Γιάννης Δρούγος, Προσχέδιο απογραφής

 
Στο κάτω κάτω της απογραφής άφησα εκτός ελέγχου κάτι ανάπηρα συναισθήματα που τα είχα φυλαγμένα σε κουτί με οδηγίες χρήσεως, είπα ας μείνουν στην άκρη, μη και βρεθεί τρόπος και χρόνος και φανούν χρήσιμα σε ώρα ανάγκης. Μπήκε ο Αύγουστος όλο πληγές, που χρήζουν περιποίησης και καθαρών επιδέσμων και μιας δόσης αντιβιοτικών, που στάζει το ελάττωμα. Ο Αύγουστος κι αν έχει μνήμες και ξέφτια υποσχέσεων, κι η απογραφή στο κάτω κάτω λέει να τα αγνοήσει, μην τα ελέγξει, να τ ’αφήσει να πνιγούν σε στάχτες κι αποκαΐδια. Τι διάολο, τόσες φωτιές έχουμε, ας παραλειφθούν λοιπόν, ποιος νοιάζεται για το τι νιώσαμε / τι κερδίσαμε / πόσα χάσαμε / πόσα ψέματα χρειάστηκαν, για να χτίσουμε ένα μέλλον με μόνη κληρονομιά δύο σακιά στην πλάτη κι ένα παράπονο για όσα έμειναν απωθημένα και πέρασαν απ’ το μηχάνημα του κάτω ορόφου κι έγιναν πολτός ανθρώπινης πρώην ζωής. 

Στο κάτω κάτω της σελίδας θα στάξω για όνομα λίγες σταγόνες αίμα, να ’χεις να θυμάσαι πως το είχα φυλαγμένο για πάσα πιθανότητα, για κάθε μελλοντική νόσο, άνθρωποι είμαστε, η ζωή σου ζωή μου κι ο θάνατός σου θάνατός μου, λίγο αίμα, λίγη αλήθεια, λίγο μνήμη κόκκινη, λίγη φωτιά ν’ ανάψει το επόμενο τσιγάρο στο τέλος της απογραφής. Αν με θυμάσαι (με θυμάσαι;), θα θεωρηθεί ως υπόδειγμα προϊόντος αντιγραφής και θα βγει νέο μοντέλο πανομοιότυπο, να μετρηθεί και να καταμετρηθεί ως άξιο ύπαρξης, στο κάτω κάτω της αντοχής. Κι αν βγει ελαττωματικό, δεν τρέχει και τίποτα, Αύγουστος είναι, λάθη γίνονται, λέμε ψέματα όλο το χρόνο, ας είναι κι ένα ακόμα, ποιος θα το μάθει στο κάτω κάτω; Ποιος θα το παραδεχτεί στο τέλος εκεί στην άκρη της σφαίρας; Έλα, μην ανησυχείς, ορκίζομαι, δεν θα γίνει επανέλεγχος, δεν θα βγουν πολλά στη φόρα. Στο κάτω κάτω της αρχής σου, δεν έχεις μάθει ν’ αγαπάς περισσότερο πέρα από μια στροφή γύρω από σένα, τι να περίμενα και τι να περιμένω, άδεια κιβώτια είμαστε, ανώνυμα, χωρίς κωδικό barcode, χωρίς αντοχή στη φωτιά και στον αέρα. Στάχτη. Στο κάτω κάτω της υπογραφής. 
 
 
 
 
 
Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books... 
 
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο»«post it»,  «Παραμύθια», «Ανασκόπηση» και «Double-blurred letter».

Marie Luise Kaschnitz, Περιγραφή ενός χωριού

 
 1

Μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα κιόλας, θα κάνω την απόπειρα να περιγράψω το χωριό. Θα σκεφτώ με τι ν’ αρχίσω, με το Πάνω Χωριό, με το Κάτω Χωριό, με το νεκροταφείο, με το δάσος. Ή με τις σπηλιές που ’ναι πάνω ψηλά στο Όρος των Ελαιών, νερό, έτσι λέει η παράδοση, γιόμισε τον κόλπο της κοιλάδας, όπως κάνει ενίοτε η ομίχλη τώρα, στους βράχους υπήρχαν κάποτε κρίκοι, στους κρίκους ήτανε δεμένες βάρκες, ενώ στην πραγματικότητα ένα είναι σίγουρο μόνο, ότι, δηλαδή, οι σπηλιές εκείνες ήταν το καταφύγιο για τις ορδές των κυνηγών μετά την εποχή των παγετώνων

τελικά θα ξεκινήσω με την άποψη από ψηλά, μ’ αυτά που βλέπει ένα πουλί από ψηλά ή ένας επιβάτης αεροπλάνου απ’ το παράθυρό του, μαύρο δάσος στη μια πλευρά της κοιλάδας, με πράσινο απ’ τις οξιές στις παρυφές του, δάσος με οξιές και στην άλλη πλευρά, διάσπαρτο από σφένδαμους και λάρικες

περνώντας στους αμπελώνες, και στη βάση της κοιλάδας το χωριό, ανάμεσα σε λειμώνες κι οπωροφόρα δέντρα, τον επιβλητικό θόλο απ’ τις φλαμουριές του σπιτιού υπ’ αρ. 84 και τα πολλά γυάλινα παράθυρα του ανθοκομείου

θα τα περιγράψω όλ’ αυτά και θα μιλήσω ιδιαίτερα αναλυτικά για τις πλαγιές με τους αμπελώνες, που για πολλές δεκαετίες ήτανε παραμελημένες, ακαλλιέργητη γη και χωραφάκια με πατάτες εδώ κι εκεί

που τώρα όμως είναι φυτεμένες πάλι και τις διασχίζουνε γαλάζιοι ασφαλτόδρομοι. Επί τη ευκαιρία θ’ αναφέρω επίσης πως πριν από πολλά χρόνια, αλλά ήδη στα χρόνια τα δικά μου, τα σταφύλια τα πατούσαν ακόμη με τα πόδια ή τα περνούσαν απ’ το δρύινο πιεστήρι

πως τώρα όμως το κρασί το επεξεργάζονται από κοινού και το βάζουνε σε μεγάλα δοχεία ή δεξαμενές, που δεν είναι πια από ξύλο αλλά από γυαλί ή μπετό.

 

2

Την επόμενη μέρα, τη δεύτερη μέρα της εργασίας μου, θα επιστρέψω στην άποψη από ψηλά. Θ’ αναφερθώ πρώτα στις ωραίες παρυφές του δάσους, ύστερα στον λειμώνα κάτω απ’ το βουνό, ύστερα στην κοιλάδα του Ρήνου, στα Βόσγια Όρη, στον ελβετικό Ιούρα και στην Πύλη της Βουργουνδίας, η οποία παρεμπιπτόντως φαίνεται κι απ’ τα παράθυρα της σοφίτας του σπιτιού υπ’ αρ. 84. Θα τονίσω τον ιστορικό χαρακτήρα του τοπίου και θα ισχυριστώ πως όποιος διαθέτει φαντασία μπορεί ακόμη και σήμερα να δει τους στρατούς να διασχίζουνε την πεδιάδα

τους Κέλτες και τα γερμανικά φύλα, να πολεμούν με τους λεγεωνάριους του Καίσαρα, τους Αλαμαννούς και τους Φράγκους, τους αγρότες απ’ το Στάουφεν που καταστρέψανε στο χωριό τον πύργο των αφεντάδων Σνέβελιν φον Μπέρενλαπ

τους Σουηδούς που σκοτώσανε τριακόσιους αγρότες στο Κιρχχόφεν και βάλανε φωτιά στο μοναστήρι του Ζέλντεν τα στρατεύματα του στρατάρχη Τουρέν, ο οποίος περνώντας τα Λουτρά του Κούκου και διασχίζοντας την Κοιλάδα των Μαγισσών εκστράτευσε κατά της Βαυαρίας

τα στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ που ερχόμενα απ’ το Μπράιζαχ κατέκτησαν το Φράιμπουργκ

τους στρατούς του Πολέμου Διαδοχής του Παλατινάτου, του Πολέμου Διαδοχής της Ισπανίας, του Πολέμου Διαδοχής της Αυστρίας, του Πολέμου του Α΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Β΄ Συνασπισμού, του Πολέμου του Γ΄ Συνασπισμού και των πολέμων ανεξαρτησίας

τι σήμαινε για τα χωριά της Κοιλάδας των Μαγισσών λεηλασία, εισφορές, αγρότες ν’ αναγκάζονται να οχυρωθούν, βρόμη, σοδειές, κρασί, χρυσό, ζωντανά, γουρούνια, κότες, να τους τ’ αρπάζουνε και να φεύγουνε, πλιάτσικο με την απειλή πως θα τους κάψουνε, καταφυγή στα δάση, μιζέρια, δάκρυα και φόβος.
 
[...] 


Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Το παραπάνω απόσπασμα είναι τα δύο πρώτα κεφάλαια από την Περιγραφή ενός χωριού της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (1901-1974), που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026  από τις εκδόσεις η βαλίτσα, σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη και γλωσσική επιμέλεια Λένας Κοψαχείλη. Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα, επίμετρο και σημειώσεις του μεταφραστή.
 
Η Περιγραφή ενός χωριού είναι το πρώτο έργο της συγγραφέως που κυκλοφορεί στα ελληνικά και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1966, όταν η συγγραφέας ήταν 65 ετών. Θεωρείται ένα από τα έργα ωριμότητας της συγγραφέως, το οποίο επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση της «ο δρόμος μου στην ποίηση με οδήγησε από τη φύση στους ανθρώπους». 
 
Η ίδια η συγγραφέας, υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου έργου της το 1968, θα τόνιζε ότι το ουσιαστικά δημιουργικό στην Περιγραφή ενός χωριού ήταν ότι το ίδιο το θέμα της καθόρισε τη φόρμα του και ότι χάρη στη φόρμα του αυτή δεν θύμιζε και δεν θα θύμιζε και στο μέλλον κανένα άλλο έργο της. Η Περιγραφή ενός χωριού, την οποία η κριτική έχει χαρακτηρίσει και «περιγραφή μιας περιγραφής» αποτελεί ένα λογοτεχνικά άρτιο σχεδίασμα για ένα αφήγημα. Στο επίκεντρό του και η συλλογική γερμανική ενοχή για τα εγκλήματα του ναζισμού, την οποία η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς συμπυκνώνει σε μία φράση: «όταν εμείς κάναμε πως κοιμόμαστε».
 
Η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς γεννήθηκε στην Καρλσρούη το 1901, μεγάλωσε στο Πότσνταμ και το Βερολίνο, έζησε στη Ρώμη, στο Κόνιγκσμπεργκ και στη Φρανκφούρτη, όπου και πέθανε το 1974. Έγραψε ποίηση, πεζογραφία, ραδιοφωνικά έργα και δοκίμια. Ήταν η πρώτη γυναίκα δημιουργός που τιμήθηκε με το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ το 1955, το οποίο ακολούθησαν πολλές διακρίσεις. Άλλα έργα της είναι: Το χοντρό παιδί και άλλα διηγήματα, Το σπίτι της παιδικής ηλικίας, Υπεραστικές κλήσεις, Τόποι. Καταγραφές και Μένει να αποδειχτεί, το οποίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις η βαλίτσα το φθινόπωρο του 2026.
 
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου για την έκδοση στο μπλογκ του, NO14ME.
 
Το έργο που κοσμεί την ανάρτηση και το εξώφυλλο του βιβλίου φιλοτέχνησε η Μελίνα Γαληνού. 

Ulrike – γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα



[...] 
  η αίσθηση,
  ότι το κελί κινείται.
  Ξυπνάει,
  ανοίγει τα μάτια:
  το κελί κινείται.
  Το απόγευμα,
  όταν το φωτίζει
  ο ήλιος,
  μένει ξαφνικά
  ακίνητο.
  Δεν μπορεί
  να διακόψει
  την αίσθηση
  της κίνησης,
  κάποιος.
  Δεν μπορεί
  να διακρίνει
  αν τρέμει
  από το κρύο
  ή
  από τον πυρετό.
  Δεν μπορεί
  να ξεκαθαρίσει
  γιατί τρέμει –
  γιατί παγώνει.
  Κάποιος.                                  
[...]

Δημιουργική ομάδα/ Μετάφραση: 
Φανή Βοβώνη, Ναταλία Γεωργοσοπούλου, Σάββας Στρούμπος

 
 
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το κείμενο της παράστασης «Ulrike – γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα», η οποία βασίζεται σε επιστολές της Ουλρίκε Μάινχοφ (1934-1976) και κάνει πρεμιέρα τη Δευτέρα 27 Απριλίου στις 9 μ.μ. στο Θέατρο Φούρνος μόνο για 9 παραστάσεις. 

Η Ουλρίκε Μαρί Μάινχοφ 
βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί της στις φυλακές Μανχάιμ στις 9 Μαΐου 1976. Είχε συλληφθεί στις 15 Ιουνίου 1972 για τη δράση της στη Φράξια Κόκκινος Στρατός (Rote Armee Fraktion). Ενώ η διεθνής επιτροπή που συστάθηκε για να ερευνήσει τα πραγματικά αίτια θανάτου της αμφισβήτησε την επίσημη εκδοχή της διεύθυνσης των φυλακών περί αυτοκτονίας και παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε κάποιο αποχαιρετιστήριο σημείωμα της Ουλρίκε Μάινχοφ, η αυτοκτονία θεωρείται ακόμη και σήμερα επίσημη αιτία του θανάτου της.
 
Σύμφωνα με τον Ιρανό αυτοεξόριστο στη Γερμανία Μπαχμάν Νιρουμάντ, ο οποίος είχε γνωρίσει τη Μάινχοφ τον Μάρτιο του 1967 μετά την παρουσίαση του βιβλίου του για τις συνθήκες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής στο Ιράν υπό τη δυναστεία των Παχλαβί (στο οποίο στηρίχτηκε η Μάινχοφ, για να γράψει την περίφημη «Ανοιχτή επιστολή στη Φαράχ Ντιμπά», την τρίτη σύζυγο του σάχη της Περσίας):
«η πολιτική δράση της [Μάινχοφ] πήγαζε περισσότερο από μια ανθρωπιστική και φιλειρηνική θεμελιώδη στάση ζωής και λιγότερο από θεωρητικές πεποιθήσεις.
      Αυτή η εικόνα της Μάινχοφ συνάδει και με την εικόνα που δίνει για την 30χρονη δημοσιογράφο ο κριτικός λογοτεχνίας Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι στη δική του αυτοβιογραφία, περιγράφοντας μια συνέντευξη που της έδωσε με δική της πρωτοβουλία το 1964 για τη Βόρεια Γερμανική Ραδιοφωνία. Το ενδιαφέρον της Μάινχοφ για τον Ράιχ-Ρανίτσκι το είχε προκαλέσει η κατάθεσή του για τις συνθήκες διαβίωσης στο γκέτο της Βαρσοβίας στη δίκη κατά του πρώην ταγματάρχη των Ες Ες Καρλ Βολφ […]. Γράφει ο Ράιχ-Ρανίτσκι μεταξύ άλλων: “Όταν η συνομιλία μας τελείωσε, είδα προς μεγάλη μου έκπληξη ότι είχαμε μιλήσει σχεδόν πενήντα λεπτά. Προς τι χρειάζεστε τόσο πολλά; Εκείνη απάντησε κάπως αμήχανη: ρωτούσε, λέει, εν μέρει από προσωπικό ενδιαφέρον. Ζήτησε να μην την κακίσω για τη δίψα που είχε για μάθηση. Θέλησα να μάθω κάτι για το άτομό της. Αλλά βιαζόταν πολύ τη στιγμή εκείνη. Την κοίταξα και είδα πως είχε δάκρυα στα μάτια. […]”
     Ο Νιρουμάντ περιγράφει στην αυτοβιογραφία του επίσης μια επίσκεψη που του έκανε η Μάινχοφ λίγο πριν περάσει στην ένοπλη αντίσταση και τον βρήκε να βάφει τα παράθυρα της κουζίνας του. Σύμφωνα με τον Νιρουμάντ, ο οποίος αναφέρει ότι δεν την είχε ξαναδεί σε παρόμοια κατάσταση, η Μάινχοφ τον ρώτησε πώς είναι δυνατόν να ασχολείται με τα παράθυρα της κουζίνας του όταν την ίδια στιγμή χιλιάδες παιδιά στην Αφρική πεινάνε, ενώ γυναίκες και γέροι στο Βιετνάμ προσπαθούν να σωθούν από τις βόμβες παίρνοντας τον δρόμο της προσφυγιάς, θυμίζοντάς του επίσης ότι ο ίδιος είχε γράψει ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη χώρα του ζουν τρώγοντας μόνο άχυρα και κουκούτσια από χουρμάδες. Σε εκείνη την επίσκεψή της η Μάινχοφ αποκάλυψε στον Νιρουμάντ ότι το είχε αποφασίσει πλέον να περάσει στην ένοπλη αντίσταση, τονίζοντας ότι οι δημοσιογράφοι και οι συγγραφείς που ασκούν κριτική λειτουργούν "απλώς ως άλλοθι, ως φύλλο συκής για τα εγκλήματα που διαπράττουν καθημερινά τα καπιταλιστικά γουρούνια. Είμαστε η δημοκρατική μάσκα, πίσω απ’ την οποία μπορούν και κρύβονται".
     Από την εποχή που η Μάινχοφ δάκρυσε ακούγοντας τις περιγραφές του Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι για το γκέτο της Βαρσοβίας μέχρι τη στιγμή που πέρασε στην παρανομία, όταν συμμετείχε στην απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ (Andreas Baader, 1943-1977) στις 14 Μαΐου 1970 και λίγο αργότερα στην ίδρυση της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (Rote Armee Fraktion, RAF), είχαν μεσολαβήσει πολλά
».
(απόσπασμα από το βιβλίο Ουλρίκε Μαρί Μάινχοφ, Καλημέρα σας, κυρία Παχλαβί, Εισαγωγή-Μετάφραση-Επίμετρο: Αλέξανδρος Κυπριώτης, η βαλίτσα / εκδόσεις, Αθήνα 2022, σελ. 70-73.)
 
 
Ακολουθεί το Δελτίο Τύπου της παράστασης
 
«Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό και αυτό δε μου αρέσει. 
Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχιστεί»*


«Ulrike – γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα» είναι ο τίτλος της παράστασης-σκηνικής σύνθεσης που θα παρουσιάζεται από τις 27 Απριλίου στο θέατρο Φούρνος. Η ηθοποιός Ναταλία Γεωργοσοπούλου και η βιολίστρια Φανή Βοβώνη επί σκηνής θα μας μεταφέρουν μέσα από τις επιστολές της, οι οποίες μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά, στον αγωνιώδη κόσμο της Ουλρίκε Μάινχοφ κατά την περίοδο της φυλάκισής της (1972-1976).
 
Η Μάινχοφ, που υπήρξε μια από τις πιο επιδραστικές ριζοσπαστικές φωνές της μεταπολεμικής Γερμανίας, μεταπήδησε από τη μαχητική δημοσιογραφία στην ένοπλη δράση με τη RAF, καταλήγοντας στις φυλακές υψίστης ασφαλείας. Εκεί, μέσα σε καθεστώς απόλυτης αισθητηριακής απομόνωσης, η γραφή έγινε το τελευταίο οχυρό επικοινωνίας της.



Καλλιτεχνικό σημείωμα

Η παράσταση “Ulrike – γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα”, με μία ηθοποιό και μία βιολίστρια επί σκηνής, στηρίζεται στις επιστολές της Ουλρίκε Μάινχοφ κατά την περίοδο της φυλάκισής της (1972-76) ως τη δολοφονία της, οι οποίες μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Στο διάστημα αυτό η Μάινχοφ μοίραζε τη ζωή της μεταξύ λευκού κελιού και απομόνωσης. Οι επιστολές της είναι κάτι πολύ περισσότερο από πολιτικά ντοκουμέντα ή από προσωπικές εξομολογήσεις ενός ανθρώπου που ασφυκτιά στην κατάσταση του εγκλεισμού. Αποτελούν έναν χορό θανάτου μεταξύ λέξεων και συναισθημάτων, μεταξύ ελπίδας και απελπισίας, μεταξύ οργής και απόγνωσης. Οι λέξεις παλεύουν να διασώσουν κάτι από την ανθρωπινότητα της ανυπότακτης επαναστάτριας, οι σκέψεις πίσω από τις λέξεις αντιστέκονται στον θάνατο των αισθήσεων, στην αλλοίωση της μνήμης, στο μακέλεμα του σώματος από την πλήρη απομόνωση. Οι ανάσες που γεννούν τις λέξεις είναι σπασμωδικές, ανήσυχες, διακεκομμένες. Η Μάινχοφ σχοινοβατεί στα όρια μεταξύ λογικής και τρέλας, μεταξύ παραληρήματος και συνειδητής αντίστασης στον εγκλεισμό· ενώ καταρρέει ψυχολογικά οι φθόγγοι που αποθέτει στο χαρτί λειτουργούν σαν την ύστατη σανίδα σωτηρίας. Αρνείται να μετατραπεί σε ανθρωποπείραμα, κάθε της κύτταρο πολεμάει να αντέξει τη φθορά της φυλάκισης. Το σώμα της είναι πεδίο ατέλειωτων καταστροφών, ωστόσο, η θέλησή της να αντέξει αποτελεί το ύστατο οδόφραγμα απέναντι στον όλεθρο. Αυτός είναι ο κόσμος της παράστασή μας. Πρόκειται για μια προσπάθεια καταβύθισης στα άδυτα του ψυχισμού ενός οριακού προσώπου που παλεύει μέσα στην κόλαση.

Συντελεστές

Δημιουργική ομάδα/ Μετάφραση: Φανή Βοβώνη, Ναταλία Γεωργοσοπούλου, Σάββας
Στρούμπος
Ηθοποιός: Ναταλία Γεωργοσοπούλου
Πρωτότυπη μουσική/μουσική δραματουργία/βιολί: Φανή Βοβώνη
Σκηνική εγκατάσταση/κοστούμια: Κατερίνα Σωτηρίου
Φωτογραφίες: Αντωνία Κάντα
Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας
Οργάνωση παραγωγής: Ομάδα Άλας

 
* "Protest ist, wenn ich sage, das und das passt mir nicht. 
Widerstand ist, wenn ich dafür sorge, dass das, was mir nicht passt, nicht länger geschieht

[Ulrike Meinhof, περιοδικό Konkret]


Info

Τοποθεσία: Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168, Αθήνα
Πρεμιέρα: Δευτέρα 27 Απριλίου, στις 21.00. 
Παραστάσεις: Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη στις 21.00. Μέχρι 13 Μαΐου.
Διάρκεια: 60 λεπτά. 
Πληροφορίες: Τηλ.: 210646 0748, 6947656041
Τιμές εισιτηρίων: 15€ γενική είσοδος, 10€ φοιτητές, άνεργοι ΟΑΕΔ, ΑμΕΑ & συνοδός ΑμΕΑ, άνω των 65. Ισχύουν εκπτώσεις σε ομαδικές κρατήσεις άνω των 7 ατόμων.
Προπώληση: More.gr
 
 
 

David Roas, Das Kapital


Υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή
που είναι πιο σημαντικά από τα χρήματα!
Όμως είναι τόσο ακριβά!

Groucho Marx
 
 
Τα χείλη της δεσποινίδας που με εξυπηρετεί πίσω από το γκισέ της Swiss Air μόλις άρθρωσαν τη λέξη που τόσο φοβόμουν. Μία φορά έφτασα κι εγώ στο αεροδρόμιο νωρίς και το αεροπλάνο είναι γεμάτο. Η υπάλληλος, συμπαθέστατη, απολογείται (Désolée, monsieur), μου δίνει μια κάρτα επιβίβασης χωρίς συγκεκριμένη θέση και μου ζητά να κατευθυνθώ προς την έξοδο Α8. Εκεί, οι συνάδελφοί της θα προσπαθήσουν να βρουν λύση. Ξέρω πως πρέπει να εμπιστευτώ την ελβετική αποτελεσματικότητα, αλλά, δεδομένου του έμφυτου πεσιμισμού μου, κάτι μου λέει πως η μέρα δεν μου επιφυλάσσει τίποτα καλό.
  Διώχνω από το νου μου αυτές τις σκέψεις και προχωρώ, ακολουθώντας τις οδηγίες της συμπαθητικής υπαλλήλου, προς την έξοδο Α8. Περνώ χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τους ελέγχους, πλησιάζω στο γκισέ της εταιρείας και, αφού εξηγήσω το πρόβλημά μου στους δύο υπαλλήλους, μου ζητούν να καθίσω και να περιμένω. Φαίνεται πως δεν είμαι ο μόνος με το ίδιο ζήτημα. Ένα ζευγάρι με κοιτάζει και μου χαμογελά σαν να μου λέει «Ναι, κι εμάς μας συνέβη το ίδιο». Ανοίγω το σακίδιό μου, βγάζω ένα βιβλίο και βυθίζομαι στην ανάγνωση για να ξεχάσω την αναμονή.
  Μετά από λίγη ώρα που σε μένα φάνηκε αιώνας, ένας από τους υπαλλήλους της Swiss Air που με εξυπηρέτησαν προηγουμένως με πλησιάζει και μου δίνει μια νέα κάρτα επιβίβασης. Ελέγχοντάς την, εκπλήσσομαι για δεύτερη φορά: θέση business. Βέβαιος ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, σηκώνομαι γρήγορα για να το επισημάνω. Εκείνοι, χωρίς να χάσουν την ευγένειά τους, με έναν μάλλον συγκαταβατικό τόνο, μου λένε να μην ανησυχώ: δεν έχει γίνει κανένα μπέρδεμα· είναι συνηθισμένη πρακτική να μεταφέρουν έναν επιβάτη Β θέσης (έτσι ειπωμένο ακούγεται χάλια) στην Α.
  Μπαίνοντας στο αεροπλάνο, δεν μπορώ να συγκρατήσω το ρίγος που με διαπερνά. Ένας νέος κόσμος  —ναι, το παραδέχομαι, είναι η πρώτη μου φορά— ανοίγεται μπροστά μου. Νευρικός σαν μικρό παιδί παραμονή Πρωτοχρονιάς, κατευθύνομαι στη θέση που μου έχουν δώσει. Ένα τεράστιο, γκρι, δερμάτινο κάθισμα με περιμένει· κουρνιάζω βγάζοντας έναν ελαφρύ γρυλισμό ευχαρίστησης. Συνειδητοποιώ, σχεδόν δακρύζοντας, πως μπορώ να απλώσω τα πόδια μου με απόλυτη άνεση.
  Πριν την απογείωση, μια αεροσυνοδός μοιράζει με πλατύ χαμόγελο εφημερίδες, σοκολατάκια και νερό (η συνηθισμένη μπλε στολή της μου φαίνεται πιο καλοραμμένη και κομψή από ποτέ). Μια αποθαρρυντική σκέψη περνά αμέσως απ’ το μυαλό μου: «Εμένα αποκλείεται να μου δώσουν τίποτα απ’ αυτά, αφού δεν πλήρωσα το αντίστοιχο ποσό». Κάνω λάθος (για άλλη μία φορά) και παραλαμβάνω ευγνώμων τα ίδια δώρα με τους συνεπιβάτες μου. Τρώω το σοκολατάκι, ανοίγω το μπουκάλι με το νερό. Μου φαίνεται πεντανόστιμο. «Νερό πρώτης τάξης», λέω στον εαυτό μου, κάνοντας ένα εύκολο αστειάκι.
  Το αεροπλάνο απογειώνεται απαλά και με άνεση. Λίγα λεπτά αργότερα σταθεροποιείται, και η συμπαθής αεροσυνοδός αρχίζει να σερβίρει το δείπνο. Κι άλλες εκπλήξεις: η πέστροφα είναι εξαιρετική, το κρασί ένα εκπληκτικό Mosel (250 cc), και το σοκολατένιο επιδόρπιο υπέροχο (η αεροσυνοδός, βλέποντάς με να το απολαμβάνω, μου φέρνει και δεύτερο πιάτο ενώ μου κλείνει το μάτι). Ακόμη και ο καφές αποδεικνύεται εκλεκτός. Όλα αυτά συνοδεύονται από μεταλλικά μαχαιροπίρουνα (κοιτάζω διακριτικά γύρω μου για τίποτα σημιτικές θεότητες, καθώς μας προσφέρουν το αεροπλάνο στο πιάτο∙ όμως οι φόβοι μου είναι ανυπόστατοι).
  Σηκώνομαι και πάω στο μπάνιο. Πριν επιστρέψω στη θέση μου, νιώθω μια ασυγκράτητη επιθυμία να κοιτάξω πίσω από την κουρτίνα που τράβηξε, όπως συνηθίζεται, μετά την απογείωση η αεροσυνοδός, για να απομονώσει την πρώτη θέση. Κάτι που στις προηγούμενες πτήσεις πάντα βίωνα από την οικονομική ως προσβολή. Η περιέργειά μου, ωστόσο, δεν πηγάζει από αίσθημα συγκυριακής ανωτερότητας προς τους επιβάτες εκείνου του τμήματος, αλλά από ζήτημα προοπτικής. Με άλλα λόγια, θέλω απλώς να δω πώς είναι η θέα από την άλλη πλευρά αυτού του ελαφρού μεν, αδιάβατου δε, υφασμάτινου συνόρου.
  Παραμερίζω λίγο την κουρτίνα και βγάζω το κεφάλι μου. Το θέαμα που απλώνεται μπροστά μου είναι φρικτό: οι επιβάτες τραντάζονται άγρια κρατώντας σφιχτά τα μπράτσα των καθισμάτων, κάποιοι προσεύχονται, άλλοι φωνάζουν, το προσωπικό στο πίσω μέρος δεν μπορεί να κρύψει τον πανικό του… Οι δυνατές αναταράξεις ανοίγουν ντουλαπάκια, βαλίτσες, αντικείμενα και ρούχα πέφτουν πάνω στους έντρομους επιβάτες.
  Κι εκεί συνειδητοποιώ ότι εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα. Κοιτάζω πίσω μου και επιβεβαιώνω πως στην πρώτη θέση όλα είναι ήρεμα, όπως στην αρχή: οι συνεπιβάτες μου έχουν τελειώσει το δείπνο τους, κάποιοι διαβάζουν, άλλοι συζητούν χαλαρά, ορισμένοι κοιμούνται κιόλας. Η αεροσυνοδός, στο μεταξύ, σερβίρει καφέ με το γαλήνιο χαμόγελό της.
  Ξαναβγάζω το κεφάλι μου στην άλλη πλευρά της κουρτίνας: το ίδιο ανατριχιαστικό θέαμα. Οι επιβάτες εξακολουθούν να φωνάζουν, πολλοί κλαίνε υστερικά, μια γυναίκα αγκαλιάζει απελπισμένα το μωρό της. Οι αναταράξεις είναι τόσο ισχυρές που φοβάμαι πως το αεροπλάνο δεν θα μπορέσει να τις ξεπεράσει.
  Έντρομος, είμαι έτοιμος να μιλήσω στον άντρα που κάθεται πιο κοντά στη θέση μου, όταν νιώθω μια ελαφριά πίεση στο αριστερό μου μπράτσο. Είναι η αεροσυνοδός. Σαν να είμαι μικρό παιδί που έκανε κάποια αταξία, μου κάνει έναν συμπαθητικό μορφασμό επίπληξης, με παίρνει από το χέρι και, αφού κλείσει απαλά την κουρτίνα, με συνοδεύει μέχρι τη θέση μου.
  Πριν καθίσω, τη ρωτώ αν μπορεί να μου φέρει ένα ουίσκι. Χωρίς να πει λέξη, παίρνει ένα μπουκάλι από το μεταλλικό καροτσάκι, σερβίρει μια γενναιόδωρη δόση σκωτσέζικου υγρού και μου δίνει το ποτήρι με εκείνο το πλατύ, εξαίσιο, καταπραϋντικό χαμόγελο.
  Κουρνιασμένος στο απαλό, γκρι, δερμάτινο κάθισμά μου, αφήνομαι στη μεθυστική γεύση της βύνης, προσποιούμενος πως σκέφτομαι την επανάσταση.
 
 
 
 
 
Το παραπάνω διήγημα του Νταβίντ Ρόας με τον γερμανικό τίτλο 
«Das Kapital» [«Το κεφάλαιο»] συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία ισπανόγλωσσου διηγήματος Επανεγγραφές του τέρατος σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή και Τιτίκας Αποστολάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία
    Όπως αναφέρει στον Πρόλογο της έκδοσης ο ένας από τους δύο ανθολόγους, ο Γιάννης Μαρκόπουλος (Μεταδιδακτορικός ερευνητής και εντεταλμένος διδάσκων Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ), 
«η ανθολογία περιλαμβάνει αποκλειστικά συγγραφείς που συγκαταλέγονται στους βασικότερους εκπροσώπους του ισπανικού φανταστικού και θέτουν το ζήτημα της παραβίασης των ορίων του πραγματικού στο επίκεντρο του έργου τους», ενώ τα δώδεκα διηγήματα της ανθολογίας είναι γραμμένα από έξι Ισπανούς και έξι Ισπανίδες συγγραφείς. 
    Η ανθολογία αποτελείται από δύο ενότητες, τις «Ασυνέχειες», από την οποία είναι και το διήγημα του Νταβίντ Ρόας  «Das Kapital» και τις «Επανεγγραφές του τέρατος», που έδωσε και τον τίτλο σε όλη την ανθολογία. Στην πρώτη ενότητα πέντε συγγραφείς με τα κείμενά τους «διερευνούν νέους τύπους ρωγμών, υιοθετούν εναλλακτικές στρατηγικές υπονόμευσης των εδραιωμένων ορίων και εστιάζουν σε ανοίκειες μεταβολές στο επίπεδο του χωροχρόνου, του φύλου, της γλώσσας, της αφηγηματικής φωνής». Στη δεύτερη ενότητα επτά συγγραφείς «επαναπροσεγγίζουν παραδοσιακά θέματα και μορφές της λογοτεχνίας του φανταστικού, όπως το φάντασμα, το ζόμπι και ο βρικόλακας, μέσα από σύγχρονες οπτικές, πρωτότυπους τρόπους αναπαράστασης και σαφείς κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις».
    Ο δεύτερος ανθολόγος της έκδοσης, ο Νταβίντ Ρόας, ο οποίος εκτός από συγγραφέας είναι και κριτικός λογοτεχνίας, ειδικευμένος στη φανταστική λογοτεχνία, και διδάσκει επίσης Θεωρία της Λογοτεχνίας και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Universitat Autonoma de Barcelona, υπογράφει και την Εισαγωγή της ανθολογίας, η οποία φέρει τον τίτλο «Πέρα απ' το πραγματικό: Το φανταστικό στο σύγχρονο ισπανικό διήγημα».

Γιάννης Δρούγος, Double-blurred letter

Δεν είναι βροχή. Ήταν. Κόπασε. Ήχος νύχτας είναι. (Δεν χ) Που λες, δεν είναι άρρωστη η ζωή μας, άρρωστα είναι τα σενάρια που φτιάχνουμε με το μυαλό μας, γι’ αυτό και αρρωσταίνουμε. Θυμάσαι τι σου έλεγα τότε που είχες απελπιστεί με την περίπτωση του Μ.; Όλα θα φτιάξουν, σου έλεγα. Πάντα κάτι γίνεται στο τέλος, σου έλεγα. Είδες; Να που έγινε. Γι’ αυτό, καρδιά μου, μην απελπίζεσαι. Πάντα υπάρχει μια λύση. Εκεί που όλα μοιάζουν άλυτα, εκεί που όλα μοιάζουν νύχτα, έρχεται η στιγμή που ξημερώνει. (Δεν χω) Εδώ είμαι. Θυμάσαι; (χωράω) Εδώ είσαι. Θυμάσαι; (χωράς) Μαζί. Θυμάσαι; (πουθενά) Είσαι ένα αλλά είσαι δύο. Κι οι δύο θα διώξεις τη νύχτα μια νύχτα. Θα κατεβάσεις τ’ αστέρια χαμηλότερα, θα κάνεις μια ευχή (κι ας) και θα ’ρθει το ξημέρωμα να της δώσει σχήμα. (το ξέρω, δεν) Δώσ’ μου το χέρι σου. Μη μιλάς, μην κουράζεις το μυαλό σου. Κλείσε τα μάτια και θυμήσου εκείνη τη θάλασσα που είδαμε μαζί (ελπίζω). Κοίτα. Δεν είναι οφθαλμαπάτη. Ξημερώνει. (μα ελπίζω) Δες. (κάποτε) Θ’ αντέξεις. Κι ας λες πως κάθε μέρα που περνά σε λυγίζει. Αν λυγίσεις, θα λυγίσει και θα σπάσει ο κόσμος γιατί είσαι ένας κόσμος ολόκληρος. (να χωρέσω, να χωράς στα) Όλα θα πάρουν τον ευθύ δρόμο τους. Μη φαντασιώνεσαι τη λάθος στροφή. (στα όνειρά σου). Αύριο θα ’ναι μια άλλη μέρα και θα ’μαστε μαζί, δίχως να ’μαστε μαζί, για να νικήσουμε και να χάσουμε και να σχεδιάσουμε την επόμενη νίκη μας πάνω σ’ αφρισμένα νερά ήττας.
 
Ακούς εκεί έξω το τραγούδι των σκιών; Ναι, είμαι καλά, θα έλεγα αρκετά καλά, γιατί τώρα πια δεν έχω να περιμένω τίποτα. Το θέμα είναι εσύ. Κι εσείς. Κι εμείς. Κι οι χάρτες που μας σμίγουν φευγαλέα για να μας εξορίσουν. Μην απελπίζεσαι, μην κλαις. Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης, η Μοίρα. Θα ’ρθει ζωή δίκαιη. Θα ’ρθει καιρός, που θ’ αλλάξουν τα πράματα, να το θυμάσαι, καρδιά μου.
 
Χιονίζει κι είσαι εδώ. Βρέχει κι είσαι εδώ. Θυμάμαι κι είσαι εδώ. Καπνίζω κι είσαι εδώ. Φοβάσαι κι είμαι εδώ. Ξημερώνει. Είσαι εδώ; Μείνε. Αν είσαι εδώ. Δεν είναι στάχτη αυτό που πέφτει από ψηλά μαζί με τις σταγόνες. Απουσία προσωρινή είναι και μόνιμη παρουσία. Γυρισμός είναι. Σε σένα, σε μένα, στη ζωή που άφησες κι αφήσαμε, στη θάλασσα που περιμένει να ακούσει μια φωνή κι ένα λυγμό, πριν το ξημέρωμα.
 
 

 

 

Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο»«post it»,  «Παραμύθια» και «Ανασκόπηση».

 

 

Νάνσυ Αγγελή, Προσμονή ή τα βουνά

 

Ό,τι της είπαν

Έκανε ό,τι της είπαν. Πήρε προφυλάξεις, όχι όμως υπερβολικές. Κοίταξε πίσω, αλλά και μπροστά. Για τις σημαντικές αποφάσεις, κοίταξε μέσα. Πήρε τα απαραίτητα, ό,τι χρειαζόταν και κάτι παραπάνω, γιατί την είχαν μάθει να είναι συνετή. Έκανε προβλέψεις με γνώμονα τη λογική και λίγες φορές αφέθηκε στη γοητεία των σημαδιών. Είπε ναι, αλλά και όχι, σύμφωνα με το ένστικτό της. Τήρησε με άλλα λόγια όλες τις εντολές. Κυρίως να μην ψεύδεται. Όποτε μπορούσε, βοηθούσε τους άλλους, αν και με διακριτικότητα, γιατί η συστολή τής έκοβε το δρόμο κι από ευγένεια συχνά δεν ήθελε να παρεμβαίνει. Τέλος, δεν σκότωσε κυριολεκτικά ούτε μυρμήγκι, καμιά μύγα μονάχα πού και πού και ίσως κάνα κουνούπι. Δεν άφησε απλήρωτους λογαριασμούς. Η βρύση της δεν έτρεξε στο σπίτι της ποτέ και το κρεβάτι της δεν έμεινε άστρωτο καμία μέρα. Δεν πέρασε με κόκκινο, δεν υπερέβη το όριο ταχύτητας. Ποτέ δεν πήρε άλλου τη σειρά. Μόνο στεκόταν στην ουρά. Θα έλεγε κανείς ότι περίμενε υπομονετικά. Πως καρτερούσε. Τι καρτερούσε; Κάτι που εκείνη ξέρει, αλλά της είπαν, λόγω καλής ανατροφής, να μην το πει.    
 

 
 
Το παραπάνω μικρό πεζό είναι από το βιβλίο της Νάνσυ Αγγελή Προσμονή ή τα βουνά (Περικείμενο Βιβλία,  2023). Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης σημειώνεται: Η γραφή της Νάνσυ Αγγελή δεν βασίζεται αποκλειστικά στην έξω κι έσω όραση που κατακλύζεται από παραστάσεις, απεναντίας εξαρτάται από την αλλόκοτη ικανότητα μεταμόρφωσης κι ανύψωσης του καθημερινού βίου σε άλλο σχήμα ζωής. Eτσι τα σύντομα αυτά κείμενα μοιάζουν με disjecta membra μερικών ιστοριών που δεν ολοκληρώθηκαν κι ούτε μπορούσαν να ολοκληρωθούν. Φαίνεται προς το χρέος τους απέναντι στην ανεξάντλητη πραγματικότητα παραμένει ανεπίδοτο, κι αυτός, παραδόξως, είναι ο σημαντικότερος λόγος που καθιστά την ανάγνωση τους απολαυστική. 
 
Διαβάστε την κριτική του Γιάννη Δρούγου για το βιβλίο της Νάνσυ Αγγελή εδώ.
 
Η Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Σπούδασε μετάφραση και δημοσιογραφία. Από το 2008 ζει στην Ισπανία. Διηγήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και περιοδικά του διαδικτύου. Έχει γράψει τις συλλογές διηγημάτων Μια μέρα απόλυτης ησυχίας (Παράξενες ημέρες, 2015) και Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ’ ένα άλλο, (Σμίλη, 2008). Από τις εκδόσεις Περικείμενο βιβλία κυκλοφόρησε το 2024 σε δική της μετάφραση το βιβλίο του Fernando Iwasaki Επικήδεια προίκα, ένα απόσπασμα του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ingeborg Bachmann, Μάλινα


[...]
 
Υπάρχουν, κι αυτό είν’ εύκολο να το μαντέψει κανείς, πολύ ωραιότερες οδοί στη Βιέννη, αλλά εκείνες βρίσκονται σ’ άλλα διαμερίσματα και τους συμβαίνει ό,τι και στις πάρα πολύ ωραίες γυναίκες, που αμέσως τις κοιτάζει κανείς με τον οφειλόμενο φόρο τιμής, χωρίς να σκεφτεί ποτέ να μπλέξει μαζί τους. Ποτέ ως τώρα δεν έχει ισχυριστεί κανείς ότι η Ούνγκαργκάσε είν’ ωραία ή ότι η διασταύρωση Ινβαλίντενστράσε–Ούνγκαργκάσε τον μάγεψε ή τον άφησε άναυδο. Έτσι, δεν θέλω ν’ αρχίσω πρώτη εγώ να διατυπώνω αβάσιμους ισχυρισμούς για την οδό μου, την οδό μας, θα ’πρεπε μάλλον να ψάξω μέσα μου την προσκόλλησή μου στην Ούνγκαργκάσε, επειδή μόνο μέσα μου κάνει το τόξο της, μέχρι τον αριθμό 9 και τον αριθμό 6, και θα ’πρεπε ν’ αναρωτηθώ γιατί είμαι πάντα εντός του μαγνητικού πεδίου της, ανεξαρτήτως του αν περνάω μέσ’ απ’ τη Φράιουνγκ, αν είμαι για ψώνια στην Γκράμπεν, αν πηγαίνω με το πάσο μου στην Εθνική βιβλιοθήκη, αν στέκομαι στη Λόμπκοβιτσπλάτς και σκέφτομαι εδώ, εδώ βέβαια θα ’πρεπε να μένει κανείς! Ή στην Αμ Χοφ! Ακόμα κι όταν χασομερώ στο κέντρο και προφασίζομαι ότι δεν θέλω να πάω σπίτι, όταν κάθομαι μία ώρα σ’ ένα καφενείο και ξεφυλλίζω εφημερίδες, επειδή μυστικά θα ’θελα να ’μαι ήδη καθ’ οδόν και να γυρίζω πίσω, κι όταν παίρνω τη στροφή να μπω στο διαμέρισμά μου, ερχόμενη από τη Μπεατρίξγκάσε, στην οποία έμενα παλιά, ή βγαίνοντας απ’ τη Χόιμαρκτ, τότε δεν είναι όπως όταν αρρωσταίνω απ’ τον χρόνο, αν κι ο χρόνος ξαφνικά συμπίπτει με τον τόπο, αλλά μετά τη Χόιμαρκτ μου ανεβαίνει η πίεση και συγχρόνως μειώνεται η αγωνία μου, το σφίξιμο που με πιάνει σε ξένες περιοχές, και τελικά, αν και περπατάω πιο γρήγορα, ηρεμώ εντελώς και αδημονώ από ευτυχία. Τίποτα δεν είναι για μένα πιο ασφαλές απ’ αυτό το τμήμα της οδού, την ημέρα ανεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες, τη νύχτα πέφτω πάνω στην πόρτα της εισόδου, με το κλειδί ήδη στο χέρι, κι έρχεται πάλι εκείνη η στιγμή που ευγνωμονώ, που το κλειδί γυρίζει, η πόρτα της εισόδου ανοίγει, η πόρτα του διαμερίσματος ανοίγει κι εκείνο το συναίσθημα του ερχομού στο σπίτι, που με κατακλύζει, ενώ με δέρνουν τα κύματα της κίνησης και των ανθρώπων, ήδη σε μια ακτίνα εκατό, διακοσίων μέτρων, στην οποία τα πάντα μού προαναγγέλλουν το σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου, παρά ανήκει φυσικά σε κάποια ΑΕ ή μια οποιαδήποτε συμμορία σπεκουλάντηδων, που ανοικοδόμησε αυτό το σπίτι, το ψευτομπάλωσε μάλλον, αλλά επ’ αυτού δεν ξέρω τίποτα, γιατί τα χρόνια των επισκευών εγώ έμενα δέκα λεπτά μακριά και τον πιο πολύ καιρό περνούσα μπροστά απ’ τον αριθμό 26, που για πολύ καιρό επίσης ήταν ο τυχερός μου αριθμός, καταρρακωμένη και έχοντας συνείδηση της ενοχής μου, σαν σκυλί που ’χει αλλάξει αφέντη, βλέπει πάλι τον παλιό του και δεν ξέρει τώρα σε ποιον οφείλει περισσότερη προσήλωση. Αλλά σήμερα περνάω μπροστά απ’ το 26 της Μπεατρίξγκάσε, λες και δεν υπήρχε ποτέ κάτι εκεί, σχεδόν τίποτα, ή ναι, μια φορά κι έναν καιρό ήταν σ’ αυτό το σημείο, ένα άρωμα παλιάς εποχής, αυτό δεν το νιώθεις πια.

[...]

Είναι μια διαταραχή στη μνήμη μου, γίνομαι κομμάτια με κάθε ανάμνηση. Στα χαλάσματα τον καιρό εκείνο δεν υπήρχε καμία ελπίδα, αυτό κάναμε ο ένας τον άλλον να πιστεύει, λέγαμε ό,τι μας λέγανε, προσπαθήσανε να το κάνουνε με παρουσιάσεις μιας εποχής, που την ονομάσανε πρώτη μεταπολεμική εποχή. Για δεύτερη δεν ακούσαμε ποτέ τίποτα. Κι αυτό απάτη ήτανε. Παραλίγο να τα χάψω κι εγώ, όταν θα μπούνε πάλι τα κουφώματα στις πόρτες και τα παράθυρα, όταν θα εξαφανιστούνε οι σωροί με τα μπάζα, τότε αμέσως θα καλυτερέψουν τα πράγματα, θα μπορούμε πάλι να κατοικούμε και να συνεχίσουμε να κατοικούμε. Αλλά μόνο το γεγονός ότι για χρόνια ήθελα να πω κάτι για το ότι θα κατοικούμε και θα συνεχίσουμε να κατοικούμε, πόσο τρομακτικό μου ήταν, αν και κανένας δεν είχε διάθεση να μ’ ακούσει, είναι όντως διαφωτιστικό. Ποτέ δεν θα το σκεφτόμουν ότι έπρεπε πρώτα να πλιατσικολογήσουνε τα πάντα, να τα κλέψουνε, να τα παζαρέψουνε και να τα πουλήσουνε και να τ’ αγοράσουνε τρεις φορές δυο βήματα παρακάτω πάλι. Στο πάρκο Ρέσελ ήτανε, λέει, η μεγαλύτερη μαύρη αγορά, έπρεπε να το αποφεύγεις, από αργά τ’ απόγευμα κιόλας, απ’ την Κάρλσπλατς, εξαιτίας πολλών κινδύνων. Μια μέρα, λέει, υποτίθεται δεν υπήρχε πια μαύρη αγορά. Αλλά εγώ δεν είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Μια οικουμενική μαύρη αγορά δημιουργήθηκε από ’κεί και, όταν αγοράζω τσιγάρα ή πάω να πάρω αυγά, ξέρω, σήμερα όμως πια, ότι είν’ απ’ τη μαύρη αγορά. Η αγορά εν γένει είναι μαύρη, τόσο μαύρη δεν μπορούσε να ’ναι τον καιρό εκείνο, επειδή της έλειπε η οικουμενική πυκνότητα. Αργότερα, αφού γεμίσανε πάλι όλες οι προθήκες κι άρχισαν να στοιβάζονται τα πάντα, οι κονσέρβες, τα κιβώτια, οι κούτες, εγώ δεν μπορούσα πια ν’ αγοράσω τίποτα. Δεν είχα μπει καλά καλά στα μεγάλα εμπορικά στη Μαρίαχίλφερ Στράσε, στο Γκέρνγκρος φερειπείν, άρχισα ν’ ανακατεύομαι, τον καιρό εκείνο με είχε συμβουλέψει η Κριστίνε να μην πηγαίνω στα μικρά ακριβά μαγαζιά, η Λίνα ήταν υπέρ του Χερτσμάνσκι, όχι και τόσο πολύ υπέρ του Γκέρνγκρος, κι εγώ το προσπάθησα βέβαια, αλλά δεν γινότανε, δεν μπορώ να βλέπω πάνω από ένα πράγμα μονομιάς. Χιλιάδες υφάσματα, χιλιάδες κουτιά κονσέρβες, λουκάνικα, παπούτσια και κουμπιά, όλη εκείνη η συσσώρευση προϊόντων, κάνουνε το προϊόν μαύρο μπροστά στα μάτια μου. Σε μεγάλο αριθμό τα πάντα είναι πάρα πολύ απειλητικά, το ένα σωρό πρέπει να παραμένει κάτι αφηρημένο, πρέπει να είναι ένας τύπος κάποιας θεωρίας, κάτι εφαρμόσιμο, πρέπει να έχει την καθαρότητα των μαθηματικών, μόνο τα μαθηματικά επιτρέπουν την ομορφιά των δισεκατομμυρίων, ένα δισεκατομμύριο μήλα όμως δεν τρώγεται, ένας τόνος καφέ συνεπάγεται ήδη αμέτρητα εγκλήματα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι είναι κάτι αδιανόητα χαλασμένο, ελεεινό, αηδιαστικό, μπλεγμένο σε μια μαύρη αγορά, με την καθημερινή ανάγκη για δισεκατομμύρια ψωμιά, πατάτες και μερίδες ρύζι. Ακόμα κι όταν προ πολλού υπήρχαν αρκετά τρόφιμα, εγώ για καιρό ακόμα δεν μπορούσα να τρώω σωστά και τώρα μπορώ επίσης να τρώω μόνο όταν τρώει μαζί μου και κάποιος άλλος, ή μόνη μου μόνο όταν υπάρχει ένα μήλο κι ένα κομμάτι ψωμί, όταν έχει περισσέψει μια φέτα αλλαντικό. Πρέπει να ’χει περισσέψει κάτι.

[...]
 
Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης


Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν Μάλινα που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις πότλατς σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη. 
 
Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971, ως πρώτο από έναν κύκλο μυθιστορημάτων με τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου». 
 
Για το Μάλινα, η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν  σχολίασε σε μία συνέντευξή της: «Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: Ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται. Αυτή η αλήθεια κατά κανόνα αποκρύπτεται και μόνο στην περίπτωση κάποιας αιματηρής πράξης μιλούν οι εφημερίδες γι’ αυτή. Το θηλυκό Εγώ στο βιβλίο μου διαρκώς δολοφονείται με πολλούς “τρόπους θανάτου”. Όμως κανένας δεν ρωτά πού αρχίζει η θανάτωση αυτή».
 
Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1926 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Έκανε σπουδές φιλοσοφίας, ψυχολογίας και γερμανικής φιλολογίας, ενώ το 1950 ολοκλήρωσε τη διατριβή της με αντικείμενο την κριτική πρόσληψη της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ. Για την πρώτη της ποιητική συλλογή (Ο δανεισμένος χρόνος) της απονεμήθηκε το Βραβείο της Γκρούπας 47 (1953), ενώ ακολούθησαν και άλλες διακρίσεις, με σημαντικότερες το Βραβείο Γερμανών Κριτικών (1961) για την πρώτη της συλλογή διηγημάτων (Το τριακοστό έτος) και λίγο αργότερα το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ (1964) και το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1968) για το σύνολο του έργου της. Τα τελευταία έργα της που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν το μυθιστόρημα Μάλινα (1971) και η συλλογή διηγημάτων Ταυτόχρονα (1972). Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζούσε στη Ρώμη, πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1973 στο νοσοκομείο όπου είχε διακομιστεί στις 27 Σεπτεμβρίου με σοβαρά εγκαύματα. Μετά τον θάνατό της δημοσιεύτηκε η αλληλογραφία της με τον ποιητή Πάουλ Τσέλαν και τον συγγραφέα Μαξ Φρις.
 
Ένα ακόμη απόσπασμα του μυθιστορήματος Μάλινα μπορείτε να διαβάσετε στην bookpress.
 
Την Εισαγωγή και το Επίμετρο του μεταφραστή για τη συγκεκριμένη έκδοση μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ αντίστοιχα. 

Γιάννης Δρούγος, Ανασκόπηση

 

Χρονιά που έφυγε. Χρονιά που ήρθε.
Χρόνια | Μνήμη | Μνήμες | Καπνός | Καπνίζω | Πένθη | Ψεύδη | Νύχτα | Προδοσία μετά τον άρτο και το μέλι | Γιορτή που φόρεσε τα στολίδια της ανάποδα | Όχι και ναι | Και γιατί |Χωρίς απαντήσεις | Ουρανός | Σκοτεινός | Ρόλοι | Η ανθρώπινη φύση |  Σημαία σκισμένη στην καταιγίδα | Μαζί | Λάθη | Λήθη  | Θάλασσα που πνίγηκε στα κύματά της | «…ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;» | Ψίχουλα | Μέρες | Μέρα | Μέρες | Πόρτα | Κλειστή | Θέα στο κενό | Μέτρα | Μέτρο | Μετράω | Μέτρημα | Αγνωμοσύνη | Στάχτη | Δρόμοι | «…θα πενθώ πάντα –μ' ακούς;– για σένα» |  Νησί βυθισμένο | Μαχαίρι | Μαχαιριές | Καρδιές σε απεργία | Ανάσες τεχνητές | Ψέματα που έχτισαν ουρανοξύστη | Αγάλματα σε αυλή ψυχιατρείου | Άνθρωποι – θάλασσες (μέσα τους να αναβαπτίζεσαι) κι άνθρωποι – κήποι (πάνω τους να φυτεύεις όνειρα) | Άνθρωποι – φίδια σ’ έρημη γη | Άνθρωποι που έδωσαν ψυχή  και πήραν πίσω κάτι σπασμένα γυαλιά για ρέστα | Άνθρωποι που φοβήθηκαν την εγγύτητα και (αυτο)σταυρώθηκαν σε σιδερένιο βράχο | Άλλοι που μιλάνε ακατάληπτα έχοντας πλάτη γυρισμένη | Κι άλλοι που έχασαν την ισορροπία τους ψηλά στο ύψος των περιστάσεων | Υποσχέσεις με ημερομηνία λήξης | Θύτες που ντύθηκαν θύματα, γιατί ήθελαν να βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά | Περιστροφή | Αντιστροφή | Καταστροφή | Μετατόπιση ευθυνών | Τροπάρια για φονιάδες | Θεός Νάρκισσος και Δικαστής | Τιμωρία | Καταδικαστική απόφαση (χωρίς κανένα ελαφρυντικό) | Ισόβια στον ένοχο | Ζωή (3 γράμματα) | Ψυχολογικό παιχνίδι με ανθρωποφαγωμένα πιόνια | Απάτη | Οφθαλμαπάτη | Αυταπάτη | Παραμύθι με τον λύκο μονάχο νικητή | Οι πιο Οικείοι οι πιο ηττημένοι | Ξένοι | Ναυάγιο παλιό | Σκύβαλα | Ο Κόσμος που δεν είναι ο κόσμος όπως τον οραματίστηκες | Πουθενά | Παντού | Πάντα | Ποτέ | Πού | Πουθενά | Ρήματα κι ουσιαστικά που αυτοκτόνησαν σαλτάροντας απ’ το έκτο | Φλόγες που κατάπιε η άγρια φωτιά |  Φωτογραφία | αντί | Ζωή (3 γράμματα) που συνεχίζεται γιατί αυτή είναι | Ήταν | Θα είναι | η Τάξη των πραγμάτων | Πτώματα που βγήκαν στη γη να κλέψουν δύο ανάσες ζωής κι ύστερα χορτασμένα επέστρεψαν στη θέση τους κάτω απ’ το χώμα ν’ αναπαυθούν με δόξα και τιμή | Παράθυρα σκουριασμένα σε ύπουλο κρυφτό με το φως | Παραπλάνηση | Πλάνα | Λάθος | «όποιος δεν έχει τίποτα, μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα» | λέξεις-φονικά | «καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο» | Βιβλία | Ελπίδα | Ποτέ | Μαζί | Ποιήματα | Ζωή Χιλιάδες Γράμματα | Ξημερώνει | Πάντα | Θα ξημερώνει | κι ας φοράμε κατάσαρκα τη νύχτα | «Έλα να παίξουμε, θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου» | «…κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...». 


  

 Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...

Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», «Η κόκκινη ομπρέλα», «Δέντρο»«post it» και «Παραμύθια».

 

Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Η σιωπή μετά την ανάρτηση ή περί της λογοτεχνικής φθοράς στα μέσα του πλήθους

Foto by André Kertész

Στους ειδήμονες της λογοτεχνίας που δεν έχουν καταλάβει: 
η ζωή είναι φάρσα, θα πεθάνουμε όλοι, και το πιο αντιλογοτεχνικό
 πράγμα είναι να πιστεύεις ότι ξέρεις.

 
Το παρακάτω δεν είναι άρθρο. Είναι μια μικρή παρένθεση μέσα στη σειρά των άλλων κειμένων μου. Γράφω σε πρώτο πρόσωπο και ζητώ συγγνώμη για την αναπόφευκτη αυτοαναφορά μου. Μαζεύω τα θραύσματα μιας παρουσίας που αλλού εκτίθεται, αλλού αγνοείται. Κάποτε νόμιζα πως η γραφή ήταν καταφύγιο, τώρα συνειδητοποιώ πως είναι καθρέφτης που παραμορφώνει. Δεν θα μιλήσω για τους ανθρώπους που φωνασκούν και ασχημονούν, αλλά για εκείνη την αίσθηση της διάχυτης εχθρότητας που αφήνει πίσω της ο θόρυβος. Οι λέξεις μου ταξιδεύουν μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, κι εγώ προσπαθώ να θυμηθώ τη σιωπή μου, πριν η ίδια η φράση μου υποταχθεί στη βιασύνη της ψηφιακής ανάγνωσης. 
 
Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιφατικό από τη συνθήκη του συγγραφέα στο διαδίκτυο: ο άνθρωπος της σιωπής, της αναδίπλωσης, της μερικής αποχώρησης από τον κόσμο, βρίσκεται ξαφνικά εκτεθειμένος στο πιο πολύβουο περιβάλλον της εποχής. Εκεί όπου το βλέμμα δεν σταματά αλλά διασπάται, και κάθε λέξη χάνει το βάρος του νοήματος. Η λογοτεχνία, που κάποτε γεννιόταν από την απόσυρση, αναγκάζεται πια να σταθεί μέσα στη ροή του σχολίου. Συχνά νιώθω πως κατοικεί πλέον σ’ έναν χώρο που δεν της ανήκει. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η επιφάνεια προηγείται του στοχασμού και η αυτοπροβολή υποκαθιστά τη δημιουργία. Οι «λογοτεχνικές κοινότητες» μοιάζουν περισσότερο με μικροκλίμακα κοινωνικού ναρκισσισμού παρά με φορείς πνευματικού διαλόγου. Όλοι μιλούν, ελάχιστοι ακούν. Ο λόγος έχει χάσει την αργή του αναπνοή, την ιερότητα του ρυθμού του. Αναπαράγεται αντί να σκέφτεται.
 
Ο Barthes έλεγε πως «η γραφή αρχίζει τη στιγμή που ο συγγραφέας εξαφανίζεται». Κι όμως, στα κοινωνικά δίκτυα, η γραφή αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο συγγραφέας επιμένει να υπάρχει. Με φωτογραφίες, εξηγήσεις, αυτοπαρουσιάσεις, μικρές επιτελέσεις εαυτού. Ένα είδος αντίστροφης λογοτεχνίας, όπου η έκθεση αντικαθιστά την αποχώρηση, και η κοινότητα των «φίλων» υποκαθιστά το σιωπηλό βλέμμα του αναγνώστη. Εδώ δεν υπάρχει διάλογος, αλλά αλληλοπαρακολούθηση. Δεν υπάρχει συνομιλία, αλλά συσσωρευμένη αυτοεπιβεβαίωση. Κάτι βαθιά αλλιώτικο διαπλέκεται στον τρόπο με τον οποίο ο λογοτεχνικός λόγος έχει μεταφερθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η λογοτεχνία, που κάποτε γεννιόταν στο σκοτάδι ενός γραφείου, ανάμεσα σε χαρτιά και σιωπή, τώρα εκτίθεται αβίαστα στον φωτισμό της οθόνης. Και μαζί της εκτίθεται, σαν αθέατο παράπλευρο φως, η τρωτή μικρότητα του ανθρώπου που τολμά να την επικαλεστεί.
 
Δεν πρόκειται για πρόβλημα αισθητικής, αλλά για παθολογία σχέσεων. Οι λεγόμενοι «λογοτεχνικοί κύκλοι» λειτουργούν ως μηχανισμοί επικύρωσης. Αλληλοθαυμασμοί που εναλλάσσονται με ειρωνείες, συμμαχίες που διαλύονται με μια ανάρτηση, ομάδες που δεν σχηματίζονται από το κοινό πάθος για τη γλώσσα, αλλά από την ακόρεστη ανάγκη για αναγνώριση. Ο λόγος εδώ δεν παράγει διάλογο, παράγει ιεραρχίες.
 
Μέσα σ’ αυτά τα πλέγματα επιφανειακής πνευματικότητας, έχει χαθεί εκείνο το θεμελιώδες στοιχείο της κριτικής πράξης: η παιδεία. Δεν αρκεί η πολυλογία, ούτε η ευκολία με την οποία εκφέρεται μια «γνώμη». Το να διαβάζεις δεν σε καθιστά αναγνώστη, όπως το να σχολιάζεις δεν σε καθιστά κριτικό. Η ανάγνωση απαιτεί σεβασμό και σιωπή, όχι θόρυβο. Κι όμως, στα ψηφιακά αυτά περιβάλλοντα, η σιωπή εκλαμβάνεται ως αδυναμία, ενώ ο θόρυβος βαφτίζεται γνώση. Ο στοχασμός χάνει την αξία του. Η φλυαρία τη διεκδικεί.
 
Κάτω από την επιφάνεια της λεκτικής ευφράδειας διακρίνεται μια τεράστια ανασφάλεια: μια επιθυμία κατοχής της τελευταίας λέξης. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός, οι υπαινιγμοί, όλα αυτά δεν είναι δείγματα πνευματικής οξύτητας, αλλά τρόποι αυτοάμυνας. Όταν ο λόγος στερεύει από δύναμη, προσφεύγει στη χλεύη. Κι όταν η αδυναμία στοχασμού γίνεται ανυπόφορη, τότε εμφανίζεται η ανάγκη να εξευτελιστεί ο άλλος. Έτσι γεννιέται το ψηφιακό μπούλινγκ: ως προσπάθεια επαναφοράς μιας ισορροπίας που η ίδια η κοινότητα έχει διασαλεύσει.

* 
 
Η οθόνη, ωστόσο, είναι ένας ψυχρός καθρέφτης· αντανακλά τόσο το πρόσωπο όσο και τη σχάση του. Κάθε σχόλιο, κάθε ειρωνική παρατήρηση, κάθε μικρή χειρονομία εξουσίας αφήνει πάνω της το αποτύπωμα μιας εσωτερικής κόπωσης: της ανάγκης να υπάρξει κανείς μέσα από την ακύρωση του άλλου. Κι έτσι, αυτό που ονομάζουμε «λογοτεχνική κοινότητα» καταλήγει να είναι απλώς ένα σύστημα επιβίωσης μέσα στον ναρκισσισμό. Ένα οικοσύστημα όπου η κριτική γίνεται όπλο, η άποψη άμυνα, και η γραφή μια μάσκα. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον που προσποιείται την πνευματική αβρότητα. Η φθορά δεν φαίνεται, αλλά διαρρέει μέσα στις λέξεις.
 
Κι όμως, κάτω από τον θόρυβο των αναρτήσεων υποβόσκει η ίδια ανθρώπινη αγωνία. Η ανάγκη να υπάρξει κάποιος ως φωνή, όχι απλώς ως δεδομένο. Το παράδοξο είναι πως όσο περισσότερο μιλά το πλήθος, τόσο πιο ανείπωτη γίνεται η σιωπή του. Και ίσως εκεί, μέσα σ’ αυτό το ανείπωτο, να επιμένει ακόμα η τελευταία μορφή λογοτεχνίας. Εκείνη που δεν επιθυμεί να αρέσει, αλλά να κατανοήσει.
 
Η παθολογία αυτής της συνθήκης δεν είναι αισθητική, είναι υπαρξιακή. Κάποτε χανόμουν μέσα στη φράση, τώρα νιώθω πως προβάλλομαι μέσα απ’ αυτήν. Δεν μιλώ πια με τη γλώσσα της διάρκειας, αλλά με τη γλώσσα της διακοπής. Οι λέξεις δεν ζητούν κατανόηση, ζητούν επιβεβαίωση. Οι αναγνώσεις δεν γεννούν διάλογο, γεννούν συνενοχές. Σε αυτό το πλαίσιο οι φορείς της λογοτεχνίας γίνονται παράγωγα του βλέμματος, προβάλλονται μέσα από τις οθόνες, και με κάθε λέξη που εκπέμπουν αυτοαναιρούνται. Η ίδια τους η υπόσταση διαρρηγνύεται, και η λογοτεχνία που κάποτε κατοικούσαν μετατρέπεται σε φάντασμα του εαυτού της. Δεν μιλά για τον κόσμο, λειτουργεί ως εικόνα μέσα σε αυτόν.
 
Το πιο ανησυχητικό, βέβαια, δεν είναι η κακεντρέχεια, αλλά η αναισθησία του λόγου. Το σχόλιο που συκοφαντεί δεν το κάνει πάντα από πρόθεση, αλλά από κεκτημένη ταχύτητα. Το πλήθος, έχοντας εσωτερικεύσει την κίνηση του αλγορίθμου, αντανακλά, δεν επεξεργάζεται. Έτσι, η λογοτεχνική σκηνή γίνεται ένας μηχανισμός αυτόματων αντανακλαστικών, όπου η ευαισθησία εκλαμβάνεται ως αδυναμία και η στοχαστικότητα ως καθυστέρηση. 

* 
 
Συχνά νιώθω πως γράφω με διπλή ένταση, σχεδόν οντολογική· «κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα», όπως θυμάμαι τον στίχο του Καρούζου. Από τη μία, η ανάγκη να υπάρξω μέσα στο βλέμμα των άλλων, η επιθυμία να συνεισφέρω έστω και μερικά πράγματα στα ελληνικά γράμματα, να συμμετέχω στην εκδοτική διαδικασία –όχι ως εκδότης, αλλά ως κάποιος που αγαπάει να τροφοδοτεί τη γραφή. Από την άλλη, η εσωτερική κλίση μου προς τη σιωπή, τη συμπύκνωση, τη βραδύτητα του ουσιώδους λόγου. Οι δύο αυτές κινήσεις σπανίως συμφιλιώνονται, κι όμως από τη σύγκρουσή τους γεννιέται ο αληθινός χαρακτήρας μου. Το να εμφανίζομαι με αγαθό λόγο σε χώρους όπου κυριαρχεί ο θόρυβος και η ειρωνεία —και να δέχομαι χλεύη— είναι σχεδόν αναμενόμενο. Πόσο επώδυνο ωστόσο, γιατί η έκθεση απογυμνώνει κάθε συγγραφέα.
 
Σε αυτό το επιταχυνόμενο κενό, κάθε έννοια παιδείας διαλύεται. Και δεν εννοώ τη γνώση, αλλά εκείνον τον λεπτό ρυθμό του νου που του επιτρέπει να κινείται μέσα στον κόσμο των νοημάτων χωρίς να τον καταστρέφει. Οι κοινότητες αυτές έχασαν τον ρυθμό τους. Η ανταλλαγή ιδεών αντικαταστάθηκε από ασύνετο θόρυβο. Μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό, μαθαίνω να φοβάμαι τη σκέψη, να τη μεταφράζω σε άμεση απάντηση, σε άμυνα.
 
Οι ψηφιακές κοινότητες έχουν απωλέσει αυτόν τον ρυθμό. Αντί για αναστοχασμό παράγουν έναν συνεχή ανταγωνισμό ευφυολογίας. Και πίσω από κάθε τέτοιο ανταγωνισμό υποφώσκει ο φόβος της αφάνειας, της σιωπής, της μη-αναγνωρισιμότητας. Ο φόβος που κάνει τον συγγραφέα να παύει να είναι συγγραφέας. Απέναντι σε αυτό, θαρρώ πως η μόνη πράξη αντίστασης είναι η επιστροφή στη σιωπή. Σε αυτή τη μπλανσονική σιωπή που γεννά τον λόγο από την απουσία, που αρνείται να «ανταπαντήσει». Σε αυτήν επιστρέφω.
 
Η κοινότητα των συγγραφέων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν συνιστά πια χώρο ανταλλαγής, έχει γίνει σκηνή. Το «εγώ» απλώνεται σε κάθε ψηφιακή επιφάνεια, ζητώντας την επιβεβαίωση του βλέμματος των άλλων, ενώ η ίδια η γλώσσα εκπίπτει από φορέας νοήματος σε φορέα παρουσίας. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντι-λογοτεχνικό από αυτό. Γιατί η λογοτεχνία, στην ουσία της, είναι πράξη ταπείνωσης του εγώ, όχι επίδειξής του. Δεν γράφεται για να αποδείξει, αλλά για να κατανοήσει. Δεν ανήκει σε κύκλους, αλλά σε σιωπές. Η φθορά που βλέπουμε στα μέσα δεν είναι η φθορά του λόγου, αλλά της ανθρώπινης ακεραιότητας μπροστά στην οθόνη.
 
Η πραγματική λογοτεχνία αρχίζει όταν δεν έχεις πια τίποτα να υπερασπιστείς. Όταν το κείμενο παύει να είναι επιχείρημα και γίνεται τρόπος ύπαρξης. Η γραφή δεν ζητά δικαίωση, μόνο διάρκεια. Η εποχή μας, γεμάτη από αποστόλους της ανάγνωσης, «κριτικούς» χωρίς βιογραφικά και «συγγραφείς» χωρίς σιωπή, μοιάζει να έχει ξεχάσει αυτό το αυτονόητο: πως η αλήθεια του λόγου δεν ανήκει σε κανέναν κύκλο, σε καμία ανάρτηση, σε κανένα πλήθος. Ανήκει μόνο εκεί που κάποιος εξακολουθεί να γράφει όχι για να φανεί, αλλά για να μην χαθεί.
 
Συνεχίζω να γράφω, ίσως από φόβο μην ξεχάσω πώς ήταν η φωνή μου πριν τη σκορπίσω. Πριν τη μετρήσουν, πριν τη σχολιάσουν, πριν χαθεί μέσα στη χοάνη των άλλων φωνών που λένε τα ίδια χωρίς να συναντιούνται ποτέ. Γράφω για να θυμηθώ τη στιγμή που η λέξη είχε ακόμη βάρος, που η ταυτότητα δεν είχε ακόμη διαχυθεί σε εικόνες, σχόλια, αναδημοσιεύσεις. Κι όσο περισσότερο γράφω και μιλώ, ακόμα και τώρα, τόσο πιο πολύ νιώθω τη φωνή να μικραίνει, να χάνεται μέσα στο θόρυβο που ονομάζουμε «επικοινωνία». Κάποτε πίστευα πως πριν από κάθε λόγο υπήρχε ένα βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα, τώρα ξέρω πως η φωνή μου επιστρέφει στον κόσμο ξένη. Κι όμως, μέσα από το πλήθος και τη διασπορά, μέσα από τη φθορά των λέξεων, εξακολουθεί να ψάχνει εκείνη τη σιωπή που τη γέννησε. Εκεί, στην άκρη της φράσης με περιμένει —ήσυχη, όπως πριν αρχίσω να μιλώ.
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ. Οι πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες φιλοξενήθηκαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα. Το 2012 ίδρυσε το Πρότυπο Κέντρο Γερμανικής Γλώσσας Ich liebe Deutsch. Υπό την αιγίδα του δημιουργήθηκαν εννέα χρόνια αργότερα οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία, στις οποίες  κυκλοφόρησαν και οι πεζογραφικές συλλογές του Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024). Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε και η μελέτη του Το Μαμούθ και ο Αναβάτης, η οποία αποτελεί δομική ανάλυση της γερμανικής γλώσσας για ελληνόφωνους μελετητές.
 
Στη Logotexnia21 δημοσιεύονται ένα απόσπασμα από τα Είδωλα και ένα απόσπασμα από τις Επικράτειες, τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.
 
Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι του φωτογράφου André Kertész.

Γιάννης Δρούγος, Παραμύθια



Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς

   Μετά μεγάλωσα, μεγάλωσαν οι νύχτες και μαζί μεγάλωσαν κι οι γονείς μου κι αρρώστησαν κι έμεινα δίπλα τους να τους διαβάζω παραμύθια με αίσιο τέλος. Ο ουρανός δεν χωρούσε άλλες αλήθειες κι έκλεισε τα σύνορά του κι έμεινα στη γη με το κεφάλι σκυφτό να βλέπω πού πατάω και να μετράω πόσα βήματα απέμεναν ώσπου να φτάσω στη θάλασσα να βαφτίσω παλιό ό,τι άφησα πίσω. Κι εκεί στα πρώτα νερά με περίμενε η εκδίκηση μ’ ένα μαχαίρι και μου ’πε να κόψουμε στα δυο την άμμο: μισή ζωή μισή θάνατος. Μα πώς κόβεται στα δυο το απέραντο, τη ρώτησα κι απάντησε ο ουρανός απλώνοντας μια κόκκινη σημαία σαν τετράγωνο ήλιο που έφτασε η φλόγα του ως τα χαρακώματα κι έληξε ο πόλεμος. Κι εκεί οι δικοί μου γίνανε πάλι παιδιά, πριν καν γνωριστούν, πάνω στην άμμο έχτιζε ο καθένας με τ’ ακροδάχτυλά του μια ζωή προορισμένη να ρημάξει κι έναν κήπο που θ’ άνθιζε με το άναρχο κλάμα των άστρων. Κι είπα. Τότε. Είπα. Σκέφτηκα. Είπα. Να ρίξω δίχτυα στ’ ανοιχτά να ψαρέψω μελλούμενα κι ένστικτα κούφια που ενωθήκανε και γεννήσανε ένα σπίτι από φύκια.

   Για χρόνια συνομιλούσα με τους επισκέπτες της νύχτας και τους ανέλυα τα παραμύθια για τον κόσμο που δεν με χωρούσε γιατί ήτανε βαριά η κληρονομιά των δέντρων. Τι να μοιραστώ και τι να μοιραστώ από το ψέμα που ’βρεχε άδικο σε τρύπια στέγη και τ’ άδικό του πότιζε τους τοίχους, τον ύπνο, τα λερωμένα σεντόνια και τα γυαλιστερά κειμήλια. Για χρόνια παραμύθιαζα το δέρμα μου μη μου το φάει η σκουριά κι έμεινα σώμα μισό με ένα γάντζο για χέρι να κατεβάζω τ’ αστέρια να ρίχνω το ασήμι τους σε καινούργια παραμύθια.

   Τώρα πια δεν μου ανήκει τίποτα. Τώρα πια δε μου ’χει μείνει ούτε μια χούφτα χώμα ν’ αποχαιρετήσω την αγάπη που μου μάθανε να δίνω. Τώρα πια είμαι ένα στόμα τάφος με σταυρό κεντημένο τρεις συλλαβές και μισή καταραμένη προσευχή. Τώρα πια διαβάζω παραμύθια χωρίς λαλιά σε γερασμένα παιδιά που το παρόν τους σκαλίζει ρίζες και γυρισμούς γιατί τελειώνει ο χρόνος. Τώρα πια γράφω παραμύθια με τ’ αριστερό. Τώρα πια δεν κοιμάμαι. Γιατί χόρτασα ύπνο. 

   Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. 



Ο Γιάννης Δρούγος γεννήθηκε το 1977 στο Καρπενήσι. Ζει και εργάζεται στη Λαμία στον χώρο του βιβλίου και διατηρεί το ιστολόγιο into my books...
Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται τα κείμενά του «Αντίστροφα», «Εγκλεισμός», «Ανεπίδοτο», «Sense of forgiveness», 
«Η κόκκινη ομπρέλα», 
«Δέντρο» και «post it».

Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι έργο της Käthe Kollwitz (1867-1945) του 1921.