David Roas, Das Kapital


Υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή
που είναι πιο σημαντικά από τα χρήματα!
Όμως είναι τόσο ακριβά!

Groucho Marx
 
 
Τα χείλη της δεσποινίδας που με εξυπηρετεί πίσω από το γκισέ της Swiss Air μόλις άρθρωσαν τη λέξη που τόσο φοβόμουν. Μία φορά έφτασα κι εγώ στο αεροδρόμιο νωρίς και το αεροπλάνο είναι γεμάτο. Η υπάλληλος, συμπαθέστατη, απολογείται (Désolée, monsieur), μου δίνει μια κάρτα επιβίβασης χωρίς συγκεκριμένη θέση και μου ζητά να κατευθυνθώ προς την έξοδο Α8. Εκεί, οι συνάδελφοί της θα προσπαθήσουν να βρουν λύση. Ξέρω πως πρέπει να εμπιστευτώ την ελβετική αποτελεσματικότητα, αλλά, δεδομένου του έμφυτου πεσιμισμού μου, κάτι μου λέει πως η μέρα δεν μου επιφυλάσσει τίποτα καλό.
  Διώχνω από το νου μου αυτές τις σκέψεις και προχωρώ, ακολουθώντας τις οδηγίες της συμπαθητικής υπαλλήλου, προς την έξοδο Α8. Περνώ χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τους ελέγχους, πλησιάζω στο γκισέ της εταιρείας και, αφού εξηγήσω το πρόβλημά μου στους δύο υπαλλήλους, μου ζητούν να καθίσω και να περιμένω. Φαίνεται πως δεν είμαι ο μόνος με το ίδιο ζήτημα. Ένα ζευγάρι με κοιτάζει και μου χαμογελά σαν να μου λέει «Ναι, κι εμάς μας συνέβη το ίδιο». Ανοίγω το σακίδιό μου, βγάζω ένα βιβλίο και βυθίζομαι στην ανάγνωση για να ξεχάσω την αναμονή.
  Μετά από λίγη ώρα που σε μένα φάνηκε αιώνας, ένας από τους υπαλλήλους της Swiss Air που με εξυπηρέτησαν προηγουμένως με πλησιάζει και μου δίνει μια νέα κάρτα επιβίβασης. Ελέγχοντάς την, εκπλήσσομαι για δεύτερη φορά: θέση business. Βέβαιος ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, σηκώνομαι γρήγορα για να το επισημάνω. Εκείνοι, χωρίς να χάσουν την ευγένειά τους, με έναν μάλλον συγκαταβατικό τόνο, μου λένε να μην ανησυχώ: δεν έχει γίνει κανένα μπέρδεμα· είναι συνηθισμένη πρακτική να μεταφέρουν έναν επιβάτη Β θέσης (έτσι ειπωμένο ακούγεται χάλια) στην Α.
  Μπαίνοντας στο αεροπλάνο, δεν μπορώ να συγκρατήσω το ρίγος που με διαπερνά. Ένας νέος κόσμος  —ναι, το παραδέχομαι, είναι η πρώτη μου φορά— ανοίγεται μπροστά μου. Νευρικός σαν μικρό παιδί παραμονή Πρωτοχρονιάς, κατευθύνομαι στη θέση που μου έχουν δώσει. Ένα τεράστιο, γκρι, δερμάτινο κάθισμα με περιμένει· κουρνιάζω βγάζοντας έναν ελαφρύ γρυλισμό ευχαρίστησης. Συνειδητοποιώ, σχεδόν δακρύζοντας, πως μπορώ να απλώσω τα πόδια μου με απόλυτη άνεση.
  Πριν την απογείωση, μια αεροσυνοδός μοιράζει με πλατύ χαμόγελο εφημερίδες, σοκολατάκια και νερό (η συνηθισμένη μπλε στολή της μου φαίνεται πιο καλοραμμένη και κομψή από ποτέ). Μια αποθαρρυντική σκέψη περνά αμέσως απ’ το μυαλό μου: «Εμένα αποκλείεται να μου δώσουν τίποτα απ’ αυτά, αφού δεν πλήρωσα το αντίστοιχο ποσό». Κάνω λάθος (για άλλη μία φορά) και παραλαμβάνω ευγνώμων τα ίδια δώρα με τους συνεπιβάτες μου. Τρώω το σοκολατάκι, ανοίγω το μπουκάλι με το νερό. Μου φαίνεται πεντανόστιμο. «Νερό πρώτης τάξης», λέω στον εαυτό μου, κάνοντας ένα εύκολο αστειάκι.
  Το αεροπλάνο απογειώνεται απαλά και με άνεση. Λίγα λεπτά αργότερα σταθεροποιείται, και η συμπαθής αεροσυνοδός αρχίζει να σερβίρει το δείπνο. Κι άλλες εκπλήξεις: η πέστροφα είναι εξαιρετική, το κρασί ένα εκπληκτικό Mosel (250 cc), και το σοκολατένιο επιδόρπιο υπέροχο (η αεροσυνοδός, βλέποντάς με να το απολαμβάνω, μου φέρνει και δεύτερο πιάτο ενώ μου κλείνει το μάτι). Ακόμη και ο καφές αποδεικνύεται εκλεκτός. Όλα αυτά συνοδεύονται από μεταλλικά μαχαιροπίρουνα (κοιτάζω διακριτικά γύρω μου για τίποτα σημιτικές θεότητες, καθώς μας προσφέρουν το αεροπλάνο στο πιάτο∙ όμως οι φόβοι μου είναι ανυπόστατοι).
  Σηκώνομαι και πάω στο μπάνιο. Πριν επιστρέψω στη θέση μου, νιώθω μια ασυγκράτητη επιθυμία να κοιτάξω πίσω από την κουρτίνα που τράβηξε, όπως συνηθίζεται, μετά την απογείωση η αεροσυνοδός, για να απομονώσει την πρώτη θέση. Κάτι που στις προηγούμενες πτήσεις πάντα βίωνα από την οικονομική ως προσβολή. Η περιέργειά μου, ωστόσο, δεν πηγάζει από αίσθημα συγκυριακής ανωτερότητας προς τους επιβάτες εκείνου του τμήματος, αλλά από ζήτημα προοπτικής. Με άλλα λόγια, θέλω απλώς να δω πώς είναι η θέα από την άλλη πλευρά αυτού του ελαφρού μεν, αδιάβατου δε, υφασμάτινου συνόρου.
  Παραμερίζω λίγο την κουρτίνα και βγάζω το κεφάλι μου. Το θέαμα που απλώνεται μπροστά μου είναι φρικτό: οι επιβάτες τραντάζονται άγρια κρατώντας σφιχτά τα μπράτσα των καθισμάτων, κάποιοι προσεύχονται, άλλοι φωνάζουν, το προσωπικό στο πίσω μέρος δεν μπορεί να κρύψει τον πανικό του… Οι δυνατές αναταράξεις ανοίγουν ντουλαπάκια, βαλίτσες, αντικείμενα και ρούχα πέφτουν πάνω στους έντρομους επιβάτες.
  Κι εκεί συνειδητοποιώ ότι εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα. Κοιτάζω πίσω μου και επιβεβαιώνω πως στην πρώτη θέση όλα είναι ήρεμα, όπως στην αρχή: οι συνεπιβάτες μου έχουν τελειώσει το δείπνο τους, κάποιοι διαβάζουν, άλλοι συζητούν χαλαρά, ορισμένοι κοιμούνται κιόλας. Η αεροσυνοδός, στο μεταξύ, σερβίρει καφέ με το γαλήνιο χαμόγελό της.
  Ξαναβγάζω το κεφάλι μου στην άλλη πλευρά της κουρτίνας: το ίδιο ανατριχιαστικό θέαμα. Οι επιβάτες εξακολουθούν να φωνάζουν, πολλοί κλαίνε υστερικά, μια γυναίκα αγκαλιάζει απελπισμένα το μωρό της. Οι αναταράξεις είναι τόσο ισχυρές που φοβάμαι πως το αεροπλάνο δεν θα μπορέσει να τις ξεπεράσει.
  Έντρομος, είμαι έτοιμος να μιλήσω στον άντρα που κάθεται πιο κοντά στη θέση μου, όταν νιώθω μια ελαφριά πίεση στο αριστερό μου μπράτσο. Είναι η αεροσυνοδός. Σαν να είμαι μικρό παιδί που έκανε κάποια αταξία, μου κάνει έναν συμπαθητικό μορφασμό επίπληξης, με παίρνει από το χέρι και, αφού κλείσει απαλά την κουρτίνα, με συνοδεύει μέχρι τη θέση μου.
  Πριν καθίσω, τη ρωτώ αν μπορεί να μου φέρει ένα ουίσκι. Χωρίς να πει λέξη, παίρνει ένα μπουκάλι από το μεταλλικό καροτσάκι, σερβίρει μια γενναιόδωρη δόση σκωτσέζικου υγρού και μου δίνει το ποτήρι με εκείνο το πλατύ, εξαίσιο, καταπραϋντικό χαμόγελο.
  Κουρνιασμένος στο απαλό, γκρι, δερμάτινο κάθισμά μου, αφήνομαι στη μεθυστική γεύση της βύνης, προσποιούμενος πως σκέφτομαι την επανάσταση.
 
 
 
 
 
Το παραπάνω διήγημα του Νταβίντ Ρόας με τον γερμανικό τίτλο 
«Das Kapital» [«Το κεφάλαιο»] συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία ισπανόγλωσσου διηγήματος Επανεγγραφές του τέρατος σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή και Τιτίκας Αποστολάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία
    Όπως αναφέρει στον Πρόλογο της έκδοσης ο ένας από τους δύο ανθολόγους, ο Γιάννης Μαρκόπουλος (Μεταδιδακτορικός ερευνητής και εντεταλμένος διδάσκων Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ), 
«η ανθολογία περιλαμβάνει αποκλειστικά συγγραφείς που συγκαταλέγονται στους βασικότερους εκπροσώπους του ισπανικού φανταστικού και θέτουν το ζήτημα της παραβίασης των ορίων του πραγματικού στο επίκεντρο του έργου τους», ενώ τα δώδεκα διηγήματα της ανθολογίας είναι γραμμένα από έξι Ισπανούς και έξι Ισπανίδες συγγραφείς. 
    Η ανθολογία αποτελείται από δύο ενότητες, τις «Ασυνέχειες», από την οποία είναι και το διήγημα του Νταβίντ Ρόας  «Das Kapital» και τις «Επανεγγραφές του τέρατος», που έδωσε και τον τίτλο σε όλη την ανθολογία. Στην πρώτη ενότητα πέντε συγγραφείς με τα κείμενά τους «διερευνούν νέους τύπους ρωγμών, υιοθετούν εναλλακτικές στρατηγικές υπονόμευσης των εδραιωμένων ορίων και εστιάζουν σε ανοίκειες μεταβολές στο επίπεδο του χωροχρόνου, του φύλου, της γλώσσας, της αφηγηματικής φωνής». Στη δεύτερη ενότητα επτά συγγραφείς «επαναπροσεγγίζουν παραδοσιακά θέματα και μορφές της λογοτεχνίας του φανταστικού, όπως το φάντασμα, το ζόμπι και ο βρικόλακας, μέσα από σύγχρονες οπτικές, πρωτότυπους τρόπους αναπαράστασης και σαφείς κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις».
    Ο δεύτερος ανθολόγος της έκδοσης, ο Νταβίντ Ρόας, ο οποίος εκτός από συγγραφέας είναι και κριτικός λογοτεχνίας, ειδικευμένος στη φανταστική λογοτεχνία, και διδάσκει επίσης Θεωρία της Λογοτεχνίας και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Universitat Autonoma de Barcelona, υπογράφει και την Εισαγωγή της ανθολογίας, η οποία φέρει τον τίτλο «Πέρα απ' το πραγματικό: Το φανταστικό στο σύγχρονο ισπανικό διήγημα».

Γιάννης Δρούγος, Double-blurred letter

Δεν είναι βροχή. Ήταν. Κόπασε. Ήχος νύχτας είναι. (Δεν χ) Που λες, δεν είναι άρρωστη η ζωή μας, άρρωστα είναι τα σενάρια που φτιάχνουμε με το μυαλό μας, γι’ αυτό και αρρωσταίνουμε. Θυμάσαι τι σου έλεγα τότε που είχες απελπιστεί με την περίπτωση του Μ.; Όλα θα φτιάξουν, σου έλεγα. Πάντα κάτι γίνεται στο τέλος, σου έλεγα. Είδες; Να που έγινε. Γι’ αυτό, καρδιά μου, μην απελπίζεσαι. Πάντα υπάρχει μια λύση. Εκεί που όλα μοιάζουν άλυτα, εκεί που όλα μοιάζουν νύχτα, έρχεται η στιγμή που ξημερώνει. (Δεν χω) Εδώ είμαι. Θυμάσαι; (χωράω) Εδώ είσαι. Θυμάσαι; (χωράς) Μαζί. Θυμάσαι; (πουθενά) Είσαι ένα αλλά είσαι δύο. Κι οι δύο θα διώξεις τη νύχτα μια νύχτα. Θα κατεβάσεις τ’ αστέρια χαμηλότερα, θα κάνεις μια ευχή (κι ας) και θα ’ρθει το ξημέρωμα να της δώσει σχήμα. (το ξέρω, δεν) Δώσ’ μου το χέρι σου. Μη μιλάς, μην κουράζεις το μυαλό σου. Κλείσε τα μάτια και θυμήσου εκείνη τη θάλασσα που είδαμε μαζί (ελπίζω). Κοίτα. Δεν είναι οφθαλμαπάτη. Ξημερώνει. (μα ελπίζω) Δες. (κάποτε) Θ’ αντέξεις. Κι ας λες πως κάθε μέρα που περνά σε λυγίζει. Αν λυγίσεις, θα λυγίσει και θα σπάσει ο κόσμος γιατί είσαι ένας κόσμος ολόκληρος. (να χωρέσω, να χωράς στα) Όλα θα πάρουν τον ευθύ δρόμο τους. Μη φαντασιώνεσαι τη λάθος στροφή. (στα όνειρά σου). Αύριο θα ’ναι μια άλλη μέρα και θα ’μαστε μαζί, δίχως να ’μαστε μαζί, για να νικήσουμε και να χάσουμε και να σχεδιάσουμε την επόμενη νίκη μας πάνω σ’ αφρισμένα νερά ήττας.
 
Ακούς εκεί έξω το τραγούδι των σκιών; Ναι, είμαι καλά, θα έλεγα αρκετά καλά, γιατί τώρα πια δεν έχω να περιμένω τίποτα. Το θέμα είναι εσύ. Κι εσείς. Κι εμείς. Κι οι χάρτες που μας σμίγουν φευγαλέα για να μας εξορίσουν. Μην απελπίζεσαι, μην κλαις. Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης, η Μοίρα. Θα ’ρθει ζωή δίκαιη. Θα ’ρθει καιρός, που θ’ αλλάξουν τα πράματα, να το θυμάσαι, καρδιά μου.
 
Χιονίζει κι είσαι εδώ. Βρέχει κι είσαι εδώ. Θυμάμαι κι είσαι εδώ. Καπνίζω κι είσαι εδώ. Φοβάσαι κι είμαι εδώ. Ξημερώνει. Είσαι εδώ; Μείνε. Αν είσαι εδώ. Δεν είναι στάχτη αυτό που πέφτει από ψηλά μαζί με τις σταγόνες. Απουσία προσωρινή είναι και μόνιμη παρουσία. Γυρισμός είναι. Σε σένα, σε μένα, στη ζωή που άφησες κι αφήσαμε, στη θάλασσα που περιμένει να ακούσει μια φωνή κι ένα λυγμό, πριν το ξημέρωμα.
 
 

 

 

Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο»«post it»,  «Παραμύθια» και «Ανασκόπηση».

 

 

Νάνσυ Αγγελή, Προσμονή ή τα βουνά

 

Ό,τι της είπαν

Έκανε ό,τι της είπαν. Πήρε προφυλάξεις, όχι όμως υπερβολικές. Κοίταξε πίσω, αλλά και μπροστά. Για τις σημαντικές αποφάσεις, κοίταξε μέσα. Πήρε τα απαραίτητα, ό,τι χρειαζόταν και κάτι παραπάνω, γιατί την είχαν μάθει να είναι συνετή. Έκανε προβλέψεις με γνώμονα τη λογική και λίγες φορές αφέθηκε στη γοητεία των σημαδιών. Είπε ναι, αλλά και όχι, σύμφωνα με το ένστικτό της. Τήρησε με άλλα λόγια όλες τις εντολές. Κυρίως να μην ψεύδεται. Όποτε μπορούσε, βοηθούσε τους άλλους, αν και με διακριτικότητα, γιατί η συστολή τής έκοβε το δρόμο κι από ευγένεια συχνά δεν ήθελε να παρεμβαίνει. Τέλος, δεν σκότωσε κυριολεκτικά ούτε μυρμήγκι, καμιά μύγα μονάχα πού και πού και ίσως κάνα κουνούπι. Δεν άφησε απλήρωτους λογαριασμούς. Η βρύση της δεν έτρεξε στο σπίτι της ποτέ και το κρεβάτι της δεν έμεινε άστρωτο καμία μέρα. Δεν πέρασε με κόκκινο, δεν υπερέβη το όριο ταχύτητας. Ποτέ δεν πήρε άλλου τη σειρά. Μόνο στεκόταν στην ουρά. Θα έλεγε κανείς ότι περίμενε υπομονετικά. Πως καρτερούσε. Τι καρτερούσε; Κάτι που εκείνη ξέρει, αλλά της είπαν, λόγω καλής ανατροφής, να μην το πει.    
 

 
 
Το παραπάνω μικρό πεζό είναι από το βιβλίο της Νάνσυ Αγγελή Προσμονή ή τα βουνά (Περικείμενο Βιβλία,  2023). Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης σημειώνεται: Η γραφή της Νάνσυ Αγγελή δεν βασίζεται αποκλειστικά στην έξω κι έσω όραση που κατακλύζεται από παραστάσεις, απεναντίας εξαρτάται από την αλλόκοτη ικανότητα μεταμόρφωσης κι ανύψωσης του καθημερινού βίου σε άλλο σχήμα ζωής. Eτσι τα σύντομα αυτά κείμενα μοιάζουν με disjecta membra μερικών ιστοριών που δεν ολοκληρώθηκαν κι ούτε μπορούσαν να ολοκληρωθούν. Φαίνεται προς το χρέος τους απέναντι στην ανεξάντλητη πραγματικότητα παραμένει ανεπίδοτο, κι αυτός, παραδόξως, είναι ο σημαντικότερος λόγος που καθιστά την ανάγνωση τους απολαυστική. 
 
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Δρούγου για το βιβλίο της Νάνσυ Αγγελή εδώ.
 
Η Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Σπούδασε μετάφραση και δημοσιογραφία. Από το 2008 ζει στην Ισπανία. Διηγήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και περιοδικά του διαδικτύου. Έχει γράψει τις συλλογές διηγημάτων Μια μέρα απόλυτης ησυχίας (Παράξενες ημέρες, 2015) και Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ’ ένα άλλο, (Σμίλη, 2008). Από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία κυκλοφόρησε το 2024 σε δική της μετάφραση το βιβλίο του Fernando Iwasaki Επικήδεια προίκα, ένα απόσπασμα του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ingeborg Bachmann, Μάλινα


[...]
 
Υπάρχουν, κι αυτό είν’ εύκολο να το μαντέψει κανείς, πολύ ωραιότερες οδοί στη Βιέννη, αλλά εκείνες βρίσκονται σ’ άλλα διαμερίσματα και τους συμβαίνει ό,τι και στις πάρα πολύ ωραίες γυναίκες, που αμέσως τις κοιτάζει κανείς με τον οφειλόμενο φόρο τιμής, χωρίς να σκεφτεί ποτέ να μπλέξει μαζί τους. Ποτέ ως τώρα δεν έχει ισχυριστεί κανείς ότι η Ούνγκαργκάσε είν’ ωραία ή ότι η διασταύρωση Ινβαλίντενστράσε–Ούνγκαργκάσε τον μάγεψε ή τον άφησε άναυδο. Έτσι, δεν θέλω ν’ αρχίσω πρώτη εγώ να διατυπώνω αβάσιμους ισχυρισμούς για την οδό μου, την οδό μας, θα ’πρεπε μάλλον να ψάξω μέσα μου την προσκόλλησή μου στην Ούνγκαργκάσε, επειδή μόνο μέσα μου κάνει το τόξο της, μέχρι τον αριθμό 9 και τον αριθμό 6, και θα ’πρεπε ν’ αναρωτηθώ γιατί είμαι πάντα εντός του μαγνητικού πεδίου της, ανεξαρτήτως του αν περνάω μέσ’ απ’ τη Φράιουνγκ, αν είμαι για ψώνια στην Γκράμπεν, αν πηγαίνω με το πάσο μου στην Εθνική βιβλιοθήκη, αν στέκομαι στη Λόμπκοβιτσπλάτς και σκέφτομαι εδώ, εδώ βέβαια θα ’πρεπε να μένει κανείς! Ή στην Αμ Χοφ! Ακόμα κι όταν χασομερώ στο κέντρο και προφασίζομαι ότι δεν θέλω να πάω σπίτι, όταν κάθομαι μία ώρα σ’ ένα καφενείο και ξεφυλλίζω εφημερίδες, επειδή μυστικά θα ’θελα να ’μαι ήδη καθ’ οδόν και να γυρίζω πίσω, κι όταν παίρνω τη στροφή να μπω στο διαμέρισμά μου, ερχόμενη από τη Μπεατρίξγκάσε, στην οποία έμενα παλιά, ή βγαίνοντας απ’ τη Χόιμαρκτ, τότε δεν είναι όπως όταν αρρωσταίνω απ’ τον χρόνο, αν κι ο χρόνος ξαφνικά συμπίπτει με τον τόπο, αλλά μετά τη Χόιμαρκτ μου ανεβαίνει η πίεση και συγχρόνως μειώνεται η αγωνία μου, το σφίξιμο που με πιάνει σε ξένες περιοχές, και τελικά, αν και περπατάω πιο γρήγορα, ηρεμώ εντελώς και αδημονώ από ευτυχία. Τίποτα δεν είναι για μένα πιο ασφαλές απ’ αυτό το τμήμα της οδού, την ημέρα ανεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες, τη νύχτα πέφτω πάνω στην πόρτα της εισόδου, με το κλειδί ήδη στο χέρι, κι έρχεται πάλι εκείνη η στιγμή που ευγνωμονώ, που το κλειδί γυρίζει, η πόρτα της εισόδου ανοίγει, η πόρτα του διαμερίσματος ανοίγει κι εκείνο το συναίσθημα του ερχομού στο σπίτι, που με κατακλύζει, ενώ με δέρνουν τα κύματα της κίνησης και των ανθρώπων, ήδη σε μια ακτίνα εκατό, διακοσίων μέτρων, στην οποία τα πάντα μού προαναγγέλλουν το σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου, παρά ανήκει φυσικά σε κάποια ΑΕ ή μια οποιαδήποτε συμμορία σπεκουλάντηδων, που ανοικοδόμησε αυτό το σπίτι, το ψευτομπάλωσε μάλλον, αλλά επ’ αυτού δεν ξέρω τίποτα, γιατί τα χρόνια των επισκευών εγώ έμενα δέκα λεπτά μακριά και τον πιο πολύ καιρό περνούσα μπροστά απ’ τον αριθμό 26, που για πολύ καιρό επίσης ήταν ο τυχερός μου αριθμός, καταρρακωμένη και έχοντας συνείδηση της ενοχής μου, σαν σκυλί που ’χει αλλάξει αφέντη, βλέπει πάλι τον παλιό του και δεν ξέρει τώρα σε ποιον οφείλει περισσότερη προσήλωση. Αλλά σήμερα περνάω μπροστά απ’ το 26 της Μπεατρίξγκάσε, λες και δεν υπήρχε ποτέ κάτι εκεί, σχεδόν τίποτα, ή ναι, μια φορά κι έναν καιρό ήταν σ’ αυτό το σημείο, ένα άρωμα παλιάς εποχής, αυτό δεν το νιώθεις πια.

[...]

Είναι μια διαταραχή στη μνήμη μου, γίνομαι κομμάτια με κάθε ανάμνηση. Στα χαλάσματα τον καιρό εκείνο δεν υπήρχε καμία ελπίδα, αυτό κάναμε ο ένας τον άλλον να πιστεύει, λέγαμε ό,τι μας λέγανε, προσπαθήσανε να το κάνουνε με παρουσιάσεις μιας εποχής, που την ονομάσανε πρώτη μεταπολεμική εποχή. Για δεύτερη δεν ακούσαμε ποτέ τίποτα. Κι αυτό απάτη ήτανε. Παραλίγο να τα χάψω κι εγώ, όταν θα μπούνε πάλι τα κουφώματα στις πόρτες και τα παράθυρα, όταν θα εξαφανιστούνε οι σωροί με τα μπάζα, τότε αμέσως θα καλυτερέψουν τα πράγματα, θα μπορούμε πάλι να κατοικούμε και να συνεχίσουμε να κατοικούμε. Αλλά μόνο το γεγονός ότι για χρόνια ήθελα να πω κάτι για το ότι θα κατοικούμε και θα συνεχίσουμε να κατοικούμε, πόσο τρομακτικό μου ήταν, αν και κανένας δεν είχε διάθεση να μ’ ακούσει, είναι όντως διαφωτιστικό. Ποτέ δεν θα το σκεφτόμουν ότι έπρεπε πρώτα να πλιατσικολογήσουνε τα πάντα, να τα κλέψουνε, να τα παζαρέψουνε και να τα πουλήσουνε και να τ’ αγοράσουνε τρεις φορές δυο βήματα παρακάτω πάλι. Στο πάρκο Ρέσελ ήτανε, λέει, η μεγαλύτερη μαύρη αγορά, έπρεπε να το αποφεύγεις, από αργά τ’ απόγευμα κιόλας, απ’ την Κάρλσπλατς, εξαιτίας πολλών κινδύνων. Μια μέρα, λέει, υποτίθεται δεν υπήρχε πια μαύρη αγορά. Αλλά εγώ δεν είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Μια οικουμενική μαύρη αγορά δημιουργήθηκε από ’κεί και, όταν αγοράζω τσιγάρα ή πάω να πάρω αυγά, ξέρω, σήμερα όμως πια, ότι είν’ απ’ τη μαύρη αγορά. Η αγορά εν γένει είναι μαύρη, τόσο μαύρη δεν μπορούσε να ’ναι τον καιρό εκείνο, επειδή της έλειπε η οικουμενική πυκνότητα. Αργότερα, αφού γεμίσανε πάλι όλες οι προθήκες κι άρχισαν να στοιβάζονται τα πάντα, οι κονσέρβες, τα κιβώτια, οι κούτες, εγώ δεν μπορούσα πια ν’ αγοράσω τίποτα. Δεν είχα μπει καλά καλά στα μεγάλα εμπορικά στη Μαρίαχίλφερ Στράσε, στο Γκέρνγκρος φερειπείν, άρχισα ν’ ανακατεύομαι, τον καιρό εκείνο με είχε συμβουλέψει η Κριστίνε να μην πηγαίνω στα μικρά ακριβά μαγαζιά, η Λίνα ήταν υπέρ του Χερτσμάνσκι, όχι και τόσο πολύ υπέρ του Γκέρνγκρος, κι εγώ το προσπάθησα βέβαια, αλλά δεν γινότανε, δεν μπορώ να βλέπω πάνω από ένα πράγμα μονομιάς. Χιλιάδες υφάσματα, χιλιάδες κουτιά κονσέρβες, λουκάνικα, παπούτσια και κουμπιά, όλη εκείνη η συσσώρευση προϊόντων, κάνουνε το προϊόν μαύρο μπροστά στα μάτια μου. Σε μεγάλο αριθμό τα πάντα είναι πάρα πολύ απειλητικά, το ένα σωρό πρέπει να παραμένει κάτι αφηρημένο, πρέπει να είναι ένας τύπος κάποιας θεωρίας, κάτι εφαρμόσιμο, πρέπει να έχει την καθαρότητα των μαθηματικών, μόνο τα μαθηματικά επιτρέπουν την ομορφιά των δισεκατομμυρίων, ένα δισεκατομμύριο μήλα όμως δεν τρώγεται, ένας τόνος καφέ συνεπάγεται ήδη αμέτρητα εγκλήματα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι είναι κάτι αδιανόητα χαλασμένο, ελεεινό, αηδιαστικό, μπλεγμένο σε μια μαύρη αγορά, με την καθημερινή ανάγκη για δισεκατομμύρια ψωμιά, πατάτες και μερίδες ρύζι. Ακόμα κι όταν προ πολλού υπήρχαν αρκετά τρόφιμα, εγώ για καιρό ακόμα δεν μπορούσα να τρώω σωστά και τώρα μπορώ επίσης να τρώω μόνο όταν τρώει μαζί μου και κάποιος άλλος, ή μόνη μου μόνο όταν υπάρχει ένα μήλο κι ένα κομμάτι ψωμί, όταν έχει περισσέψει μια φέτα αλλαντικό. Πρέπει να ’χει περισσέψει κάτι.

[...]
 
Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν Μάλινα που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις πότλατς σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη. 
 
Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971, ως πρώτο από έναν κύκλο μυθιστορημάτων με τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου». 
 
Για το Μάλινα, η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν  σχολίασε σε μία συνέντευξή της: «Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: Ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται. Αυτή η αλήθεια κατά κανόνα αποκρύπτεται και μόνο στην περίπτωση κάποιας αιματηρής πράξης μιλούν οι εφημερίδες γι’ αυτή. Το θηλυκό Εγώ στο βιβλίο μου διαρκώς δολοφονείται με πολλούς “τρόπους θανάτου”. Όμως κανένας δεν ρωτά πού αρχίζει η θανάτωση αυτή».
 
Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1926 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Έκανε σπουδές φιλοσοφίας, ψυχολογίας και γερμανικής φιλολογίας, ενώ το 1950 ολοκλήρωσε τη διατριβή της με αντικείμενο την κριτική πρόσληψη της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ. Για την πρώτη της ποιητική συλλογή (Ο δανεισμένος χρόνος) της απονεμήθηκε το Βραβείο της Γκρούπας 47 (1953), ενώ ακολούθησαν και άλλες διακρίσεις, με σημαντικότερες το Βραβείο Γερμανών Κριτικών (1961) για την πρώτη της συλλογή διηγημάτων (Το τριακοστό έτος) και λίγο αργότερα το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ (1964) και το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1968) για το σύνολο του έργου της. Τα τελευταία έργα της που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν το μυθιστόρημα Μάλινα (1971) και η συλλογή διηγημάτων Ταυτόχρονα (1972). Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζούσε στη Ρώμη, πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1973 στο νοσοκομείο όπου είχε διακομιστεί στις 27 Σεπτεμβρίου με σοβαρά εγκαύματα. Μετά τον θάνατό της δημοσιεύτηκε η αλληλογραφία της με τον ποιητή Πάουλ Τσέλαν και τον συγγραφέα Μαξ Φρις.
 
Ένα ακόμη απόσπασμα του μυθιστορήματος Μάλινα μπορείτε να διαβάσετε στην bookpress.
 
Την Εισαγωγή και το Επίμετρο του μεταφραστή για τη συγκεκριμένη έκδοση μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ αντίστοιχα. 

Γιάννης Δρούγος, Ανασκόπηση

 

Χρονιά που έφυγε. Χρονιά που ήρθε.
Χρόνια | Μνήμη | Μνήμες | Καπνός | Καπνίζω | Πένθη | Ψεύδη | Νύχτα | Προδοσία μετά τον άρτο και το μέλι | Γιορτή που φόρεσε τα στολίδια της ανάποδα | Όχι και ναι | Και γιατί |Χωρίς απαντήσεις | Ουρανός | Σκοτεινός | Ρόλοι | Η ανθρώπινη φύση |  Σημαία σκισμένη στην καταιγίδα | Μαζί | Λάθη | Λήθη  | Θάλασσα που πνίγηκε στα κύματά της | «…ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;» | Ψίχουλα | Μέρες | Μέρα | Μέρες | Πόρτα | Κλειστή | Θέα στο κενό | Μέτρα | Μέτρο | Μετράω | Μέτρημα | Αγνωμοσύνη | Στάχτη | Δρόμοι | «…θα πενθώ πάντα –μ' ακούς;– για σένα» |  Νησί βυθισμένο | Μαχαίρι | Μαχαιριές | Καρδιές σε απεργία | Ανάσες τεχνητές | Ψέματα που έχτισαν ουρανοξύστη | Αγάλματα σε αυλή ψυχιατρείου | Άνθρωποι – θάλασσες (μέσα τους να αναβαπτίζεσαι) κι άνθρωποι – κήποι (πάνω τους να φυτεύεις όνειρα) | Άνθρωποι – φίδια σ’ έρημη γη | Άνθρωποι που έδωσαν ψυχή  και πήραν πίσω κάτι σπασμένα γυαλιά για ρέστα | Άνθρωποι που φοβήθηκαν την εγγύτητα και (αυτο)σταυρώθηκαν σε σιδερένιο βράχο | Άλλοι που μιλάνε ακατάληπτα έχοντας πλάτη γυρισμένη | Κι άλλοι που έχασαν την ισορροπία τους ψηλά στο ύψος των περιστάσεων | Υποσχέσεις με ημερομηνία λήξης | Θύτες που ντύθηκαν θύματα, γιατί ήθελαν να βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά | Περιστροφή | Αντιστροφή | Καταστροφή | Μετατόπιση ευθυνών | Τροπάρια για φονιάδες | Θεός Νάρκισσος και Δικαστής | Τιμωρία | Καταδικαστική απόφαση (χωρίς κανένα ελαφρυντικό) | Ισόβια στον ένοχο | Ζωή (3 γράμματα) | Ψυχολογικό παιχνίδι με ανθρωποφαγωμένα πιόνια | Απάτη | Οφθαλμαπάτη | Αυταπάτη | Παραμύθι με τον λύκο μονάχο νικητή | Οι πιο Οικείοι οι πιο ηττημένοι | Ξένοι | Ναυάγιο παλιό | Σκύβαλα | Ο Κόσμος που δεν είναι ο κόσμος όπως τον οραματίστηκες | Πουθενά | Παντού | Πάντα | Ποτέ | Πού | Πουθενά | Ρήματα κι ουσιαστικά που αυτοκτόνησαν σαλτάροντας απ’ το έκτο | Φλόγες που κατάπιε η άγρια φωτιά |  Φωτογραφία | αντί | Ζωή (3 γράμματα) που συνεχίζεται γιατί αυτή είναι | Ήταν | Θα είναι | η Τάξη των πραγμάτων | Πτώματα που βγήκαν στη γη να κλέψουν δύο ανάσες ζωής κι ύστερα χορτασμένα επέστρεψαν στη θέση τους κάτω απ’ το χώμα ν’ αναπαυθούν με δόξα και τιμή | Παράθυρα σκουριασμένα σε ύπουλο κρυφτό με το φως | Παραπλάνηση | Πλάνα | Λάθος | «όποιος δεν έχει τίποτα, μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα» | λέξεις-φονικά | «καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο» | Βιβλία | Ελπίδα | Ποτέ | Μαζί | Ποιήματα | Ζωή Χιλιάδες Γράμματα | Ξημερώνει | Πάντα | Θα ξημερώνει | κι ας φοράμε κατάσαρκα τη νύχτα | «Έλα να παίξουμε, θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου» | «…κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...». 


  

 Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο»«post it» και «Παραμύθια».