Robert Musil, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες

Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες

[…]


Ήσυχα ήσυχα κυλούν τα παιδικά τα χρόνια με το ολοστρόγγυλο το νόημα τους κι έρχεται μια στιγμή και αλλάζουν όλα.


Ένας μικρός σιδηροδρομικός σταθμός, στο δρόμο πού πήγαινε για τη Ρωσία. Τέσσερεις ατέλειωτες, ευθείες ράγες. Δίπλα τους οι σκούρες λουρίδες που αποτύπωσαν με τον καιρό οι εξατμίσεις των τρένων. Ίσως να έφταιγαν τα μελαγχολικά χρώματα ή το χλωμό κουρασμένο φως του απογευματινού ήλιου, που έκαναν ανθρώπους και αντικείμενα να μοιάζουν έτσι αδιάφορα και ξεψυχισμένα, τις κινήσεις μηχανικές, όπως στη σκηνή ενός κουκλοθέατρου. Στο διάδρομο, ανάμεσα στις ράγες και στο κτίριο του σταθμού, πηγαινοερχόταν μια εύθυμη συντροφιά νεαρών που έκαναν αρκετή φασαρία καθώς πλαισίωναν ένα μεσόκοπο ζευγάρι. Η ευθυμία τους όμως έμοιαζε κάπως ψεύτικη. Τα δυνατά γέλια έσβηναν ύστερα από μερικά βήματα. Η σύζυγος του αυλικού συμβούλου Ταίρλες, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, έκρυβε τα θλιμμένα κι ελαφρά κοκκινισμένα μάτια της, πίσω από ένα πυκνό πέπλο. Η στιγμή του αποχαιρετισμού είχε φτάσει και της ήταν δύσκολο ν’ αποχωριστεί πάλι για τόσο μακρύ διάστημα τον αγαπημένο της μοναχογιό, που θα ζούσε ανάμεσα σε ξένους δίχως την προστασία και τις φροντίδες της. Ο λόγος που ανάγκασε την κυρία Ταίρλες να υποστεί τον ξενιτεμό του γιου της σ’ έναν τόσο μακρινό κι αφιλόξενο τόπο, ήταν πως στην κωμόπολη εκείνη υπήρχε μια φημισμένη σχολή. Εκεί έπαιρναν την ανάλογη παιδεία οι γιοι των καλύτερων οικογενειών της Αυστρίας, που σκόπευαν να κάνουν πανεπιστημιακές σπουδές ή να εργαστούν στις στρατιωτικές ή κρατικές υπηρεσίες. Ένα δίπλωμα από τη σχολή του Βάισκίρχεν ήταν το καλύτερο εισιτήριο για τις περιπτώσεις αυτές αλλά και για τη σύναψη σχέσεων με ανθρώπους του καλού κόσμου. Να τι είχε αναγκάσει τον κύριο και τη κυρία Ταίρλες να εξασφαλίσουν πριν από τέσσερα χρόνια μια θέση στη σχολή αυτή. Ήταν μια απόφαση που αργότερα πληρώθηκε με πολλά δάκρυα. Γιατί από τη στιγμή που η πύλη της αυλής έκλεισε πίσω του, ο μικρός Ταίρλες άρχισε να υποφέρει από φριχτή και αβάσταχτη νοσταλγία. Όλα τα έβλεπε πίσω από ένα πέπλο και με πολύ κόπο συγκρατούσε κατά τη διάρκεια της ημέρας κάποιο δυνατό λυγμό και τα βράδια ο ύπνος τον έβρισκε πάντοτε με μουσκεμένο πρόσωπο.


Στην πραγματικότητα όμως, ήταν ένα αίσθημα πιο σύνθετο κι απροσδιόριστο γιατί το αντικείμενο της νοσταλγίας του, η εικόνα δηλαδή των γονιών του δεν υπήρχε πια. Μιλώ για εκείνη την απτή σωματική ανάμνηση ενός αγαπημένου προσώπου, που αγγίζει όλες τις αισθήσεις και δεν μας αφήνει να κάνουμε τίποτα, χωρίς να νιώθουμε δίπλα μας την αόρατη και σιωπηλή παρουσία του άλλου. Αυτή η ανάμνηση είχε σβήσει, σαν μια σύντομη αντήχηση. Η εξαφάνιση της όμως δεν τον λύτρωσε όπως θα περίμενε κανείς, αλλά άφησε ένα κενό. Όμως οι γονείς του ήταν ευχαριστημένοι. Ανακουφίστηκαν από τον ανάλαφρο και ξέγνοιαστο τόνο που κυριαρχούσε στις καινούριες του επιστολές. Σκέφτηκαν πως ήταν μία κρίση που πέρασε.


Τώρα ο Ταίρλες ένιωθε ανικανοποίητος, ψηλαφούσε αμήχανα εδώ κι εκεί, αναζητώντας κάτι καινούριο, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως στήριγμα. Ένα επεισόδιο της εποχής εκείνης ήταν σημαδιακό. Μια μέρα ήρθε να εγγραφεί στο ίδρυμα ο πρίγκιπας Χ. Κι ενώ οι άλλοι βρήκαν άνοστα και επιτηδευμένα τα τρυφερά του μάτια και τον κορόιδευαν για γυναικωτό, ο μικρός Ταίρλες εντυπωσιάστηκε από την πρώτη στιγμή από τη μουσικότητα της φωνής του, από τον τρόπο που κρατά κάτι στο χέρι, από τη χροιά της σιωπής του, από την έκφραση που έχει το σώμα όταν εισέρχεται σε ένα χώρο. Ο Ταίρλες έζησε μια κατάσταση σχεδόν ειδυλλιακή. Και ξαφνικά ήρθε η ρήξη ανάμεσά τους. Και από κείνη τη στιγμή χάλασαν όλα. Κι από κείνη τη στιγμή δεν αντάλλαξαν ούτε λέξη. Κι ο πρίγκιπας που ένιωθε πολύ άβολα ύστερα από λίγο έφυγε από τη σχολή. Τα πάντα γύρω του έμοιαζαν τώρα άδεια και βαρετά. Στο μεταξύ είχε μεγαλώσει. Κάτι άγνωστο και σκοτεινό ένιωθε να ξυπνάει μέσα του. Ήταν η εφηβεία που άρχιζε. Ήταν εκείνη η εποχή που ο καθένας θέλει να σημαίνει κάτι. Ήταν εκείνη η εποχή που όμως είναι τόσο ανέτοιμος που είναι αδύνατο να σημαίνει οτιδήποτε. Ήταν εκείνη η εποχή που αν δείξεις σε ένα παιδί πόσο γελοίο είναι θα βουλιάξει το έδαφος κάτω από τα πόδια του ή θα σωριαστεί καταγής. Ήταν εκείνη την εποχή που ο Ταίρλες συνδέθηκε με εκείνους που έμελλε να παίξουν σημαντικότατο στη ζωή του.


[…]


Μια νύχτα, ήταν πολύ αργά όλοι κοιμόντουσαν, ο Ταίρλες ένιωσε ένα τράνταγμα. Στο κρεβάτι του καθόταν ο Μπάινεμπεργκ.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Σήκω, σήκω πάνω, μην κάνεις θόρυβο, θα μας καταλάβουν.


Ο Ταίρλες ντύθηκε βιαστικά, έριξε στην πλάτη το παλτό του και βγήκε. Έφτασαν στο καμαράκι.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Ο Ράιτινγκ μας κοροϊδεύει.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Τι εννοείς;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Την ξέ­ρεις εκείνη την ιστορία που είχε συμβεί πριν τέσσερα χρόνια στη σχολή; Είχε έρθει τη χρονιά εκείνη στη σχολή ένα ωραίο παιδί, που το είχαν ερωτευτεί πολλοί.


Ο Ταίρλες αισθάνθηκε ένα πνίξιμο στο λαρύγγι. Σα να ’χε καταπιεί άμμο.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Το ίδιο κάνει κι ο Ράιτινγκ με τον Μπαζίνι.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Είναι ερωτευμένος;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Σαχλαμάρες! Το πολύ να του αρέσει ο Μπαζίνι σεξουαλικά... Πάντως κάνει το κέφι του.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και ο Μπαζίνι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Αυτός; ... Δεν πρόσεξες τι θράσος έχει αποκτήσει τώρα τελευταία;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και πώς το ανακάλυψες;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Τους ακολούθησα.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Πού;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Εδώ δίπλα στη σοφίτα. Είχα δώσει στον Ράιτινγκ το κλειδί από την άλλη είσοδο. Ύστερα ήρθα εδώ άνοιξα με προσοχή την τρύπα κι ύστερα σύρθηκα ως πέρα.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και...είδες;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Ναι.


ΤΑΙΡΛΕΣ: … Πώς ήταν ο Μπαζίνι;


Ο Μπάινεμπεργκ δεν απάντησε. Πέρασε πολλή ώρα πριν μιλήσει. Είπε


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Εξέτασα το ζήτημα απ’ όλες τις πλευρές. Όσον άφορα τον Μπαζίνι, δε θα πω «κρίμα στο παιδί», ό,τι κι αν γίνει. Ακόμα κι αν τον καταγγείλουμε, ακόμα κι αν τον πλακώσουμε στο ξύλο. Ακόμα κι αν τον βασανίσουμε μέχρι να πεθάνει. Δεν θα το πω. Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ ότι ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να έχει κάποια σημασία. Μού φαίνεται σαν να έχει γεννηθεί τυχαία, από σπόντα. Είναι τόσο ασήμαντος, όσο κι ένα σκουλήκι στο δρόμο. Δεν ξέρεις αν πρέπει να το λιώσεις ή να το προσπεράσεις. Με αλλά λόγια ισούται με το τίποτα. Όσον άφορα τον Ράιτινγκ, το πράγμα διαφέρει σαφώς. Με την πράξη του όπλισε κι αυτός το χέρι μου.


Ο Ταίρλες τρόμαξε. Μ’ έναν περίεργο τρόπο όμως, λες και αφορούσε αυτόν τον ίδιο η μοίρα του Ράιτινγκ.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Δεν είναι σωστό να χρησιμοποιήσεις κάτι τέτοιο εναντίον του.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Για ποιο λόγο άλλωστε; Έτσι κ αλλιώς είναι ακίνδυνος πια. Πιστεύεις ακόμα πως πρέπει να καταγγείλουμε τον Μπαζινι;


Ο Ταίρλες δεν απάντησε.


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Σκέφτομαι να τον κρατήσουμε για τον εαυτό μας και να τον τιμωρήσουμε εμείς. Αυτοί απ’ τη σχολή μπορεί να τον έδιωχναν γράφοντας ένα μεγάλο γράμμα στο θείο του. Αλλά τι αξία θα είχε γι’ αυτούς μια τέτοια περίπτωση.


ΤΑΙΡΛΕΣ: Και τι αξία μπορεί να έχει για μας;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Για μένα ο Μπαζίνι έχει πολλή αξία. Εσύ θα τον άφηνες απλώς να φύγει κι έτσι θα ξεμπέρδευες και θα ’σουν και ήσυχος από πάνω. Όλα αυτά περί κοινωνίας, ηθικής κ.τ.λ. που μας αράδιαζες δεν μετράνε φυσικά εδώ. Εγώ όμως ενδιαφέρομαι. Οι άνθρωποι που έχουν τον ίδιο προορισμό με μένα βλέπουν τους άλλους με αλλιώτικο μάτι. Γι’ αυτό θέλω να τον κρατήσω τον Μπαζίνι, για να τον μελετήσω. … Να θα ήθελα ας πούμε να τον βασανίσω.


[…]


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Πολυαγαπημένε μας γιε». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Γλυκό μου αγόρι». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Γιε μου». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Σπλάχνο μου». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Λάβαμε με χαρά το τελευταίο σου γράμμα, αποφασίσαμε να απαντήσουμε άμεσα, μιας κι έδειχνες ιδιαίτερα συγχυσμένος.» Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Ευελπιστώ η πρόοδός σου να συνεχίσει την ανοδική της πορεία και μόνο αυτή». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Η συνεχόμενη αποστολή επιστολών σου δείχνει κάποια ασέβεια στον μόχθο μου. Παιδί μου, τα χρήματα τα βγάζω με πολύ κόπο». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Έχω πολύ καιρό να λάβω γράμμα σου». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Στο προηγούμενο γράμμα σου ανέφερες ότι προσπαθείς». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Είσαι κάπως υπερβολικός στις περιγραφές σου. Αναγνωρίζουμε σε σένα σημάδια νεανικής οργής. Είναι λογικό, μιας και ήσουν από μικρός ευαίσθητος». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Το ρήμα προσπαθώ είναι πάντα λίγο για κάποιον που έχει υψηλούς στόχους». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Πολυτέλειες οι οποίες στην ηλικία σου ενισχύουν την απληστία δεν πρόκειται να τις επικροτήσω». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Περιέχει μέσα του την έννοια της ήττας». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Δεν ταιριάζουν άλλωστε στον άντρα που εσύ θέλεις να γίνεις». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Θέλω να ξέρεις ότι δεν έχουμε κανένα νέο απ’ τον πατέρα σου». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Είναι αλήθεια πως ο συμμαθητής σου έσφαλε, αλλά αυτό δεν είναι παρά ένα νεανικό παράπτωμα. Γίνε εσύ αυτός που θα του υποδείξεις τον ίσιο δρόμο». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Το ότι ο πατέρας σου μας εγκατέλειψε σε καθιστά αρχηγό και προστάτη της οικογένειάς μας. Έχουμε παραδώσει στα χέρια σου το μέλλον μας». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Σταμάτα να κλαίγεσαι σαν μικρό κοριτσάκι. Τα βιβλία που σου έδωσα δεν είναι ούτε ονειροκρίτες ούτε καζαμίες, σταμάτα λοιπόν να υπονομεύεις την αξία τους με τις αξιοθρήνητες ονειροπολήσεις σου. Συγκεντρώσου επιτέλους στο στόχο». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Εμπιστεύσου καλύτερα την ωριμότητα των φίλων σου, οι οποίοι κρίνουν πιο ψύχραιμα από σένα». Θυμάσαι;


ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Θυμήσου! Είσαι σε αυτή τη σχολή για να γίνεις». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Ο καλύτερος». Θυμάσαι;


ΡΑΪΤΙΝΓΚ: Θυμάσαι; «Να ακούς πολύ και να μιλάς λίγο. Μόνο έτσι θα κερδίσεις το σεβασμό των ανθρώπων». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Ηρέμησε και μην ανησυχείς τόσο πολύ για όλα. Οι γονείς σου».


ΡΑΪΤΙΝΓΚ και ΜΠΑΪΝΕΜΠΕΡΓΚ: Θυμάσαι; «Η μητέρα σου». Θυμάσαι;


ΜΠΑΖΙΝΙ: Θυμάσαι; «Στρατηγός φον Μπάινεμπεργκ». Θυμάσαι;


ΤΑΙΡΛΕΣ: Θυμάσαι; «Υστερόγραφο. Να ντύνεσαι καλά και να τρως ελαφριά τα βράδια».


[…]


Αργότερα, όταν είχε ξεπεράσει τα γεγονότα που επηρέασαν την εφηβεία του, ο Ταίρλες είχε γίνει ένας λεπτός, νεαρός κύριος, με πολύ ευαίσθητο πνεύμα. Ανήκε στους εστέτ διανοούμενους, που ο σεβασμός προς τούς νόμους και εν μέρει την καθιερωμένη ηθι­κή, τους παρέχει μια ήρεμη σιγουριά, γιατί τους απαλλάσσει απ’ το να καταγίνονται με πράγματα ευτελή και χυδαία, που καμιά σχέση δεν έχουν με τις πολύπλοκες ψυχικές διαδικασίες.


Έτσι, όταν ρωτήθηκε από κάποιον που άκουσε την ιστορία του, αν ντρεπόταν για ό,τι είχε συμβεί, απάντησε χαμογελώντας:


«Δεν το αρνούμαι φυσικά. Ήταν μια πράξη ταπεινωτική. Αλλά γιατί όχι; Τώρα πάει πια, πέρασε... Και ξέρετε τι έχει απομείνει μέσα μου για πάντα; Εκείνο το ελάχιστο δηλητήριο, πού είναι αναγκαίο για ν’ αφαιρέσει απ’ την ψυχή την υπερβολική της υγεία, δίνοντας της όμως μια άλλη, πιο λεπτή, πιο ευαίσθητη και πιο σοφή.


Έχετε μετρήσει ποτέ τις ώρες της ταπείνωσης που καίνε την ψυχή μας, όταν κατεχόμαστε από ένα υπέρμετρο πάθος; Αναλο­γιστήκατε ποτέ την εσκεμμένη ταπείνωση στον έρωτα; Τις στιγμές, εκείνες, όπου οι ερωτευμένοι σκύβουν εκστατικοί πάνω από βαθιά πηγάδια ή βάζουν ο ένας το αυτί στην καρδιά τού άλλου, ενώ μεγάλες, μανιασμένες γάτες γρατζουνάνε τα τοιχώματα της φυλα­κής τους; Και όλ’ αυτά γιατί τάχα; Ασφαλώς για να νιώσουν έν­τονα ρίγη. Για να τρομάξουν με τη μοναξιά τους, πάνω από κείνα τα φοβερά βάθη! Για να δραπετεύσουν ο ένας μέσα στον άλλο, έντρομοι από τη μοναξιά που τούς κυνηγάει απειλητική! Ε, λοιπόν εγώ περπάτησα μονάχος μέσα από τα μονοπάτια που διασχίζουν δύο ερωτευμένοι».


Έτσι μιλούσε ύστερ’ από χρόνια ο Ταίρλες, αλλά τότε που βρισκό­ταν μονάχος στη μέση της καταιγίδας, δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη βεβαιότητα, πώς κάποτε θα τελείωναν όλα καλά.


[…]


Όταν ο Ταίρλες υποδέχτηκε τους φίλους του τις επόμενες μέρες ήταν κακόκεφος και βλοσυρός κι άρχισε να ντρέπεται με το παραμικρό. Του ήταν αδύνατο να απαλλαγεί από την τρυφερότητα που άρχισε να νιώθει για τον περιφρονημένο και εξευτελισμένο Μπαζίνι. Κι όταν εκείνοι επέμεναν πως έπρεπε να βρεθούν σύντομα με τον Μπαζίνι στο καμαράκι, εκείνος έβρισκε ένα σωρό προφάσεις για να το αναβάλουν. Δεν πρέπει όμως να φανταστεί κανείς πως ο Ταίρλες ένιωσε έστω και φευγαλέα έστω και μπερδεμένα πραγματικό έρωτα, γιατί ακόμα και στις ερωτικές τους συναντήσεις ο πόθος τους δεν έβρισκε πλήρη ικανοποίηση, αλλά μετατρεπόταν σε καινούργια πείνα δίχως στόχο, που ξεπερνούσε τον ίδιο τον Μπαζίνι.


Κι όταν ο Ράιτινγκ πρότεινε να αλλάξουν συμπεριφορά απέναντι στον Μπαζίνι, γιατί έχει συνηθίσει να τους υπακούει και δεν υπέφερε πια, και πως έπρεπε να τον εξευτελίσουν και να τον κάνουν λιώμα, ή, όπως είπε ο Μπάινεμπερκ, να βρουν έναν καινούργιο δρόμο και να τον υπνωτίσουνε και να γίνουνε κύριοι της ψυχής του ή το ακόμα πιο έξυπνο να τον παραδώσουν στα παιδιά της τάξης, λίγο να βοηθήσει ο καθένας θα τον ξεσκίσουμε θα τον κάνουμε λιώμα, ο Ταίρλες δεν έφερε την παραμικρή αντίσταση.


[…]







Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την θεατρική παράσταση Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες του Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942) στην εξαιρετική διασκευή και σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη, που παίζεται στο θέατρο Πόρτα από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 24 Απριλίου 2016.

 


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κείμενο: Ρόμπερτ Μούζιλ

Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης

Σκηνοθεσία - Διασκευή: Γεωργία Μαυραγάνη

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελίνα Ρίζου

Σκηνικά-κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα

Επιμέλεια κίνησης: Ρομάνα Λόμπατς

Φωτισμοί:Τάσος Παλαιορούτας

Παίζουν: Βαγγέλης Αμπατζής, Βασίλης Σαφός, Γρηγόρης Μπαλάς, Μπλερίμ Δαμπιράι

Παραστάσεις: Τετάρτης στις 8 μ.μ. και Κυριακή στις 9.15 μ.μ.


Η Logotexnia21 ευχαριστεί πολύ τη Γεωργία Μαυραγάνη για την αποστολή των αποσπασμάτων του έργου. 

Το βιβλίο του Ρόμπερτ Μούζιλ Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μία κριτική προσέγγιση του βιβλίου από την Βιβή Γεωργαντοπούλου. 

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Ρόμπερτ Μούζιλ και δείτε ποια άλλα βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά. 



Варла́м Шала́мов (Βαρλάμ Σαλάμοφ), Το ψωμί του άλλου

Photo by Fratelli Alinari


Αυτό ήταν ξένο ψωμί, το ψωμί ενός φίλου μου. Ο φίλος εμπιστευόταν μόνον εμένα, έφυγε να πάει στη δουλειά, στην ημερήσια βάρδια, και το ψωμί έμεινε σε μένα, σε ένα μικρό ρωσικό ξύλινο σεντουκάκι. Τώρα δεν φτιάχνουν τέτοια σεντούκια, αλλά στη δεκαετία του είκοσι οι μοσχοβίτισσες καλλονές έκαναν τη φιγούρα τους μ’ αυτά: σπορτίφ κροκοδιλέ βαλιτσάκια από δερματίνη. Στο σεντουκάκι ήταν το ψωμί, η μερίδα ψωμιού. Αν ταρακουνήσεις το σεντουκάκι με το χέρι το ψωμί θα κουνηθεί στο εσωτερικό του. Το σεντούκι βρισκόταν πάνω από το κεφάλι μου. Είχα αργήσει να κοιμηθώ. Ο νηστικός άνθρωπος κοιμάται άσχημα. Αλλά δεν κοιμόμουνα ακριβώς γιατί από πάνω μου ήταν το ψωμί, το ξένο ψωμί, το ψωμί του φίλου μου. Έμεινα καθιστός στην κουκέτα… Μου φαινόταν ότι με κοιτάνε όλοι, ότι όλοι ξέρουν τι ετοιμάζομαι να κάνω. Αλλά ο επιστάτης δίπλα στο παράθυρο κάτι μπάλωνε. Ένας άλλος άντρας, το επώνυμο του οποίου δεν ξέρω, δούλευε όπως κι εγώ νυχτερινή βάρδια και τώρα είχε ξαπλώσει στη θέση ενός άλλου, στο κέντρο του παραπήγματος, με τα πόδια προς τη ζεστή σόμπα. Η ζέστη αυτή δεν έφτανε ώς εμένα. Ο άντρας ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με το πρόσωπό του ξεσκέπαστο. Τον πλησίασα, τα μάτια του ήταν κλειστά. Έριξα μια ματιά στις από πάνω κουκέτες − εκεί, στη γωνία του παραπήγματος, κάποιος κοιμόταν ή απλώς ήταν ξαπλωμένος, σκεπασμένος με ένα σωρό κουρέλια. Ξάπλωσα και πάλι στη θέση μου, αποφασισμένος να κοιμηθώ. Μέτρησα μέχρι το χίλια και ξανασηκώθηκα. Άνοιξα το σεντούκι κι έβγαλα το ψωμί. Ήταν μια μερίδα των τριακοσίων γραμμαρίων, κρύο, σαν κομμάτι ξύλου. Το έφερα στη μύτη μου, και τα ρουθούνια μου έπιασαν μυστικά μιαν ανεπαίσθητη μυρωδιά ψωμιού. Έβαλα και πάλι το ψωμί στο σεντούκι και μετά το ξανάβγαλα. Αναποδογύρισα το σεντούκι κι έριξα στην παλάμη μου μερικά ψίχουλα. Τα έγλειψα, το στόμα μου γέμισε αμέσως από σάλιο και τα ψίχουλα έλιωσαν. Έπαψα να ταλαντεύομαι. Έκοψα τρεις μπουκιές, μικρές, σαν το νύχι του μικρού δαχτύλου, έβαλα το ψωμί στο σεντούκι και ξάπλωσα. Πιπίλιζα και θρυμμάτιζα με τη γλώσσα μου τις μικρές μπουκιές. Κι αποκοιμήθηκα, περήφανος που δεν είχα κλέψει το ψωμί του φίλου μου.

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά: Ελένη Μπακοπούλου

 



Η ιστορία «Το ψωμί του άλλου» του Βαρλάμ Σαλάμοφ συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο Ιστορίες από την Κολιμά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου. Ο τόμος Ιστορίες από την Κολιμά περιλαμβάνει 145 ιστορίες, πολλές φωτογραφίες, έναν κατατοπιστικό πρόλογο της μεταφράστριας και εκτείνεται σε 1.968 σελίδες.

Ο ποιητής και πεζογράφος Βαρλάμ Σαλάμοφ γεννήθηκε στη Βολογκντά το 1907. Το 1929, ενώ φοιτούσε στη Νομική Σχολή της Μόσχας, συνελήφθη για πρώτη φορά, φυλακίστηκε αρχικά στις ανακριτικές φυλακές Μπουτίρκι της Μόσχας και αργότερα εξορίστηκε για πέντε χρόνια σε ένα από τα πρώτα στρατόπεδα εργασίας στη Βισερά, απ’ όπου αποφυλακίστηκε το 1932. Πέντε χρόνια αργότερα συνελήφθη για δεύτερη φορά και στάλθηκε με πενταετή ποινή καταναγκαστικών έργων στην Κολιμά. Απελευθερώθηκε το 1951. Το 1982 μεταφέρθηκε παρά τη θέλησή του σε ψυχιατρείο, όπου και πέθανε λίγες μέρες αργότερα. 

Ο ίδιος ο Σαλάμοφ σημείωσε κάποια στιγμή για τις ιστορίες του: «Τα γραπτά μου αφορούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όσο αυτά του Εξυπερύ στον ουρανό ή του Μέλβιλ στη θάλασσα. Βασικά, οι ιστορίες μου συνιστούν οδηγίες για το πώς να δρα κανείς μέσα στο πλήθος. Να είναι όχι απλώς λιγάκι αριστερότερα απ’ τ’ αριστερά, μα ακόμα περισσότερο αληθινός από την αλήθεια την ίδια. Για το αίμα που είναι αληθές κι ανώνυμο».

Κατεβάστε από εδώ ένα αρχείο pdf με τον πρόλογο της Ελένης Μπακοπούλου, διάφορες φωτογραφίες της έκδοσης, τα περιεχόμενα του τόμου και τις δύο πρώτες ιστορίες, «Στο χιόνι» και «Υποσχετική».

Javier Marías, καρδιά τόσο άσπρη

Oil on canvas by Malcolm T. Liepke


«My hands are of your colour;

but I shame to wear a heart so white».

ή αλλιώς

«Τα χέρια μου έχουν το χρώμα σου∙

μα ντρέπομαι να ’χω μια καρδιά τόσο άσπρη».

ΣΑΙΞΠΗΡ

 

 

 

Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους. Όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός, πέντε λεπτά περίπου από τη στιγμή που το κορίτσι είχε φύγει από το τραπέζι, ο πατέρας δεν σηκώθηκε αμέσως, αλλά έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σαν να είχε παραλύσει, με το στόμα γεμάτο, χωρίς να τολμάει ούτε να μασήσει ούτε να καταπιεί ούτε, πόσο μάλλον, να φτύσει την μπουκιά στο πιάτο∙ κι όταν επιτέλους σηκώθηκε κι έτρεξε στο μπάνιο, εκείνοι που τον ακολούθησαν είδαν πως, ενώ ανακάλυπτε το αιμόφυρτο σώμα της κόρης του κι έκρυβε μες στα χέρια του το κεφάλι του, συνέχιζε να περνάει την μπουκιά του κρέατος από τη μία στην άλλη πλευρά του στόματος, μην ξέροντας ακόμα τι να την κάνει. Στο χέρι του κρατούσε την πετσέτα, και δεν την πέταξε παρά μόνο όταν, ύστερα από λίγο, είδε το σουτιέν πεταγμένο πάνω στον μπιντέ, και τότε σκέπασε με το πρώτο πανί που είχε πρόχειρο, αυτό που είχε στο χέρι του και που το είχαν λεκιάσει τα χείλη του, λες και τον έκανε να ντρέπεται περισσότερο το θέαμα του εσωρούχου παρά το θέμα του πεσμένου και μισόγυμνου σώματος με το οποίο το ρούχο βρισκόταν σε επαφή μέχρι πριν από λίγο: του σώματος που καθόταν στο τραπέζι ή απομακρυνόταν μέσα από το διάδρομο ή ακόμα που στεκόταν όρθιο. Προηγουμένως, με μια μηχανική κίνηση, ο πατέρας είχε κλείσει τη βρύση του νιπτήρα, τη βρύση του κρύου νερού, που έτρεχε με μεγάλη πίεση. Η κόρη έκλαιγε την ώρα που στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, άνοιγε την μπλούζα, έβγαζε το σουτιέν και σημάδευε την καρδιά, γιατί, ξαπλωμένη στο κρύο δάπεδο του τεράστιου μπάνιου, είχε τα μάτια γεμάτα δάκρυα, δάκρυα που δεν υπήρχαν κατά τη διάρκεια του γεύματος ούτε μπορούσαν να είχαν αναβρύσει αφότου σωριάστηκε χωρίς πνοή. Αντίθετα με τη συνήθειά της και τη γενική συνήθεια, δεν είχε τραβήξει το σύρτη, πράγμα που έκανε τον πατέρα να σκεφτεί (μια σκέψη σύντομη και σχεδόν ασυνείδητη, την ώρα που κατάπινε) ότι η κόρη του, ενώ έκλαιγε, ίσως και να περίμενε ή να ευχόταν πως κάποιος θα άνοιγε την πόρτα και θα την εμπόδιζε να κάνει αυτό που είχε κάνει, όχι με τη βία, αλλά απλώς με την παρουσία του, παρατηρώντας τη ζωντανή γύμνια της ή ακουμπώντας ένα χέρι στον ώμο της. Κανείς όμως (εκτός από εκείνη τώρα, και επειδή δεν ήταν πια κορίτσι) δεν πήγαινε στο μπάνιο κατά τη διάρκεια του γεύματος. Το στήθος που δεν είχε χτυπηθεί φαινόταν ολόκληρο, μητρικό και άσπρο και σφιχτό ακόμα, και σ’ εκείνο στράφηκαν ενστικτωδώς οι πρώτες ματιές, πάνω απ’ όλα για να αποφύγουν να στραφούν στο άλλο, το οποίο δεν υπήρχε πια ή ήταν μονάχα αίμα. […]

 

Μετάφραση από τα Ισπανικά: Έφη Γιαννοπούλου

 

 

Με το παραπάνω απόσπασμα αρχίζει το μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα Javier Marías καρδιά τόσο άσπρη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σέλας σε μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου το 1995. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στα Ισπανικά το 1992, ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 1993 και, μετά την έκδοσή του στα Αγγλικά, απέσπασε το 1997 το Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο IMPAC του Δουβλίνου. Το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης κοσμεί έργο του Σπύρου Βερύκιου.

 

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό για τον Χαβιέ Μαρίας και δείτε ποια βιβλία του έχουν εκδοθεί και κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

Inge Müller, Ιωνά - Απόσπασμα

 
Photo by  Deutsch-Russisches Museum Berlin-Karlshorst, Sammlung Iwan Schagin

 

Ήτανε Μάης του 1944.

 

[…]

 

Στο σταθμό. Παγωνιά. Ξένοι. Βιαστικοί. Χακί. Πρόσωπα. Στρατιωτικές στολές. Σφύριγμα. Άφιξη τρένου. Αναχώρηση τρένου. Κι άλλο χακί. Ερυθρός Σταυρός.

 

Επίδεσμοι. Ακρωτηριασμένοι. Γκρίζα μάτια. Άσπρα. Μαύρες στρατιωτικές στολές. Ρούνοι. Κεφάλια νεκρών. Στο καλάθι των αχρήστων: πακέτα από τσιγάρα. Αγκυλωτοί σταυροί πάνω σε χαρτί κόκκινο από αίμα. Ψόφιοι αρουραίοι.

 

Ιωνά: κάποιος φωνάζει. Παιδικό πρόσωπο κάτω απ’ το σιδερένιο κράνος: κορίτσι, έλα!

 

Όμορφη! Κοιμήσου. Δάκρυα στάζουν στη φωνή: μείνε. Πόρνη! Εγώ πληρώνω. Έλα λοιπόν!

 

Η Ιωνά κοίταξε τον στρατιώτη. Δεν είναι αυτός. Αυτός όχι. Κάποιος. Αλλά το στόμα του, το στόμα του δεν είναι ξένο. Εκείνη γέλασε. Εκείνος μίλησε. Εκείνος ούρλιαξε. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα. Εκείνος σώπασε. Εκείνη τρόμαξε. Είδε τον άσπρο επίδεσμο κάτω απ’ το γιακά της στολής του. Οι πληγωμένοι πολεμιστές γυρνάνε στο σπίτι. Όταν οι στρατιώτες παρελαύνουν μέσα στην πόλη. Με εμβατήρια περνάνε την πύλη. Ένα κάλεσμα σαν απόηχος βροντής. Σταυροί. Σταυροί. Ο Άγνωστος Στρατιώτης. Βόμβες πάνω στη γη των αγγέλων. Στρατιωτικό ταχυδρομείο. Γενναία μικρή γυναίκα του στρατιώτη... Ο κόσμος πρέπει να είναι δικός μας. Οι δυο σκιές μας έμοιαζαν σαν μία, όπως κάποτε της Λιλή Μαρλέν. Σφύριγμα. Άφιξη τρένου. Αναχώρηση τρένου. Ράγες, ράγες, γραμμές, ορίζοντας, για πού; Το τρένο έχει 5 ώρες καθυστέρηση. Προβλέπεται 7 ώρες καθυστέρηση. Ποιος έκαψε τα παγκάκια του σταθμού για να ζεσταθεί;

 

Η Ιωνά περίμενε. 7 ώρες, 25 λεπτά. Στολές. Χακί. Αδελφές του Ερυθρού Σταυρού. Φωνές που έδιναν διαταγές. Τρένο του στρατιωτικού νοσοκομείου: προγραμματισμένη άφιξη... είσοδος τρένου. Φασαρία. Ο σταθμός δονείται, πίεση ατμού, υπερπίεση, τα αυτιά βουλώνουν. Ποιος ουρλιάζει; Η σειρήνα, πρώτη φωνή∙ σειρήνες, αρχίζουν πολύ αργά, χορωδία, πιο πολυφωνική, εκκωφαντική, στριγγή, τελικά με τον διαπεραστικό τόνο των μεγάλων καραβιών...

 

Στην αποβάθρα σαρώνει η θύελλα, μαστιγώνει ο φόβος. Σειρήνες. Οι πληγωμένοι πάνω σε πόρτες, φορεία εκτάκτου ανάγκης, μεταφέρονταν πίσω στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Και στη σιγουριά. Οι ελαφρά πληγωμένοι υποβασταζόμενοι ή μόνοι τους πηγαίνουν στην άδεια αποβάθρα σκοντάφτοντας, τρεκλίζοντας. Η Ιωνά βοηθάει έναν να σηκωθεί, συνεχίζει να ψάχνει. Εκείνος δεν είναι ανάμεσά τους.

 

Αστυνομία σταθμού, στρατιωτική αστυνομία. Ασπίδα μπροστά στο στήθος∙ μαντρόσκυλα. ΠΡΟΧΩΡΕΙΤΕ! ΕΚΚΕΝΩΣΗ! Η Ιωνά τρομάζει με τη λέξη. Κοιτούσε: αυτοί είναι άνθρωποι. Είναι αυτοί άνθρωποι; ΠΡΟΧΩΡΕΙΤΕ! Διαταγή: στο καταφύγιο. Είναι για τη δική σας ασφάλεια, μα επιτέλους! Εμπρός, εμπρός! Κουνηθείτε!

 

Ποιος μας έδιωξε από τον παράδεισο; Ο σκύλος μαζεύει το κοπάδι. Ο διωγμός των εβραίων.

 

Ιωνά. ΕΜΠΡΟΣ ΜΑΡΣ, ΚΟΡΙΤΣΙ! Στριμωγμένοι με το ζόρι στο δρόμο για το καταφύγιο. Μια χοντρή γυναίκα κλαψουρίζει: «Την καρφίτσα μου! Πατάτε την καρφίτσα μου. Χρυσή. Ενθύμιο.»

 

«Σώστε την καρφίτσα!» Τσιριχτά γέλια. Μουρμουρητά. Ουρλιαχτά. ΝΑ ΤΗΡΗΘΕΙ ΗΣΥΧΙΑ! ΟΛΟΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΦΥΓΟΥΝ ΣΕ ΑΝΤΙΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ.

 

[…]

 

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 

1945, Βερολίνο, ένας δρόμος στα βόρεια, ένα υπόγειο.

 

[…]

 

Μια ηλικιωμένη γυναίκα στην πιο σκοτεινή γωνιά του καταφυγίου έραβε ένα κουμπί του άντρα της, το πάνω πάνω κουμπί στο λιωμένο παλτό του. Με φροντίδα, βελονιά τη βελονιά, τραβώντας τη βελόνα στην άκρη για να μην τραυματίσει τον άντρα της∙ προς τους ανθρώπους: είναι το μοναδικό του. Τα χάσαμε όλα. Προς τον άντρα της, ενώ τον κουκουλώνει μέχρι τον αδυνατισμένο ρυτιδιασμένο λαιμό του, τον κουμπώνει: δεν πρέπει να το ξανακόψεις, το κουμπί. Αλλιώς θα παγώσεις. Έτσι, έτσι. Τον ζυγιάζει σαν παιδί. Ο άντρας τραβάει το κουμπί, αυτή πιάνει το χέρι του. Δυο χέρια, σακάτικα δάχτυλα, κόμποι στις αρθρώσεις, δέρμα στιλπνό. Έτσι, έτσι. Όπου πας εσύ, θέλω να πάω κι εγώ. Χάρις. Χάρε πέρνα απέναντι. Μέχρι να σας χωρίσει ο θάνατος.

 

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου

 



Η μετάφραση των παραπάνω αποσπασμάτων του κειμένου «ΙΩΝΑ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ» έγινε από το βιβλίο που επιμελήθηκε η Ines Geipel και περιλαμβάνει ποιήματα, πεζά και ημερολογιακές καταγραφές της Ίνγκε Μύλλερ (Inge Müller, Irgendwo; noch einmal möchte ich sehn).

Το «ΙΩΝΑ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ» αποτελεί τη βάση για ένα μεγάλο κείμενο, το οποίο δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού η Ίνγκε Μύλλερ το 1966 δίνει προτεραιότητα στην αυτοκτονία της αφήνοντας πίσω της σκόρπιες σκέψεις, ποιήματα, ατακτοποίητα προσχέδια. Η περιγραφή του Βερολίνου που βομβαρδίζεται, η ζωή στα καταφύγια, στους δρόμους και στους σταθμούς με λόγο κοφτό, αφτιασίδωτο που καταφέρνει να ανατριχιάσει τον αναγνώστη είναι απόδειξη για την συγγραφική σπουδαιότητα της Ίνγκε Μύλλερ, που ακόμα και σήμερα δεν έχει πάρει τη θέση που της αναλογεί στο κάδρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και βέβαια δυστυχώς είναι φρικιαστική η επικαιρότητα του ναζισμού, της προσφυγιάς και του πολέμου για τα οποία γράφει η Ίνγκε Μύλλερ.

Η Ίνγκε Μύλλερ γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1925 στο Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης έμεινε τρεις μέρες θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα και ανέσυρε νεκρούς τους γονείς της από τα ερείπια. Γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή της όσο και τη γραφή της. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Την τρίτη με τον Χάινερ Μύλλερ. Έγραψαν μαζί κάποια θεατρικά έργα και βραβεύτηκαν για δύο από αυτά. Η Ίνγκε Μύλλερ, καταθλιπτική και αλκοολική, αυτοκτόνησε τελικά μετά από πολλές απόπειρες το 1966 στο σπίτι της στο Βερολίνο. Αν και για πολλούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Γερμανίδες συγγραφείς της εποχής της, το έργο της έμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν στην αφάνεια ακόμα και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Έγραψε παιδικά διηγήματα, πρόζα, ποίηση και θεατρικά έργα.

 

Της Σούλας Ζαχαροπούλου

 

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε 5 ποιήματα της Ίνγκε Μύλλερ, και τα διηγήματά της «Το βουβό παιδί»,  «Οι ποδηλάτες» και «Λευκοί υάκινθοι», όλα σε μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου. Τα κείμενα αυτά είναι τα μόνα κείμενα της Ίνγκε Μύλλερ που έχουν μεταφραστεί και δημοσιεύονται στα Ελληνικά.

Άνθρωπος στη θάλασσα, Παιχνίδι με τις λέξεις (Jenny Erpenbenck)

Photo by Buba Soso Gabedava


[…]


ΚΟΡΙΤΣΙ: Ηλιόλουστα κι ήσυχα είναι στην πόλη μας εκεί που μένει η αστυνομία.


[…]


ΝΑΤΑΣΣΑ: Έχω πάει εκεί. Έχω πάει στην Αργεντινή. Έχω πάει στο Μπουένος Άιρες. Πριν χρόνια. Ένα ταξίδι αναψυχής. Πήγα διακοπές. Τι όμορφη πόλη. Τότε εγκαινίασα και την φωτογραφική μου μηχανή. Θυμάμαι έβγαζα συνέχεια φωτογραφίες. Πλατείες, μνημεία, λεωφόρους. Κανονική τουρίστρια. Κοντά στο ξενοδοχείο υπήρχε και μία πλατεία που μου έκανε εντύπωση τότε. Να ορίστε. Έχω μαζί μου και μία φωτογραφία να σας δείξω. Είναι ένα μέρος της πλατείας αυτό που βλέπετε. Είναι η πλατεία Μαΐου. Plaza de Mayo. Αφιερωμένη στην Ανεξαρτησία της Αργεντινής από τους Ισπανούς τον Μάιο του 1810. Η πλατεία βρίσκεται απέναντι από το προεδρικό μέγαρο του Μπουένος Άιρες, το Ροζ Σπίτι, Casa Rosada. Σ΄ αυτή λοιπόν την πλατεία, από το 1977, κάθε Πέμπτη απόγευμα συγκεντρώνονταν κάποιες γυναίκες. Είναι οι μητέρες της πλατείας Μαΐου και λίγο αργότερα οι γιαγιάδες της πλατείας Μαΐου.


ΟΛΟΙ: Μια μεγάλη γυναίκα έρχεται προς το μέρος μας, κρατάει ένα σωρό άδειες πλαστικές σακούλες, άσπρες, ροζ, πορτοκαλιές, στα χέρια της, εκείνες φουσκώνουνε μ' έναν άνεμο που εμείς δεν τον νιώθουμε και θροΐζουνε, ολόκληρη η γυναίκα έχει φουσκώσει και θροΐζει, ενώ περπατάει, κι εμείς περιμένουμε ότι προτού ακόμα μας φτάσει θ' ανοίξει τα φτηνά φτερά της και θα πετάξει ψηλά. Αλλά εκείνη απλώς μας αγγίζει καθώς περνάει μ' όλα τα άδεια που κρατάει στα χέρια της, και μας γελάει, γυρίζει μάλιστα προς το μέρος μας, για να μας δώσει τη δυνατότητα να τη βλέπουμε για πιο πολύ.


ΝΑΤΑΣΣΑ: Συγκεντρώνονταν εκεί γιατί αναζητούσαν τους εξαφανισμένους συγγενείς τους. Τους Desaparecidos. Διεκδικούσαν αλήθεια και δικαιοσύνη. Οι γιαγιάδες αναζητούσαν τα εγγόνια τους. Γιατί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής χούντας του Βιντέλα, οι αντιφρονούντες, οι αντικαθεστωτικοί κυνηγήθηκαν. Τους φυλάκισαν, τους βασάνισαν άγρια, τους δολοφόνησαν. Πάνω από 30.000 αγνοούμενοι. Τους πετούσαν από τα αεροπλάνα μέσα στη θάλασσα. Γυναίκες που ήταν έγκυες και τις φυλάκιζαν, γεννούσαν, τις σκότωναν και στη συνέχεια έδιναν τα μωρά τους για υιοθεσία σε καθεστωτικές οικογένειες. Ή άρπαζαν τα παιδιά των αντικαθεστωτικών, αφού εκείνους τους σκότωναν. Τα «κλεμμένα παιδιά» της Αργεντινής. Οι γιαγιάδες της πλατείας Μαΐου φορούσαν λευκά μαντήλια στο κεφάλι τους. Λευκά μαντήλια. Να, τα βλέπετε στην φωτογραφία αυτά τα ζωγραφισμένα λευκά μαντήλια; Γιατί επί χούντας δεν επιτρέπονταν οι διαδηλώσεις, απαγορευόταν, απαγορευόταν να κρατάνε πλακάτ. Γι΄ αυτό οι γυναίκες έγραφαν τα ονόματα των desaparecidos επάνω στα λευκά μαντήλια. Pedro, Estella, Antonio, Rosita …


[…]




Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την θεατρική παράσταση «Παιχνίδι με τις λέξεις» της ομάδας «Άνθρωπος στη θάλασσα» που βασίζεται στο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις (μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος, 2008). 

Το «Παιχνίδι με τις λέξεις» θα παιχτεί στις 11, 12 και 13 Μαρτίου 2016 στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Ανοιχτή Σκηνή 2016 – Θεατρικές φωνές της πόλης» στο Δημοτικό θέατρο ANETON στη Θεσσαλονίκη.

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Κλαίρη Χριστοπούλου

Διασκευή - δραματουργία: Κλαίρη Χριστοπούλου, Ματίνα Παγουλάτου

Σκηνικά – κοστούμια: Ελίνα Ευταξία

Μουσική: Κωστής Βοζίκης

Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίνα Ευταξία, Κλαίρη Χριστοπούλου

Φωτογραφίες: Buba Soso Gabedava, Στέλιος Τράκας

Οργάνωση παραγωγής: Χριστίνα Ζαχαροπούλου

Παίζουν: Νατάσσα Αστρεινίδη, Αργύρης Ζαφείρης, Γεωργία Κυριαζή, Εμμανουέλα Σφυρίδη, Κλαίρη Χριστοπούλου, Έλλη Χρονιάρη

 


Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο του Γερμανού δημοσιογράφου Tom Schimmeck «Παζλ με κόκκαλα μετά τον βρόμικο πόλεμο», το κείμενο του No14me για το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις, καθώς και αποσπάσματα από τη θεατρική παράσταση Βρώμικες λέξεις... της ομάδας Difunta Correa, η οποία βασιζόταν εν μέρει στο Παιχνίδι με τις λέξεις και περιείχε αυτούσια αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ. Όλες τις δημοσιεύσεις με κείμενα της συγγραφέως ή για τη συγγραφέα Τζέννυ Έρπενμπεκ στο Logotexnia21 μπορείτε να τις βρείτε εδώ


Άλλες κριτικές για το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμεπκ Παιχνίδι με τις λέξεις μπορείτε να διαβάσετε εδώ από την Αρχοντή Κόρκα, εδώ από τον Λάμπρο Σκουζάκη και εδώ από την Κατερίνα Ανέστη. 


Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Τζέννυ Έρπενμπεκ και δείτε ποια βιβλία της κυκλοφορούν στα Ελληνικά.



Γιάννης Καλογερόπουλος, Προβολή

 Photo by No14me

 

Δεν ήταν εύκολο. Θύμιζε εκείνη τη σκηνή απ' το μυθιστόρημα του Άνταμς, ο Ντερκ Τζέντλυ κυνηγάει τη γάτα (που εσύ ακόμα δεν έχεις διαβάσει). Κάτι κάναμε λάθος, ήταν προφανές. Ήμασταν οι δυο μας. Τελικά τα καταφέραμε (όχι χωρίς να γδάρεις τα δάχτυλά σου στο κούφωμα της πόρτας). Ο διθέσιος, μετά το διάλειμμα για τσιγάρο, έμοιαζε με παιχνίδι. Ένιωθα τόσο ζεστός που πίστευα πως και μόνος μου θα τα κατάφερνα (το πιστεύω συχνά αυτό). Το φορτηγό δεν θα ερχόταν παρά την επόμενη μέρα. Άλλαξε το δρομολόγιο (μας είπαν), συγγνώμη για την αναστάτωση. Εσύ είπες: ας οργανώσουμε μια προβολή, ευκαιρία είναι (εγώ έβριζα). Στο μπαλκόνι, λάφυρο από κάποια μεθυσμένη επιστροφή, υπήρχε μια πινακίδα, που προειδοποιούσε για εκτέλεση έργων. Από τη μία πλευρά. Από την άλλη απειλούσε με φυλάκιση τους βανδάλους (αν τους πιάσουν). Ο δρόμος έκλεισε λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Ο Λευτέρης από το ψιλικατζίδικο έβαλε τα αναψυκτικά, τα μπινελίκια και την μπαλαντέζα. Ήρθε και η αδερφή του (μαζί κρατούσαν το μαγαζί). Βολευτήκαμε (αν και έλειπε ένα τραπεζάκι για να απλώσουμε τα πόδια μας). Ακούστηκε η μουσική. Ξύπνησα. Ο καναπές ήταν στη θέση του στο σαλόνι. Εσύ κοιμόσουν.





Το κείμενο «Προβολή» και η φωτογραφία που το συνοδεύει δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο blog του Γιάννη Καλογερόπουλου No14meΟ Γιάννης Καλογερόπουλος γεννήθηκε το 1983 στην Πάτρα. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα.Έχει συνεργαστεί  με το mixtape.gr και με το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση Bookstand. Κάθε Σάββατο η εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα» φιλοξενεί τη στήλη του για το βιβλίο, Αφορμή, στο ένθετο «Διαδρομές». Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά του «Διαπραγματεύσεις», «Το σχέδιο», «Αν δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις μια ιστορία», «Η διόρθωση» και άλλα κείμενα από το blog του. 

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails