Άκης Παπαντώνης, Δύο γράμματα

Photo by Kaan Tanriover

27 Απριλίου 2008

 

Αγαπητή κα Τσίρκελ,

 

με ρωτάτε ξανά και ξανά από πού κατάγομαι —«από πού κρατάει η σκούφια μου» ή, όπως έλεγαν στα μέρη της πρώην γυναίκας μου, «εσύ ποιανού είσαι;» (τι παράξενη ερώτηση αυτή που υπονοεί ιδιοκτησία!). Ανάθεμα κι αν μπορώ να σας απαντήσω. Το ίδιο ακριβώς με ρωτάνε κι οι ανακριτές —βλέπετε το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζω δεν είναι τα μισόκιλα της ζάχαρης ή τα ανθρακούχα αναψυκτικά που «δανείστηκα» από τα σπίτια της περιοχής, ούτε καν η ιδιοκτησία των βιβλίων της υπαίθριας βιβλιοθήκης μου. Το μεγαλύτερό μου πρόβλημα είναι η παραβίαση των όρων της βίζας μου: κατά τέσσερα και πλέον έτη. Τώρα οφείλω να θυμηθώ τον εαυτό μου όπως ήταν την ημέρα που πέρασα τον έλεγχο διαβατηρίων στο JFK. Αρκεί όμως με τη νεκρολογία του πάλαι ποτέ εαυτού μου.

 

Η μητέρα μου κρατά από μια γραμμή μαυροφορεμένων γυναικών, γυναίκες που διαρκώς πενθούσαν για κάτι. Δεν μπορώ να ανακαλέσω έστω μια στιγμή που να μην είχε τυλιγμένο το κεφάλι της σε κάποιο σκούρο μαντήλι, ούτε βέβαια κάποια που να είναι ντυμένη με φωτεινά φορέματα. Το πένθος μιας χαμένης πατρίδας, των χαμένων νιάτων, της χαμένης ελπίδας, του χαμού του κάθε τι. Ώρες ώρες τις φαντάζομαι όλες αυτές τις προγιαγιάδες, γιαγιάδες, θείες, ανηψιές κι εξαδέλφες να θηλάζουν το απόσταγμα αυτών των συναισθημάτων, να ράβονται όλες μαζί —όλες μια κοψιά— στην ίδια υπεραιωνόβια ράφτρα που περιφέρεται μαζί τους από τον Πόντο στα παράλια της Κριμαίας κι από ‘κει στην Πολωνία, ύστερα στην Ανατολική Γερμανία, από το ’89 άθελά τους στην ολόκληρη Γερμανία —τελικά στο χώμα.

 

Ο πατέρας μου, ένας άνθρωπος που κρυβόταν πίσω από τον εαυτό του, ψηλός κι απόκρημνος σε όλα του, κρατάει από κάτι σεφαραδίτες εβραίους που έκαναν μόνο λάθη. Από λάθος βρέθηκαν στην Πολωνία πριν τον πόλεμο, από λάθος πάντρεψαν τον γιο τους με μια μη εβραία, από λάθος γλίτωσαν τα κρεματόρια πριν καταλήξουν στην Γερμανία —από πρόθεση αφέθηκε ο γιος τους (κι εγγονός τους κι ανηψιός τους κι εξάδελφός τους, φυσικά) να πεθάνει.

 

Όσο για μένα: πήγαινα όπου με πήγαιναν αδιαμαρτύρητα, μπέρδευα τις λέξεις από τις διαφορετικές γλώσσες που με κύκλωναν με αφέλεια, έφευγα υπερήφανα κι επέστρεφα με σκυμμένο κεφάλι. Τι με κάνουν λοιπόν εμένα όλα αυτά; Εβραιοπολωνό; Γερμανό με ρώσικες ρίζες; Τι; Από πού κρατά η σκούφια μου; Από το ατέλειωτο πένθος και το λάθος; Μικρή σημασία έχει. Και για τους τρεις μας —αφήνω τις μικρές απ’ έξω— ο εχθρός από τον οποίο τρέχαμε να ξεφύγουμε δεν ήταν άλλος από τον εαυτό μας.

 

Ένας άνθρωπος χωρίς αριθμό διαβατηρίου,

 

Π. Τ.

 

 

* * *

 

 

28 Απριλίου 2008

 

Αγαπητή Άννε,

 

ξεκοκκάλισα τον Φώκνερ που βρήκα στην βιβλιοθήκη της φυλακής. Κάπου στο Καθώς ψυχορραγώ γράφει πάνω-κάτω: «η μνήμη πιστεύει, προτού θυμηθεί η γνώση» κι έχει τόσο δίκιο. Σκεφτείτε το, κυρία Τσίρκελ, ταιριάζει και στην περίπτωσή μας. Πώς βρίσκετε το θάρρος να πιστεύετε όσα σας γράφει από μνήμης ένας άνθρωπος που έχει χρόνια τώρα ξεχαστεί;

 

Ας το αφήσουμε εδώ, καλύτερα έτσι και για τους δυο μας.

 

Π. Τ.

 

 

 

 

 

 

 Τα «Δύο γράμματα» του Άκη Παπαντώνη δημοσιεύονται για πρώτη φορά σήμερα, 27 Απριλίου 2016, που το blog Logotexnia21 κλείνει τα 8 χρόνια του. Η Logotexnia21 τον ευχαριστεί θερμά που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά της. Ο Άκης Παπαντώνης (Αθήνα, 1978) σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εργάστηκε ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από το 2013 είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Έχει δημοσιεύσει πεζά σε ελληνικά και αγγλόφωνα λογοτεχνικά περιοδικά, κριτικά σημειώματα στην Εφημερίδα των Συντακτών, ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Είμαστε όλοι μετανάστες (Πατάκης, 2007)  και 11 λέξεις (Καλέντης, 2013). Για το πρώτο βιβλίο του, Καρυότυπος (Εκδόσεις Κίχλη, 2014) του απονεμήθηκε το 2015 το «Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου» από το Περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες Ο Αναγνώστης. Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε επίσης ένα απόσπασμα από τον Καρυότυπο

 

 

 

George Le Nonce, Νεκρὴ Φύση

Photo by Grazyna Suchecka

[ΙI. Κιβώτιο]

 

Συνάντηση παλαιῶν συμμαθητῶν

 

Πῶς πέρασαν τὰ χρόνια, σκεφτόμουν καθὼς κοίταζα

τὸ ξεφτισμένο βελοῦδο τῶν ἐπίπλων

τὶς σπασμένες χάντρες τοῦ πολυελαίου

καὶ τὶς φθαρμένες κορνίζες τῶν πινάκων.

 

Τὸ σῶμα καὶ τὸ πρόσωπο εἶναι ἀλλιῶς:

Μιθριδάτης κάθε μέρα στὸν καθρέφτη

ἀναπτύσσεις κάποιου εἴδους τυφλὴ ἀνοσία

γι᾽ αὐτὸ σὲ προσβάλλει τόσο ἡ θέα

ὁμηλίκων ποὺ εἶχες χρόνια νὰ δεῖς.

 

Τὰ ὡραῖα ἐρείπια τῆς καθημερινότητας

εἶναι τὰ μόνα ἀξιόπιστα πειστήρια

αὐτὰ ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἔχεις λεφτὰ νὰ μπαλώσεις

καὶ πάντα θὰ σοῦ θυμίζουν πῶς ἤσουν μιὰ φορά.

 

 

[VI. Βρικόλακας]

 

Ἡ ἀνθρώπινη φύση

 

Μὲ βλέπετε. Σᾶς μοιάζω. Ἐκ πρώτης ὄψεως δὲν φαίνεται τί εἶμαι: κρίνοντας ἀπὸ τὰ φαινόμενα, θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς πὼς εἶμαι ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς, ἀνθρώπινος. Οἱ πιὸ ἐπιπόλαιοι θὰ μπορούσατε πράγματι ἀκόμη καὶ πὼς εἶμαι ἄνθρωπος νὰ πεῖτε. Δὲν ἔχετε μάτια γιὰ νὰ δεῖτε ἐνώπιόν σας τὸν βρικόλακα, δὲν ἔχετε νοῦ γιὰ νὰ τὸν ξεχωρίσετε. Μόνο τὰ πλάσματα τῶν μύθων ἀναγνωρίζετε, μόνο τὰ τέρατα τῶν ξοφλημένων μυθοπλασιῶν σας. Πλανημένοι, ἐθελότυφλοι καὶ ἐθελόδουλοι, αὐτὴ εἶναι ἡ φρικτὴ φύση σας, τὴν γνωρίζω, τὴν γνωρίζω καλά, κανεὶς δὲν γνωρίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση καλύτερα ἀπὸ ἐμένα.

 

Γιατὶ αὐτὴ ἦταν κάποτε καὶ ἡ δική μου φύση. Πρὶν ἀπὸ αἰῶνες πολλούς. Μὰ δὲν τὴν ἀνέχθηκα. Τῆς ἀντιτάχθηκα. Τὴν διέλυσα. Θέλησα νὰ τὴν ἐξαφανίσω καὶ νὰ ἐξαφανισθῶ. Καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ ἡ φύση μου ἄλλαξε ὡς ἐκ τοῦ μαύρου θαύματος ποὺ θὰ σᾶς διηγηθῶ, ὅτι δὲν ἀξίζει νὰ ζεῖ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Εἶναι καταδικασμένο, ἀξιολύπητο, δυστυχισμένο. Εἶναι ἄδικη ἡ ἀνθρώπινη φύση. Κι ἐγὼ εἶμαι ὁ διώκτης της. Τὴν καταδιώκω τὴ φύση σας, ὅπου τὴν πετύχω ζωντανή. Καὶ τὸ γένος σας, σὰν φιλεύσπλαγχνος δαίμονας, τὸ ἐξολοθρεύω. Ἂν ὑπῆρχε θεός, τὸ ἴδιο ἀκριβῶς θὰ ἔπραττε καὶ αὐτός, θὰ σᾶς ἐξαφάνιζε, ὁ παντελεήμων.

 

Ὅ,τι ξέρετε γιὰ μένα καὶ γιὰ τὸ γένος μου εἶναι ψέμμα. Μὴν ἐκπλήσσεσθε, εἶναι ἴδιον τῶν ἀνθρώπων ἡ ἐθελοτυφλία ἀπέναντι στὰ ψεύδη ποὺ τοὺς ὁρίζουν, αὐτὸ τοὐλάχιστον θὰ μπορούσατε νὰ τὸ ἔχετε ἀντιληφθεῖ. Σὰν σὲ παιδιὰ ἀφελῆ καὶ ἀμαθῆ θὰ σᾶς μιλήσω. Μὲ λόγια ἁπλά, καθὼς ἁπλοὶ εἶσθε οἱ ἄνθρωποι.

 

Θὰ σᾶς τὰ ἱστορήσω ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ μάθετε πῶς ἔφτασα ὣς ἐδῶ. Ὄχι πῶς νὰ φυλαχθεῖτε, ἐλπίζω πὼς ἀκόμη κι ἐσεῖς θὰ καταλάβετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ φυλαχθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ βρικόλακα. Νὰ μάθετε πῶς νὰ μὲ ἀκολουθήσετε, πῶς νὰ σωθεῖτε, αὐτὸ πρέπει. Γιατὶ αὐτὸ μόνο τὸ μάθημα πῆρα κι ἐγὼ ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνες, πὼς μόνο τοῦτο εἶναι τὸ ἀντίδοτο τοῦ φόβου ποὺ καταστρέφει καὶ καταστέλλει τοὺς ἀνθρώπους: ὄχι νὰ φυλάγεται κανεὶς καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ προστατεύσει μιὰ ζωὴ ἐξ ὁρισμοῦ χαμένη, ἀλλὰ νὰ παραδίδεται καὶ μὲ λατρεία νὰ ἀκολουθεῖ τὸν δρόμο τοῦ δολοφόνου του, τὸν μόνο δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ πραγματικὰ κάπου. Ἀκόμη κι ἂν δὲν μιλᾶμε γιὰ βρικόλακες καὶ τέτοια μεταφυσικά, ἄλλες ἐπιλογὲς δὲν ὑπάρχουν, ὅσοι εἶχαν μυαλὸ πάντα τὸ γνώριζαν, ἀκόμη καὶ οἱ θεολόγοι.

 

Θὰ σᾶς παρουσιάσω, λοιπόν, τὴν πραγματικὴ ὁδὸ τῆς σωτηρίας σας. Δὲν χρειάζονται ἅλματα, δὲν χρειάζεται φαντασία, οὔτε πίστη. Μόνο τὰ γεγονότα θὰ χρειαστεῖ νὰ ἐξετάσετε. Καὶ ἡ γνώση θὰ σᾶς ὁδηγήσει. Ἡ ἱστορία μου ἔχει κάποιο ἐνδιαφέρον, παρὰ τὴν ἔλλειψη ἐκπλήξεων καὶ ἀνατροπῶν. Θὰ σᾶς τὴν πῶ, καὶ θὰ ἐκτιμήσετε κι ἐσεῖς, ὅσοι τοὐλάχιστον ἀντέχετε, τὴν ζωογόνο δύναμη τῆς ἀφήγησης.

 

 

[VIΙ. Ἐλιξήριο]

 

Τρόμος

 

Φιλῆστε με, φιλῆστε με μὲ πάθος!

 

Τὸ σάπιο στόμα μου

μὴ σᾶς τρομάζει, τὸ γέμισαν

βαμβάκι μυρωμένο.

 

Ἔρχονται οἱ μητέρες, ὅλες γρηὲς κυρτὲς

ἀποστεωμένες, μιὰ μακριὰ σειρὰ μητέρες

ντροπιασμένες, σέρνουν τοὺς γιούς τους

μὲ ἁλυσίδα περασμένη στὸν λαιμό, οἱ γιοὶ

μὲ σκυφτὴ περηφάνεια ἀκολουθοῦν,

οἱ Γιώργηδες, ὅλοι ἁλυσοδεμένοι

μὲ αἵματα, μὲ τραύματα, μὲ χαίνουσες πληγὲς

μὲ ἕλκη νὰ κατατρῶν τὰ εὐσταλῆ τους σώματα

ἡττημένοι, τ᾽ ἄλογά τους βορὰ τοῦ δράκου,

τὰ ξίφη τους σπασμένα, οἱ πανοπλίες διαλυμένες,

καὶ ἡ ξηρασία νὰ ἁπλώνεται στὴ χώρα.

 

Οἱ μητέρες τοὺς ἀποθέτουν στὰ πόδια μου

ἄλαλους, γυμνούς, αἱμάσσοντες

καὶ βακχευμένες ὠρύονται

καλύτερα νὰ μὴ σὲ εἶχα γεννήσει

νὰ ξέσκιζες μὲ τὰ νύχια σου τὴ μήτρα μου

κι οἱ δυὸ νὰ σκοτωνόμασταν ὅσο ἦταν καιρός,

παρὰ ἐτούτη ἡ μαύρη μοίρα.

 

Φιλῆστε με ὅλοι

οἱ πτοημένοι.

 

Δὲν εἶμαι

ὀμίχλη, καπνός, σκόνη πιά,

 

ἔγινα σῶμα ἀνθρώπινο –

στεγνὸ σῶμα

 

ἀλλὰ ἀνθρώπινο, μὲ ἐπιθυμίες

καὶ αἰσθήσεις.

 

Γιώργηδες ὄχι ἅγιοι, Γιώργηδες

τῆς κολάσεως.

 

 

 

 

Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του George Le Nonce (γεν. 1967) Νεκρή Φύση, που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2016 σε συλλεκτική έκδοση από τις Εκδόσεις Bibliotheque. Το πρώτο βιβλίο του, Ο Εμονίδης, κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος. Το προσωπικό ιστολόγιο του George Le Nonce μπορείτε να το βρείτε εδώ.


Εύη Μαυρομμάτη, 3 ποιήματα

Photo by Kristin Smith



Ρουά σε σκακιέρα ασπρόμαυρη

 

Ανέκκλητος

ο χειμώνας μου,

διαγνωσμένος πλέον.

Όλα έχουν καεί

στο χιόνι.

 

Τις νύχτες,

όταν αυτή κοιμάται,

κουκουλωμένη με το παχύ σκοτάδι

που με τα δυο μας χέρια έχουμε πλέξει,

εγώ, μεθοδικά κι αθόρυβα,

χτίζω έναν Απρίλη.

 

Είμαι κοντά στο τέλος.

Η χαρά μου δεν πρέπει να φανεί.

 

«Δεν είμαστε καλά οι δυο μας;»

Καταφάσκω, όσο πιο πειστικά μπορώ.

 

Πέρασε η ώρα

κι απόψε έχω να συναρμολογήσω

έναν ήλιο.

 

 ***

 

Αποχαιρετισμός

 

Τα ερωτήματα

καθόλου ταπεινά πια.

Πυρετική χαρά η αναμέτρηση.

 

Έπρεπε επιτέλους να συμβεί.

 

Να βγάλω το λευκό σεντόνι

της στοργικής σου επιφάνειας.

Να σου προσφέρω

τον τελευταίο

-γενναιόδωρο– 

αποχαιρετισμό μου.

 

Πώς;

Σκληρή εγώ;

 

 ***

 

Επιστροφή  ΙΙ

 

Ξυπνάω σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο.

Τοίχοι βαμμένοι με λαδιά νερομπογιά,

δυο λάμπες φθορίου στο ταβάνι,

η μία τρεμοπαίζει,

μια καρέκλα με δέρμα ξεσκισμένο,

στη μέση ένα κρεβάτι,

πάνω του εγώ, δεμένη με λουριά.

 

Θα ’σαι καλά χωρίς εμένα;


 

 

 

Τα 3 παραπάνω ποιήματα της Εύης Μαυρομμάτη (γεν. 1978) δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα ποιήματά της «Eπιστροφή», «La bella Simonetta», «Xρόνος είναι...», «Μπλε ώρα», τα πεζά κείμενα «Καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν», «Ημικρανίες» και κάποιες μεταφράσεις της (Rainer Maria Rilke, Else Lasker-Schüler, Gottfried Keller).

 

Samuel Beckett, Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ

Photo by Γκέλυ Καλαμπάκα



[...]



Μείναμε έτσι, ακίνητοι. Αλλά από κάτω όλα κινούνταν, και κινούσαν κι εμάς, απαλά, πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά. (Παύση.) Περασμένα μεσάνυχτα. Δεν θυμάμαι ξανά τέτοια ησυχία. Σαν να είναι η γη ακατοίκητη. (Παύση.) Εδώ ολοκληρώνεται - (Ο Κραπ κλείνει το κουμπί, τρέχει την ταινία πίσω, ξανανοίγει το κουμπί.) - στη λίμνη, με τη βάρκα, βουτήξαμε κοντά στην όχθη, ύστερα ξανοιχτήκαμε κι αφεθήκαμε στο ρεύμα. Έμεινε ξαπλωμένη στη βάρκα με τα χέρια κάτω απ' το κεφάλι και τα μάτια κλειστά. Ο ήλιος έκαιγε, είχε ένα ελαφρύ αεράκι, και το νερό ήταν ήρεμο. Πρόσεξα μια γρατζουνιά στον μηρό της και την ρώτησα πώς έγινε. Μάζευα φραγκοστάφυλα, μου είπε. Της είπα για ακόμα μια φορά πως δεν έχουμε μέλλον μαζί, πως δεν έχει νόημα να συνεχίζουμε και αυτή συμφώνησε, χωρίς να ανοίξει τα μάτια. (Παύση.) Της ζήτησα να με κοιτάξει και μετά από λίγο - (Παύση.) - μετά από λίγο με κοίταξε αλλά τα μάτια της ίσα που άνοιγαν απ’ την αντηλιά. Έσκυψα πάνω της για να της κάνω σκιά και τα μάτια της άνοιξαν. (Παύση. Αργά.) Και με δέχτηκαν. (Παύση.) Το ρεύμα μας τράβηξε κι η βάρκα σταμάτησε μες στις καλαμιές. Λύγιζαν μπροστά στην πλώρη στενάζοντας. (Παύση.) Μείναμε ξαπλωμένοι, το πρόσωπό μου στο στήθος της και το χέρι μου πάνω της. Μείναμε έτσι, ακίνητοι. Αλλά από κάτω όλα κινούνταν, και κινούσαν κι εμάς, απαλά, πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά. (Παύση.) Περασμένα μεσάνυχτα. Δεν θυμάμαι ξανά-  (Ο Κραπ κλείνει το κουμπί, σκέφτεται.)

 

[...]



 

 

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη θεατρική παράσταση του έργου του Samuel Beckett, Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ, σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντωνόπουλου, που παίζεται στο BIOS. TESLA Basement. Τη φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση τράβηξε η Γκέλυ Καλαμπάκα. 

Στο σκηνοθετικό σημείωμα της παράστασης αναφέρεται: «Ένα απόγευμα στο μέλλον. Ο Κραπ, κάθε χρόνο την ημέρα των γενεθλίων του, ηχογραφεί μια μαγνητοταινία με τα σημαντικότερα γεγονότα του περασμένου έτους. Πριν την καινούρια ηχογράφηση ακούει μια παλαιότερη. Στα εξηκοστά ένατα γενέθλιά του έρχεται αντιμέτωπος με τις αποφάσεις που πήρε 30 χρόνια πριν.

Χρησιμοποιώντας ένα βιντεοσκοπημένο υλικό δράσεων - όπου πρωταγωνιστής είναι ένας ηλικιωμένος άνδρας - ένας νεότερος ηθοποιός προσπαθεί να τις ανακατασκευάσει.

Οι μαγνητοταινίες του παρελθόντος ηχογραφούνται ζωντανά. Το βίντεο και η ηχογράφηση δημιουργούν το παρόν και παράλληλα ανασυνθέτουν το παρελθόν.

Οι χρόνοι αυτοί συνυπάρχουν, ο ηθοποιός συνομιλεί με την ηλικιωμένη προβολή του εαυτού του· όπως ο Κραπ - μέσω των μαγνητοταινιών - με τον νεότερο εαυτό του. Απέναντι του.

Ο Κραπ και η μελλοντική του εκδοχή καλούνται να συνυπάρξουν».




Συντελεστές παράστασης

Μετάφραση: Αντώνης Αντωνόπουλος / Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνοθεσία / Ερμηνεία: Αντώνης Αντωνόπουλος

Ηχητική Δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός

Βίντεο: Γκέλυ Καλαμπάκα

Σκηνικά / Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ευδοξία Ανδρουλιδάκη

Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Βασιλική Σουρρή

Στο βίντεο εμφανίζεται ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος

 


Αλέξανδρος Κ., Αρχαγγελίτης (προμήνυμα)

Photo: Illustration by Viola Niccolai

Μάρτυρες δεν υπήρχαν. Ήταν όμως σίγουρο ότι μέσα σε δυο νύχτες εξαφανίστηκαν πολλά παιδιά. Πάρα πολλά. Αγόρια και κορίτσια. 20 και 21 Νοεμβρίου. Μέσα σε δυο νύχτες άνοιξε η γη και κατάπιε ένα σωρό παιδιά. Και αδέλφια.

 

Όποιος έχασε παιδί κι είχε κι άλλο έτρεμε μην το χάσει και εκείνο, και δεν μιλούσε. Όποιος έχασε παιδί και δεν είχε άλλο έτρεμε μην του το φέρουνε πεθαμένο, και δεν μιλούσε και εκείνος. Η είδηση όμως μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα τρεις τέσσερις ημέρες τώρα. Κάποιοι που δεν έχασαν παιδί κι άλλοι που δεν είχανε ποτέ παιδί δικό τους να το χάσουν μιλούσαν ψιθυριστά για έναν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό εξαφανισμένων παιδιών. Καμία άλλη αναφορά, πουθενά. Καμία επίσημη ανακοίνωση.

 

Εκείνη το άκουσε από την εγγονή της, που άρχισε να φοβάται για την κόρη της. Κατάλαβε. «Άρχισαν», είπε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Κι ύστερα έσφιξε τα χείλη της και έκλεισε τα μάτια της.

 

***

 

Μια Πέμπτη γεννήθηκε, στις 12 Σεπτεμβρίου, στη Θεσσαλονίκη. Ασθενική κράση, είπε η μαμή. Ήταν δεν ήταν δεκαέξι ημερών το νεογέννητο, όταν αρρώστησε βαριά. Έναν ολόκληρο μήνα παλεύανε να το κρατήσουν στη ζωή με νύχια και με δόντια, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Και τότε η μάνα του το έταξε στον αρχάγγελο. Όλοι τής λέγανε να το βαφτίσουν το παιδί στον αέρα, μην φύγει αβάφτιστο, με κρίμα, αλλά εκείνη δεν τους άφηνε. «Όχι», έλεγε και ξανάλεγε με σφιγμένα τα δόντια. «Όχι», μόνο αυτό, τίποτ’ άλλο.

 

Στις 8 Νοεμβρίου, ημέρα Παρασκευή, την ημέρα των Αρχαγγέλων, το βάφτισε το παιδί. Το τάμα που ’χε κάνει ήταν άμα ζει το παιδί, έτσι είπε όταν έκανε το τάμα, δεν είπε «άμα ζήσει», άμα ζει το παιδί μέχρι τη μεγάλη γιορτή των Αρχαγγέλων, θα του δώσει η ίδια τ’ όνομα τ’ αρχαγγέλου που έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα στην Παρθένο Μαρία.

 

Εκείνη την Πέμπτη έμεινε ξάγρυπνη, περίμενε να φέξει. Και μόλις έφεξε, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι της σιγά σιγά και πήγε πάνω από την κούνια του παιδιού και στάθηκε ν’ ακούσει αν αναπνέει. Ανέπνεε βαριά. Τότε έκανε τον σταυρό της και είπε με ευγνωμοσύνη: Εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Κι ύστερα συνέχισε. Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η Βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. Κι ύστερα έσκυψε πάνω απ’ το παιδί και το πήρε στα χέρια της. Σήκωσε το παιδί στον αέρα και είπε: Βαπτίζεται η δούλη του Θεού Γαβριέλα εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Κι ύστερα ξανασήκωσε το παιδί στον αέρα και ξαναείπε: Βαπτίζεται η δούλη του Θεού Γαβριέλα εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Κι ύστερα ξανασήκωσε το παιδί στον αέρα και ξαναείπε για τρίτη φορά: Βαπτίζεται η δούλη του Θεού Γαβριέλα εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Κι ύστερα το άφησε το παιδί μες στην κούνια του πάλι και είπε: Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν. Και το νεογέννητο όλη αυτή την ώρα ανέπνεε αλλά δεν ξύπνησε.

 

Έτσι έγινε και το είπανε Γαβριέλα το παιδί. Κι εκείνη η δύναμη του θεού, που της έδωσε τ’ όνομά της, την κράτησε στη ζωή όλα αυτά τα χρόνια.

 

Γερασμένη προ πολλού, τυφλή σχεδόν, και στα δυο τα μάτια, κουφή απ’ το ένα το αφτί το αριστερό και με ακουστικό στο άλλο, χωρίς να μπορεί να κρατήσει έστω για μια στιγμή ακίνητο το κεφάλι της, με το ένα χέρι, το δεξί, να κρατάει το άλλο το αριστερό για να μην τρέμει, αλλά με σώας τας φρένας, έκλεισε τα μάτια της εκείνη την Κυριακή και ζήτησε απ’ τον αρχάγγελο μια χάρη που όμοιά της δεν είχε ζητήσει ποτέ στη ζωή της μέχρι τότε. Να την πάρει. Να την πάρει, να μην αξιωθεί να δει το κακό που ετοίμαζε χωρίς να το γνωρίζει. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», δεν είπε κι ο Χριστός; Να την πάρει. Εκείνη τη στιγμή. Όχι άλλη. Και με τα μάτια της κλειστά, όρκο θα έπαιρνε ότι είδε να της παρουσιάζεται αυστηρή η μορφή του αρχαγγέλου που παίρνει τις ψυχές. Εκείνη την Κυριακή, στις 24 Νοεμβρίου, η Γαβριέλα Διαμαντίδου έφυγε πλήρης ημερών, στα 84 της χρόνια.

 

***

 

Στις 29 Δεκεμβρίου, στα σαράντα, το μάρμαρο ήταν έτοιμο: «Γαβριέλα Διαμαντίδου / Ετών 84  – 24/11/2024». Κι από κάτω η φράση που αγαπούσε: «και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπη δε μη έχω, ουδέν είμι». Και τότε, έτσι όπως διάβαζε το μάρμαρο, θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς της. «Αριθμοί είναι. Τον Νοέμβρη θ’ αρχίσει το κακό», είχε πει.

 

«Η γιαγιά σας ήταν πολύτιμος άνθρωπος», άκουσε πίσω της και τρόμαξε. Γύρισε. Είδε δυο άντρες να την κοιτάζουν. Κατάλαβε. «Με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω», βιάστηκε να πει. «Θα σας πάμε εμείς όπου θέλετε», είπε ο ένας και τη σταμάτησε, πιάνοντάς την απ’ το μπράτσο. «Ελάτε», της είπε ο άλλος και της χαμογέλασε, «έχουμε και τη μικρή μαζί μας».

 

 

 

Το διήγημα «Αρχαγγελίτης (προμήνυμα)» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Τέχνης και Λόγου cantus firmus τον Δεκέμβριο του 2015. 

O Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στο blog Logotexnia21 ως Αλέξανδρος Κ. τον Δεκέμβριο του 2009. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μ' ένα καλό ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

 

 

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails