχή, μπορεί να νομίσεις ότι πρόκειται για παιχνίδι. Όμως κάτι, στο τρομοκρατημένο βλέμμα αυτού που τρέχει να ξεφύγει, δηλώνει ότι είναι αληθινή μάχη. Ο διώκτης δεν ξαποσταίνει ποτέ, και οι επαναλαμβανόμενες αποτυχίες δεν μειώνουν την επιμονή του. Παραμονεύει το θύμα του σε απρόβλεπτες γωνιές· για τον διωκόμενο δεν υπάρχει ανακωχή, δεν υπάρχει ανάπαυλα, δεν υπάρχουν φιλόξενα φύκια ούτε προστατευτικές πέτρες. Ο διώκτης εμφανίζεται πίσω από ένα κοχύλι και, αστραπιαία, ορμάει στη λεία του· εκείνη κατορθώνει να γλιτώσει μόνο αν κινεί με επιδεξιότητα το πηδάλιο της ουράς της ή αν κολυμπάει γρηγορότερα. Όπως και να ’χει, αν ανέβει ως την επιφάνεια, ο διώκτης είναι στο κατόπι του· αν καταδυθεί, επίσης το ακολουθεί. Ενίοτε, κατορθώνει να ακουμπήσει με το στόμα του την άκρη του ψαριού που τρέχει να ξεφύγει, αλλά χωρίς να φτάσει να του κάνει ζημιά. Έχω παραστεί σε μάχες πολύ μεγάλης διάρκειας.

Όταν τελικά ο διώκτης καταφέρνει να δαγκώσει την ουρά του θύματός του, η αγωνία μπορεί να παραταθεί για πολύ περισσότερο. Είναι τότε που συμβαίνει ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο: τα υπόλοιπα ψάρια, που ως τότε παρέμεναν αδιάφορα προς τη μάχη, δίχως να συνεργάζονται με το ένα ή με το άλλο, συμμετέχουν ενεργά στο κυνήγι, προσπαθώντας, με τη σειρά τους, να δαγκώσουν τον τραυματία, να του κόψουν ένα κομμάτι. Ακόμα και τα πιο μικρά παίρνουν μέρος στη δράση. Το ίχνος αίματος που αφήνει το θύμα τα μαζεύει τριγύρω, και το καθένα, δίνοντας δαγκωματιές, προσπαθεί να πλησιάσει. Είναι διεγερτικό να παρακολουθείς πώς συμμετέχουν οι θεατές στο θέαμα.

Το να φάνε ένα τραυματισμένο ψάρι είναι μια διαδικασία αργή, δύσκολη. Τα άλλα μέλη του ενυδρείου διασταυρώνονται ερχόμενα από διαφορετικές γωνίες, αρπάζουν μια δαγκωνιά και υποχωρούν· το τραυματισμένο ψάρι, από την άλλη, προσπαθεί ακόμη να αμυνθεί κρυμμένο πίσω από τις πέτρες, τα βρύα ή τις λειχήνες. Πέραν του ότι στην ομάδα των διωκτών συνήθως δημιουργούνται διαμάχες, διενέξεις, τριβές. Ενίοτε, το ψάρι που έχει καταφέρει την τελευταία δαγκωματιά στο θύμα τραυματίζεται, με τη σειρά του, από αυτό που έρχεται από πίσω.

Όταν ένας από τους διώκτες κατορθώνει να ξεχωρίσει με την αγριότητά του, τον απομονώνω για ένα διάστημα· έτσι, τα υπόλοιπα ψάρια μπορούν να συναγωνιστούν με περισσότερη ομοιογένεια. Έπειτα, το ξαναρίχνω στο ενυδρείο. Η επανεμφάνισή του στο νερό προκαλεί φόβο, μια ελαφριά σύγχυση.
Αφότου ανακάλυψα τη μάχη των ψαριών, δεν δέχομαι επισκέψεις: μου αρέσει να παρακολουθώ μόνος μου το θέαμα, δίχως παρέα που με αποσπά με τις άτοπες παρατηρήσεις της. Από την άλλη πλευρά, μια φορά που κάλεσα δυο φίλους για να παραστούν στη μάχη, συμπεριφέρθηκαν με μεγάλη αγένεια. Στοιχημάτισαν για ένα από τα ψάρια, ξεσηκώθηκαν, λέρωσαν τα έπιπλα με μπίρα, εκστόμιζαν βρισιές και λοιδορίες, ήταν έτοιμοι να σπάσουν το ενυδρείο. Δεν ήθελαν να φύγουν: ήταν διατεθειμένοι να καθίσουν στην καρέκλα ώσπου το ένα ψάρι να φάει το άλλο. «Ενίοτε, περνούν πολλές μέρες. Υπάρχουν ψάρια που αντιστέκονται στον θάνατο», τους πληροφόρησα. Άρχισαν να με παρακαλούν να τους αφήσω να μείνουν ως το τέλος.

Έκτοτε, αρνούμαι να δεχθώ επισκέψεις. Ενίοτε, δυστυχώς, κάποιο ψάρι πολύ αχόρταγο κατορθώνει να καταβροχθίσει τα υπόλοιπα ψάρια πριν φθάσει η ώρα να πάω για ύπνο. Τότε, κατεβαίνω, τρέχοντας, μέχρι το σπίτι του πωλητή φυτών, σκύλων, γατιών και ενυδρείων. Του ζητώ, με αγωνία, να μου πουλήσει μισή ντουζίνα κόκκινα ψάρια και μισή ντουζίνα μαύρα ψάρια. «Είστε σίγουρος; –με ρωτάει–. Έχω προσέξει ότι δεν συμβιώνουν αρμονικά, ότι συνηθίζουν να τρώνε τα μεν τα δε». «Μισή ντουζίνα κόκκινα, μισή ντουζίνα μαύρα» επιμένω γεμάτος αγωνία. «Στην πραγματικότητα, εγώ οικοδόμος ήμουν. Αλλά έμεινα χωρίς δουλειά, δεν ήταν αυτό το επάγγελμά μου». Φεύγω πολύ ευχαριστημένος, με την ντουζίνα τα καινούργια ψάρια μου. Τα ρίχνω γρήγορα στο ενυδρείο. Έπειτα, κάθομαι και περιμένω. Ενίοτε, περνούν μια δυο μέρες ώσπου να αποφασίσουν να παλέψουν. Στο μεταξύ, τα ταΐζω καλά, φροντίζω οι μερίδες τους να μην είναι ούτε υπερβολικές ούτε μικρές. Αλλάζω το νερό του ενυδρείου, ρυθμίζω τον σωλήνα του οξυγόνου. Και αφήνω το φως αναμμένο όλη μέρα.

Μετάφραση από τα Ισπανικά: Λένα Κοψαχείλη
Cristina_Peri_Rossi

Η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι είναι ποιήτρια, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια από την Ουρουγουάη. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1941. Το 1970, τα γεγονότα της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη την ανάγκασαν να καταφύγει στην Ισπανία, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Το διήγημα «Η επίδραση του φωτός στα ψάρια» είναι από το βιβλίο El museo de los esfuerzos inútiles (To μουσείο των μάταιων προσπαθειών), μια συλλογή τριάντα εξαιρετικών διηγημάτων.

© Logotexnia 21 + Cristina Peri Rossi + Lena Kopsacheili

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails