Αλέξανδρος Κ., Κάθε φορά - Η αχαριστία της ψυχής

Egon Schiele_1912_Selbstporträt mit gesenktem Kopf

Κάθε φορά


Αν είναι να διαλέξει ανάμεσα στις κρίσεις πανικού που τον πιάνουν και στις σκέψεις που κάνει αυτός μετά τις κρίσεις πανικού που τον πιάνουν, δεν είναι σίγουρος τι να διαλέξει. Κι ούτε και είναι σίγουρος ότι μπορεί να διαλέξει τελικά. Ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος.

Έτσι κι αλλιώς όλα μαζί ένα κουβάρι γίνονται. Κι αυτός μες στο κουβάρι.

Όταν όμως έρχεται εκείνη η στιγμή κι ο αέρας στα πνευμόνια του τελειώνει και στα μηνίγγια του χτυπάει η καρδιά του κι αυτός αρχίζει να γλείφει τα χείλια του το ένα με το άλλο και τα μάτια του θολώνουνε και γύρω του δεν βλέπει, τότε ξέρει ότι πεθαίνει.

Τότε ξεχνάει το κουβάρι.

Τότε θυμάται ότι έχει καιρό να μιλήσει σε άνθρωπο γι’ αυτές τις κρίσεις.

Και συνειδητοποιεί ότι έτσι κι αλλιώς πεθαίνει μόνος του κι αυτός όπως πεθαίνουν όλοι.

Γιατί αυτός κάθε φορά πεθαίνει.


 Pablo Picasso , Woman with the crow _1904

Η αχαριστία της ψυχής


Μην τον λυπάσαι. Είν’ αχάριστος. Η αχαριστία της ψυχής είναι πολύ κακό πράμα. Αμαρτία είναι. Έτσι της έλεγε η γιαγιά της. Ο άνθρωπος πού ’ναι σκατόψυχος καλό δεν βλέπει στη ζωή του. Και όπως το έλεγε η γιαγιά της έτσι έγινε. Και τώρα αυτή κάθεται και τον κοιτάει. Και μέσα της, αν τη ρωτήσει κανείς, δεν ξέρει αν τον λυπάται. Γιατί είναι εύκολο να το λες: Μην τον λυπάσαι. Είν’ αχάριστος. Δεν είναι όμως εύκολο να το κάνεις. Και όπως τον κοιτάει της φαίνεται ότι κάτι θέλει να της πει. Αλλά δεν μπορεί. Παίρνει τα μάτια της από πάνω του και γυρίζει στο παράθυρο. Κι απ’ το παράθυρο βλέπει έξω στην αυλή. Και όπως βλέπει έξω στην αυλή, βλέπει και τη συκιά και βλέπει και τη γιαγιά της να κάθεται κάτω απ’ τη συκιά, στην ψάθινη καρέκλα, και δίπλα της βλέπει τον εαυτό της. Το πρόσωπό της μούσκεμα. Η μύτη της όλο μύξες. Κι ακούει πάλι τη γιαγιά της. Μην τον λυπάσαι. Είν’ αχάριστος. Η αχαριστία της ψυχής είναι πολύ κακό πράμα. Αμαρτία είναι. Ο άνθρωπος πού ’ναι σκατόψυχος καλό δεν βλέπει στη ζωή του. Και τότε γυρίζει και τον κοιτάει πάλι. Και μέσα της, αν τη ρωτήσει κανείς, δεν ξέρει αν τον λυπάται. Γιατί είναι εύκολο να το λες: Μην τον λυπάσαι. Είν’ αχάριστος. Δεν είναι όμως εύκολο να το κάνεις. Και όπως τον κοιτάει της φαίνεται ότι κάτι θέλει να της πει. Αλλά δεν μπορεί. Παίρνει τα μάτια της από πάνω του και γυρίζει στην πόρτα. Κι από την πόρτα βλέπει έξω στην κουζίνα. Και όπως βλέπει έξω στην κουζίνα, βλέπει και το τραπέζι το μεγάλο και βλέπει και τη μάνα της να κάθεται στο τραπέζι, στην ψάθινη καρέκλα. Το πρόσωπό της μούσκεμα. Η μύτη της όλο μύξες. Και βλέπει και τον πατέρα της να σηκώνεται και να δίνει μια στο τραπέζι με τα χέρια του και να το ρίχνει κάτω. Και τα πιάτα να πέφτουνε στο πάτωμα και να σπάνε. Και τα ρεβίθια να χύνονται στο πάτωμα. Και τα κουτάλια ανάποδα. Κι ακούει πάλι τη γιαγιά της. Μην τον λυπάσαι. Είν’ αχάριστος. Η αχαριστία της ψυχής είναι πολύ κακό πράμα. Αμαρτία είναι. Ο άνθρωπος πού ’ναι σκατόψυχος καλό δεν βλέπει στη ζωή του. Και τότε γυρίζει και τον κοιτάει πάλι. Και μέσα της, αν τη ρωτήσει κανείς, δεν ξέρει αν τον λυπάται. Γιατί είναι εύκολο να το λες: Μην τον λυπάσαι. Είν’ αχάριστος. Δεν είναι όμως εύκολο να το κάνεις. Και όπως τον κοιτάει της φαίνεται ότι κάτι θέλει να της πει. Αλλά δεν μπορεί. Και τότε το παίρνει απόφαση. Σηκώνεται. Δεν ξέρει αν θα το μετανιώσει. Σηκώνεται και πάει στο δωμάτιό της. Σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι και βγάζει μια βαλίτσα. Ανοίγει την ντουλάπα της κι αρχίζει να βγάζει όλα τα ρούχα της και να τα βάζει μες στη βαλίτσα. Ανοίγει και τα συρτάρια στη σιφονιέρα, ένα ένα, και βγάζει όλα τα εσώρουχα και τα βάζει μες στη βαλίτσα. Κι απ’ τη βιασύνη της τα έχει βάλει όπως να ’ναι. Και η βαλίτσα δεν κλείνει. Κι έτσι όπως προσπαθεί να κλείσει τη βαλίτσα την πιάνουνε τα κλάματα. Το πρόσωπό της μούσκεμα. Η μύτη της όλο μύξες. Και τότε το παίρνει απόφαση. Τίποτα δεν θα πάρει. Παίρνει μόνο την τσάντα της και βγαίνει από το σπίτι. Και όπως περνάει μπροστά απ’ τη συκιά σκέφτεται μήπως έπρεπε τουλάχιστον να του κλείσει τα μάτια. Αλλά δεν μπορεί. Κι ακούει πάλι τη γιαγιά της. Μην τον λυπάσαι. Είν’ αχάριστος. Η αχαριστία της ψυχής είναι πολύ κακό πράμα. Αμαρτία είναι. Ο άνθρωπος πού ’ναι σκατόψυχος καλό δεν βλέπει στη ζωή του. Και βλέπει πάλι την εικόνα του, με ανοιχτά τα μάτια, να φαίνεται ότι κάτι θέλει να της πει. Αλλά δεν μπορεί. Και μέσα της, αν τη ρωτήσει κανείς, δεν ξέρει αν τον λυπάται.



ΝΗΣΙΔΕΣ_#8 Τα κείμενα "Κάθε φορά"  και "Η αχαριστία της ψυχής" του Αλέξανδρου Κ. δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά μαζί με το κείμενο "Τα κλειδιά του" στο 8ο τεύχος του περιοδικού  ΝΗΣΙΔΕΣ υπό το γενικό τίτλο "Μ' ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων" την άνοιξη του 2012. Στη Logotexnia21 δημοσιεύεται επίσης το διήγημά του "Μ' ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι" και το "Τραγούδι από τον δεύτερο όροφο". Το περιοδικό τέχνης & λόγου ΝΗΣΙΔΕΣ  εκδίδεται στη Ρόδο και διανέμεται σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία του νομού Δωδεκανήσου  («Δέντρο», «Ακαδημία», «Θαλασσινός») και της Αθήνας («Εστία», «Ιανός», «Λεμόνι»).