2 ποιήματα από τη Μαύρη Μωραλίνα
σας δίνει το ελεύθερο |
σηκώνω το δεξί, λέω χάιλ στήθος. |
κλείνω τα μάτια, λέω χάιλ στόχος. |
με τ’ αριστερό στην κοιλιά, λέω χάιλ σημαία. |
| |
και πυροβολούν αλύπητα. |
κανείς δεν με βρίσκει. |
| |
εστιάζουν σε ό,τι λέγεται—κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό, μπλα μπλα— |
και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες. |
| |
εγώ όμως ζω |
— χορεύω χάος |
με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ. |
| |
σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της. |
για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα |
ό,τι αξίζει. |
| |
κάπως έτσι αναπνέω. |
πώς να το πω απλά; |
| |
μέσα στον κόσμο χάνεις |
μόνο νύχτες. |
ανθρωπογραφία της Francesca Woodman, Αμερικανίδας |
φωτογράφου που αυτοχειριάστηκε στα 22 της, θέτοντας |
τέλος στο ταλέντο της |
| |
μια λάμψη κάτω απ’ τα σεντόνια. |
χέρι φωτογραφίζει άλλο χέρι που κάποτε έγραφε. |
ό,τι είναι αδύνατο να ειπωθεί αληθινά |
τρυπιέται απ’ το μυαλό. |
ίσως κάτι συνταρακτικό |
όσο μια ρωγμή, όσο η ανάσα |
| |
— εγκάθετη |
μελωδία σε σύστημα τυφλό. |
χέρι μέσα σε χέρια |
κι ένα κλικ |
επώδυνο, |
μουσική οργάνων· τρυπά το στομάχι. |
εμετός στην κλίνη, βυθισμένη σε ώρα ησυχίας. |
θα τη μαλώσει πάλι η νοσοκόμα, μα κρούει το κουδουνάκι· |
νοσταλγεί κάποιον που να ’ρχεται. |
| |
ό,τι συνέβηκε ήτανε λέξεις |
μια εξοχή του μυαλού της σε καλώδιο. |
| |
αργοκινεί τον σπασμένο της γοφό, |
έναν τρυποκάρυδο πιστό, |
παρόντα στην τελετή, που ’ναι γιορτή, |
λευκό φοράει βικτοριανό φόρεμα. |
(ο πατέρας χορεύει μπρος στο παράθυρο. |
ο αδελφός υποβολέας του ρυθμού. |
βήμα δεν χάνεται, η μητέρα τραγουδά, |
κι όλα είναι τόσο χαρμόσυνα), |
τόσο χαρμόσυνα δίχως εμένα |
| |
αυτό που δεν μπορώ να δω |
| |
το λένε χαρά |
| |
(βασανιστικά βήματα και φάλτσες φωνές |
γύρω από ’να ακουστικό, και κλάματα) |
μια λέξη μου —π’ αγωνιά— κι όλα πάλι συσκοτίζονται. |
| |
η κόρη μας εθισμένη στα χρώματα |
| |
κάτι αδύνατο να ειπωθεί |
ειλικρινά |
ανθρώπινο εντελώς. |









